ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ
ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ
Τη
διαθήκη μου λοιπόν, να συντάξω
τον τελευταίον ορισμό πριν από τον ύστατο
ορίζοντα, όλα τα χαρίζω σε όσους μαντεύουν
τη θλίψη και την απώλεια, σε πόσα κομμάτια
θρυμματίζεται ένα ποτήρι που εκσφενδονίζεται,
εσωτερικό κουζίνας σε πολυκατοικία,
σε όσους διαφυλάσσουν το χιόνι
των περασμένων χρόνων εισέτι στο ψυγείο τους,
ως συντηρητές της ουτοπίας,
έτσι όπως πρέπει να κρύβουμε τα οφειλήματά μας,
συντηρητές κι εμείς μισθοσυντήρητοι,
σαν το βόδι που κρύβει το μεδούλι
στην τρύπα των οστών, ώσπου να ’ρθει επιτέλους,
κάποιο
γεμάτο δόντια στόμα να μας ξεκοκαλίσει!
Ο κοινωνός των αποστάσεων, Νεφέλη, 1997
***
ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ
Η ΣΚΙΑ
Στο σκοτάδι οι πολυκατοικίες φάνταζαν απόκοσμες
Η γυναίκα περπατούσε κρατώντας ένα γαρύφαλλο
Όμορφο όνειρο
Τραγούδι
Στο δρόμο κατοικούσε η σκιά
Υπνοβάτης του τρόμου
Έτρωγε τα μάτια των γυναικών
Μαύρα κεράσια
Την πλησίασε στα σκοτεινά
Η νύχτα δίπλωσε στα δυο
Αίμα άρχισε να πέφτει από τα σύννεφα
Κανείς δεν είδε τη στιγμή
Μόνο ένα πουλί πέρασε μες στον καθρέφτη
Κρατώντας το λουλούδι
Το πρωί τα λεωφορεία κατάπιναν τις αποστάσεις
***
ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΛΑΠΑΝΗ
ΑΙΜΑΣΣΟΝ ΣΩΜΑ
Τα παράθυρα ερμητικά κλειστά
αναρριγούν στη λιπόσαρκη ημέρα.
Τα χέρια ικέτες ψηλαφίζουν
τους ίσκιους των νεκρών
και οι αόμματοι φρουροί μετρούν
το βάθος της πληγής!
Οι δείκτες του ρολογιού σταμάτησαν
στον λεκιασμένο τοίχο.
Κόκκινο, βαθύ κόκκινο, σφαγιασμένο αίμα.
Οι λέξεις έχασαν τη λαμπρότητα
της αρχαίας τους δομής.
Στιλβώθηκαν στα σεμέν της εταζέρας.
Πέταξαν από κίτρινους οχετούς
στα παλιά λαμπιόνια της γιορτής
των θαλερών ειδώλων.
Υφάνθηκαν σε ξεραμένα στόματα
αιμάσσουσας ευγλωττίας,
αναρριχήθηκαν σε μηρούς εύρωστης αρρενωπότητας
και τα μεσάνυχτα με τινάγματα στιβαρών χεριών
κατέληξαν στην κοφτερή λεπίδα
του ασημένιου μαχαιριού!
Ξημέρωσε.
Κάπου στην άκρη μια κούκλα που γλίτωσε
απ΄ τη νυχτερινή σφαγή,
μετρά τα χνάρια της απέραντης σιωπής.
Ένα σώμα ανάμνηση κρεμασμένο στον ακάλυπτο
***
ΕΙΡΗΝΗ ΡΗΝΙΩΤΗ
ΣΥΖΥΓΙΑ
μεσοπέλαγα. Ερωτεύτηκε ένα αμφίβιο πλάσμα, μια υδρόβιο γυναίκα βυθού.
Δεν λογάριασε τον πλωτό χαρακτήρα της και την έβγαλε στη στεριά για να
φέρει στον κόσμο τους γιους του. Τα μάτια των αντρών πέσανε πάνω της. Η
ζήλεια μαύρο φίδι που τον έζωσε, ώσπου μια μέρα πήρε ένα μαχαίρι και την
έκοψε στα δύο. Πέταξε στη θάλασσα το ψαρίσιο σώμα της, αυτό που όργωσε
μυριάδες φορές για να εκτονώσει την έξαψή του, και κράτησε μονάχα το
στήθος της για να βυζαίνει τη συμφορά.
Αν περάσεις από τα μέρη τους, θα δεις τη γυναίκα καρφωμένη στο κάδρο του
παράθυρου, να ψάχνει το πέλαγο στον πνιγμένο μ’ αυτοκίνητα δρόμο.
Το αναπηρικό αμαξίδιο δεν φαίνεται. Μόνο στο βλέμμα της βρυχάται η τρικυμία.
Κόκκινη Γραμμή, Άγρα, Αθήνα 2023
***
ΕΛΙΝΑ ΑΦΕΝΤΑΚΗ
Ο
ΕΝΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ
Το μαρτυρούν τα πεσμένα πατζούρια στο μπαλκόνι του
Καθημερινά αερίζει σεντόνια και κουβέρτες,
Οκτώ φορές. Ποτέ λιγότερες.
Σαν να μετράει συλλαβές...
***
ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
Ο ΦΟΒΟΣ ΠΑΛΙ
σκιαζόταν μόνο τη φωνή του δράκου που
την τελευταία στιγμή τα μάτια κλείνοντας
καθώς φύλαξε κρυφά στην τσέπη του
[βιώνοντας χρόνια μετά φοβίες θλίψεις κι ενοχές ούτε που σκέφτηκε
να ψάξει εκείνο το παιδικό παντελονάκι του που σκονισμένο κρέμονταν
***
ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
να σταθεί όρθια στα τρία μέτρα
αποφάσισε να υπερασπιστεί με τη θυσία της
τη ζωή του λεπτού δέρματός του
να τη διαφυλάξει
μια γυναίκα ασήμαντη που τη σημάδευε
όχι ένα φυσικό φαινόμενο
στο κεφάλι της
αλλά ένα ποτήρι σαμπάνιας
Κι αυτός που τη σκόπευε
δεν ήταν ο Γουλιέλμος Τέλλος
αλλά μια σφαίρα
Σημείωση
Ο Αμερικανός συγγραφέας Γουίλιαμ Μπάροουζ (1914-1997), εμβληματικός εκπρόσωπος της Beat Generation, σκότωσε σε κατάσταση μέθης τη σύζυγό του βάζοντάς την να αναπαραστήσει τη σκηνή του Γουλιέλμου Τέλλου, με τη διαφορά ότι ο ίδιος αντί για τόξο χρησιμοποίησε όπλο και μάλιστα γεμάτο. Η γυναίκα του Τζόαν Βόλμερ Άνταμς έπεσε νεκρή από το χέρι του συζύγου της ο οποίος πέρασε 13 μόνον ημέρες στη φυλακή. Ο αδερφός του κατάφερε να πληρώσει και να τον αποφυλακίσει.
***
AΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ
ΤΕΛΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ
«Ψυχανεμίζομαι, τρέμω τον φόνο
που θα γίνει στο σπίτι μας.
Ο θύτης, ένα μισητό τέρας
που ανέκαθεν βιαιοπραγούσε,
από ιδιοτέλεια για χρήματα
ετοιμάζει τη γυναικοκτονία,
Το θύμα μια ανυπεράσπιστη ψυχούλα,
η πιο αθώα απ’ τις αθώες.
Στο σπίτι μας θα γίνει φόνος,
ο θύτης, ερεβώδης σαν εωσφόρος,
ΤΑΚΗΣ Π. ΠΙΕΡΡΑΚΟΣ
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ
Είμαστε τα αθώα θύματα σας.
Δεν υπάρχουμε σήμερα,
γιατί εσείς οι δράστες το θελήσατε.
Αφαιρέσατε από τον καθένα μας το δικαίωμα
να χαράξει τη συνέχεια της απαρχής του.
Στερήσατε την οικουμένη
από τα πλούσια νοήματα των βίων μας.
Αποφασίσατε να γίνετε δια της βίας
οι μοναδικοί κληρονόμοι του παρόντος.
Αφού λοιπόν μεγαλουργήσατε
ως μιαροί δολοφόνοι και άρπαγες,
σας αρμόζει ποινή.
Ο κόσμος που ιδιοποιηθήκατε,
χωρίς εμάς θα χειροτερέψει.
Με το περίσσεμα των αδικιών σας
θα γίνει αβίωτος.
Από τη βίγλα της ανυπαρξίας μας,
ο ποιητής βλέπει ολοκάθαρα
Η πλάνη της πανσελήνου, Ποιήματα 2003-2025, Οδός Πανός
***
BAΣΙΛΗΣ Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΚΑΡΟΛΆΪΝ
Με δόλιο πρόσχημα ερωτικής ικεσίας
προσποίηση φιλιών, χαδιών και
υποσχέσεις αέναης ανθοφορίας
νικήθηκε η μαχήτρια πεταλουδίτσα;
Ή έγινε όπως ισχυρίστηκε ο Μαύρος Χήρος;
Πως όλα, δηλαδή, ξεκίνησαν, όταν
προκλητικοί άνεμοι σήκωσαν εκατέρωθεν
καταιγιστικές καταλαλιές
που κηλίδωσαν με ρευστή σκουριά
για τον αναπόδραστο χωρισμό
με το ανήκουστο θράσος διάρρηξης
Το τέλειο έγκλημα
θυσίασε στην αγχόνη τη γλυκιά Ροξούλα
ή μήπως το επίμονο καταδικαστικό της βλέμμα·
η ενοχλητική διωδία του ουρλιαχτού
με το αδιάκοπο κλάμα της Βίκυς
στερούσε τον αέρα της μητέρας του
με υπομονή μεθοδική
μέχρι να πάψουν οι απεγνωσμένες εκκλήσεις
των -σαν αργόσειστη σημαία παράδοσης-
μικρών χεριών κι έως ότου καθρεφτιστεί
στο αρυτίδωτο βλέμμα η άπνευστη έκπληξη
από το βλοσυρό και ζοφερό
Εφεδρείες, Ιωλκός 2025
***
ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΚΑΣ
ΣΤΗΝ ΑΡΕΝΑ
Θλιμμένα εσώρουχα φορά
Στα υπόγεια που βυθίζεσαι.
το τέρας θα φάει την ψυχή σου
κι οι φωνές σου στα σκοτάδια
Στους δρόμους που γυρνάς τα βράδια
το επαναλαμβανόμενο φονικό συναντάς
πίσω απ’ τις πλάτες των φίλων,
τον Θησέα θα πρέπει να εφεύρεις μοναχή,
επιμένοντας στη γενναία φυγή
***
ΕΛΕΝΗ
ΑΡΤΕΜΙΟΥ -ΦΩΤΙΑΔΟΥ (αν. 2026)
ΑΡΓΑ
στη συνενοχή της νύχτας
την ώρα που αλυχτούνε τα σκυλιά
σε βλέπω να έρχεσαι προς το μέρος μου
Τα χέρια σου
δύο σβηστά κεριά
Ο βυθός ανεβαίνει αργά ως τον λαιμό
Κάποτε αγγίζει τα χείλη
ύστερα πάλι υποχωρεί
Μέρες
υπάρχουν
Τότε μια κόκκινη λωρίδα
Ύστερα
άλλη
Γυρίζεις την πλάτη
βλέπω
το μαχαίρι του.
***
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
25 Sept.1888
Dear boss,
στο λερωμένο στρώμα
Δυο λιγωμένες μαργαρίτες
μια ξύλινη καρέκλα
κι ένας σπασμένος καθρέφτης
όλο το νοικοκυριό.
Mούχλα, μπούκωνε τα ρουθούνια
Τροφή σε αποσύνθεση.
Τα μάτια στο χρώμα της θύελλας
ανοιχτά, στραμμένα στο ταβάνι
Το αίμα, άλικα σημάδια στον τοίχο,
λίμνασε στο λακκάκι του λαιμού
στο μαρμάρινο στήθος
στα σαπισμένα σανίδια.
και τράβηξα πίσω μου
Έκρυψα την κόκκινη μπούκλα
Έχωσα το λαιμό βαθύτερα στον γιακά
και κατέβηκα δυο δυο τα σκαλοπάτια
χαϊδεύοντας το τρόπαιο.
Μεσάνυχτα στο White chapel
Jack the Ripper
***
ΜΑΡΙΑ ΜΑΛΤΑΜΠΕ
ΕΜΜΟΝΗ
Στο κεφάλι του γύρναγε η φωνή της
ο κομμωτής την έφερε στην ειδική θήκη
οδήγησε βιαστικά στο σπίτι
Έβαλε μουσική
κάθισε απέναντί τους
τρίχες, μαλλιά
διάφορα μήκη, διάφορα χρώματα
κάθε φορά
σκούπιζε προσεκτικά το αίμα από το ψαλίδι
***
ΒΑΡΒΑΡΑ ΧΡΙΣΤΙΑ
ΤΙΜΩΡΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ
Έχεις δει χελιδονάκια νεογνά
με τα φτερά τους απονευρωμένα,
στραγγαλισμένα από ομφάλια λουριά
να σπαρταράν για να πετάξουν;
Παρθενικό ταξίδεμα,
απ΄ το Δάσος των Χειμάρρων
ως της Κλόκοβας τη λίθινη κορφή,
να λαχταράνε;
Έχεις δει χελιδονάκια τρυφερά
σε πέτρινη φωλιά παγιδευμένα;
Από φαρμακερό πλακούντα να ποτίζονται νερό
να στάζει απ΄ το ράμφος τους αιμάτινο το γάλα;
Τα ΄χεις δει
ν΄ αποτινάζουν τα παράλυτα φτερά
της λένε όλοι τώρα
καθώς κομμάτι, κομμάτι του επιστρέφει
το σπέρμα του.
Ας καθόταν στα αβγά της:
***
AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
ΠΑΕΙ...ΧΑΘΗΚΕ
ένα τραγούδι χωρίς φωνή.
Το παιδί σαν ίχνος που χάθηκε ανάμεσα σε σκιές.
Βαθαίνει το βράδυ επικίνδυνα
στους δρόμους της μικρής τους πόλης.
Και το μυστικό μένει βουβό-
έγκλημα χωρίς μάρτυρες
***
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΤΣΟΓΛΟΥ
ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ
Αιτία θανάτου «π α ρ ο ρ μ η τ ι σ μ ό ς».
Πέθανε από υπερβολική δόση παρορμητισμού.
να προδίδει τη συναισθηματική ανωριμότητα.
πήρε μόνο λίγα λεπτά,
γρηγορότερα και από την αστραπή.
λίγα δάκρυα χύθηκαν αναίτια
Οι φωνές, τα γέλια και κυρίως το μυαλό,
Σιωπή, ησυχία, κι ένα φως λευκό
πάνω σε σελίδες άχρωμες, ατσαλάκωτες,
Το βάρος της μοναξιάς, Βακχικόν
***
KΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ
το έγκλημα
κόπηκε η ανάσα από το κύμα της έκπληξης πηγαίο γέλιο των εμπλεκομένων. έγκλημα η τρύπα στο βάθος του λαιμού κόκκινη από στίγματα η μυστική κουφάλα χάσκει σαν πετάχτηκε η φωνή η τελευταία κραυγή από το λαρύγγι· έγκλημα κι ο παλμός της καρδιάς στην αορτή αντανακλά καθρέφτισμα στην κόρη των ματιών το φέγγισμα της στερνής φοράς. και η απορία μετέωρη κι αυτή εις των αιώνων των αιώνων, αμήν (;) κι ένα “γιατί” περιπλανώμενο να ενώνεται στ’ απόκρυφα με το πάντα επίκαιρο “επειδή μπορώ”.
μ’ έναν οβολόν τώρα στο στόμα
του νου τα πεπραγμένα·
κέρασμα για το πέρασμα
από το έγκλημα στο επέκεινα
***
ΆΓΓΕΛΟΣ ΛΑΠΠΑΣ
ΒΙΑ-ΣΜΟΣ
Η σκιά του
Η κραυγή του παιδιού πνίγει το σκοτάδι
Τα κάγκελα στην πόρτα και στο παράθυρο
ασφαλή
κι αόρατα
Πώς να τα δεις εσύ
Εσύ έχεις τόσα να κάνεις αυτή την ώρα
Αυτή την ώρα ένα τριαντάφυλλο στάζει αίμα
***
IOYΛΙΑ ΜΑΚΚΑ
ΕΞΟΔΙΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Χείρα βοηθείας προς τον βυθό του δίνω
Με ζήλο την οπλίζει η ζήλια
Η ράντιση μικρών αιχμών
Εκείνος ζυγώνει στην έξοδο
Κι εγώ καθισμένη σ’ένα νούφαρο
**
ΑΔΡΙΑΝΝΑ
ΜΠΙΡΜΠΙΛΗ
Ο ΘΥΤΗΣ
που άργησε να φύγει,
με μια πόρτα που έκλεισε
χωρίς να πει «αντίο»,
με δυο χέρια
που κάποτε κρατιόνταν
και ύστερα έμαθαν
να σπρώχνουν.
Είναι ένα έγκλημα
που συχνά
το διαπράττουν δύο
και το πληρώνει ένας.
με δεις στον δρόμο,
μη με ρωτήσεις
ποιος σκότωσε ποιον.
ποιος επέζησε.
Ίσως τελικά
αυτό να είναι
να αγαπάς κάποιον
τόσο πολύ,
να μη θυμάσαι
αν τον πλήγωσες
ή αν προσπάθησες
να τον κρατήσεις
Και κάπου ανάμεσα
στο αίμα
και στα φιλιά,
στις ενοχές
και στα πάθη,
υπάρχει,
***
ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ
ΖΩΗΦΙΑ
πάντα σε θυμάμαι να με ακολουθείς
βλέμμα σταθερό
σίγουρα πόδια
χέρια έτοιμα
απέφευγες να έρθεις πλάι μου
είχες το νου σου μην παραπατήσω.
Μόνο εσύ, έτσι πίσω μου πάντα,
τρέφονταν απ’ τα πολύχρωμα λουλούδια
και τη γύρη που καλούσε πάνω μου την άνοιξη.
Και μόνο εσύ μπορούσες κάθε άνοιξη
με υπομονή, πίσω μου προχωρώντας,
να βγάζεις ένα ένα τα λουλούδια απ’ τα μαλλιά μου
ένα ένα τα ζωύφια
ώσπου στο τέλος
η πόλη που βαδίζαμε δεν ήταν πια παρά ο Άδης
εγώ μια Ευρυδίκη που ο Ορφέας της επέμενε να τη φροντίζει
κι εσύ, με πρόσωπο ασαφές,
να στέκεσαι στην είσοδο της πόλης
και να μην έχεις μάθει ακόμη πώς είναι
να μη σ’ αφήνουνε να προχωρήσεις.










