Translate

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ /// ΩΣΤΙΚΟ ΚΥΜΑ






ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Ωστικό κύμα
εκδ. Πατάκης, σελ. 158


Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη


   15 μόνο κεφάλαια.'Ενα σύντομο ,αλλά  ενδιαφέρον μυθιστόρημα που εγείρει πολλά ερωτήματα στους αναγνώστες και τους δίνει τροφή για σκέψη και προβληματισμό.Ο ποιητής και πεζογράφος Νίκος Δαββέτας δε μένει αδιάφορος μπροστά στο πολιτικο-ιστορικό γίγνεσθαι.Με αφορμή αυτό πραγματεύεται το θέμα «πένθος» και όχι μόνο.


  'Ενας νεαρός έλληνας φοιτητής  σκοτώνεται σε  μια τρομοκρατική ενέργεια στο μετρό του Λονδίνου,αλλά ο συγγραφέας δεν εστιάζει τόσο σε αυτό όσο στο πώς η μητέρα του βιώνει κι αντιμετωπίζει αυτό το καταλυτικό για τη ζωή της γεγονός.Κάνει αναδρομές στη ζωή της ,στη σχέση της με τον αδιάφορο πατέρα με τον οποίο έχει χωρίσει.Αναδρομή στις διάφορες φάσεις της ζωής του γιου της,στη σχέση της μαζί του.Το παζλ σιγά σιγά συμπληρώνεται,καταλαβαίνουμε το πόσο ρημαγμένη ,πόσο άδεια είναι η ζωή της μητέρας ,που με τα πολλά καταφεύγει στο εξοχικό της αδελφής της,κάνει σχέση με έναν αλβανό και μένει εγκυος στο παιδί του.Ενα νέο μωρό ως μια νέα προσδοκία,ως αναπλήρωση της ζωής που χάθηκε.


    Ο Δαββέτας δεν  κάνει βαθυστόχαστες σκέψεις περί θανάτου,δε δίνει το πένθος με τρόπο κλισέ ή μελοδραματικό,ούτε παρηγορεί την ηρωίδα ,απλά μένει στα γεγονότα,κρατά αποστάσεις ασφαλείας και  αυτό το  τέλος μοιάζει απρόσμενο όταν είσαι στην αρχή της ανάγνωσης.Μια γυναίκα στη δίνη των παγκόσμιων εξελίξεων,μέσω του θανάτου του γιου της μαθαίνει και όλη τ ην αλήθεια για αυτόν: ήταν συνεργάτης των τζιχαντιστών,τα στοιχεία αδιάσειστα.Ισως να μην τον ήξερε τόσο καλά τελικά,και σίγουρα είχε χαθεί το νήμα της αληθινής επικοινωνίας μεταξύ τους-και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης του αναγνώστη.«Στην πραγματικότητα ,άργησε να συνειδητοποιήσει ότι ο γιος της ποθούσε,όσο τίποτα στον κόσμο,να στρατευθεί σε έναν αγώνα,να υπηρετήσει έναν μεγάλο σκοπό.»


    Επίκαιρος  ο συγγραφέας,αλλά και «πολιτικός» λοιπόν ,αφού έχει αναφορά στον θρησκευτικό φανατισμό και έχουμε τόσα πολλά αληθινά γεγονότα να επικαλεστούμε από τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.Αλλά και καθολικός,αφού αναφέρεται στο δράμα της μάνας που χάνει το μονάκριβο παιδί της και δεν ξέρει από πού να μαζέψει τα συντρίμμια της.Το κεντρικό του θέμα είναι βαρύ από μόνο του,ο ίδιος το πραγματεύεται περιεκτικά  και μετρημένα, ίσως για να μην γίνει κουραστικός  και να δώσει τα περιθώρια στον αναγνώστη να ψάξει ,να σκεφτεί να κάνεις τους συνειρμούς του.Πάντως,δεν αφήνει την ιστορία ανοιχτή,δίνει τέλος ,που αποτελεί ταυτόχρονα μια νέα αρχή.

***
Αναδημοσίευση από diavasame
***

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ /// ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ 'ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ


ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ




Περί πλοίων ο λόγος, στην ουσία  ο λόγος για τον άγνωστο εαυτό. Ένα ταξίδι με αφορμή το πλοίο, τη συμβολική και την ιστορία του για να ανιχνεύσει η ποιήτρια την μεγάλη περιπλάνηση ,την υφή και την αξία της.

«Δεν ξέρω τίποτα από πλοία» αναφέρει η Λένα Καλλέργη στο πρώτο ποίημα του πρώτου μέρους της συλλογής της, η οποία φέρει τον τίτλο «Περισσεύει ένα πλοίο». Ενώ το πρώτο αυτό ποίημα έχει τίτλο «Η καταγωγή του είδους»  και κλείνει ως εξής: «Ούτε από μένα ξέρω». Η άγνοια, αλλά και η περιέργεια οδηγούν πάντα στη διερεύνηση του γοητευτικού αγνώστου. Και πολλές φορές έρχεται ως φυσικό επακόλουθο η εφευρετικότητα, η αέναη δημιουργία  που ταξιδεύει το δημιουργό μέσα στον χωροχρόνο και τον εμπλέκει με την ιστορία.Η περιπλάνηση του δημιουργού μέσα στον κόσμο ακυρώνει κάθε μορφή στασιμότητας και συνεπάγεται την ελευθερία του πνεύματος που «πατρίδα του είναι το σώμα που κινείται». Ο δημιουργός αυτός, ο ποιητής εν προκειμένω, γνωρίζει «ταξιδευτές με χίλιους μύθους» καθώς και «μια γλώσσα σε διαρκή μεταφορά». Αλλά ίσως αυτό δεν είναι αρκετό. Ίσως εκείνο που χρειάζεται είναι να πλάσει μια γλώσσα ιδιωτική, δική του, αλλά που θα είναι το εργαλείο του για να αναπλάσει, να ανασυνθέσει τον κόσμο, δίνοντας συνάμα τη δική του ,προσωπική ερμηνεία γι αυτόν. Ξέρει, άλλωστε, πως δεν κάνουν οι λέξεις τη γλώσσα και κυρίως τη γλώσσα της ποίησης, στην οποία καταφεύγουν διάφοροι για διάφορους λόγους. Όπως ακριβώς διάφοροι καταφεύγουν στη θάλασσα, ο καθένας για το δικό του λόγο (π.χ. άλλος αναζητά υγρασία, οι φλεγόμενοι ζητούν να σβήσουν τα πάθη, κάποιοι θέλουν απλώς  να ξεφύγουν…/Το αλάτι, σελ.11/) Η γλώσσα της ποίησης υπερβαίνει τις στέρεες προθέσεις, ανοίγει το δρόμο για το άπειρο. Ο ποιητής σαν μικρός θεός ρίχνει τα δικά του πλοία στη θάλασσα του πνεύματος δίνοντας άλλο νόημα στο υγρό στοιχείο, στη θάλασσα σαν έννοια και στοιχείο της φύσης.Σε ποια γλώσσα θα γράψει ο ποιητής που θα είναι ανοίκεια και που θα εισάγει -επιτέλους- το νέο στην ποίηση και θα την ανανεώσει; H ποιήτρια έχει διάθεση επαναπροσδιορισμού της ποιητικής γλώσσας ή έστω επινόησης τρόπων και τακτικών που θα την αφορούν και θα την κάνουν λειτουργική και ελκυστική. [Άλλοι μετακινούν βουνά, καλλιεργούν πεδιάδες./ Άλλοι προσεύχονται για μια αλμυρή βροχή/Εμείς μένουμε απέναντι./Επινοούμε τρόπους./Είμαστε οι παρυφές αυτού που μας χωρίζει./Μαζί, μας βλέπουν μόνο τα πουλιά./Φανταζόμαστε/πως θα χτίσουμε γέφυρες/με λόγια και νερό./ (Όχθες,σελ.15)] O ποιητής είναι πάντα «ευαίσθητος με τις σκιές» και« επιρρεπής στη νύχτα». Στα μάτια της Καλλέργη ποιητής ίσον περιπλανώμενος, περιηγητής, βλέμμα που ζητά το ταξίδι μπας και ξεδιψάσει. [Δοκιμάζω γλώσσες, αλλάζω πατρίδες/επιστρέφω σε άγνωστα κύματα./«Τυχαίος χρησμός»,σελ.18] Ακόμα, αν η ποίηση ήταν Σειρήνα μέσα από τη σιωπή της θα μονολογούσε μονόλογο για την υφή της. Είναι δύσκολο να αυτοπροσδιοριστεί κανείς χωρίς να γίνει γραφικός. [[..]αν μοιάζω με γυναίκα ή πουλί/αν είναι η φύση μου αποστολή ή απόφαση/Βουβά ,πάνω στο βράχο μου εξασκώ, μετέωρη τέχνη της αναμονής/κι ας φεύγουν τα καράβια./]Η Καλλέργη γράφει: «Δεν έχω τίποτα, ούτε ένα φύλλο μέντας / να δροσίσω τον άλυτο φθόγγο». Ο δημιουργός  κρατάει στα χέρια του τη δύναμη να «δίνει πνευματικά δώρα» στον αναγνώστη, αλλά είναι δύσκολο να χωρέσει μέσα σε έναν συμβατικό ορισμό, όπως και η ποίηση. Παρά τους χιλιάδες ορισμούς που έχουν δοθεί στην ποίηση, εκείνη δεν μπορεί να οριστεί, πάντα ξεφεύγει ελεύθερη και ταξιδεύει μέσα στους αιώνες. Έτσι κι ο δημιουργός, ελευθερώνεται μέσω της τέχνης του, σε άπειρο καιρό, μόνος, κατάμονος μοχθεί. Παλεύει με και για την Τέχνη. Η μοναξιά είναι αναγκαία όταν το μεγαλόπνοο έργο καραδοκεί.Η ποίηση συχνά είναι μελέτη θανάτου. Στο ποίημα «Λεπταισθησία» η ποιήτρια κάνει ανατομία του θανάτου. Το μαύρο χρώμα είναι απαγορευτικό για παραλλαγές, ώστε να απαλυνθεί κάπως η πληγή. Πάντως συνεπάγεται μια ισονομία: «τουλάχιστον πηγαίνει σε όλους./Κι εμένα τώρα που τον βλέπω από κοντά, με κολακεύει./Άραγε μπορεί κανείς να συμβαδίζει μαζί του, ή να τον έχει πιστό συνοδοιπόρο; Μέσα στο ποίημα όλα είναι δυνατά, όλα μπορούν να συμβούν, ακόμα και ο θάνατος να σου κρατά το χέρι. Αλλά και στη ζωή το ίδιο, το εύρος της όλα τα χωρά, συμφιλιώνει αυτή όλες τις αντιθέσεις, αρκεί να το αποδεκτεί ο άνθρωπος. Ένας ποιητής πιο εύκολα το αποδέχεται. Εξαίσιο το ποίημα με τίτλο: «Η λιτανεία της άνοιξης»[σελ.24]. Ειρωνικό, σφιχτό, ουσιαστικό. Το σκηνικό διαδραματίζεται μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο. Ποιος ο νεκρός, ποιος ο ζωντανός, πόση αλήθεια απ’ τη ζωή του μπορεί κανείς ν’ αντέξει.[«Κάθε χρόνο στον Επιτάφιο/δεν ξέρεις ποιον μπορεί να συναντήσεις./Ποιος να είναι φέτος ο νεκρός./ Ίσως ο πρώτος έρωτας./Πιστεύει πλέον μόνο στους Ινδιάνους /και σε θυμάται σαν πικρό φιλί./ Ίσως το ζεύγος των παλιών καθηγητών/εκείνη άντρας, εκείνος γυναίκα/τα παιδιά τους χαμένα/μακριά από αμφίβια τελετουργικά./[..]]Ο νεκρός τα ‘χει τακτοποιημένα, ο ζωντανός πρέπει να μπορεί να συνεχίσει να ζει διαχειριζόμενος κάθε φορά ό, τι τον στοιχειώνει και προσπαθώντας να κλείσει ανοιχτούς λογαριασμούς.«Δεν είναι ο θάνατος ντροπή» και «Παρασκευή σημαίνει πως δεν είναι ντροπή να πεθαίνεις». Ντροπή ίσως είναι να ζεις σαν νεκρός.Ακόμα, εκτός από τη μελέτη του θανάτου, ο δημιουργός αγαπά να δοκιμάζει καινούρια πράγματα, να μυείται και να μυεί με τη σειρά του τους άλλους σε νέες εμπειρίες. Να μην κολλά στα δύσκολα, να προσπερνά το μαύρο, να δίνει άλλο όνομα στα πράγματα. Ο ποιητής είναι φυγάς, έχει τη δύναμη να αντιστρέφει τον κόσμο, ανα-πλάθει την πραγματικότητα, εναποθέτει τις ελπίδες του στους στίχους, σε νέες πρακτικές και διαδρομές και ιδέες! [«Πες τη χαμένη σου εφηβεία «γιορτή»./Την πιο βαθειά σου σκοτεινιά πες την «μητέρα»./Πες τα καμένα δέντρα «προσευχή»./ Δοκίμασα./ Θέλω να πάω πιο πέρα./Θέλω να πω τη νύχτα «σώμα»/κι είναι μόνο/στιγμή./Θέλω να πω το σώμα «δέντρο»/κι ας είναι μόνο/κλαδί./Θέλω να πω τα δέντρα «δάσος» /κι ας είναι μόνο/κορμοί./»Δοξασίες του δρόμου,σελ.26]Ο δημιουργός έχει πατρίδα; Βoλεύεται σε κάποιο μέρος; ‘H πατρίδα του είναι οι λέξεις, γιατί μόνο με αυτές και μέσα από αυτές μπορεί να ζει σε καθεστώς ελευθερίας, αθωώνοντας συνάμα και καθετί μεμπτό στη ζωή του; Ή πόλη /πατρίδα που κάποτε είχε όνομα τώρα δεν έχει. Βασικά η κατάσταση έχει αλλάξει ,κάτι που προκαλεί αμηχανία στην ποιήτρια. Κουβαλούσε μέσα της για χρόνια την εικόνα και την αίσθηση μιας πατρίδας που δεν υπάρχει πια, ούτε καν στην συνείδησή της ως τέτοια. Ίσως είναι η ευκαιρία της να απογαλακτιστεί, να κάνει το άνοιγμα προς τον κόσμο, προς την ωριμότητα της ψυχής και της γραφής. [«Πώς να σε αποκαλώ./Αν δεν ξεκίνησα από εδώ/κι εδώ δεν καταλήγω/τί μου απομένει;/ Κύματα,/η ελπίδα του τρελού/» Το όνομα της πόλης, σελ.29.] Στο επόμενο ποίημα με τίτλο «Αρπαγή»  μαθαίνουμε ότι εκτός από την πόλη έχασε και κάτι άλλο: «Έχασα ολόκληρη εποχή/που δεν ήταν δική μου»(σελ.31). Συχνά τους ποιητές τους βλέπουν ως «ξένους», δεν τους αποδέχονται εύκολα σ’ έναν τόπο. Αλλά και κείνοι μόνη πατρίδα τους την ποίηση έχουν και κατοικούν εκεί και ούτε που τους νοιάζει. ‘Η αλλιώς, πατρίδα είναι ο ίδιος τους ο εαυτός που δημιουργεί, προστάτης τους η ποίηση. Η ποιήτρια δεν φαίνεται να «καίγεται» «να κάψει τους παλιούς θεσμούς ,να σβήσει τους νόμους». Όσο «κι αν αποδήμησε σε πολύβουες πόλεις γεμάτες δροσιά και καλέσματα», «έχει μια φτώχια κι επιστρέφει σε κείνη». Το μόνο που χρειάζεται είναι «απτή καθαρότητα» και διαύγεια για να συνεχίζει το έργο της το πνευματικό. Σιωπηλά και ταπεινά. Εδώ το πλοίο είναι περιττό. Η διάθεση για ποίηση και η ολοκληρωτική απόφαση να την υπηρετεί κανείς συνειδητά αποτελούν το πλοίο που θα την οδηγήσει σε ιερούς προορισμούς.Ο δημιουργός, ο καλλιτέχνης συχνά «ναυπηγεί μόνος του τα πλοία», τους δίνει όνομα, τους ορίζει καπετάνιο και αν η φωνή τον καλεί, πηγαίνει. Ο Paul Gauguin, o περίφημος ζωγράφος, πήγε «σ’ ένα νησί πιο μακρινό απ’ τη θλίψη» και «ξαναβρήκε τις τρεις μαγικές του ικανότητες, απορία, συγκίνηση, δέος». Και το θαύμα συντελέστηκε! Η δημιουργία αποθεώθηκε!«Υπάρχει πάντα ένα πλοίο /στο βάθος των συλλογισμών μας./ Ένα που θα μας έπαιρνε μακριά/ένα που θα έφερνε γαλήνη./Η εικόνα του ολόκληρη λείπει./Η πορεία του άγνωστη./». Εκείνος που μας νοιάζει είναι «να μην πνιγεί», «να πηγαίνει» γράφει στο ποίημα «Νηοπομπή» η Λένα Καλλέργη. Είναι η αίσθηση ότι όλα διασώζονται μέσω της δημιουργίας. Τίποτα δεν πάει χαμένο, αν όχι ολόκληρα, τα πράγματα εξακολουθούν να υπάρχουν ως μέρη μόνο ή ως αποσπάσματα, αφού τα διατηρεί ο δημιουργός με το ζωντανό του έργο που πηγαίνει κόντρα στην απώλεια ή τη φθορά και ευνοεί κάθε είδους διανοητικό ή συναισθηματικό ταξίδι.Το κορμί του ποιητή είναι η ίδια του η φωνή που τον μεταφέρει παντού και μέσω αυτής εκείνος κυκλοφορεί στον κόσμο. Φωνή  τρόπος ύπαρξης, φωνή όχημα, φωνή αέναη μεταφορά κυριολεκτικά και μεταφορικά όμως μια και μιλάμε για ποίηση που συνεπάγεται την μεταφορική χρήση της γλώσσας. Δεν βολεύεται το κορμί, εγκλωβίζεται σε συμβατικότητες και «γυμνό δεν μπορεί να πηγαίνει», το λέει και η ιστορία του. «Αν όμως είχα ένα πανί» αναρωτιέται η ποιήτρια στο τελευταίο ποίημα του βιβλίου με τίτλο «Σκαρί» Και μας κλείνει πονηρά το μάτι.Η Καλλέργη δεν αποχαιρετά σε καμία περίπτωση τη γλώσσα όπως αναφέρει σε τίτλο εκτενούς ποιήματός της. Η γλώσσα είναι το εργαλείο της δουλειάς της όχι μόνο ως ποιήτριας, αλλά και ως μεταφράστριας και κυρίως ως γλωσσολόγου. «Παίζει» κομψά και θαρρετά με τη γλώσσα και διαμέσου αυτής, δημιουργώντας παράλληλα σύμπαντα μεταφορικά και προσφέροντάς μας ως δώρο μια διφορούμενη (γλωσσική) εμπειρία. Δεν μας την προσφέρει όμως ξερά και επιφανειακά. Βάζει ψυχή και αίσθηση, επιλέγοντας με σύνεση κάθε λέξη. Μπορεί να αφήνουμε πίσω μας σώματα, μπορεί οι άνθρωποι να χάνονται, να σβήνουν, όμως, όπως προείπαμε, τίποτα δεν χάνεται αν κάποιος δημιουργός το εγκλωβίσει ως στιγμή μέσα στην τέχνη του και το περάσει με αυτόν τον τρόπο στην αιωνιότητα. Όλα συνεχίζουν να υπάρχουν όταν κάποιος μιλήσει γι’ αυτά. Όταν κάποιος βρει τον τρόπο να τα μεταφέρει σε μια γλώσσα άλλη από αυτήν που αποτελεί την τρέχουσα γλώσσα. «Ό, τι χάνει τη σχεδία του /δεν παύει να υπάρχει./ Περιπλανιέται μέχρι να επινοηθεί ξανά/ το σκεύος της μεταφοράς του.» γράφει . Τίποτα δεν περνάει στην ανυπαρξία, όταν υπάρχει η τέχνη που θα το διασώσει  και το μετατρέψει σε κάτι που δεν θα βάλλεται από πουθενά και θα βρει την θέση του στις συνειδήσεις των ανθρώπων.Ώριμο βιβλίο ποιητικής, θα τολμούσαμε να πούμε! H ποίηση της Καλλέργη δεν «καμώνεται» με λόγια περιττά. Αντίθετα τούτη η ποίηση «είναι», από πνεύμα φτιαγμένη, συνδεδεμένη με το μύθο της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναμετράται με το αόρατο και το κοινωνεί σε κάθε αναγνώστη που επιθυμεί να νιώσει.

ΠΗΓΉ:fractalart.gr



Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

TO Varelaki προτείνει /// Rene Char /// Φύλλα του 'Υπνου



(δείγμα γραφής)

[...]


104

Mόνο τα μάτια είναι ακόμη ικανά να βγάλουν μια κραυγή.

105

  Το πνεύμα ,κατά μήκος και πλάτος,σαν αυτό το έντομο που μόλις σβήσει η λάμπα γρατζουνάει την κουζίνα,ανατρέπει τη σιωπή,αλέθει τις βρωμιές.

106

Καταχθόνια καθήκοντα.

107

Δεν ανοίγουμε κοίτη για τα δάκρυα όπως στρώνουμε το κρεβάτι για έναν περαστικό επισκέπτη.

108

Παθιασμένες εξουσίες και κανόνες δράσης

109

Όλος ο όγκος αρωμάτων αυτών των λουλουδιών για να γαληνέψει η νύχτα που πέφτει στα δάκρυά μας.

110

Η αιωνιότητα δεν είναι και πολύ μεγαλύτερη από τη ζωή.

111

Το φως διώχτηκε από τα μάτια μας.Χώθηκε κάπου στα κόκαλά μας.Κι εμείς,με τη σειρά μας,το κυνηγάμε για να του αποκαταστήσουμε το στέμμα του.

[...]


117

  Ο Κλώντ μού λέει :« Οι γυναίκες είναι οι βασίλισσες του παράλογου.'Οσο περισσότερο ένας άντρας δεσμεύεται μαζί τους,τόσο περισσότερο εκείνες περιπλέκουν αυτή τη δέσμευση.Από την μέρα που «βγήκα στο αντάρτικο», έπαψα πια να είμαι δυστυχής ή απογοητευμένος...»
   Θα υπάρχει πάντα καιρός για να μάθει ο Κλωντ ότι στη ζωή του δεν λαξεύει κανείς χωρίς να κόβεται.

118

Γυναίκα του κολασμού.
Γυναίκα της ανάστασης.

119

  Σκέφτομαι τη γυναίκα που αγαπώ.Αίφνης το πρόσωπό της καλύπτεται από μάσκα.Το κενό νοσεί κι αυτό.


***


Ο Ρενέ Σαρ, από τους μεγαλύτερους Γάλλους ποιητές του εικοστού αιώνα και μεγάλη μορφή της γαλλικής Αντίστασης κατά της γερμανικής κατοχής, γεννήθηκε το 1907 στο Λ’Ιλ-συρ-λα-Σοργκ της Γαλλίας και πέθανε το 1988.Στα ελληνικά έχουν εκδοθεί, μεταξύ άλλων, τα έργα του: «…Το δέντρο είναι που βλέπει» (μτφρ. Κατερίνα Τρακάκη, Σωτήρης Γουνελάς, εκδ. Αρμός), Ποιήματα (μτφρ. Γιώργος Θέμελης, έκδοση της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης),Το αδέσποτο σφυρί (μτφρ. Σωκράτης Ζερβός, Βιβλιοπωλείον της Εστίας).
Ο Θανάσης Χατζόπουλος γεννήθηκε το 1961 στο Αλιβέρι Ευβοίας. Είναι ποιητής και εργάζεται στην Αθήνα ως ψυχαναλυτής παιδιών και ενηλίκων.Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του Αναγραμματισμοί στη σιωπή. Έχει κάνει τη μετάφραση και το επίμετρο του βιβλίου τού Yves Bonnefoy Η παρουσία και η εικόνα. Και άλλα δοκίμια για την ποίηση, που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Πόλις.Η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή, Φιλί της ζωής, δημοσιεύθηκε από τις εκδόσεις Κίχλη.

****



















ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ /// ΧΩΡΙΣ ΣΚΙΑ // ΤΡΕΙΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ

     Χωρίς σκιά
στον Πολυχώρο Τέχνης «Αλεξάνδρεια»
  
Μια σπονδυλωτή παράσταση για τις ανθρώπινες σχέσεις, τη φιλία, τον έρωτα, την κρίση, με τίτλοΧωρίς σκιά παρουσιάζεται από τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 8:30μμ,έως 19 Δεκεμβρίου 2017, στον Πολυχώρο Τέχνης «Αλεξάνδρεια» (Σπάρτης 14, πλατεία Αμερικής, τηλ. 210-8673.655).
Η παράσταση ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Νίκου Γκεσούλη και περιλαμβάνει τρία θεατρικά μονόπρακτα, βασισμένα σε διηγήματα του Γιώργου Δουατζή από τη συλλογή Η άλλη λέξη (Εκδόσεις Γαβριηλίδης).
 
Χωρίς σκιά είναι ο τίτλος του πρώτου μονόπρακτου, που αναφέρεται στη σχέση δύο φίλων που έζησαν μαζί από την παιδική ηλικία ως την ωριμότητα, σχέση που τελειώνει με τον θάνατο του ενός. Η απουσία αυτή απελευθερώνει τον επιζώντα που κατακλύζεται από αμφιλεγόμενα συναισθήματα. Με έναν αποκαλυπτικό λόγο εκτονώνεται και φέρνει στο φως όσα πικρά έκρυβε επί δεκαετίες στα σκοτάδια της ψυχής του.

Ο μονόλογος του Λου, δεύτερο στη σειρά μονόπρακτο, ψηλαφεί τα στερεότυπα που «συντηρούν» την καθημερινότητα ενός ζευγαριού, την εσωστρέφεια που εμποδίζει την ουσιαστική ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσων, την ντροπή που νιώθουν οι άνθρωποι αρνούμενοι να εκφράσουν τα συναισθήματά τους στους άλλους. Ο Λου ανατέμνει με δεξιοτεχνία και απλότητα τη σχέση ενός ζευγαριού της διπλανής πόρτας ή, καλύτερα, της... δικής μας πόρτας.

Η τρίτη ιστορία, Η πείνα, είναι η αφήγηση ενός ανθρώπου που ζει την ευμάρεια του μικροαστού ανυποψίαστος για την επερχόμενη κρίση και τα δεινά της. Μέσα από τα ερείπια της πρότερης ζωής του, άνεργος, αναζητά διεξόδους, ανακαλύπτει τη σκληρότητα του νέου ζοφερού περιβάλλοντος, παλεύει να σταθεί στα πόδια του και φτάνει στα όρια της πείνας. Μια συνηθισμένη ιστορία στη χώρα μας, όπου πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και τους κρατάει στη ζωή μόνον η ελπίδα.

Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Νίκος Γκεσούλης
Εικαστικά: Μιχάλης Αμάραντος
Μουσική: Γιώργος Βαρσαμάκης
Επιμέλεια φωτισμών: Νίκος Γκεσούλης
Παίζουν οι ηθοποιοί: Βασίλης Βλάχος, Θοδωρής Προκοπίου

Παραστάσεις:  Δευτέρα και Τρίτη στις 20.30 (4, 5, 11, 12, 18 και 19 Δεκεμβρίου 2017)
Τιμές εισιτηρίων:  10 €, 8 € φοιτητικό,  5 € ανέργων, ατέλειες
Διάρκεια παράστασης: 60 λεπτά
Τηλέφωνο κρατήσεων: 210-8673.655

Πολυχώρος Τέχνης Αλεξάνδρεια
Σπάρτης 14, Πλατεία Αμερικής, ΤΚ 11252 ΑΘΗΝΑ

**** 

Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας για το 2016

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:Ο Βασίλης Βασιλικός, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, ο Ηλίας Παπαμόσχος, ο Δημήτρης Αγγελής, η Σοφία Κολοτούρου, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, ο Γιώργος Βέης, η Σοφία Νικολαϊδου και οι πρωτοεμφανιζόμενοι Βασιλεία Γεωργίου και Χρήστος Κολτσίδας, είναι οι συγγραφείς που τιμήθηκαν με τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2016, που αφορούν εκδόσεις του 2015.
ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Απονέμεται ομόφωνα στον Βασίλη Βασιλικό για το σύνολο του έργου του.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, για το έργο του με τίτλο «Ζωή μεθόρια», Εκδόσεις Πατάκη.
ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ - ΝΟΥΒΕΛΑΣ

Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Ηλία Παπαμόσχο για το έργο του με τίτλο «Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες», Εκδόσεις Κίχλη.
ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ


Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Δημήτρη Αγγελή για το έργο του με τίτλο «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου», Εκδόσεις Πόλις, και στη Σοφία Κολοτούρου για το έργο της με τίτλο «Η τρίτη γενιά», Εκδόσεις Τυπωθήτω.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ - ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Απονέμεται ομόφωνα στον Σταύρο Ζουμπουλάκη για το έργο του με τίτλο «Υπό το φως του μυθιστορήματος», Εκδόσεις Πόλις.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ - ΧΡΟΝΙΚΟΥ - ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Βέη για το έργο του με τίτλο «Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις», Εκδόσεις Κέδρος.
ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στην Γεωργίου Βασιλεία για το έργο της με τίτλο «Η έκτη μέρα»,
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, και στον Χρήστο Κολτσίδα για το έργο του με τίτλο «Τα ορεινά», Εκδόσεις Μελάνι.
ΚΡΑΤΙΚΟ ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΟΑΓΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Απονέμεται κατά πλειοψηφία στην Σοφία Νικολαΐδου για το έργο της με τίτλο «Καλά και σήμερα»,
Εκδόσεις Μεταίχμιο.


Πηγή : KAΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Χάιντς Τσεχόφσκι (Heinz Czechowski, 1935-2009) /// 'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ




Μετάφραση από τα Γερμανικά: Θεοδόσης Κοντάκης



Σαράντα χρόνια πριν
[Vor vierzig Jahren]


Yποφωτισμένες ταινίες: με βάδισμα αργό
προχωρούν οι εικόνες, πάντα
το ίδιο τοπίο: η πόλη,
κυκλωμένη από λόφους, όπου
στρατώνες φυτρώνουν και
ξαναφυτρώνουν. Αυτά
που έχουν απομείνει, σήμερα τα βλέπω:
προσανάμματα, εκεί μέσα
οι αυλακιές
καθώς κατευθυνόμασταν προς τον Έλβα
με τ’ αγκίστρια για το ψάρεμα στις τσέπες.

Η νέα εποχή δεν μπορούσε να φανεί
μ’ όλο κείνο το μπετόν δίπλα στα δάση.
Πίσω από τα συσκοτισμένα παράθυρα
του σπιτιού που αφήσαμε πίσω
έπαιζα σαράντα χρόνια πριν
με τενεκεδένια στρατιωτάκια. Στο βήμα
των γενεών
που γυρνούσανε πίσω στους στρατώνες
έχασα την αθωότητά μου - απόμεινε
η βία:
μόνο τα ονόματά της αλλάξανε.

Βλέπω τα πρόσωπα,
λουσμένα στο φως των προβολέων
στο Συνέδριο: αυτό που σαράντα χρόνια πριν
έπρεπε να ειπωθεί
δεν ειπώθηκε - κι έτσι ξαναγυρνάω
πίσω στα παιδικά μου τα χρόνια, άμαθος
από Ιστορία,
που ξανατυλίγεται στον εαυτό της:
το τερατώδες, κείνο που
ξεκίνησε κιόλας
πολύ πριν από τότε που ήμουνα παιδί.


*


Ο Heinz Czechowski (1935-2009) είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές που δραστηριοποιήθηκαν μεταπολεμικά στην Ανατολική Γερμανία. Ως παιδί, έζησε την καταστροφή της Δρέσδης από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς το 1945. Σπούδασε στο Ινστιτούτο Λογοτεχνίας της Λειψίας. Εμφανίστηκε στην ποίηση το 1957. Έγραψε επίσης θεατρικά έργα, ενώ ασχολήθηκε και με τη μετάφραση ποίησης: ανάμεσα σε άλλους ποιητές μετέφρασε στα γερμανικά και Γιάννη Ρίτσο.

Η ποίησή του είναι έντονα μελαγχολική και νοσταλγική. Συχνά γίνεται αναδρομή στην παιδική ηλικία, ως μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βρεθεί το χαμένο νήμα με ένα παρόν που μοιάζει πάντοτε ζοφερό και απάνθρωπο.

Το ποίημα που μεταφράζεται εδώ είναι γραμμένο το 1988, ένα χρόνο πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας. Ο ποιητής πραγματοποιεί μια διαδρομή στα σαράντα χρόνια από το τέλος του Πολέμου: σαράντα χρόνια σιωπής, σαν μια βουβή ταινία που μονότονα ξετυλίγεται και ξανατυλίγεται.

***

H φωτό είναι παρμένη από εδώ

***


ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ /// ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ /// ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ


                                                              
         


Θεοδόσης Κοντάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Κατάγεται από την Ιεράπετρα της Κρήτης και τη Θεσσαλονίκη. Έχει ζήσει και εργαστεί ως εκπαιδευτικός σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές και μία συλλογή με πεζά κείμενα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά ΠόρφυραςΠλανόδιονΚουκούτσι, κ.ά. Έχει μεταφράσει τα βιβλία: Ο ναός της Ιερουσαλήμ, του Simon Goldhill, Η Ωραία Ελένη, της Bettany Hughes (μαζί με τον Μάνο Κοντάκη), και Τρεις μέρες στην Αβάνα, του Robert A. McCabe.Επίσης, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης από τη γερμανική, την ιταλική και την αγγλική γλώσσα. Μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.theopsych1@yahoo.com

June Jordan /// Ποίημα για την Αγάπη μου





***


Πως συμβαίνει να είμαστε εδώ ο ένας πλάι στον άλλο
μέσα στη νύχτα
Που είναι τα αστέρια που κάνουν την αγάπη μας να μοιάζει αναπόφευκτη;

Έξω
τα φύλλα φλέγονται
συνηθισμένα στο σκοτάδι
και η βροχή
πέφτει δροσερή και ευλογημένη στην ιερή σάρκα

Οι μαύροι περιμένουν στην γωνία
για ένα γυναικείο όραμα

Είμαι εκστασιασμένη από την γαλήνη

Αυτή είναι η δική σου δυνατότητα καθώς κοιμάσαι
και ενώ αναπνέεις στον σιωπηλό αέρα.

***

Η June Jordan (9 Ιουλίου 1936 – 14 Ιουνίου 2002) ήταν ποιήτρια, δοκιμιογράφος και ακτιβίστρια με συνεισφορά στις έννοιες φυλής, τάξης και φύλου.

***
Αναδημοσίευση από το :fractal

***

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ /// ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ /// Η ΚΟΥΚΛΑ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΘΗΚΕ ΤΗΝ ΈΛΕΝΑ





ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ



    Η Ελένη Γκίκα ,έμπειρη πια δημιουργός ,ξέρει να κερδίζει τους αναγνώστες με τις τρυφερές της ιστορίες τις πασπαλισμένες με μαγεία,τις ανθρώπινες,τις «ζεστές »,που χτυπάνε κατευθείαν στην καρδιά.Δεν μπορώ να μην  θυμηθώ και τη Σοφία ,την άλλη της ηρωίδα,το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά,που το φώναζαν «καρότο».'Εχουν και μια θλίψη οι ιστορίες της ,είναι κορίτσια γλυκά οι ηρωίδες της,αλλά εκείνο που λειτουργεί και που αρέσει είναι ότι αποπνέουν οι λέξεις και οι εικόνες της μια ευαισθησία μοναδική,κάτι που χρειαζόμαστε όλοι μικροί μεγάλοι ζώντας σε μια απρόσωπη εν μέρει και βάναυση «ηλεκτρονική » εποχή.
    Η  Μάγια - μάγισσα πιάνει τη μικρή  'Ελενα στα πράσα να θαυμάζει τα λουλούδια της,αλλά δεν την μαλώνει ή δεν την τμωρεί γιατί μπορεί να συν-αισθάνεται. Τα μεσημέρια της Κυριακής είναι βαρετά πολλές φορές και δεν ξέρει κανείς πως να τα περάσει.Η Καππαδόκισσα κούκλα είναι λοιπόν το πρώτο δώρο προς το κορίτσι μήπως και το διασκεδάσει και κάνει την Κυριακή  του πιο ωραία και πιο ενδιαφέρουσα.Και όντως υπήρξε ενδιαφέρον,και κυρίως όταν η κούκλα μίλησε στην Έλενα και της περιέγραψε τον τόπο   απ΄όπου κατάγεται.«'Ερχομαι από έναν μαγικό τόπο,με πετρωμένες νερ άι δες  και άνεμο που σχηματίζει γλυπτά στα βράχια.» Η Μάγια - μάγισσα  απόρησε που η  κούκλα μίλησε στο κορίτσι και μετά της έφερε μια άλλη κούκλα ,ξύλινη και ζωγραφισμένη,μια μπάμπουσκα ,από τη Ρωσία αυτή τη φορά.'Ισως είναι τα μυστικά που κρύβει μέσα της  που την κάνουν ακόμα πιο μαγική.Αλλά έτσι είναι στη ζωή ,πολλές φορές τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και ο κάθε άνθρωπος έχει ίσως τα δικά του μυστικά να κρύψει.Κι η μπάμπουσκα έχει τη δική της ιστορία  και με λόγια την αφηγείται επίσης.Για να απευθύνονται στο κορίτσι σημαίνει ότι τις εμπνέει.'Εχουν άλλωστε  χρόνια να μιλήσουν ,όπως επιβεβαιώνει η  κάτοχός τους.Μάλλον βιώνουν τη δική τους μοναξιά όλον τον καιρό και η μικρή είναι καταφύγιο και παρηγοριά για αυτές.Ακολουθεί η εμφάνιση της κούκλας  με το όνομα Ιρέν που είναι παρμένη από μια βιτρίνα στη Βιέννη,η οποία έμεινε για καιρό σιωπηλή και όταν τελικά μίλησε ζήτησε να δει την αδερφή της την Μπεατρίς,αλλά η 'Ελενα δεν την είχε.
   'Ενα παραμύθι «κουκλίστικο» με έντονη και άκρως θεατρική εικονογράφηση από τον ταλαντούχο Νίκο Γιαννόπουλο.Μεγάλες εκφραστικές φιγούρες,καλοσχεδιασμένες,με καθαρές γραμμές,έντονα προκλητικά χρώματα,θυμίζουν όλα κουκλοθέατρο και συμβάλλουν στην δημιουργία όμορφης ατμόσφαιρας.
Της έδωσε κι άλλες κούκλες της ηρωίδας μας η Μάγια -μάγισσα,αλλά την Μπεατρίς δεν την έδωσε και έκλαιγε η αδερφή της!
Η συλλογή της  'Ελενας πλούταινε σιγά σιγά,οι κούκλες ήταν τώρα η παρέα της  ,όπως παρατήρησε και η μαμά.Κούκλες από διάφορα μέρη που η καθεμία κουβαλούσε τη δική της ιστορία.Η Ιρέν στο τέλος επέδειξε ώριμη συμπεριφορά και συμβιβάστηκε με την απουσία της αδερφής της.Η 'Ελενα όμως σκέφτηκε να φτιάξει η ίδια μια κούκλα και να την πει «Απουσία» και να την χαρίσει κι αυτή με τη σειρά της στη Μάγια-Μάγισσα.Μια κούκλα  μπορεί να ανατρέψει την άσχημη κατάσταση ,να καλύψει την έλλειψη ,να αναπληρώσει το κενό ,να ερμηνευτεί και να είναι παρουσία. 
  Η ανατροπή γίνεται όταν η κούκλα Μπεατρίς μετά από πολύ καιρό θα βρεθεί στο σπίτι της 'Ελενας και θα ξανασυναντήσει την αδερφή της την κούκλα Ιρέν ,που τόσο  επίμονα την αναζητούσε.Το  «αλλόκοτο»μυστικό είναι πως χρόνια πριν οι δύο αδερφές είχαν ονειρευτεί το μοναχικό κορίτσι και ήθελαν να μπουν  στη ζωή του για να του δώσουν χαρά,για να το κάνουν να χαμογελάσει και να ευχαριστηθεί τις μονότονες Κυριακές.
  Μια ιστορία που καλλιεργεί τη συναισθηματική νοημοσύνη ,που συνδιαλέγεται με τα αισθήματα ,με τη «μαγεία» και με τα όνειρα!

****

Ασημίνα Ξηρογιάννη: «Το θέατρο στην ποίηση»




Το θέατρο στην ποίηση


Ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη

Momentum

192 σελ.

ISBN: 9789609796859






***

ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΑΤΟΥ

(Αναδημοσίευση από το ΔΙΑΣΤΙΧΟ)


Λίγο προτού ο Θέσπις αποσπαστεί από το σώμα του διθυραμβικού χορού και μέσα από την έκσταση της λατρείας φορέσει τη μάσκα του υποκριτή, λίγο πριν το Άσμα μετουσιωθεί τελετουργικά σε Δράμα, θέατρο και ποίηση ήταν ένα. Όταν οι ραψωδοί απήγγελλαν στο κοινό τους λυρική ή επική ποίηση, εμπλουτίζοντας τον λόγο τους με λεκτικά ή εκφραστικά στοιχεία αυτοσχεδιασμού, ουσιαστικά έκαναν θέατρο εν αγνοία τους, μετατρέποντας το σώμα και τη φωνή τους σε φορέα Λόγου, τίποτα λιγότερο, δηλαδή, από έναν ηθοποιό που επιδίδεται σε θεατρικό μονόλογο. Να θυμίσω ακόμα ότι το αρχαίο ελληνικό θέατρο αναφέρεται ως Δραματική Ποίηση και ότι μέχρι και την περίοδο του κλασικισμού στον 18ο αιώνα, η θεατρική γραφή ακολουθούσε αυστηρούς μετρικούς κανόνες. Και στη σύγχρονη εποχή, τώρα πλέον που οι δύο αυτές τέχνες είναι διακριτές, η περιοχή «τομής» τους, όπου συναντώνται και αλληλεπικαλύπτονται, παραμένει ορατή και σχετίζεται τόσο με τη βαθιά, σχεδόν ανεπίγνωστη φυσική συγγένεια που τις συνδέει, όσο και με τη συνειδητή ροπή των ιεροφαντών τους να τις παντρεύουν. Είναι άπειρες οι περιπτώσεις που θέατρο και ποίηση συναντήθηκαν και συνομίλησαν δημιουργικά, απροσμέτρητες οι φορές που οι δραματουργοί και οι σκηνοθέτες μίλησαν σαν ποιητές, αλλά και που οι ποιητές έδωσαν τον λόγο σε υπαρκτά ή επινοημένα δραματικά πρόσωπα. Αναφέρω ενδεικτικά το μαγικό θεατρο-ποίημα Σονάτα του σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου, ένα σταυροδρόμι όπου ποιητικός και θεατρικός λόγος ανταμώνουν και συμφύρονται, ή το ποιητικό θέατρο της Μαρίας Λαϊνά.
Αξιοσημείωτο είναι και το πλήθος των δραματουργών, από τον Σαίξπηρ ως τον Καμπανέλλη, που επιδόθηκαν στην ποίηση με εξαιρετικά δείγματα γραφής, ή των ποιητών, από τον Ουγκό ως τον Κοκτό, που έγραψαν θέατρο. Αντίστοιχα συχνή είναι και η τάση τα τελευταία χρόνια να παράγονται σκηνικές συνθέσεις με πρώτη ύλη την ποίηση. Θα αναφέρω, ενδεικτικά πάντα, την παράσταση Αυτό που δεν τελειώνει του Στάθη Λιβαθινού στο Εθνικό Θέατρο το 2003 και 2004, που συνέθεσε ένα θεατρικό πανόραμα της ποίησης του 20ού αιώνα, το Φυσικά και ονειρεύομαι της Πέμυς Ζούνη πάνω σε ποίηση της Κικής Δημουλά το 2013 ή Το χωριό των ποιητών του Βασίλη Κατσικονούρη, υψηλού επιπέδου δείγμα σχολικού θεάτρου, που βασίστηκε αποκλειστικά στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη για να δημιουργήσει ένα ενιαίο θεατρικό αφήγημα.Με τη συναίσθηση της κοινής γλώσσας, της στενής δομικής και μορφολογικής συνάφειας, αλλά κυρίως της κοινής πηγής από όπου αρδεύουν οι δύο τέχνες, η Ασημίνα Ξηρογιάννη μας παραδίδει την ανθολογία Το θέατρο στην ποίηση, καρπό μακρόχρονης και κοπιώδους μελέτης και έρευνας, συνδυάζοντας έτσι και η ίδια με αξιοθαύμαστο τρόπο τις δύο ενασχολήσεις της ως θεατρολόγου και ποιήτριας, και μπολιάζοντας την επιστημονική μεθοδολογία και το οξυδερκές βλέμμα του ερευνητή με την αισθαντικότητα και το ένστικτο του δημιουργού. Το έργο έρχεται να καλύψει ένα βιβλιογραφικό κενό στην καθ’ ημάς Γραμματεία. Πέρα από την ανθολόγηση ποίησης συγκεκριμένων περιόδων ή τάσεων, οι φιλόλογοί μας μάλλον επιδίδονται σπάνια σε θεματικές ανθολογίες και πάντως δεν υπάρχει καμία για την ποίηση στο θέατρο στην ελληνική βιβλιογραφία· ούτε καν στην αγγλική, απ’ όσο μπόρεσα να διαπιστώσω σε μια πρόχειρη έρευνα, πέρα από δυο τρία ηλεκτρονικά ανθολόγια θεατρικών ποιημάτων. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, είναι ένας πολύτιμος οδηγός, τόσο για τους επαγγελματίες του θεάτρου, στους οποίους προσφέρεται έτοιμο υλικό για πιθανές συνθέσεις, όσο και για τους ερευνητές, που χρειάζονται βιβλία αναφοράς, αλλά και για τους λάτρεις απλώς του θεάτρου και της ποίησης, που επιθυμούν να εντρυφήσουν στους παράλληλους δρόμους τους.

Τα ποιήματα διαδέχονται το ένα το άλλο σαν χάντρες σε περιδέραιο, δημιουργώντας μια ενιαία αισθητική εμπειρία, κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα αυτής της ανθολογίας: το ότι κατόρθωσε, χωρίς καμία παρέμβαση, με μόνο όχημα την έντεχνη παράθεση των ποιημάτων [...] να απαλλάξει την ανά χείρας ανθολογία από την ξηρότητα της λημματογραφικής παράταξης.

Αποτελεί το πρώτο εκδοθέν, αυτοτελές υποσύνολο μιας ογκώδους, ευρύτερης ανθολογίας που αγκαλιάζει την ευρωπαϊκή ποίηση, και ο παρών τόμος εστιάζει σε σύγχρονούς μας εν ζωή ποιητές, ξεκινώντας από τη γενιά του Νάνου Βαλαωρίτη και φτάνοντας ως τους νεαρούς δημιουργούς του 21ού αιώνα. Οι δύο τόμοι που υπολείπονται (η Ασημίνα Ξηρογιάννη δεσμεύεται ότι θα εκδοθούν εν καιρώ και εμείς την εμπιστευόμαστε και τους αναμένουμε) ανθολογούν κλασικούς Ευρωπαίους ποιητές καθώς και κλασικούς Έλληνες αντίστοιχα. Το corpus των ποιημάτων πλαισιώνει εκτενής εισαγωγή της ανθολόγου όπου παρατίθεται το ιστορικό και το σκεπτικό της έρευνας καθώς και επίμετρο με σημείωμα της επιμελήτριας Αγγέλας Γαβρίλη και βιογραφικά στοιχεία των ανθολογούμενων ποιητών.
Όπως δηλώνει στην εξαντλητική και άκρως διαφωτιστική εισαγωγή της, η Ξηρογιάννη έχει ταξινομήσει το υλικό του παρόντος τόμου σε δύο βασικές μορφολογικές κατηγορίες, οι οποίες αντίστοιχα συγκροτούν το Πρώτο και το Δεύτερο μέρος της ανθολογίας. Το Πρώτο περιλαμβάνει 54 ποιήματα που έχουν «εξ αίματος» σχέση με το θέατρο, που ο λόγος τους συνιστά ποίηση και θέατρο μαζί. Ποιήματα με δραματικό βάρος, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως θεατρικοί μονόλογοι. Γραμμένα σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο τα περισσότερα, κάποια και σε μορφή στιχομυθίας, άλλοτε αφουγκράζονται την ηχώ από αρχαίες φωνές, μεταφέροντάς την ως εμάς διαθλασμένη μέσα από το ιδιάζον προσωπικό «ηχείο»των δημιουργών τους, άλλοτε συνομιλούν με υπαρκτά ή επινοημένα πρόσωπα που τους στοιχειώνουν. Οι αρχαίοι μύθοι παίζουν εξέχοντα ρόλο σε αυτό το πρώτο μέρος της Ανθολογίας που, αιώνια ζωντανοί, είτε ως αρχέτυπα είτε ως παλίμψηστα, εξακολουθούν να εμπνέουν και να λειτουργούν ως κάτοπτρα, όπου η σύγχρονη ποίηση ξαναβλέπει το πρόσωπό της.Τα 36 ποιήματα του δεύτερου μέρους, παρότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν τους λείπει η δραματικότητα, είναι λιγότερο «θεατρικά», ακριβώς επειδή αναφέρονται θεματολογικά στο θέατρο. Για να συνοψίσουμε σε απλά λόγια τη διάκριση, τα ποιήματα του πρώτου μέρους τα διαπερνά η έκσταση του Υποκριτή, ενώ εκείνα του δεύτερου διατηρούν το βλέμμα και το πνεύμα του Θεατή.Αυτό που προσδίδει στο όλο έργο μια ιδιαίτερη ποιότητα και υπερβαίνει τα συνήθη γνωρίσματα μιας ανθολογίας όπως την ξέρουμε, είναι ο τρόπος που συνομιλούν τα ποιήματα μεταξύ τους και συναρμόζουν μία ενότητα. Είναι κοινός τόπος για τους ανθολόγους η επιλογή της αλφαβητικής ή χρονολογικής σειράς των κειμένων με βάση το επώνυμο του συγγραφέα ή τον χρόνο γραφής, επιλογή που καθιστά ενδεχομένως ευχερέστερη την αναδρομή σε αυτήν από έναν ερευνητή, αφαιρεί όμως από το συνολικό έργο την αίσθηση του ενιαίου και ελαττώνει δραματικά τη χαρά της ανάγνωσης. Η Ξηρογιάννη αντιπαρήλθε την εύκολη λύση και προέκρινε την πολλαπλάσια επίμοχθη διαδικασία της παράταξης των ποιημάτων σε ένα είδος βιωματικής αλληλουχίας. Έτσι, ο Οιδίπους του Κώστα Ριζάκη συνομιλεί με εκείνον του Γιώργου Μπλάνα, η «πολιτισμένη» Μήδεια του Χαρίλαου Νικολαΐδη αντιπαρατίθεται στη μανική Κλυταιμνήστρα της Άννας Γρίβα, ο μοναχικός όλο πικρία Αρχίλοχος του Νίκου Λάζαρη συναντά την απελπισμένα ανικανοποίητη και μόνη Πηνελόπη της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ, ο Θωμάς Τσαλαπάτης συνομιλεί με το όραμα του Ζακ Πρεβέρ, ενώ στην επόμενη σελίδα ο Γιάννης Στίγκας ονειρεύεται τον Τάσο Λειβαδίτη. Τα ποιήματα διαδέχονται το ένα το άλλο σαν χάντρες σε περιδέραιο, δημιουργώντας μια ενιαία αισθητική εμπειρία, κι αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα αυτής της ανθολογίας: το ότι κατόρθωσε, χωρίς καμία παρέμβαση, με μόνο όχημα την έντεχνη παράθεση των ποιημάτων, προϊόν αφανούς εκ πρώτης όψεως αλλά σαφώς κοπιώδους προσπάθειας και βαθιάς γνώσης και οικείωσης του ποιητικού υλικού που είχε στη διάθεσή της η Ξηρογιάννη, να απαλλάξει την ανά χείρας ανθολογία από την ξηρότητα της λημματογραφικής παράταξης, χωρίς να μειώσει στο ελάχιστο την αξία της ως έργο αναφοράς. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατρέξει κανείς σε αυτήν να βρει αυτό που τον ενδιαφέρει, αλλά προτείνεται ανεπιφύλακτα η συμβατική ανάγνωσή της από την αρχή ως το τέλος, ακολουθώντας το αόρατο, άθραυστο νήμα που συνδέει τα ποιήματα σε μία συναρπαστική, αρραγή ενότητα…Ενιαία είναι και η τελική γεύση που αφήνει η ανάγνωση, το εκστατικό μεταίσθημα που μένει απτό για ώρα… Έτσι όπως, όμορφα, το αποδίδει η Καίτη Βασιλάκου στην πρώτη στροφή από το ποίημά της «Οι ηθοποιοί», που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή.
Ανακεφαλαιώνοντας, θέατρο και Ποίηση, κάθε τέχνη από τον δικό της δρόμο και μέσα από τον δικό της ιδιαίτερο κώδικα, απευθύνονται και «εκβάλλουν» και οι δύο «…σε Σένα, Υποκριτή αναγνώστη, όμοιέ μου, αδελφέ μου…», όπως εμβληματικά έγραψε ο Μποντλαίρ, κι αυτή είναι η κορυφαία τους συγγένεια. Ο δέκτης, αναγνώστης-θεατής, παραμένει ο ύστατος και ο πρώτος Μέγας Υποκριτής.

***