Translate

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ VARELAKI ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ //// ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ //// ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ






                                                                          

Βραδιές στο Polis Art Café
Πεσμαζόγλου 5 Αίθριο Στοάς Βιβλίου
2103249588

                                                            
 
Είσοδος ελεύθερη


                                   
                 
 ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

                                

Οι εκδόσεις Σμίλη παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ, την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου, στις 9 το βράδυ, στο Polis Art Café.

Μιλούν:
 
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ – ΡΟΥΚ, ποιήτρια
 
ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας
 
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΗΜΕΡΗΣ, κριτικός λογοτεχνίας

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει η ηθοποιός και μουσικός παραγωγός ΘΕΚΛΑ ΤΣΕΛΕΠΗ.

***

Φράσεις και νύξεις, με αυτοτελή νοήματα ή σκόρπιες, αρνούμενες να αποτελέσουν έναν συμπαγή κορμό, χαραγμένες στον αγνώριστο ουρανό του τίποτα, για ό, τι δεν μπόρεσε, υγρές μες τη στεγνότητα του χαρτιού, που αφορούν κυρίως αυτό που δεν ήρθε, το βρώμικο εκείνου που δεν θέλησε να συμβεί, αλιευμένες όλες τον τελευταίο χρόνο από βιαστικές σημειώσεις σε κόλες ταβέρνας, σε πακέτα από τσιγάρα, σε ετικέτες κρασιών ανοιγμένων εις υγείαν, χωρίς τη συγκρότηση ενός σημειωματάριου ιδεών, χωρίς τη συγκατάθεση του επώνυμου αφορισμού, χωρίς ποιητική μάσκα, χωρίς σειρά, χωρίς ορθόδοξη ιδέα για τις ιδέες, απλώς έτσι, αφημένες πρόχειρα κάτω απ’ το χαλάκι, συνοδεία μουσικής, κρυμμένες κρυφά στο στρώμα, πεταμένες στο πρόσωπο του κόσμου για καληνύχτα, ένοχες γι αυτό που προσπάθησαν να διασώσουν, αθώες γι αυτό που ήλπισαν, πάντως ξυπόλητες, με πρησμένα μάτια και τις φτέρνες τους να ακουμπούν, ως μπαλαρίνα θανάτου, το τελευταίο αβέβαιο έδαφος, με την ουρίτσα τους να σκαλίζει τις τελευταίες ευχές στο δρόμο, σχεδιάσματα χωρίς νυφικό στην πόλη του πουθενά, ένοπλα ερωτήματα, έρημα πλάνα.
 
Βλέμματα στο ποτέ. Και στο πάλι.
 
Λέξεις. Απλώς. Ματαιόδοξες.

***

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το προαύλιο του προσώπου σου έχει χαλάσει. Όσα κέρματα και να ρίξω τα τρώει. Αγγίζω με αγωνία το αχόρταγο στάδιο, εκεί που δίνονται οι μεγάλες θεατρικές παραστάσεις. Είναι μια λάθος τρύπα. Αντί για κέρματα πέφτουν σκορπιοί. Νεκροί σκορπιοί, μισοφαγωμένοι, δεμένοι ο ένας από το ποδαράκι του άλλου.
Από τα νύχια μου στάζουν παράφωνα οι θεατές.

Χθες στο κέντρο της πόλης ο κόσμος χωρίστηκε πάλι σε δυο στρατόπεδα : Μια πολύχρωμη γιορτή φίλων που αντιμιλούσε στο θάνατο κι ένας περιπλανώμενος θίασος μικροπωλητών που πάσχιζε μάταια να ακουστεί.

Όταν θα ηχογραφήσω όλες τις ιστορίες των ανθρώπων θα τις κλείσω μέσα σ’ ένα μπουκάλι. Μετά θα τους ζητήσω να μείνουν αθάνατες.

Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά λάθη κρεμασμένα στο παράθυρο του κόσμου.

Κι αν το ποίημα δεν είναι παρά η ωορρηξία τής στιγμής ενός πληθυντικού εαυτού που αγωνίζεται να υπάρξει ως ένας ; Αν ένα ποίημα δεν είναι παρά ένα ποίημα, μια δωρεά δηλαδή εν ζωή της θεάς λύπης και τίποτε άλλο ;
Αν αυτός που μιλά, λέγοντας ότι είμαι εγώ, έχει απλώς πάψει να διακινδυνεύει να ζει ;

Γράφοντας το ταξίδι με γιώτα είναι σαν να του στερείς τη μισή διαδρομή. Σαν να μην επιτρέπεις στα μάτια να αισθανθούν τους ανελέητους κραδασμούς της. Μέσα στις σχεδόν γυναικείες καμπύλες του έψιλον, εκεί, στους δυο ηδονικούς κόλπους τού φωνήεντος που συγκροτεί την τελική δίφθογγο του έψιλον γιώτα, βρίσκεται θαμμένη όλη η ηθική τής αναζήτησης.

Η σημερινή γραμματική επιμένει να λειαίνει τις αιχμηρές άκρες, να συνοψίζει την τραγωδία τού ονείρου, να περνά σε μια μεταγενέστερη περίληψη της φαντασίας. Αγαπώ τα λάθος πράγματα, τη λάθος στιγμή, για τον λάθος λόγο. Αγαπώ τη λογοτεχνία για τις ελλείψεις της, τη λάθος ανατομία της, τον αμήχανο λόγο της. Την αγαπώ ως γυναικεία λεκάνη του περασμένου αιώνα που επισκευάστηκε κάποτε απ’ τον Διόνυσο για να αποφύγει τους άπιστους πληθυντικούς.

Πραγματικά μάτια είναι μόνο τα τυπωμένα.

Χθες, για ένα νι χάθηκε η λύπη από την παραλία. Σκεπάστηκε με άμμο υπό τους ήχους των πνευστών.
Οι λέξεις απλώς κοίταζαν.

Κατά βάθος δεν με ενδιέφερε ποτέ η πράξη τής γραφής. Με ένοιαζε περισσότερο να δω τις λέξεις να χορεύουν σ’ ένα εικαστικό σφιχταγκάλιασμα του Μαρσέλ Ντυσάν, του Ιερώνυμου Μπος και του Μοντιλιάνι. Με τον Φουκώ, βέβαια, παρόντα, να επιβλέπει. Και να προσθέτει τη σκέψη που προηγήθηκε.

Χρόνος είναι η πρωτότυπη αποστασία τής βλάστησης.

Γράφω όπως καθαρίζει κανείς το μήλο του, στο μπαλκόνι. Με τη φλούδα νοτίζω το χαρτί, το αφήνω να σκεπάσει τον κενό χώρο. Κοιτάζω μετά το κομμένο φρούτο στα μάτια : Ανέγγιχτο. Όταν καταλαβαίνω ότι το μήλο είμαι εγώ, είναι αργά. Όμως για την απώλεια της σάρκας βαρύνονται πάντα οι άλλοι.

Δεν μπορείς ποτέ να αποχαιρετήσεις τη θάλασσα. Θα βρει έναν τρόπο να επιστρέψει.

Θέλω να σ’ αγαπήσω στις παράξενες γλώσσες, με όλες τις επιδερμίδες σκισμένες. Μέσα στα λείψανα ενός ζώου.
Τόσο γυμνοί δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ.

Θέλω να πω, απλώς, ότι η αγάπη ζει, χωρίς γραμματική, εκεί που η μετοχή είναι απεριόριστη.  

                                                                    

                                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου