Translate

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΒΟΥΛΗ ΖΩΓΟΥ///ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «Τάφος με θέα»,



[Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ]

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης
«Τάφος με θέα»,

Eκδόσεις ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ, 2012

Μυθιστορία
Τάφος με θέα λοιπόν. Οξύμωρο τίτλο να τον πει κανείς; Ή οξυγράφο συγγραφέα να διαισθανθεί πίσω από αυτόν; Ας πάμε να διαβάσουμε για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει.
Το έργο με τον τίτλο αυτό, με το οποίο ουσιαστικά πρωτοεμφανίζεται στην Ελληνική πεζογραφία, ο ανέκδοτος ως τώρα , αλλά αρκετά γνωστός στον κόσμο των ηλεκτρονικών τόπων και σελίδων, Ποιητής και συγγραφέας Γιώργης Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης, δύσκολα κανείς μπορεί να το εντάξει σε κάποια από τις γνωστές κατηγορίες του πεζού λόγου. Ο ίδιος ο συγγραφέας , στον υπότιτλο, το χαρακτηρίζει ως «μικρή μυθιστορία σαν ιστορία». Και όντως , έχει αρκετά από τα χαρακτηριστικά τού μυθιστορήματος. Ίσως όμως, εκ του μικρού του μεγέθους των 253 μόλις σελίδων, θα μπορούσε ευκολότερα να χαρακτηρισθεί ως νουβέλα. Με τον απλό δε, αφηγηματικό του τρόπο και τους διαλόγους του, την όχι και τόσο έντονη πλοκή και την όμορφα ρέουσα γλώσσα του, θα μπορούσε επίσης και ως ένα εκτεταμένο σύγχρονο διήγημα να χαρακτηρισθεί.
Αλλά τι σημασία έχει ο τύπος και ο χαρακτηρισμός τού πεζογραφήματος; Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι ξεκινώντας κάποιος απ’ την πρώτη αράδα του και παρά τις μικρές δυσκολίες που συναντά στην πορεία της ανάγνωσης λόγω της σουρεαλιστικής γραφής, ωστόσο φτάνει απνευστί στον επίλογο.
«Την αγκάλιασα και φύγαμε προς αναζήτηση σπηλαίου».
Ίσως η πρόταση αυτή, με την οποία ο συγγραφέας κλείνει τη μυθιστορία του, να περικλείει όλα όσα ήθελε να πει και να δείξει γράφοντας τον «Τάφο με θέα». Κυρίως την αγωνία του για το μέλλον της Γης και της Ανθρωπότητας, για την επερχόμενη καταστροφή, ως συνέπεια της συνεχώς εξογκούμενης κακής παρέμβασης τού ασταμάτητα αναπτυσσόμενου ανθρώπινου πολιτισμού επί του γήινου περιβάλλοντος και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την κάλυψη των αυξημένων απαιτήσεων για τροφή τού υπερπληθυσμού τού πλανήτη..
Κεντρικός ήρωας του «Τάφου με θέα» είναι ένας μονοπόδαρος Ποιητής, αυτοεξοστρακισμένος από την τρέχουσα κοινωνία, που ελάχιστα τα μέλη της ενδιαφέρονται για την Ποίηση και τις τέχνες. Μόνο τους μέλημα ν’ αποκτήσουν και να χορτάσουν από τα υλικά αγαθά της υπερκατανάλωσης! Ο Ποιητής αντιδρά σ’ αυτή την ομαδική ηλιθιακή υστερία. Εφευρίσκει και κατασκευάζει το εμβόλιο κατά των βασικών αναγκών. Αν καταργήσει αυτές και βέβαια πιο πριν τις άλλες, τις πλαστές και πλασματικές ανάγκες, ελευθερώνεται και ζει μια άλλη ζωή, αληθινή. Για να μπορέσει λοιπόν να ζήσει αληθινά μέσα σ’ αυτή την άμουση μυρμηγκοκοινωνία, που εργάζεται και σπαταλά ασταμάτητα, χωρίς άλλο νόημα στη ζωή της, και επειδή δεν έχει χρήματα καθόλου, μιας και η ποίηση, η μόνη δουλειά που ξέρει , δεν αγοράζεται από κανέναν, ψάχνει και βρίσκει τη λύση στον αντίποδα. Με το εμβόλιό του καταργεί στον εαυτό του και στο σκύλο του, όλες τους τις ανάγκες, ακόμα και τις βασικές, την πείνα , την δίψα, την ερωτική επιθυμία, την ανάγκη των μετακινήσεων, λόγω και του ενός μόνο ποδιού που διαθέτει.. Μόνο την ανάγκη του ύπνου και της ανάσας δεν καταργεί. Ελάχιστα μετακινούμενος, νηστικός , αλλ’ όχι πεινασμένος, ανέραστος , αλλά χωρίς να νοιώθει σεξουαλικά στερημένος, απολαμβάνει ξαπλωτός στην λιακάδα, στην αυλή του αυθαίρετου (κατά τους σύγχρονους νόμους) γερμένου, μισογκρεμισμένου σπιτιού του στο βράχο, με θέα απέραντη προς το άφραγο πέλαγος. Έτσι έχει επιτύχει να έχει κόστος ζωής μηδέν, άρα να χρειάζεται έσοδα μηδέν και να συμβάλλει βέβαια στους πόρους του κράτους με μηδέν.
Αλλά το σύστημα των Θεών και των ανθρώπων που κουμαντάρει τις ζωές, τον βλέπει με πολύ κακό μάτι. Άνθρωποι χωρίς ανάγκες είναι τελείως άχρηστοι για το σύστημα αυτό. Ακόμα χειρότερα, είναι εχθροί του συστήματος. Έτσι αποφασίζει και τον πολεμά. Πρώτος ο Ουρανός, που τον κατακεραυνώνει για να τον τρομάξει. Ύστερα το κράτος, που βλέποντας ν’ αποκτά οπαδούς, τρομάζει αυτό και ορμά να τον κατακρεουργήσει, για να μη μεταδώσει τα καινά δαιμόνια στη μάζα και τότε χαθούν οι φοροδότες, που αποτελούν την ψυχή των κρατών.
Σ’ όλην αυτή τη μυθιστορία , μία πλειάδα ηρώων εμπλέκεται στην πλοκή, που κύριο στόχο της έχει να δείξει πως ένα σύγχρονο, ανάλγητο κράτος δικαίου, στην τάχαμου προσπάθειά του ν’ αποδώσει δίκαιο στους υπηκόους του, το μόνο που κάνει είναι να τους αδικεί. Κατάφορα και ασύστολα.Μαζί με τον Ποιητή , άνθρωποι, πουλιά , ζώα, φίδια, συμμετέχουν στην πλοκή και ο καθένας τους συμβολίζει ένα κομμάτι ή ένα μέγεθος τής υπό την κρίση τού συγγραφέα κοινωνίας. Ένας ποιητής, ένας επιστήμονας, μια κουκουβάγια, ένας σκύλος , ο όφις και ο χαφιές, ο κύριος κούφιος και ο ασβός ο βρομερός, ο νανολαός και άλλοι πολλοί καλοί και κακοί, όλοι μαζί ζουν ανάκατα σ’ αυτό το κράτος , που διαθέτει μπουλντόζες πολλές ( ή και τανκς αν χρειαστεί) για την επιβολή του νόμου. Που πρέπει να επιβάλλεται για να πάει καλά ο κόσμος.
Και στην περίπτωση του δαίμονα, του αναρχικού Ποιητή, το κράτος εντέλει επικρατεί. Επιτίθεται σ’ αυτόν και στους φίλους του, τους φέροντες καινά δαιμόνια. Μετατρέπει το σπίτι σε τάφο. Τον καταπλακώνει κατά την στιγμή της κατεδάφισης της αυθαιρεσίας του. Ευτυχώς που το σπίτι είχε θέα. Κι έγινε ένας πανέμορφος τάφος. Με απέραντη θέα προς τη μηδαμινότητα του σύγχρονου πολιτισμού, αλλά και με πολλήν ελπίδα για αναγέννηση μετά από την αυτοκαταστροφή του. Ελπίδα, ναι. Μιας και η καταστροφή αφήνει πίσω της έναν παράνομο μεν, αλλά εξαίσιο έρωτα, σαν όλους τους έρωτες δηλαδή, που ψάχνει να στεγαστεί σε σπήλαια πάλι, δείχνοντας συνάμα πως εξαιτίας του η ζωή ποτέ δεν θα χαθεί. Και εν παρανομία τελούσα…. Αυτό είναι το εν κατακλείδι αισιόδοξο μήνυμα αυτού του αριστοτεχνικά παράξενου και δυναμικά κι αναρχικά όμορφου πεζοτράγουδου (έτσι θα το έλεγα ίσως) τού πρωτοεμφανιζόμενου στη μυθιστορία Συγγραφέα και Ποιητή Γιώργη Π. Κασιμάτη-Δρυμωνιάτη…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου