Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ/// Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη



ΑΝΑΔΗΜΟΣΊΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ www.fractalart.gr

Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη  //

Μαρία Τοπάλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Φραγκφούρτη. Από το 1996 δημοσιεύει ποίηση, κριτική και μεταφράσεις από τα γερμανικά. Είναι μητέρα δυο κοριτσιών, ζει στην Αθήνα και εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Δημοσιεύει κριτικά και άλλα κείμενα στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο συνεργαζόμενη τακτικά με την “Ποιητική” και με την “Καθημερινή της Κυριακής”. Από τις εκδόσεις “Νεφέλη” κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές της “Σερβίτσιο Τσαγιού” (1999) και “Λονδίνο και άλλα ποιήματα” (2007), από τις εκδόσεις “Πατάκη” κυκλοφορεί το βιβλίο-ποίημα “Βερμίου Κατάβαση” (2010), η μετάφρασή της των Ελεγειών του Ντουίνο του Ρ.Μ. Ρίλκε (2011), από τις εκδόσεις “Οκτώ” το θεατρικό μιούζικαλ ” Ο Χορός της Μεσαίας Τάξης” (2012) και από τις εκδόσεις “Γαβριηλίδης” το βιβλίο “Για τέσσερα χέρια” (2013) που εξέδωσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ματσούκα.

-Κυρία Τοπάλη, σας καλωσορίζω στο Φράκταλ και θέλω να σας γυρίσω κάποια χρόνια πίσω και πρώτα να ρωτήσω πώς ξεκίνησαν όλα με την ποίηση. Πότε και πώς έγινε η αρχή.

Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση να συζητήσουμε στο Φράκταλ. Υπάρχει ίσως μια πολύ παλιά αρχή- αν υποθέσουμε ότι αρχή είναι όταν ξεκινά να γράφει κανείς συνειδητά. Νομίζω ότι θυμάμαι αρκετά καθαρά δυο «στοχευμένα» ποιήματα, ένα με ρίμα και ένα σε ελεύθερο στίχο, και θα πρέπει να ήμουν στην τετάρτη ή πέμπτη δημοτικού, δηλαδή περίπου δέκα ετών. Μια άλλη, όμως, «αρχή» που θυμάμαι είναι ο μπαμπάς μου να απαγγέλλει Βάρναλη και Παλαμά. Μια τρίτη «αρχή» είναι ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου», υπογραμμισμένος από τη μητέρα μου. Μια τέταρτη ο παππούς μου να με παίρνει μαζί του επισκεπτόμενος τη φίλη του ποιήτρια Χρυσάνθη Ζητσαία. Μπορώ λοιπόν κάπως έγκυρα να ισχυριστώ ότι η ποίηση ήταν παρούσα στη ζωή μου και με απασχόλησε και την ίδια στα σοβαρά, ήδη πριν την εφηβεία.


-Πώς βλέπετε και βιώνετε τη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα; Σας αρέσουν πράγματα, σας ενοχλούν κάποια άλλα;


Ευτυχώς σε αυτήν εδώ τη γωνιά του πλανήτη ζούμε σε καθεστώς ελευθερίας. Έτσι, διαβάζουμε ό,τι μας αρέσει και γράφουμε όπως μας αρέσει. Άρα, μόνον απόλαυση αποκομίζω από τη λογοτεχνία. Αν όμως πρέπει να σχολιάσω άλλες όψεις του φαινομένου, θα πω ότι με απελπίζει και με τρομοκρατεί η έλλειψη βιβλιοθηκών. Σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο υπάρχει η βιβλιοθήκη της γειτονιάς, δικτυωμένη με τη βιβλιοθήκη της πόλης, δικτυωμένη με τη βιβλιοθήκη της χώρας και πάει λέγοντας. Είμαστε απαράδεκτοι και δεν υπάρχει η παραμικρή δικαιολογία. Φυσικά υπάρχουν και πολλές άλλες ελλείψεις: δεν διαθέτουμε επαρκή και αξιόπιστα στοιχεία για το τι διαβάζουμε. Επίσης, παρά τα μνημόνια, εξακολουθούμε να ζούμε στον πλανήτη της φούσκας όσον αφορά την έκδοση αλλά και την πώληση, όλα καλυμμένα υπό τον μανδύα κάποιων ιερών σκοπών. Στην καμπούρα, βέβαια, της ποιήτριας/του ποιητή και της/του συγγραφέα και της αναγνωστικής κοινότητας γίνεται η εξυπηρέτηση των “ιερών” σκοπών. Αυτά όμως είναι ιδιομορφίες, κακοδαιμονίες και στρεβλώσεις της ελληνικής κοινωνίας, που απλώς αντανακλώνται και στον τομέα της λογοτεχνίας. Παρ’ όλα αυτά, διαβάζουμε, γράφουμε, μεταφράζουμε. Στο «μεταφράζουμε» θα βάλω έμφαση: είμαστε μικρή γλώσσα, μεταφράζουμε πολύ, και έχουμε εξαιρετικούς μεταφραστές και μεταφράστριες. Φυσικά, εξαιτίας των κακοδαιμονιών που ανέφερα πιο πάνω, οι άριστοι αδικούνται, τόσο οικονομικά όσο και από την άποψη της αναγνώρισης.


-Νιώθετε περισσότερο, ποιήτρια ή μεταφράστρια;


Καλή ερώτηση. Νομίζω πρώτα ποιήτρια, γιατί από αυτή την πλευρά του εαυτού μου ξεπηδά και η ανάγκη της μετάφρασης. Αλλά αυτό πιο σωστό είναι να το κρίνουν οι άλλοι. Μπορεί να νιώθω ό,τι θέλω, και η πραγματικότητα να μην με δικαιώνει.


-Αν σας ζητούσα τρεις μόνο συγγραφείς (πεζογράφους – ποιητές – θεατρικούς συγγραφείς) να μου αναφέρετε, που όμως με το έργο τους άλλαξαν το βλέμμα σας για τον κόσμο, ποιοι θα ήταν αυτοί;


Ο Τσίρκας στα 15. Ο Σεφέρης στα 20. Ο Ρίλκε στα 30.


-Ποιο το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας εν τέλει;


Αυτήν την πρόγνωση δεν θα την διακινδύνευα.


-Παρακολουθείτε την πολιτική και …τους πολιτικούς; Πιστεύετε ότι η όποια κρίση στην πολιτική έχει όντως αντίκτυπο στην λογοτεχνία;


Η λογοτεχνία είναι ταυτόχρονα παιδί του Άχρονου και παιδί της Ιστορίας. Ας πούμε ότι το Άχρονο, η παιδική ηλικία, το ασυνείδητο καθορίζουν το βαθύ περιεχόμενο, ενώ η Ιστορία καθορίζει το πλαίσιο και τη φόρμα- όλα αυτά κάπως σχετικά. Στην Ιστορία λοιπόν περιλαμβάνεται και η πολιτική. Υπάρχει ασφαλώς και η λογοτεχνία-ειδησεογραφικό/πολιτικό σχόλιο, αλλά αυτή συνήθως διαρκεί όσο και η είδηση την οποία σχολιάζει. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, πχ τον Μπρεχτ.


-Τι θα λέγατε σε έναν νέο λογοτέχνη που κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα;


1. Να διαβάσει τα «Γράμματα σε ένα νέο ποιητή».

2. Να μην βιάζεται καθόλου να βγάλει βιβλίο: πρώτα να δημοσιεύει σε ένα περιοδικό, να παίρνει απόσταση, να ζητά και να ακούει κριτικές.

3. Να διορθώνει.

4. Να επιλέγει την/τον κριτικό της/του, στο πρόσωπο ανθρώπων που εκτιμά, όχι στη βάση άλλων υπολογισμών.

5. Να διαβάζει και να γνωρίζει καλά, σε βάθος, το έργο ενός/μιας τουλάχιστον ελληνόφωνης/ου και ενός/μιας τουλάχιστον ξένης/ου μεγάλης/μεγάλου ποιητή: να αντιλαμβάνεται τα οργανωμένα σύμπαντα και τις σταθερές επιδιώξεις, κι ας τα υπερβεί κατόπιν.

6. Να μαθαίνει ποιήματα απέξω.


Αυτά για αρχή, και βλέπουμε.


-Κριτική και κριτικοί. Διαβάζω τα κείμενά σας. Θα ήθελα μια τοποθέτηση πάνω στο θέμα.


Η κριτική, αν θέλει να είναι χρήσιμη, πρέπει να είναι τολμηρή. Κι ας αστοχήσει. Η αστοχία είναι αποδεκτή απώλεια για να επιτελεστεί το κριτικό έργο. Άμα είναι όλα στρογγυλεμένα και βαδίζουμε και με βάση την επετηρίδα, έχει πεθάνει πριν αρχίσει η κριτική. Και πρέπει να κοιτά μπροστά η κριτική, να παρακινεί στο προχώρημα, στην καινοτομία. Να μην επιβραβεύει κάποιον επειδή θυμίζει κάποιον άλλον, που η κριτική τον/την γνωρίζει καλά. Γιατί τότε έχει πεθάνει και η λογοτεχνία.



-Λογοτεχνία και Διαδίκτυο.


Το διαδίκτυο είναι ένα χρήσιμο μέσον. Φυσικά υπάρχουν καλές και κακές χρήσεις του διαδικτύου, όπως σε όλους τους τομείς, έτσι και στη λογοτεχνία. Αλλά όποια/ος έχει γερές βάσεις και σταθερές αρχές δεν κινδυνεύει. Όποια/ος δεν έχει, δεν της/του φταίει το διαδίκτυο, έτσι κι αλλιώς.


-Έχετε καλλιτεχνικές εμμονές;


Μόνο με τα γλυκά έχω εμμονές. Α, και με τη ζωγραφική. Όχι με όλες τις εικαστικές τέχνες, αλλά ειδικά με τη ζωγραφική. Την αγαπώ και την χαίρομαι με τις αισθήσεις, πριν προλάβω να σκεφτώ. Και όταν, κατόπιν, σκεφτώ, η αισθητική απόλαυση μεγαλώνει κι άλλο! Είναι ένας κόσμος του θαυμαστού.


-Σημερινοί έφηβοι και λογοτεχνία. Πιστεύετε ότι υπάρχει σύνδεση;


Δεν ανησυχώ καθόλου. Οι έφηβοι, κορίτσια, αγόρια, διαβάζουν, και διαβάζουν εξαιρετικούς καινούριους συγγραφείς. Μην ξεχνάτε ότι στις μέρες μας ζήσαμε την πανδαισία του Χάρυ Πότερ. Αυτό κι αν ήταν ανάκαμψη! Πληροφορούμαστε τελευταία ότι στην Μεγάλη Βρετανία και στη Γερμανία κερδίζει έδαφος η φιλαναγνωσία στους εφήβους. Για την Ελλάδα δεν ξέρουμε γιατί, όπως είπαμε, κάποιοι δεν κάνουν homework και έτσι δεν έχουμε στοιχεία. Αλλά έχουμε σίγουρα κάποιες/ους φανταστικούς συγγραφείς και μερικές παθιασμένες εκδότριες. Σκεφθείτε τώρα να έκανε και το κράτος τη δουλειά του!



-Λογοτεχνικά περιοδικά. Κάποια κλείνουν, ανοίγουν όμως καινούργια. Υπάρχουν και διαδικτυακά. Είναι κάποιο που παρακολουθείτε ιδιαίτερα; Θα ήθελα να σχολιάσετε την ύπαρξη λογοτεχνικών περιοδικών στον τόπο μας.


Δεν ξέρω για την πεζογραφία, αλλά ποίηση χωρίς περιοδικά δε νοείται. Το είπα και πιο πάνω: είναι ο φυσικός χώρος των πρώτων δημοσιεύσεων, της συζήτησης, της ανταλλαγής πυρών, των μεταφραστικών δοκιμών. Όλη μου η ζωή καθορίστηκε από το περιοδικό «Ποίηση» και, στη συνέχεια, το διάδοχή του, την «Ποιητική». Για μένα ήταν και είναι δύσκολη η αποχώρηση αυτού του εντύπου από το προσκήνιο.


-Θα σας δίνω λέξεις και θα μου δίνετε σκέψεις.


Θεός: Το τρομακτικό βάθος μέσα στα μάτια του μωρού.


Θάλασσα: Ας την εξαντλήσει, επιτέλους, κάποιος.


K.Π. Καβάφης: Ο μόνος ελληνόφωνος κλασικός που έγινε pop σε διεθνές επίπεδο.


Mετανάστες: Όλοι εμείς.


Έρωτας: Είναι παντού. Ας μην μιλάμε γι’ αυτόν.


Λογοτεχνικά Βραβεία: Επί δεκαετίες δεν είχα ιδέα για το ζήτημα αυτό. Μετά, διετέλεσα μέλος κριτικής επιτροπής: διδακτική αλλά χρονοβόρα εμπειρία. Τώρα τα φέρνει μπροστά μου το διαδίκτυο, που λέγαμε πριν. Θέλοντας και μη. Είναι μια μορφή επικαιρότητας.


Διακειμενικότητα: Η φύση των πραγμάτων.


Tαξίδι: Ελευθερία.


-Γράφετε κάτι τώρα;


Προσπαθώ να ξεφορτωθώ μια συλλογή ποιημάτων που έχει από καιρό ολοκληρωθεί. Έχω μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα για τη συνέχεια αλλά με μπλοκάρει η εκκρεμότητα. Χρειάζομαι καθαρό τραπέζι.


-Tι θα θέλατε να μεταφράσετε που δεν το κάνατε μέχρι τώρα, αλλά θα θέλατε να το κάνετε στο μέλλον.


Χαίλντερλιν. Γιόνζον.


-Τι ελπίζετε; Τι ονειρεύεστε; Τι εύχεστε;


Να έχω λίγο περισσότερο χρόνο, και ένα μικρό δικό μου δωμάτιο.


-Σας παρακαλώ να μου διατυπώσετε μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνω και δεν σας την έκανα. Έπειτα να δώσετε την απάντηση για τους αναγνώστες μας.


· Γιατί διαβάζουμε; Γιατί γράφουμε;

Διαβάζουμε για την απόλαυση. Γράφουμε για να επικοινωνήσουμε και να γοητεύσουμε.


-Σας ευχαριστώ πολύ!

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: NATAΣΑ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΟΣ



Συνέντευξη: Ασημίνα Ξηρογιάννη  // [Αναδημοσίευση από το Φράκταλ]


Νατάσα Βησσαρίωνος είναι δημοσιογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός. Από το 1994 έως σήμερα, εργάζεται στην ΕΡΤ όπου έχει παρουσιάσει ραδιοφωνικές εκπομπές για το θέατρο, για το βιβλίο, ενημέρωσης, γαστρονομίας και επικοινωνίας με τους ακροατές. Επιπλέον, έχει εργαστεί ως ρεπόρτερ στην τηλεόραση της ΕΡΤ1 καθώς και ως αρχισυντάκτρια στη δίωρη καθημερινή τηλεοπτική εκπομπή «Στάση ΕΡΤ» ενώ έχει παρουσιάσει περισσότερες από 10 εκδηλώσεις και συναυλίες στο Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ. Έχει συντονίσει συνέδρια ομογενειακών φορέων και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε ομογενειακές εφημερίδες, λογοτεχνικά και γαστρονομικά περιοδικά.

Σήμερα , εκτελεί χρέη αρχισυντάκτριας στη «Φωνή της Ελλάδας», το ραδιόφωνο της ΕΡΤ για τον Ελληνισμό της Διασποράς, παρουσιάζει και επιμελείται την ωριαία εκπομπή «Κουβέντες μακρινές» (Δευτέρα – Τετάρτη) που προβάλλει τις δράσεις των Ελλήνων του εξωτερικού, τη δίωρη εβδομαδιαία εκπομπή γαστρονομίας «Γλυκιά ζωή» και επιμελείται το καθημερινό πολιτιστικό project «Ο ποιητής/Η ποιήτρια της εβδομάδας». Επιπλέον, εργάζεται ως αρχισυντάκτρια στο τμήμα των ομογενειακών ειδήσεων του ertnews.gr. Έχει τιμηθεί με το βραβείο καλύτερης γαστρονομικής εκπομπής για την εκπομπή «Γλυκιά ζωή» από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Γαστρονομίας και Οινολογίας (2024) και με το Βραβείο «Ευπρέπειας 2024» από τον Σύνδεσμο Ανταποκριτών Διεθνών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Ελλάδος (International Press Union of Greece) για την προσφορά της στον Ελληνισμό της Διασποράς. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ.

Είναι απόφοιτος της Ανωτέρας Δραματικής Σχολής Μαίρης Βογιατζή Τράγκα και εργάστηκε σαν ηθοποιός μέχρι το 2003. Έχει τιμηθεί με το βραβείο β΄ γυναικείου ρόλου για την ταινία «Το πουλί» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας».

Είναι παντρεμένη με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Αυγουστίνο Ρεμούνδο και έχει δύο γιους.


-Κυρία Βησσαρίωνος, σας καλωσορίζω στο Fractal. Θα κουβεντιάσουμε με αφορμή τον ποιητή / τρια της εβδομάδας στη «Φωνή της Ελλάδας». Aλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Πώς ξεκίνησαν όλα με τη δημοσιογραφία; Πόσα χρόνια;

Η σχέση μου με τη δημοσιογραφία άρχισε από πολύ μικρή ηλικία. Καταρχάς, είμαι παιδί δημοσιογράφων. Το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά, όπως λένε. Μάλιστα, η μητέρα μου, η Ντέπυ Νικολόπουλου, έκανε εκπομπές στο ραδιόφωνο για περίπου μια 20ετία. Επιμελούνταν και παρουσίαζε την πρώτη ραδιοφωνική εκπομπή επικοινωνίας με τους ξενιτεμένους Έλληνες. Κάπως έτσι δέθηκα και εγώ με αυτό το μαγικό μέσο που ονομάζεται ραδιόφωνο. Και αντίστοιχα κάπως έτσι δέθηκα και με τους ‘Έλληνες του εξωτερικού. Η μητέρα μου είχε φανατικό ακροατήριο και το σπίτι μας κάθε καλοκαίρι ήταν γεμάτο με τους ακροατές – Έλληνες από διάφορα σημεία της γης που επέστρεφαν για διακοπές στην πατρίδα και επισκεπτόντουσαν τη μητέρα μου να τη γνωρίσουν από κοντά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτόν τον απίστευτο δεσμό, τον οποίο διατηρεί ακόμη και σήμερα η μητέρα μου. Τώρα που το σκέφτομαι, η δημοσιογραφία και το ραδιόφωνο ήταν μάλλον μονόδρομος για μένα. Στην ΕΡΤ έχω ήδη συμπληρώσει 30 χρόνια.


-Αδυναμία στην ποίηση; ‘Έχετε ξανακάνει εκπομπή για την ποίηση….στη «Φωνή της Ελλάδας». Μιληστε μας σχετικά.. Υπάρχει νιώθω μια συνέχεια σε αυτά τα εγχειρήματα…..

Στη «Φωνή της Ελλάδας» το ραδιόφωνο της ΕΡΤ για τον Ελληνισμό της Διασποράς έχω παρουσιάσει διάφορες εκπομπές… Ομογενειακές, πολιτιστικές, εκπομπές για το βιβλίο, για το θέατρο, για τη γαστρονομία. Η επαφή μου όμως με τους ποιητές άρχισε με την εκπομπή «Ωτοστόπ» το 2015. Μια εκπομπή που κάναμε από κοινού με τη φίλη και συνάδελφο Μερσιάννα Ελευθεριάδου. Η εκπομπή είχε ως θεματολογία τους νέους ανθρώπους σήμερα… καλλιτέχνες, επιστήμονες, συγγραφείς, εντός και εκτός της ελληνικής επικράτειας. Σιγά-σιγά ανακαλύψαμε μία νέα γενιά ποιητών και έχοντας ως γνώμονα το γεγονός ότι η ΕΡΤ ως δημόσιο μέσο οφείλει να προβάλει όσους το αξίζουν και δεν είναι ευρέως γνωστοί, βάλαμε στόχο να παρουσιάσουμε μέσα από την εκπομπή πολλές νέες ποιητικές φωνές. Δεν ξέρω αν έχω αδυναμία στην ποίηση. Νιώθω όμως ότι η ποίηση μπορεί να είναι ο καλύτερος σύντροφος στην καθημερινότητά μας.

Συμπαραστάτης στις δύσκολες στιγμές, προσφέρει πάντα μία αχτίδα ελπίδας στο σκοτάδι, κάνει πολλές φορές την καρδιά μας να σκιρτά, την ψυχή μας να μελαγχολεί, το μυαλό να ονειρεύεται. Και συγχρόνως έχω την αίσθηση ότι οι ποιητές μπορούν να μας παρακινήσουν να ξεσηκωθούμε, ν’ αφήσουμε τον καναπέ, ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας, να μας εμψυχώσουν. Ίσως όμως να περιμένω πολλά από τους ποιητές…

 

-Ας έρθουμε στον «Ποιητή της βδομάδας». Όλο το σκεπτικό και τους στόχους.

«Ο ποιητής- η ποιήτρια της εβδομάδας» δημιουργήθηκε τον Νοέμβριο του 2019. Ήταν μία ιδέα της τότε διευθύντριας της «Φωνής της Ελλάδας» της Γιάννας Τριανταφύλλη. Ο στόχος ήταν – και παραμένει ακόμη και σήμερα – να δημιουργηθεί μία ραδιοφωνική βιβλιοθήκη ποιητών, να προβληθεί η σύγχρονη ποιητική λαλιά. Οι ποιητές/ποιήτριες έρχονται στο στούντιο του σταθμού και διαβάζουν επτά ποιήματα τους. Ένα ποίημα για κάθε ημέρα της εβδομάδας. Τα ποιήματα μεταδίδονται από τη «Φωνή της Ελλάδας» και οι ακροατές/ακροάτριες παίρνουν μέσα σε μια εβδομάδα, μια ολοκληρωμένη ‘εικόνα’ της ποίησης του κάθε ποιητή/ποιήτριας. Για τους Έλληνες του εξωτερικού έχει ιδιαίτερη βαρύτητα το συγκεκριμένο project γιατί μέσα από αυτή τη ραδιοφωνική ποιητική βιβλιοθήκη λαμβάνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Άλλωστε η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας είναι πρώτη προτεραιότητα για όλους τους ομογενειακούς φορείς στο εξωτερικό. Αναγκαστήκαμε να διακόψουμε το project στη διάρκεια της πανδημίας. Πολύ σύντομα όμως το ξεκινήσαμε και πάλι. Έχει αγαπηθεί πολύ «Ο ποιητής/η ποιήτρια της Εβδομάδας», Και πιο πολύ από τους ακροατές, το έχουμε αγαπήσει εμείς: η μουσικός Μαρία Ρεμπούτσικα που «ντύνει» με μουσική τα ποιήματα και η ηχολήπτρια Ελευθερία Παπουτσάκη που επιμελείται με ξεχωριστή ευαισθησία τον ήχο και το μοντάζ είναι οι συνοδοιπόροι σε αυτό το ποιητικό έργο. Επιπλέον, τα ποιήματα μετά από τη μετάδοσή τους, αναρτώνται στο διαδίκτυο με τη μορφή podcast. Στη σελίδα της «Φωνής της Ελλάδας» https://vog.ert.gr/ και στη μεγάλη ψηφιακή πλατφόρμα που εμπεριέχει όλα τα ραδιόφωνα της ΕΡΤ, το https://www.ertecho.gr/ Μέχρι στιγμής στη ραδιοφωνική διαδικτυακή ποιητική βιβλιοθήκη μας έχουν συμμετάσχει περισσότεροι από 150 ποιητές – ποιήτριες και έπεται συνέχεια…


-Ένα σχόλιο για το ραδιόφωνο σήμερα;

Αναμφίβολα ζούμε στην εποχή της εικόνας. Κάποτε, ακούγαμε ραδιόφωνο και δεν γνωρίζαμε το πρόσωπο πίσω από το μικρόφωνο. Μολονότι σήμερα με τα social media αυτό έχει αλλάξει, το ραδιόφωνο παραμένει ένα μέσο μαγικό. Μας ενημερώνει, σύντομα και περιεκτικά, μας συστήνει πρόσωπα, τραγούδια, τόπους, ιστορίες και μας ταξιδεύει. Σαν ένα παράθυρο σε έναν άλλον κόσμο.


-Εκπομπές ραδιοφωνικές που σας αρέσουν, σας ενδιαφέρουν, αγαπάτε.

Αγαπώ το ραδιόφωνο και μου αρέσουν πάρα πολλές εκπομπές. Το προτιμώ ως μέσο για να ενημερωθώ, το προτιμώ και για να χαλαρώσω. Ακούω μουσικές, πολιτιστικές και ενημερωτικές εκπομπές από πάρα πολλούς σταθμούς και περισσότερο ακούω τα ραδιόφωνα της ΕΡΤ. Θα αδικήσω κάποιους πιστεύω αν αναφέρω συγκεκριμένες εκπομπές, γιατί σίγουρα θα ξεχάσω κάποιες…


-Ακούνε οι Έλληνες ραδιόφωνο;


Ναι. Πιστεύω ότι οι Έλληνες ακούν ραδιόφωνο. Και όχι μόνο μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που μας ακούν, που ακούν τη «Φωνή της Ελλάδας» μέσα από τον δέκτη της τηλεόρασης. Προτιμούν το ραδιόφωνο στο σπίτι από την τηλεόραση. Όπως δεν είναι λίγοι και εκείνοι που ακούν ραδιόφωνο μέσα από το ίντερνετ, ή ακούν on demand τις εκπομπές στο ertecho. H τεχνολογία έχει οδηγήσει σε νέους δρόμους το ραδιόφωνο και το ακροατήριο έχει μεγαλώσει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα podcast έχουν γίνει της μόδας. Σχεδόν όλα τα διαδικτυακά ΜΜΕ διαθέτουν πλέον και podcast. Ραδιοφωνικές εκπομπές μέσω διαδικτύου δηλαδή… Το ραδιόφωνο, ψηφιακό, ιντερνετικό, κερδίζει πιστεύω όλο και περισσότερο τους Έλληνες.


-Αλλη τέχνη για την οποία ίσως θα κάνατε εκπομπή;


Το θέατρο σαφώς. Έκανα παλιότερα εκπομπή για το θέατρο. Και έμαθα από την καλύτερη: τη δημοσιογράφο, κριτικό θεάτρου και παραγωγό λόγου Άννυ Κολτσιδοπούλου. Μαζί κάναμε κάποτε μια εκπομπή για το θέατρο. Πολλές φορές σκέφτομαι να την ξανακάνω…


-Σχέδια για το μέλλον;


Για το ραδιοφωνικό μέλλον; Πολλά, πάρα πολλά. Έχω πολλές ιδέες για εκπομπές και podcast. Ακόμη και αν δεν τις υλοποιήσω εγώ προσωπικά – πράγμα ανέφικτο – θα τις συζητήσω με συναδέλφους που θα μπορούσαν να τις κάνουν πραγματικότητα. Έτσι ώστε να τις ακούω στο μέλλον.


-Τι ελπίζετε, τι ονειρεύεστε;


Ελπίζω σε μία καλύτερη ζωή, εδώ, στη χώρα που γεννήθηκα. Ελπίζω σε ένα αύριο που δεν θα μεταναστεύουμε κάπου αλλού. Ελπίζω ότι ο πλανήτης αυτός δεν θα καταστραφεί. Ελπίζω ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχει πόλεμος και φτώχεια. Θέλω να συνεχίσω να ελπίζω, γιατί χωρίς ελπίδα δεν γίνεται τίποτα. Ονειρεύομαι όμορφες στιγμές με τους ανθρώπους που αγαπώ. Ονειρεύομαι τη θάλασσα.


-Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνω και δεν σας έκανα; Θα παρατούσατε πότε το ραδιόφωνο;


Όχι. Γιατί είναι δημιουργία, γιατί είναι φαντασία, γιατί μου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσω πολύ κόσμο, γιατί μέσω του ραδιοφώνου μπορώ και δίνω βήμα σε ανθρώπους να μιλήσουν για όσα τους απασχολούν, για τα προβλήματα και τα όνειρά τους, γιατί μου προσφέρει ψυχοθεραπεία… γιατί τελικά είναι ένα μέσο μαγικό!


****

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

 


Συνέντευξη: Ασημίνα Ξηρογιάννη  //

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΡΑΚΤΑΛ(https://www.fractalart.gr/anna-griva/)


Η Άννα Γρίβα (Αθήνα, 1985) σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, με αντικείμενο την αναγεννησιακή ποίηση. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές. Το ποιητικό της βιβλίο “Η χαμένη θεά” (Μελάνι, 2023) έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ η συλλογή της “Δαιμόνιοι” (Μελάνι, 2020) τιμήθηκε με το Βραβείο «Γ. Αθάνας» της Ακαδημίας Αθηνών. Επίσης, έχει εκδώσει μία συλλογή διηγημάτων “Τα ζώα θεοί”, (Κίχλη, 2021) και δύο ιστορικά μυθιστορήματα (Η Ελληνίδα σκλάβα, Μελάνι, 2022, Εξόριστες Βασίλισσες, Μελάνι, 2021). Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Μεταφράζει ιταλική λογοτεχνία, με έμφαση στη γυναικεία αναγεννησιακή ποίηση. Η μετάφρασή της στα ποιήματα της Laura Battiferra τιμήθηκε το 2020 από το Ιταλικό Ινστιτούτο της Αθήνας στο πλαίσιο των Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης, ενώ το πεζογράφημά της Η Σικελή μάγισσα βραβεύτηκε με το 1ο Βραβείο του Διεθνούς Λογοτεχνικού Διαγωνισμού 2024 του Ομίλου για την UNESCO Τεχνών, Λόγου & Επιστημών Ελλάδος. Έχει εκδώσει μια μελέτη (μαζί με τον Μάρκο Δενδρινό) για τον πλατωνικό Παρμενίδη (Πλάτωνος Παρμενίδης, Οντολογία του ενός στην πλατωνική θεωρία των ιδεών, Ζήτρος, 2021), καθώς μια μονογραφία για τη σαπφική ποίηση (Αφροδίτες, Σμίλη, 2022). Διδάσκει Ιταλική Λογοτεχνία και Δημιουργική Γραφή στο ΕΑΠ και στο ΕΚΠΑ.

Η Άννα Γρίβα, βραβευμένη προσφάτως με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, μιλά στην Ασημίνα Ξηρογιάννη και στο fractal και έχει πολλά κι ενδιαφέροντα να μας πει.

-Kυρία Γρίβα, σας καλωσορίζω στο Fractal. Πείτε μου, πώς βλέπετε και βιώνετε τη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα; Σας αρέσουν πράγματα, σας ενοχλούν κάποια άλλα;


Παρακολουθώ τη σύγχρονη λογοτεχνία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Με ενδιαφέρει και ως συγγραφέα και ως ερευνήτρια, καθώς το επιστημονικό αντικείμενό μου είναι η λογοτεχνία. Θα μπορούσα να πω πως ζω μέσα στα και μέσα από τα κείμενα. Με ενδιαφέρει να βλέπω τις ανανεωτικές τάσεις στη γλώσσα, τις θεματικές και τις φόρμες. Θεωρώ πως είναι απαραίτητο για όποιον γράφει να έχει μια, κατά το δυνατόν, πληρέστερη εικόνα επί αυτών των ζητημάτων. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσες, ειδικά όσον αφορά την ποίηση, τις νεοφορμαλιστικές τάσεις, την ecopoetry αλλά και τη στροφή προς τον μύθο – όλες οι παραπάνω τάσεις δείχνουν μια ανάγκη των σύγχρονων δημιουργών να επαναδιαπραγματευτούν τη σχέση τους με το παρελθόν και τις ρίζες του ποιητικού λόγου, ενώ συγχρόνως εκφράζουν μια βαθύτερη αναζήτηση που άπτεται του να βρει ξανά ο άνθρωπος μια ισορροπημένη θέση μέσα στον κόσμο. Όσον αφορά τώρα την πεζογραφία, επειδή αγαπώ πολύ την ιστορική μυθοπλασία, με ενοχλεί η νοοτροπία που συχνά συναντώ μεταξύ αρκετών συγγραφέων στην Ελλάδα, πως το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα κατώτερο είδος, πως τέλος πάντων είναι κάτι «συντηρητικό», που δεν θέτει αισθητικές προκλήσεις. Αντιθέτως, η δική μου γνώμη είναι πως η ιστορική μυθοπλασία είναι ιδιαιτέρως απαιτητική, απαιτεί μελέτη, έρευνα και μια βαθύτατη αίσθηση για το πνεύμα μιας άλλης εποχής, μέσα από την προσέγγιση της οποίας ουσιαστικά διανοίγουμε ένα μονοπάτι προς μια ευρύτερη θέαση του κόσμου και του ανθρώπου. 


-Πρόσφατα αποσπάσατε το Κρατικό Βραβείο ποίησης. Τι σημαίνει αυτό για σας;

Το γεγονός πως το βιβλίο μου Η χαμένη θεά τιμήθηκε με αυτό το βραβείο είναι για εμένα πολύ σημαντικό και ελπιδοφόρο, αφού θεωρώ τη συγκεκριμένη συλλογή αποτέλεσμα μιας πολύχρονης προσωπικής μου πνευματικής εξέλιξης. Επέστρεψα σε βιβλικές αρχετυπικές μορφές αλλά και σε μορφές της ιστορίας, με σκοπό να μιλήσω για διαχρονικές αγωνίες του ανθρώπου, να κατανοήσω συνιστώσες που διαμόρφωσαν το ευρωπαϊκό πνεύμα αλλά και να αποτυπώσω μια εναλλακτική αφήγηση περί του Ιησού βασιζόμενη σε πολύ ισχυρές παραδόσεις των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων που εξοβελίστηκαν από τα επίσημα δόγματα, αλλά φέρουν μέσα τους σημαντικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις, όπως για παράδειγμα ο Γνωστικισμός και η θέση που δίνει στη γυναίκα-ιέρεια ή τα απόκρυφα ευαγγέλια και ο ρόλος της Μαρίας Μαγδαληνής. Η ποίηση και εν γένει η τέχνη μάς βοηθούν μέσα από τη συγκίνηση να αγκαλιάσουμε τις σοφές αφηγήσεις των αιώνων με έναν βαθύ και σφαιρικό τρόπο, αναζητώντας μέσα τους αλήθειες προσωπικές αλλά και κοσμικές, χωρίς να αποκλείουμε καμία ψηφίδα.


-Μιλήστε μας για τα δύο πιο πρόσφατα βιβλία σας.


Τα δύο πιο πρόσφατα βιβλία μου είναι η ποιητική συλλογή Η χαμένη θεά (Μελάνι, 2023), στην οποία αναφερθήκαμε και νωρίτερα, και το ιστορικό μυθιστόρημα Η Ελληνίδα σκλάβα (Μελάνι, 2022). Η χαμένη θεά συντίθεται πάνω σε δύο άξονες. Από τη μία, υπάρχει το πρόσωπο του Ιησού, τον οποίο αντικρίζω ως το αρχέτυπο του ξένου, του φωτισμένου ανθρώπου που μιλά και διδάσκει σε έναν κόσμο που αδυνατεί να τον καταλάβει ή που διαστρέφει τα λόγια του. Είναι εκείνος που με αγωνία αναζητά την αλήθεια, αδιαφορώντας για τύπους και συμβάσεις, εκείνος που αγκαλιάζει τους απόκληρους, τους σαλούς και τους αποσυνάγωγους, ενώ συγχρόνως αναγνωρίζει στις γυναίκες τον σοφό θηλυκό πόλο της κοσμικής τάξης. Με λίγα λόγια, είναι ένας μύστης, ένας φιλόσοφος, ένας επαναστάτης, στο όνομα του οποίου αργότερα έγιναν πράγματα τα οποία εκείνος θα απεχθανόταν: τυπολατρίες, φανατισμοί, πόλεμοι και κυνήγι αιρετικών, πυρές και εκδικήσεις. Την ίδια στιγμή, τη γραμμή της πραγματικής του διδασκαλίας φαίνεται να διασώζουν διαχρονικά όσοι δίνονται στην αγάπη, τον έρωτα, τη γνώση, την εξερεύνηση του ανθρώπου και του σύμπαντος, γι’ αυτό και μέσα στο βιβλίο υπάρχουν ποιήματα αφιερωμένα σε ιστορικά πρόσωπα που θεωρώ ως πραγματικούς επιγόνους του: μυστικίστριες, ερωτικά ή/και πνευματικά ζευγάρια και ο αγαπημένος μου Τζορντάνο Μπρόυνο, ο μάρτυρας της επιστήμης, που ως ένας νέος Ιησούς δεν σταυρώνεται αυτή τη φορά, αλλά καίγεται από το καινούριο ιερατείο, την Ιερά Εξέταση, καταδικασμένος ως αιρετικός. Ο άλλος άξονας του βιβλίου είναι τα γυναικεία βιβλικά πρόσωπα, που περιλαμβάνουν διαφορετικές όψεις του Θήλεος, της δημιουργού δύναμης που συνέχει τη φύση, τον κόσμο αλλά και τα θεμέλια όλων των πολιτισμών και των λατρειών. Μέσα στα διαφορετικά αυτά πρόσωπα, τη Μαρία, την κόρη της Κανά, τη Μαρία Μαγδαληνή, την Εύα και τη Λίλιθ, τις Μυροφόρες, τη δαιμονισμένη γυναίκα και πολλές άλλες, βρίσκω ξανά τη Μεγάλη Θεά των πανάρχαιων λατρειών, που εικονοποιείται άλλοτε ως Θεά-Μητέρα, άλλοτε ως θηλυκός πόλος του ερωτικού ζεύγους κι άλλοτε ως παντοδύναμη οντότητα των φυσικών διαδικασιών, την ίδια στιγμή που ιέρειες και προφήτισσες δρούσαν ως μεσολαβήτριες του θείου στον κόσμο, ως εκείνες που έφερναν σε επικοινωνία τα πάνω με τα κάτω. Η χαμένη θεά λοιπόν είναι για εμένα η οντότητα που ενώνει όλες τις παραπάνω όψεις: το θηλυκό στοιχείο, που δυστυχώς εξορίστηκε από τους μονοθεϊσμούς της μίας αλήθειας, της αλήθειας που έπρεπε να επιβληθεί στους αλλόδοξους, που δεν επέτρεπε την «αίρεση» (ας μην ξεχνάμε πως στα αρχαία ελληνικά αίρεσις σημαίνει, μεταξύ άλλων, επιλογή), που εκδίωξε τη γυναίκα από τον ρόλο της ιέρειας και της μεσολαβήτριας μεταξύ θείου και ανθρώπινου κόσμου. Θεωρώ πως είναι ένα ζήτημα κρίσιμο το να βρούμε ξανά τη χαμένη θεά, δηλαδή τη θηλυκή φύση του κόσμου και της ψυχής μας, γιατί αυτή είναι η πλευρά των πραγμάτων που ενώνει, αγκαλιάζει και αποδέχεται την πολλαπλότητα, όπως η μάνα που αγκαλιάζει και αποδέχεται τα παιδιά της.

Κι έρχομαι τώρα στην Ελληνίδα σκλάβα, ιστορικό μυθιστόρημα που τοποθετείται στον 19ο αι. και αφορμάται από την πραγματική ιστορία της Γαρυφαλλιάς Μιχάλβεη, μιας μικρής Ψαριανής, η οποία μετά την καταστροφή των Ψαρών (1824) βρέθηκε αιχμάλωτη σε ένα σκλαβοπάζαρο της Σμύρνης και εν συνεχεία ελευθερώθηκε από έναν φιλελεύθερο Αμερικάνο. Η Γαρυφαλλιά μεταφέρεται στις ΗΠΑ και εκεί μεταμορφώνεται σε έναν ζωντανό θρύλο για τους ελευθερόφρονες. Λέγεται μάλιστα πως ο γλύπτης Hiram Powers, εμπνευσμένος από τη Γαρυφαλλιά, δημιουργεί ένα γλυπτό με τον τίτλο «Η Ελληνίδα Σκλάβα» (1844). Το γλυπτό αυτό, που απεικονίζει με έναν συγκλονιστικό τρόπο μια γυμνή αλυσοδεμένη γυναίκα, αποτελούσε μια έκφραση του αμερικανικού φιλελευθερισμού, που τασσόταν εναντίον της σκλαβιάς – ας μην ξεχνάμε πως απέχουμε λιγότερο από είκοσι χρόνια από το ξέσπασμα του Αμερικανικού Εμφυλίου (1861-64). Επιπλέον, όμως, το άγαλμα ήταν και μια έκφραση του πνεύματος του φιλελληνισμού, που υπήρξε ένα πνευματικό ρεύμα καθοριστικό για τον 19ο αι., αφού η Ευρώπη και η Αμερική, από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, είδαν στον αγώνα των Ελλήνων την αφύπνιση των μεγάλων ανθρωπιστικών ιδανικών για ελευθερία και δημοκρατία. Η δική μου Γαρυφαλλιά, μεταβαίνοντας στην Αμερική, συνδέεται με μια βαθιά φιλία με την αφρικανικής καταγωγής σκλάβα Ζοζεφίν αλλά και με τα κορίτσια της οικογένειας του Φίλιπ Κέρτις, ο οποίος είναι στο μυθιστόρημα ο άνθρωπος που τη διασώζει από τη σκλαβιά. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινά μια μεγάλη περιπέτεια για όλους και στο εξής οι εξελίξεις και οι ανατροπές είναι καταιγιστικές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί κανείς να αισθανθεί την αγωνία ενός κόσμου που αλλάζει, ενός κόσμου που βάφεται πολλές φορές με αίμα αθώων. Μάλλον δεν θα πρέπει να αποκαλύψω περισσότερα ούτε για τη μοίρα των κοριτσιών ούτε για τον τρόπο με τον οποίο τα πνεύματα των δασών και των αδικοσκοτωμένων αλλά και οι μάγισσες του Σάλεμ θα σπάσουν το φράγμα του χρόνου και θα φωτίσουν τις πιο σκοτεινές αλήθειες. Θα ήθελα να πω σε αυτό το σημείο πως το βιβλίο σύντομα θα εκδοθεί στην Ιταλία από τον Crocetti/Feltrinelli στην εξαιρετική μετάφραση του Massimo Cazzulo. 









-Αν σας ζητούσα τρεις μόνο συγγραφείς (πεζογράφους – ποιητές – θεατρικούς συγγραφείς) να μου αναφέρετε, που όμως με το έργο τους άλλαξαν το βλέμμα σας για τον κόσμο, ποιοι θα ήταν αυτοί;

Σαπφώ: για την αποκάλυψη της πιο βαθιάς, ανόθευτης και διαχρονικής ομορφιάς. Καβάφης: για τη σοφία και το μέτρον απέναντι στην ανθρώπινη τραγωδία μας. Τολστόι: γιατί ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς με έφερε λίγο πιο κοντά στην κατανόηση του μυστηρίου του θανάτου.


-Ποιο το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας εντέλει;

Η γλώσσα μας έχει μια μακρά ποιητική παράδοση. Θεωρώ πως αυτή τη στιγμή υπάρχουν στην ελληνική ποίηση ποιητικές φωνές υψηλού επιπέδου, οι οποίες θα άξιζαν μια διεθνή απήχηση. Νομίζω ότι αυτές οι φωνές, οι οποίες παρατηρώ πως αντλούν τόσο από τη μεγάλη πολιτιστική μας δεξαμενή όσο και από την πρόσληψη της ξένης λογοτεχνίας, θα δικαιωθούν μέσα στον χρόνο. Το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας πιστεύω πως βρίσκεται στον συνδυασμό της πνευματικής εξωστρέφειας (δηλαδή της πρόσληψης ευρέων ερεθισμάτων και αναζητήσεων) και  της εσωτερικότητας (δηλαδή του στοχασμού, της βαθύτατης πνευματικής ενατένισης από τον χρόνο στο άχρονο και αντιστρόφως). Κατά τη γνώμη μου, το παρόν και το μέλλον της ποίησης μπορεί να χαραχθεί από τους καλλιτέχνες που είναι αναζητητές, όντα πνευματικά, πολύπλευροι ταξιδευτές μιας ολικής θέασης του κόσμου και των τομέων της γνώσης. Το μέλλον των τεχνών και του στοχαστικού λόγου νομίζω πως «θα παιχτεί» ακριβώς εκεί: στο να κατορθώσουμε να αναδομήσουμε ένα ισορροπημένο και ολιστικό κοσμοείδωλο με ανοιχτά τα μεγάλα ερωτήματα του ανθρώπου ενάντια στον κατακερματισμό στον οποίο έχει οδηγήσει εδώ και δεκαετίες η φιλοσοφική σχετικοκρατία αλλά και ενάντια στις πλαστές βεβαιότητες που έχει δημιουργήσει η τεχνολογική πρόοδος.


-Παρακολουθείτε τα πολιτικά πράγματα; Πιστεύετε ότι η όποια κρίση στην πολιτική έχει όντως αντίκτυπο στην λογοτεχνία;

Παρακολουθώ τα πολιτικά πράγματα διεθνώς και είμαι πολύ ανήσυχη με την άνοδο των ολοκληρωτισμών αλλά και των λαϊκιστών ηγετών που υπονομεύουν τη δημοκρατία και τους θεσμούς της. Με ανησυχεί που και στη χώρα μας υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θαυμάζουν και δικαιολογούν καθεστώτα και κυβερνήσεις όπως του Τραμπ ή του Πούτιν. Εν γένει υπάρχει μια υποχώρηση των ανθρωπιστικών αξιών, μια έξαρση της βίας, που εκφράζεται όχι μόνο μέσα από τους πολέμους αλλά και μέσα από την ποιότητα του διαλόγου που γίνεται στον δημόσιο χώρο. Με τρομάζει, επίσης, η εύκολη διάδοση των ψευδοειδήσεων, που φέρνει στον νου τις μεθόδους της πιο σκοτεινής προπαγάνδας. Όσον αφορά τη λογοτεχνία, κάθε βίωμά μας έχει αντίκτυπο, μεγαλύτερο ή μικρότερο, στη γραφή μας, άρα και η κοινωνική-πολιτική πραγματικότητα. Αυτός ο αντίκτυπος όμως δεν είναι αναγκαστικά εμφανής και εύκολα προσδιορίσιμος. Η καλλιτεχνική δημιουργία αρθρώνεται μέσα από μια περίπλοκη πνευματική συνθήκη, η οποία εμπλέκει ποικίλες εσωτερικές διεργασίες. Γι’ αυτό και εξαρχής θεώρησα περιορισμένες και ανεπαρκείς τις ερμηνείες της σύγχρονης ποίησης στη βάση μιας κοινωνιολογικής προσέγγισης που συνέδεε τον «άξιο» ποιητικό λόγο με μια καταγγελτική διαμαρτυρία για την οικονομική κρίση. Ως ιστορικός της λογοτεχνίας γνωρίζω καλά πως τα κοινωνικά δεδομένα «διυλίζονται» με έναν πολύπλοκο και ιδιαιτέρως σύνθετο τρόπο μέσα στα κείμενα τα οποία τελικά θα έχουν διαχρονική αξία. Για παράδειγμα, η κρίση που αναπτύσσεται στην Ευρώπη κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα λόγω των επιδημιών, των πολέμων και των αυθαιρεσιών της πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη για έναν εκ θεμελίων επαναπροσδιορισμό των πνευματικών αξιών, μέσα από το κωμικό, τη γλώσσα της ερωτικής λογοτεχνίας, την ανακάλυψη των κλασικών κειμένων, τη στροφή σε έναν ανανεωμένο μυστικισμό, την ανάδυση της γυναικείας  φωνής, την προσπάθεια εξισορρόπησης των αναγκών πνεύματος και σώματος κ.τ.λ. Θέλω να πω πως κάθε άλλο παρά απλό είναι να περιγράψουμε την επίδραση των κοινωνικών δεδομένων στον λογοτεχνικό λόγο. Πάντως, όσον αφορά το προαναφερθέν ζήτημα και την ελληνική ποίηση του πρώτου τέταρτου του 21ου αι., νομίζω πως στην ελληνική βιβλιογραφία έχουν θέσει με πολύ εύστοχο τρόπο τις βάσεις μιας ουσιαστικής μελέτης τα δοκίμια των Ευριπίδη Γαραντούδη και Σοφίας Κολοτούρου, Ευσταθίας Δήμου και Μαρίας Τοπάλη. 


-Θα ήθελα να αναφερθείτε στο (σχετικά) νεοσύστατο Μουσών, Πώς προέκυψε, πώς πορεύεται και πού στοχεύει.

Το Μουσών είναι ένα έντυπο εξαμηνιαίο περιοδικό ποίησης, του οποίου κυκλοφόρησε πρόσφατα το 4ο τεύχος. Ξεκίνησε ως μια ομαδική ιδέα της συντακτικής ομάδας, στην οποία ανήκουμε η Ευσταθία Δήμου, ο Βασίλης Ζηλάκος, η Σοφία Κολοτούρου, η Μάνια Μεζίτη, η Αγγελική Πεχλιβάνη, ο Νίκος Φιλντίσης, ο Μάρκος Δενδρινός κι εγώ. Θεωρήσαμε πως ήταν αναγκαία η ύπαρξη ενός φρέσκου έντυπου περιοδικού, το οποίο θα ήταν αποκλειστικά εστιασμένο στην ποίηση, θα είχε μικρό μέγεθος, ευσύνοπτη και ποιοτική ύλη αλλά και προσιτή τιμή, ώστε να διαβάζεται εύκολα και να δίνει μια «συμπυκνωμένη» εικόνα για τη σύγχρονη ποίηση μέσα από επιλογές που ανταποκρίνονται στα αισθητικά μας κριτήρια, σε αυτό που εμείς βρίσκουμε ενδιαφέρον ως καλλιτεχνική πρόταση. Πέρα από τις αυστηρές επιλογές καλής ελληνικής ποίησης, φροντίζουμε να επιλέγουμε προσεγμένες μεταφράσεις αλλά και να θέτουμε θεωρητικά ζητήματα μέσα από τις κριτικές και το δοκίμιο που κάθε φορά φιλοξενείται. Επιπλέον, με την ευκαιρία της έκδοσης κάθε τεύχους οργανώνουμε μια ανοιχτή συζήτηση πάνω σε ένα «φλέγον» ζήτημα της σύγχρονης ποίησης, προσκαλώντας να συνομιλήσουν άνθρωποι του χώρου με διαφορετικές συνήθως απόψεις, ενώ ακολουθεί πάντα μια ζωντανή κουβέντα με το κοινό. Οι  εκδηλώσεις αυτές έχουν πολύ μεγάλη προσέλευση, πράγμα που επιβεβαιώνει την ανάγκη να «ανοίγουμε» στον κόσμο σημαντικά λογοτεχνικά θέματα και να επικοινωνούμε. 




Κριτική και κριτικοί.


Προσωπικά παρακολουθώ αρκετά τον κριτικό λόγο, γιατί με ενδιαφέρει να μαθαίνω για τα βιβλία που κυκλοφορούν και τις εκδοτικές τάσεις. Από εκεί και πέρα, όταν διαβάζω ένα βιβλίο, αποκτώ μόνη μου μια άποψη για αυτό. Από την πλευρά μου, γράφω κριτικές μόνο περιστασιακά, όταν διαπιστώνω πως ένα βιβλίο παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο αισθητικό ή/και θεματικό υπόβαθρο που αξίζει να έρθει στο προσκήνιο. Θεωρώ πως η κριτική δικαιώνεται όταν συνδέεται με τον ευρύτερο χώρο των ιδεών, της ιστορίας της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας, των διαχρονικών αισθητικών θεωριών, όταν εν ολίγοις κινητοποιεί τον βαθύτερο στοχασμό. Τουλάχιστον εμένα με ελκύει να διαβάζω τέτοια κείμενα.


Έχετε καλλιτεχνικές εμμονές;


Πραγματικά, έχω αρκετές εμμονές! Ιστορικά πρόσωπα που αγωνίστηκαν με πάθος για τον έρωτα, τη γνώση και την πνευματική ελευθερία τους. Κυνηγήθηκαν, διώχθηκαν αλλά δεν έπαψαν να ζουν ακολουθώντας το εσωτερικό τους δαιμόνιο, για να θυμηθούμε και τον Σωκράτη. Για παράδειγμα έχω ιδιαίτερη αδυναμία στην Ιωάννα της Λωραίνης, το κορίτσι που άλλαξε όλη την Ευρώπη με το πάθος του και την υπερανθρώπινη σοφία του, αλλά και σε όλες τις μυστικίστριες του Μεσαίωνα που υπήρξαν πραγματικές επαναστάτριες συντελώντας στο πέρασμα προς τον νέο κόσμο του Ουμανισμού. Επίσης, δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω τους λόγιους, ποιητές, καλλιτέχνες, φιλοσόφους και επιστήμονες της Αναγέννησης, που μέσα από απίστευτους κινδύνους στρέφουν τον κόσμο προς το φως. Ας μην ξεχνάμε πως η Αναγέννηση είναι μια σύνθετη εποχή: από τη μία έρχεται στο προσκήνιο η αρχαία σοφία,  η ομορφιά, η γυναίκα, ο έρωτας, από την άλλη αναδύεται ο κόσμος της Μεταρρύθμισης και Αντιμεταρρύθμισης και το τρομερό κυνήγι αιρετικών και μάγων με πυρές να καίνε σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο. Ο Γαλιλαίος, ο Μπρούνο, η Σάρα Κόπια Σούλαμ και πολλοί ακόμη που κινδύνευσαν ή/και πέθαναν για τη γνώση και την ελευθερία τους, νιώθω σαν να είναι, ας πούμε, οι δικοί μου πνευματικοί πρόγονοι και οδηγοί. Άλλη εμμονή μου είναι η έρευνα των πανάρχαιων τελετουργιών και λατρειών και των πρακτικών της μαγείας, καθώς και των ιδεών που συνδέονται με αυτές και όρισαν τις απαρχές του πολιτισμού. Εν γένει, μου αρέσει να «σκαλίζω» μέσα σε ξεχασμένα κείμενα, σε σπάνια τεκμήρια των διαχρονικών αναζητήσεων του ανθρώπου.


Γράφετε κάτι τώρα;


Έχω ολοκληρώσει το νέο μου ιστορικό μυθιστόρημα με τον τίτλο Η Σικελή μάγισσα, που διαδραματίζεται τον 17ου αι., πρωτίστως στη Σικελία, ενώ το νησί βρίσκεται υπό ισπανική κατοχή και  δρα εκεί η σκληρή ισπανική Ιερά Εξέταση. Βασισμένο σε μια μακροχρόνια και βαθιά μελέτη της εποχής, το μυθιστόρημα καταγράφει, μέσα από την ιστορία δύο γυναικών, το κυνήγι των μαγισσών και των αιρετικών κατά την περίοδο της Ύστερης Αναγέννησης, της Αντιμεταρρύθμισης δηλαδή, οπότε και τα πράγματα αγριεύουν σε όλη τη Ευρώπη για τους ελευθερόφρονες, τους επιστήμονες, τους καλλιτέχνες και εν γένει για όσους εκφράζουν τολμηρές ιδέες. Νομίζω πως πέρα από την περιπέτεια της μυθοπλασίας, που κινείται μεταξύ Παλέρμο, Ρώμης και Φλωρεντίας, μέσα από το βιβλίο μπορεί ο αναγνώστης να κατανοήσει και τις ευρύτερες πνευματικές ζυμώσεις της εποχής. Άλλωστε, στις σελίδες συναντά κανείς, μέσα από παράξενες οδούς, κάποιες μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Γαλιλαίος, ο Τζορντάνο Μπρούνο, η Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι.


-Μελετάτε κάτι αυτήν την εποχή;


Αυτό το διάστημα μελέτησα επισταμένα το έργο της Αικατερίνης της Σιένα, της Ιταλίδας θεολόγου, μυστικίστριας και φιλοσόφου του 14ου αι., καθώς έγραψα μια φιλοσοφική μελέτη για το περίφημο έργο της  Le Orazioni, η οποία θα δημοσιευτεί σύντομα στο επιστημονικό περιοδικό Dia-noesis όπου είχα την τύχη να δουλέψω ως guest editor για το 17ο τεύχος στο αφιέρωμα που αφορά τη γυναικεία παρουσία στη φιλοσοφία. Η Αικατερίνη είναι μία από τις πιο φωτισμένες και τολμηρές γυναικείες μορφές του Ύστερου Μεσαίωνα, η οποία με την πρωτοτυπία της σκέψης της και τις μυστικιστικές της εμπειρίες διαμόρφωσε ένα νέο κλίμα ως προς την έκφραση της γυναικείας γραφής και εμπειρίας που έρχεται στο προσκήνιο με καταλυτικό τρόπο ακολούθως, κατά την Αναγέννηση.


-Τι ελπίζετε; Τι ονειρεύεστε; Τι εύχεστε;


Ελπίζω να επικρατήσει στον κόσμο μας η έλλογη προσέγγιση των φαινομένων και η μετριοπάθεια, γιατί η έξαρση του θυμικού στοιχείου μάς έχει οδηγήσει σε πρωτοφανείς φανατισμούς, μεσσιανισμούς και μισαλλοδοξίες. Αυτό που ονειρεύομαι είναι να μπορεί η ανθρωπότητα να πλουτίζει όλο και περισσότερο τη γνώση της για το σύμπαν, για τα μυστικά της αρμονίας του, για το ενδεχόμενο να υπάρχει και κάπου άλλου, πολύ μακριά ίσως, κάποια μορφή ζωής. Να νιώσουμε επιτέλους λιγότερο μόνοι μέσα σε αυτό το αχανές μυστήριο. 

Τρίτη 27 Αυγούστου 2024

Δημήτρης Καταλειφός: συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη





[Αναδημοσίευση από το ΔΙΑΣΤΙΧΟ]


Ο Δημήτρης Καταλειφός γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Νέα Σ]μύρνη. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη το 1975. Έκτοτε εργάζεται ως ηθοποιός στο θέατρο, λιγότερο στον κινηματογράφο και σποραδικά στην τηλεόραση. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος σε δύο πολύ σημαντικές θεατρικές ομάδες του 1980 και του 1990, τη Σκηνή και το Εμπρός αντίστοιχα. Έχει σκηνοθετήσει και κάποιες παραστάσεις. Έχει διδάξει υποκριτική σε κρατικές και ιδιωτικές δραματικές σχολές και στα Πανεπιστήμια Πατρών, Θεσσαλονίκης και Αθήνας. Τιμήθηκε με διάφορα θεατρικά βραβεία (κοινού και κριτικών), όπως επίσης και από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1987. Τέλος, τιμήθηκε και με ένα τηλεοπτικό βραβείο από την εφημερίδα Έθνος το 2008. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές από τις Εκδόσεις Πατάκη: Συμπληγάδες γενεθλίων (2020, κέρδισε το Βραβείο Βιβλίου Public στην κατηγορία της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης το 2021), Πίσω από τζάμια θολά (2021) και Επί κλίνης κρεμάμενος (2023).




Οι αναγνώστες μας περιμένουν ίσως να μιλήσουμε για θέατρο. Αλλά εμείς θα μιλήσουμε για ποίηση. Τα τελευταία χρόνια έχετε εμπλοκή με αυτήν. Ας τα πάρουμε από την αρχή: Πώς ξεκίνησαν όλα με την ποίηση;

Όλα ξεκίνησαν περίπου μέσα στην πρώτη καραντίνα, δηλαδή το 2020 την άνοιξη. Τα θέατρα έκλεισαν, βρέθηκα πολλές ώρες μόνος στο σπίτι μου και χωρίς τη συντροφιά ή την έγνοια ενός ρόλου. Ο ελεύθερος χρόνος και το πρωτοφανές γεγονός μιας πανδημίας με έστρεψαν πολύ προς τον εαυτό μου, τη ζωή μου έως τότε, τα σημαντικά και απόντα πρόσωπα, τις ρίζες μου κ.λπ. Αυτή η εσωστρέφεια κυριολεκτικά και μεταφορικά άρχισε να αποτυπώνεται στα κείμενα της πρώτης μου συλλογής, η οποία αισθάνθηκα ότι ολοκληρώθηκε την παραμονή των γενεθλίων μου, εξ ου και ο τίτλος: Συμπληγάδες γενεθλίων.

Θα ήθελα δύο λόγια για καθένα από τα βιβλία σας. Τι πραγματεύονται;

Θα έλεγα ότι και οι τρεις ποιητικές μου συλλογές –το Πίσω από τζάμια θολά και η τελευταία, το Επί κλίνης κρεμάμενος– συνειδητά ή ασυνείδητα πραγματεύονται τον χρόνο. Τον χρόνο και τις απώλειες. Δεν είναι τυχαίο ότι άρχισα να γράφω και να δημοσιεύω στην ηλικία των 66 χρόνων. Τρία χρόνια πριν, δηλαδή στα 63, είχα χάσει και τη μητέρα μου. Αισθάνθηκα ένα ορφανό, παρατημένο παιδί που ταυτόχρονα γερνούσε. Αυτό μου προκάλεσε και εξακολουθεί να μου προκαλεί μεγάλη θλίψη και ταραχή. Ο χρόνος σαν σκάλισμα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος έξυσε και ξύνει μια σειρά από μνήμες, πληγές και επιθυμίες. Νομίζω πως το να γράφω έγινε η πιο μεγάλη μου ανακούφιση και παρηγοριά.

Έχετε κάποιο ποιητικό πρότυπο; Θαυμάζετε κάποιον ποιητή και τη γραφή του;


Τον Καβάφη πάνω από όλους. Είναι ο ποιητής που με συγκινεί πάντοτε, επιστρέφω κάθε τόσο ξαναδιαβάζοντάς τον και συνοψίζει το ιδανικό μου για την ποίηση: εικόνες, μουσικότητα, σαφήνεια στο θέμα και συγκίνηση που δεν είναι ποτέ μελοδραματική.


Ποίηση είναι...


Είναι πολύ δύσκολο να το ορίσω. Αισθάνομαι πάντως ότι ένα ποίημα πρέπει να είναι πυκνό, να μην είναι διδακτικό, να αφήνει μια σωστά μετρημένη αοριστία να πλανιέται στην ατμόσφαιρα και να μεταδίδει συγκίνηση.

Παρακολουθείτε το σύγχρονο ποιητικό τοπίο; Τις νέες εκδόσεις, τους ποιητές του σήμερα;


Δεν έχω πολύ χρόνο λόγω της ενασχόλησής μου με το θέατρο. Με συγκινούν ποιήματα της Μαρίας Λαϊνά, αλλά πέραν αυτής δεν έχω διαβάσει πολλά ποιήματα σύγχρονων ποιητών.


Ποίηση και πολιτική…


Θαυμάζω πολλά ποιήματα που θα μπορούσε κανείς να τα χαρακτηρίσει πολιτικά. Αρκεί να μην είναι διδακτικά. Ο Σεφέρης, ας πούμε, σε κάποια αριστουργηματικά του πολιτικά ποιήματα. Ή σε κάποια ο Ρίτσος. Ή ο Μπρεχτ. Ανάλογα με τις εποχές προκύπτει πιο έντονα η ανάγκη πολιτικής ποίησης. Θα ήθελα να είχα την ικανότητα να διοχετεύσω τον θυμό μου για πολλά πράγματα που συμβαίνουν στον κόσμο σε ποιήματα πολιτικά, όμως δεν μου είναι εύκολο.


Πιστεύετε στην κριτική και τους κριτικούς;


Σε αντίθεση με το θέατρο, και οι τρεις ποιητικές μου συλλογές έγιναν δεκτές με πολλή συμπάθεια από τους κριτικούς, πράγμα που οπωσδήποτε με χαροποίησε ιδιαίτερα. Ίσως να συνέτεινε το γεγονός ότι είμαι ηθοποιός, οπότε με είδαν με κάποια αίσθηση επιείκειας. Αν ήμουν μόνο ποιητής ή εάν συνεχίσω να γράφω, μπορεί να γίνουν αυστηροί, όπως είναι οι κριτικοί του θεάτρου. Γενικότερα η κριτική είναι ένα ζήτημα πολύπλοκο, άλλοτε είναι χρήσιμη, άλλοτε πολύ άδικη, άλλοτε ύποπτη κ.λπ. Πάντως θα ήμουν ψεύτης αν δεν παραδεχόμουν ότι μια καλή κριτική με ευχαριστεί και μια αρνητική με στενοχωρεί.


Πιστεύετε στα λογοτεχνικά βραβεία;


Ούτε και σε αυτά υπάρχει πάντοτε αξιοκρατία. Και όχι μόνο στα λογοτεχνικά, αλλά σε κάθε είδους βραβείο. Από τη μια είναι παράλογο μια συγκεκριμένη κάθε φορά επιτροπή να κρίνει τι είναι καλύτερο από κάτι άλλο, από την άλλη ο θεσμός των βραβείων είναι μια διαδικασία που μοιάζει κάπως με μια γιορτή και βγάζει τους ανθρώπους από μια αίσθηση μονοτονίας. Τα βραβεία έχουν να κάνουν και με την τύχη. Σαν να σου πέφτει το φλουρί της βασιλόπιττας, ας πούμε. Σε κάθε περίπτωση το τιμητικό είναι να συγκαταλέγεται κάποιος στους υποψήφιους.


Tι είναι αυτό που σας έχει προσφέρει η ποίηση ως τώρα;


Όπως προανέφερα, ανακούφιση και παρηγοριά. Είναι σαν να μιλώ εκ βαθέων στον εαυτό μου και σε ένα άγνωστο πλήθος ταυτόχρονα. Μου δίνει μια αίσθηση ελευθερίας. Αρκεί να αισθάνομαι ότι αυτό που γράφω είναι ειλικρινές.


Κάποιοι λένε ότι η ποίηση διαβάζεται σιωπηλά και ιδιωτικά και δεν καταλαβαίνουν τις ποικίλες γι’ αυτήν εκδηλώσεις.


Διαφωνώ. Η ποίηση μπορεί να διαβάζεται σιωπηλά, αλλά είναι και πολύ ωραίο να απαγγέλλεται είτε από έναν ποιητή είτε από έναν ηθοποιό. Μου άρεσε πολύ κάποτε να ακούω τον Σεφέρη να διαβάζει τα ποιήματά του. Ή την Έλλη Λαμπέτη τον Καβάφη. Ελπίζω ότι διάβασα κι εγώ κάποτε καλά Τάσο Λειβαδίτη. Ως προς τις εκδηλώσεις για βιβλία, συνήθως είναι προβληματικές, γιατί οι ομιλητές μιλούν σαν ο ακροατής να έχει διαβάσει οπωσδήποτε το εκάστοτε βιβλίο. Αυτό δεν συμβαίνει, και έτσι οι ακροατές σπανίως επικοινωνούν με αυτά που αναλύουν οι ομιλητές. Όπως σε μια θεατρική παράσταση πρέπει με κάποιον τρόπο να μπάσεις τον θεατή στον κόσμο του έργου, έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει και στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Αλλιώς είναι μια τυπική, διεκπεραιωτική και συνήθως αδιάφορη διαδικασία.


Γράφετε κάτι τώρα;


Γράφω, όταν έχω κάπως ελεύθερο χρόνο από το θέατρο, κάποια μικρά πεζά που ελπίζω να παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον. Είναι μια ελεύθερη συνειρμική περιπλάνηση στον χρόνο και σε τόπους, στιγμές που ξανακοιτάζω, προσπαθώ να αναλύσω ή να καταλάβω. Αυτή τη φορά αισθάνομαι μεγαλύτερη ελευθερία και ειλικρίνεια με τον πεζό λόγο και όχι με τη μορφή των ποιημάτων. Έχω μεγάλη περιέργεια για το πού θα με οδηγήσει όλο αυτό, αν θα με οδηγήσει κάπου.


Διαβάζετε κάτι τώρα;


Διαβάζω τον Θείο Βάνια του Τσέχοφ, γιατί θα το ανεβάσω το φθινόπωρο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς. Ο Τσέχοφ, όπως και ο Καβάφης, σε υποχρεώνει να επιστρέφεις κάθε τόσο σε αυτόν. Είναι ο πιο σύνθετος-απλός θεατρικός συγγραφέας, όπως το ίδιο είναι και ο Καβάφης ως ποιητής.


Tι ελπίζετε; Τι ονειρεύεστε;


Είναι η πιο δύσκολη ερώτηση που μου θέτετε. Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να ονειρεύεται ένας άνθρωπος που πριν από λίγο καιρό έκλεισε τα εβδομήντα του χρόνια. Θα ήθελα, υποθέτω, έναν ανώδυνο και αξιοπρεπή Επίλογο σαν άνθρωπος και καλλιτέχνης. Μερικές φορές, ωστόσο, αγανακτώ με τη σκληρότητα του χρόνου και θέλω να ελπίζω σε κάτι απρόσμενο και συγκλονιστικά απρόβλεπτο, κάτι σαν θαύμα θα μπορούσα να πω. Αυτό θα μπορούσε να είναι ένας ακόμη έρωτας, ένας ρόλος-έκπληξη ή μια ευφυής συλλογή.



Αν σας ζητούσα να κάνετε τατουάζ έναν μόνο στίχο, ποιος θα ήταν αυτός;


«Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω» (από τα «Τείχη» του Καβάφη). Ο κόσμος έχει αλλάξει τρομακτικά τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια. Αισθάνομαι όλο και περισσότερο ξένος προς αυτόν. Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η εποχή που ζούμε. Είναι πολύ δύσκολο να μεγαλώνεις μέσα σε μια τόσο κατευθυνόμενη πορεία των πάντων προς έναν απάνθρωπο υλισμό και κυνισμό. Γι’ αυτό και επέλεξα αυτόν τον στίχο της απομόνωσης.


Θα σας δίνω λέξεις και θα μου δίνετε σκέψεις:


Θάλασσα: Κατάγομαι από τη Σμύρνη και τη Σέριφο, άρα από τη θάλασσα.
Ελευθερία: Την έχω αισθανθεί κάποιες στιγμές παίζοντας ή γράφοντας και ήταν το πιο υπέροχο συναίσθημα.
Θέατρο: Μια υπέροχη τέχνη, ένα πολύ δύσκολο επάγγελμα.
Αποστασιοποίηση: Ομολογώ ότι δεν με συγκινεί. Κουβαλάει συνήθως μια ψυχρότητα που δεν είναι του γούστου μου.
Αλήθεια: Όταν υπάρχει σε οποιαδήποτε έκφραση τέχνης, συγκινεί τους αποδέκτες.
Σκηνή: Ένας ιερός χώρος γεμάτος από μόχθο, παιχνίδι, αγώνα και ανθρώπους.
Σκοτάδι: Απαραίτητο, όπως και το φως. Η πορεία από το σκοτάδι στο φως είναι η σύνοψη του αγώνα που δίνει ο κάθε καλλιτέχνης.
Ύφος: Προσδιορίζει τον τρόπο και την ταυτότητα ενός καλλιτέχνη.
Αλλοτρίωση: Αισθάνομαι ότι αυτή η απίστευτη έκρηξη της τεχνολογικής εξέλιξης αλλοτρίωσε τους ανθρώπους ηθικά, αισθητικά, κοινωνικά και πολιτικά. Η τεχνητή νοημοσύνη θα μας αλλοτριώσει ακόμη περισσότερο.


*Η φωτό είναι παρμένη από εδώ