Translate

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Πέντε ποιήματα για το Θέατρο // Κλασικοί Έλληνες ποιητές






Ανθολόγηση – επιμέλεια: Ασημίνα Ξηρογιάννη //
*Αναδημοσίευση από το Φράκταλ





Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

Βαρέθηκα να βλέπω την σκηνή,
και σήκωσα τα μάτια μου στα θεωρεία.
Και μέσα σ’ ένα θεωρείο είδα σένα
με την παράξενη εμορφιά σου και τα διεφθαρμένα νιάτα.
Κι αμέσως γύρισαν στο νου μου πίσω
όσα με είπανε το απόγευμα για σένα,
κι η σκέψις και το σώμα μου συγκινηθήκαν.
Κι ενώ κοίταζα γοητευμένος
την κουρασμένη σου εμορφιά, τα κουρασμένα νιάτα,
το ντύσιμό σου το εκλεκτικό,
σε φανταζόμουν και σε εικόνιζα,
καθώς με είπανε το απόγευμα για σένα.

[Α55,1904]

Κρυμμένα ποιήματα [1877;-1923],

φιλολογική επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδη, Εκδόσεις Ίκαρος.

***

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

Δεν ξέρω πως να σου το πω. Μα ο δρόμος χθες το βράδυ
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει΄
μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι
και σα σκηνές φαινότανε μακριά μου οι θεατρίνοι.
Τα σπίτια πέρα, κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι εβγαίναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτό τους δράμα
κι άκουγες βόγγους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν,
κι ήταν μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία,
κι έβγαινε- θέ μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν
έβγαινε-θέ μου !κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.

Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις Πάπυρος

****

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

ΠΡΟΒΑ

Ζούμε καλά
σ’ αυτό το απόμακρο νεκροταφείο.
Στους ευάερους τάφους
κάνουμε πρόβες ξαπλωμένοι
ενώ φυσάει από παντού ζωή
και μας γεμίζει νιάτα.
Όταν τελειώνει η πρόβα σηκωνόμαστε
γεμάτοι αισιοδοξία και δύναμη. Αύριο πάλι.
Οι πρόβες συνεχίζονται επ’ αόριστον
και μας μικραίνουν
σιγά σιγά ξαναγυρίζουμε στη γέννησή μας
και παραδινόμαστε
ετοιμοθάνατα νεογέννητα
γεμάτα σφρίγος.

Ζούμε καλά
σ’ αυτό το απόμερο νεκροταφείο.
Ποτέ σας δεν θα μάθετε
πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος
σε βρέφος
που δεν κλαίει.

Από τη συλλογή «Στα ξένα», 2001

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος,
και διώξε από το νου σου  πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα
τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και  μ’ ένα
χαμόγελο ιδές που  σ’ έφερ’ εως
του Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.
Κανείς δε σε θυμάται εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια
και το έργο σου σα να ‘ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
για το αίμα της μητρός σου για η ντροπή σου.

***
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

 Καημένε μου Γιόρικ
Κάπως λοξός, ουχ ήττον όμως και δεινός στοχαστής
-έτσι σε εκλαμβάνουν οι σημερινοί αγιογράφοι-
Κλειστός άνθρωπος ο Άμλετ. Πνευματικά ασταθής.
Μιλάει για να ζει και ζει μόνο για να γράφει.
Προνόμια δικά μου καταχράται αυτός ο ποιητής.
Ονειρεύεται, μας λέει, διαρκώς τα όνειρά του
της φθηνής πραγματικότητας δήθεν αρνητής:
Ψέματα. Απλώς παρακμάζει η μπογιά του.
(Βαποράκια, Νεφέλη 1999)

***
'ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Επίδαυρος

Ζητώ να εννοήσω  τί ακριβώς σημαίνει
Τ’ ότι  «πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια»
κτίστηκε.
Πέτρα, βέβαια, σημαίνει, λεία
δύσκολη του χρόνου. Εργάτες (δούλοι
ίσως) που τη λάξευσαν λία για να γίνει.
Επιστάτες με τις φωνές (ή το μαστίγιο)
σημαίνει.
Και, βιαστικοί να τελειώσει
το έργο τους, οι λίγοι, με την περίεργη
προαίσθηση, ότι σ’ αυτό το αμφιθέατρον
η έκφραση του ωραίου θ’ αντηχεί
ακόμη κι έπειτ’ από τρεις χιλιάδες χρόνια