Translate

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// Αφιέρωμα με τη ματιά σύγχρονων Ελλήνων ποιητών




(Source: http://bit.ly/1SY3z6C.)









 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΜΑΛΙΣΣΟΒΑ                                     



Αφιέρωμα με τη ματιά σύγχρονων Ελλήνων ποιητών.Εξηγούν τους λόγους για τους οποίους γράφουν) ...




ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


"Τι κοιτάζει στ" αλήθεια ο ποιητής;",εκδ.Πόλις,2016



Γράφω ποιήματα για να δώσω διάρκεια στη στιγμή και να φωτίσω την ποίηση που κρύβεται μέσα στα δευτερόλεπτα. Γράφω ποιήματα για να δώσω υπόσταση στις φωνές που μιλάνε μέσα μου και είναι όλες τους εγώ. Γράφω ποιήματα για να μην έχει το απάνω χέρι η πραγματικότητα όπως είναι. Γράφω ποιήματα για να κάνω φίλους. Γράφω ποιήματα για να εκτεθώ
Όταν γράφω ποιήματα είμαι εκείνος που σουλατσάρει στους δρόμους μιας αφανέρωτης χώρας και θαυμάζει τα άγνωστα λουλούδια στα μπαλκόνια, τις παράξενες επιγραφές στα μαγαζιά, τον ήχο της ξένης γλώσσας στα αυτιά του. Είμαι εκείνος που θαμπώνεται από τη λάμψη των γυναικών που συναντάει κάθε μέραΕίμαι εκείνος που βλέπει τουλίπες να ανθίζουνε στο σώμα της γυναίκας που κρατάει μες στα χέρια του. Κι ύστερα τα διηγείται όλα αυτά.      
Δικοί μου αγαπημένοι ποιητές, αυτό τον καιρό, είναι όσοι στην ποίησή τους διασώζουν το χιούμορ, είτε ως δύναμη αμφισβήτησης και διασάλευσης της τάξης είτε ως καταφύγιο από την αγωνία της ύπαρξης και την οδύνη της πραγματικότητας: ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νικόλαος Κάλας, ο Ε. Χ. Γονατάς, ο Νίκος Καρούζος, η Κική Δημουλά, ο Γιάννης Κοντόςο Μίμης Σουλιώτης, ο Ηλίας Λάγιος, ο Σάκης Σερέφας. 




ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ

Το σύνδρομο Σταντάλ,εκδ.Πόλις





Κάτι το καθησυχαστικά επαναληπτικό περιβάλλει, κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, την εθιμοτυπία των παραπλήσιων ερωτήσεων για την ποιητική γραφή και για τη φύση της: μια εαρινή ισημερία, θα λέγαμε, παύσης και αναστοχασμού. Όταν γράφω ποίηση, νιώθω σαν να καταπιάνομαι με μια χειρωναξία. Αν όλα ξεκινούν από τον "τρύγο" της αυτοπαρατήρησης και της πρόσληψης του πραγματικού, πρώτη μου ύλη γίνονται τα στράφυλλα, τα απομεινάρια, δηλαδή, των πατημένων σταφυλιών και η διαδικασία της γραφής μοιάζει με τον βρασμό και την απόσταξή τους μέσα στο ρακοκάζανο. Το ποίημα θα 'ναι, αν βγει, διάφανο και θα εμπεριέχει –αόρατες, μα τεκμαρτές– τις αυταπόδεικτες αιτίες και τους σκοπούς του. Ίσως γι' αυτό, εντέλει, και να μην επιδέχεται απάντησης το ερώτημα γιατί γράφω ποίηση έξω, τουλάχιστον, από τις απαρχές της αναγνωστικής αναζήτησης – που είναι, διαμέσου της, και υπαρξιακή. Γράφω ποίηση, δηλαδή, επειδή κάποτε άρχισα να διαβάζω ποίηση, προσπαθώντας, σε όρους προσωπικής "θερμοκρασίας", να βρω στον τόνο των άλλων κάτι που να μπορώ ν' αναγνωρίσω, κάτι που να μου μοιάζει – καθορίζοντας διαγνωστικά τις προτιμήσεις μου. Πέρα από αυτό, και μαζί του, ανιχνεύω πάντα με βαθύ σεβασμό τις τροχιές εκείνων που κόπιασαν πολύ να εντοπίσουν ένα προσωπικό ιδίωμα, είτε το κατόρθωσαν, είτε όχι· και στις αποτυχίες τους, ακόμη, υπάρχει κάτι το περίλαμπρο.



ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ
«Ανταλλακτήριο ηδονών, 
Σαιξπηρικόν
(Βραβείο Μαρία Πολυδούρη 2015)




Ξεκίνησα να γράφω ποίηση μετά από κάποια θητεία στον πεζό λόγο, κυρίως στο διήγημα. Προέκυψε ως πηγαία ανάγκη να ασκηθώ στον οικονομικό, περιεκτικό, πολυπρισματικό κόσμο της ποιητικής γλώσσας. Είναι σχολείο, μια περίοδος μαθητείας που συνεχίζεται και πιστεύω ότι έδωσε καρπούς εκφραστικά στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου, που ακολούθησε το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο. Όταν γράφω ποίηση, εκκινώντας από μία αρχική ιδέα, αυτό που αποκαλούμε «έμπνευση», γνωρίζω ότι πρέπει να βηματίσω σε άλλα μονοπάτια, ότι η ανάσα, η κάθε λέξη έχει μια μοναδική δύναμη και θέση στο στίχο. Γνωρίζω, επίσης, ότι κάθε ποίημα έχει πολλή δουλειά, συνεχείς διορθώσεις, είναι ένα παλίμψηστο από γραψίματα και σβησίματα. Στις σπουδές και τα διαβάσματά μου, η ποίηση είχε την πρώτη θέση. Είμαι παιδί του Σεφέρη, του Καβάφη, του Καρυωτάκη. Αλλά όσο μεγαλώνω προστίθενται συνεχώς και άλλοι: Πολυδούρη, Ιωάννου, Ασλάνογλου, Καρέλλη, Καρούζος, Σαχτούρης, Γκόρπας. Είναι πολλοί, διαφορετικής πνοής. Και προσπαθώ να έρχομαι σε επαφή και διάλογο και με την ξένη ποίηση, από μεταγραφές και από το πρωτότυπο: Πάουντ, Έλιοτ, Σίμικ, Στραντ, Κάρβερ, Πλαθ, Μανσούρ, Αχμάτοβα, Τσετάγιεβα, Σιμπόρσκα. Η συνομιλία αυτή, άλλοτε υποδόρια και άλλοτε εμφανής, μεταβολίζεται και πλουτίζει το δικό μου λόγο. Μου υπενθυμίζει τι με ορίζει, καθορίζει, αλλά και τι με διαχωρίζει τελικά από τους άλλους δημιουργούς.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
"23 μέρες",εκδ.Γαβριηλίδης,2015





 Φοβούμαι ότι προσπαθώντας να εξηγήσω ή να περιγράψω γιατί γράφω ποίηση ,αφενός μεν  θα φανώ γραφική,αφετέρου δεν θα μπορέσω να συγκεντρώσω και να καταθέσω όλα τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνται για αυτό το σκοπό.Πάντα μοιραία κάτι θα μου διαφεύγει-και τούτο είναι απολύτως φυσικό.Θυμάμαι που με ρώτησαν ξανά και είχα πει ότι η ποίησή μου είναι μια προσπάθεια για διαύγεια και καθαρότητα ,μια προσπάθεια να βάλω σε τάξη την άκρως χαοτική μου προσωπικότητα.Εμπεριέχει αλήθεια και ουσία αυτή η δήλωση.Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.Θα το θέσω αλλιώς:το να γράφω ποίηση είναι μια πράξη βαθιά συνδεδεμένη με την ύπαρξή μου, με την ίδια μου την ψυχή.'Ισως'' ποθώ να γνωρίσω τις αισθήσεις που μου λείπουν''.Ποθώ.Αυτό είναι πάντα το κατάλληλο ρήμα  για να μιλήσουμε για ποίηση.Πολλοί είναι αγαπημένοι ποιητές:Από έλληνες ,ο Καβάφης,ο Λειβαδίτης,ο Σεφέρης ,η Ρουκ,από ξένους o Tσέσλαβ Μίλοζ,η Κάρολ Ανν Νταφυ,ο Ντέρεκ Γουόλκοτ,ο Τεντ Χιουζ ,των οποίων ποιήματα έχω μεταφράσει στα ελληνικά.Πιο επισταμένα τα τελευταία τρία χρόνια ασχολούμαι με τον Μάρκ Στραντ .Μεταφράσεις μου των ποιημάτων του δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.Παράλληλα προχωράει και το δοκίμιό μου για το έργο του Χάρη Βλαβιανού,αποσπάσματα του οποίου επίσης έχουν δημοσιευθεί.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
"Το Σωσίβιο Φτερό"
Εκδ.Γαβριηλίδη,2015





Μόνο όταν ερωτεύομαι γράφω ποιήματα, αλλά ο έρωτάς μου για την ποίηση είναι ισόβιος. Γράφω με μέτρο ακόμη και στον πεζό λόγο, κάνω προσπάθεια για να τον σκληρύνω αν χρειάζεται. Νομίζω πως πίσω απ όλα τούτα κρύβεται η αγάπη για τη μουσική κι επίσης η ανάγκη για το νανούρισμα. Κάτι πολύ βαθύ και παιδικό, δηλαδή, που μάλλον έχει σχέση με την αγαπημένη μου μητέρα, άλλωστε από εκείνην έμαθα τον Σολωμό, τον Σικελιανό και τον Κάλβο..
Τα ποιήματα έρχονται ουρανοκατέβατα, αργότερα τα βάζω σε λίγη τάξη. Γενικά πλέω σε θάλασσες παλαβωμάρας ή υπερέντασης, μισομεθυσμένη σα να λέμε. Αν δεν μ αρέσουν, τα σβύνω ή τα ρίχνω στον φάκελλο για ξαναδούλεμα, που είναι κάτι παρόμοιο. Γράφω  κάθε δυο τρεις μέρες κάτι. 
Δικοί μου αγαπημένοι ποιητές είναι
εκείνοι που μετέφρασα:Γέητς, Μπωντλαίρ, Βαλερύ, Πρεβέρ  και ο Άλαν Γκίνσμπεργκ και βέβαια οι δικοί μας όλοι με πρώτους  τους Σολωμό, Σεφέρη, Καρυωτάκη, Καββαδία και Σκαρίμπα, και σχεδόν όλους τους τωρινούς μου φίλους και φίλες ποιητές. Δεν τους ονομάζω, μη και ξεχάσω κανέναν και τον στενοχωρήσω..

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ
"Οι λέξεις μου",εκδ.Νεφέλη,2015






Γράφουμε ποίηση έχοντας κάποιο δαίμονα, δεν εξηγείται διαφορετικά. Άλλωστε κάθε συστηματική ασχολία,  αν δεν είναι ρουτίνα, έχει δαίμονα. Ο δικός μου είναι επικοινωνιακός - συναλλακτικός. Θέλει να δώσει, να πάρει και να ξαναδώσει, να το σκεφθεί λιγάκι, να ξαναδοκιμάσει. Του αρέσει να το κάνει αυτό με λέξεις με τον ίδιο τρόπο που σε άλλον αρέσει να μαγειρεύει, να ράβει ή να ζωγραφίζει. Γιατί οι λέξεις είναι η προέκταση του σώματός μου και η άκρη των αισθήσεων, των πέντε και της έκτης. 
Καμιά φορά, οι δονήσεις παρα-πυκνώνουν και το ποίημά μου σηκώνεται στις άκρες των ποδιών του – δεν το χωρά ο τόπος. Τότε γίνεται ένα είδος διαφορετικό, πολύ κοντά στο μουσικό θέατρο.  
Πολλοί και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους είναι οι αγαπημένοι μου ποιητές και ποιήτριες. Μεγάλο μέρος της ζωής μου το περνώ με ΡίλκεΧαίλντερλιν και Τσέλαν. Σημαντική θέση κατέχει ο Έλιοτ ενώ ο Ουώλκοτ είναι πιο πρόσφατη αγάπη. Στον Σολωμό κάνει καλό να εμβαπτίζεσαι συχνά, ανήκω όμως σε αυτούς που αγαπούνε και τον Παλαμά. Η Έλζε Λάσκερ-Σύλερ, η Ανέτε φον Ντρόστε, ο Μπρεχτ, η Κάρολ-Αν Ντάφυ είναι μορφές συντροφικές. Έχω, τέλος, σεβασμό κι εκτίμηση στη σύγχρονη ελληνική ποίηση που γράφεται στις μέρες μου: Αρανίτσης, Βλαβιανός, Γιαννίση, Ιωαννίδης, Απέργης, ΗλιοπούλουΑμανατίδης...


ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ
"Γιατί γράφω ποίηση",εκδ.Άγρα,2015



Ο Χάρης Βλαβιανός σε 62 κατηγορηματικές και ολιγόλεξες απαντήσεις,εξηγεί τους λόγους για τους οποίους γράφει ποίηση.Αναφέρω ενδεικτικά:
Επειδή ο γιος μου όταν ήταν πέντε χρονών μου είπε: «μη σβήνεις το φως, φοβάμαι· ακούω το σκοτάδι». 
Επειδή η κόρη μου την πρώτη φορά που έβαλε ένα κοχύλι στο αυτί της με ρώτησε: «σε ποιον μιλάει η θάλασσα;».
Επειδή κάποιοι ποιητές (Ρεμπώ, Καρυωτάκης, Μπέρρυμαν) με κάνουν ν’ απολογούμαι για αδικήματα που δεν έχω διαπράξει.
Επειδή μένω έκθαμβος μπρος στην αιώνια παρθενικότητα των λέξεων. Επειδή όταν διαβάζω Εμπειρίκο γελάω μέχρι δακρύων.
Επειδή, όπως λέει ο κάμμινγκς, «τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα απ’ τη σοφία».
Επειδή όλες οι γυναίκες δεν είναι η Ελένη,όμως  όλες  κρύβουν μιαν Ελένη στην καρδιά τους.
Επειδή το μόνο αληθινό κι ανθεκτικό σχόλιο σ’ ένα ποίημα είναι ένα άλλο ποίημα.
Επειδή όταν βρέχει δεν παίρνω ποτέ ομπρέλα.
 Επειδή η ζωή μου είναι ένα ημιτελές ποίημα, γεμάτο λάθη και παραλείψεις, που μάταια προσπαθώ να ολοκληρώσω.
Οι απαντήσεις στο ερώτημα «Γιατί γράφω ποίηση» αντλούνται ισομερώς από την ίδια την ποίηση, από τον βαθιά εδραιωμένο δεσμό του Βλαβιανού με την ποιητική τέχνη, την ελληνική και την ξένη (τον Σολωμό, τον Σικελιανό, τον Μαλλαρμέ, τον Γέητς, τον Γουίλλιαμς, τον Σαίξπηρ, την Ντίκινσον, τον Αναγνωστάκη, τον Πάουντ, τον Έλιοτ, τον Ελύτη, τον Στήβενς, τον Άσμπερυ, τον Εμπειρίκο, τον Ώντεν κ.α.), και από τη ζωή του (από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τη σχέση με τα δικά του παιδιά), αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με την ποίηση.

notatιοnes 'ANOIΞΗ 2016 /// ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ /// ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΓΡΑΦΗ

Φωτογραφία: André Kertész, The Dancing Faune, 1919



Yπάρχουν δαίμονες παντού.
Στα χόρτα γυμνά αγόρια
χαϊδεύουν τα σκέλια τους
ύμνοι ορφικοί στα χείλη
των Αγνών
κι ένα αμούστακο παιδί
επάνω στον κόρφο της παπαρούνας
να διδάσκει τα αρχαία μυστικά της Γης. 


Η πόλη βοά:
μια Βαβέλ στη μέση της νύχτας
βάζει φωτιά στα υγρά σεντόνια
των ερωτευμένων.
Ξυπνώ μέσα στους καπνούς
τα χάπια έχουν ριζώσει
στο λαβύρινθο του Πάνα.
Γαμημένοι στρατιώτες χώνουν
την κάνη των όπλων τους
στο στόμα
κάρβουνο το σάλιο των ποιητών 
τίποτα σε λίγο δε θα είναι
ίδιο. 


Διδάσκει η φωτιά και η αχόρταγη
φωνή των παιδιών
διδάσκει το σώμα επάνω
στην επιθυμία
διδάσκει η τρέλα τον Νόμο
των Δικαίων
διδάσκει η πόλη
Σφίγγα Στυγνή
το τέλος. 


Το τέλος.
Ακούς;
Το τέλος
είναι αυτή η γλυκιά
υπόσχεση των απόκρυφων
γραφών της νύχτας. 


Παρ’ το απόφαση-
αθώοι προφήτες/ποιητές
δεν υπάρχουν πια. 

____________________________

Η φωτό από :http://anemosantistasis.blogspot.gr/2015/06/blog-post_978.html

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// ΑΝΝ ΛΟΥ /// ΙΩΔΙΟ





                                                           

Kάθε μέρα που τελείωνε και ένας μικρός θάνατος που δεν παραδεχόμασταν. Τα παιδιά δεν μιλούν ποτέ για θάνατο κι ας τον σκέφτονται. Ένα φτου ξελεφτερία λέγαμε και νικούσαμε το χρόνο με την μια. Μια παρέα που δυνάμωνε τις ωμοπλάτες μας , χωρίς ούτε καν να μας ρωτήσει. Όταν σουρούπωνε πηγαίναμε στη θάλασσα. Ξαπλώναμε ακουμπώντας ο ένας στην κοιλιά του άλλου και βλέπαμε τ΄αστέρια. Λέγαμε ό,τι ξέραμε για τους αστερισμούς και μετά ονειρευόμασταν. Θα κάνω το γύρο του κόσμου με ιστιοφόρο. Θα κάνω πολλά παιδιά. Θα παντρευτώ από έρωτα. Θα πάω στον Ισημερινό με ωτοστόπ. Θα κάνω δικό μου συγκρότημα. Θα σ΄αγαπώ μέχρι τον ουρανό. Αλήθεια θα μ΄αγαπάς; Απάντηση δεν πήρα σ΄αυτή την ερώτηση που από τότε με βασανίζει. Σε πολλούς έκανα την ίδια ερώτηση . Ναι μου απαντούσαν όλοι. Μονάχα που εγώ δεν πίστευα το ναι . Περισσότερο πολύπλοκη λέξη από το ναι δεν έχω βρει. Δεν το αναγνωρίζω να μου αναλογεί. Αυτά τα ναι ή τα μαθαίνεις από μικρή να τ΄ αναγνωρίζεις ή μετά δυσκολεύεσαι. 

 [...]

  Ένα διαμέρισμα ήταν το σπίτι μας στο ρετιρέ μιας πολυκατοικίας ανάμεσα σε εκατοντάδες παρόμοιες . Δεν άντεχα τη ζωή εκεί μέσα. Οι άλλοι φωνάζανε πολύ, μαλώνανε συνέχεια. Οι στιγμές τρίζανε κι εγώ ήμουν γυάλινη. Είχαμε ένα δωμάτιο στην ταράτσα . Το χρησιμοποιούσαμε σαν αποθήκη. Καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία. Όταν μεγάλωσα λίγο ανέβηκα στην ταράτσα.
Αυτό το δωμάτιο έγινε ο κόσμος μου. Άνοιγα την πόρτα και βρισκόμουν στην ταράτσα. Σε πλήρη εξορία από την παιδικότητα μου. Κρέμαγα στα μανταλάκια τη μοναξιά μου να στεγνώσει, καθόμουν σε μια ξεκοιλιασμένη λαδιά πολυθρόνα που είχε άγνωστο πως βρεθεί στη ταράτσα και ρέμβαζα το δάσος των κεραιών της πόλης σε απευθείας μετάδοση. Ένα γυάλινο κορίτσι να μετράει σώβρακα και φανέλες.
Μια πλάκα τσιμέντο με χώριζε από την μάνα μου. Μια σιδερένια στριφογυριστή σκάλα του ανώτερου κλιμακοστασίου να ανεβοκατεβαίνω στα βάθη και στα ύψη μου. Ερωτηματικά τρυπούσαν το μυαλό μου. Να γυρίσω πίσω; Να φύγω; Να πετάξω μακριά ;
Για μαγειρεμένα φαγητά και σπιτικές ανέσεις ούτε λόγος. Εγώ δεν είχα τέτοια στη ζωή μου, παρά μονάχα όταν πήγαινα τα καλοκαίρια στο χωριό στην γιαγιά μου τη Μαρία. Στο καμαράκι τσουκάλι δεν έμπαινε. Το πολύ πολύ καμιά Κυριακή από κάποιο παράθυρο που ξέμενε ανοικτό ή κανένας σωλήνας απορροφητήρα να μου έφτανε καμιά μυρωδιά σπιτικού καλομαγειρεμένου φαγητού. Μαζί με την μυρωδιά τρύπωνε μέσα μου και μια αδιόρατη νοσταλγία για μια αγκαλιά που δεν ήταν ποτέ εκεί για μένα όταν την ζήταγα.
Ο κόσμος μου ήταν πιο κοντά στον ουρανό παρά στην γη. Κόσμος μοναχικός που μύριζε από τις όξινες εκκρίσεις και τους εφηβικούς ιδρώτες μου. Εμένα το σαλόνι μου ήταν έναστρο και οι φίλοι που αργότερα το επισκέφθηκαν δορυφόροι πλανήτες. Ο κόσμος που με κράτησε να μην ξεφύγω από τον άλλο κόσμο τον θλιβερό ,μιας ζωής που ερήμην μου είχε επιλεχθεί για μένα. Απ΄αυτή την ταράτσα ξεκίνησα, σαν γυάλινο κορίτσι. Όταν πεινάει ο άνθρωπος όλα τα κάνει. ‘’


 [...]


 ΄Ίώδιο’’ εκδόσεις Απόπειρα

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ /// ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ




                                                                           






Δήμος Χλωπτσιούδης, Ακατάλληλο, Ποίηση, εκδ. «Μανδραγόρας», Αθήνα 2016, σελ. 64, (Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση),

***
ακατάλληλο 

Ακατάλληλο
μου έλεγαν
όταν ήμουν παιδί
και λάθρα κοιτούσα
τη σάρκα την ερωτική…
Ακατάλληλο μου λεν
τ’ όνειρο για ενήλικο
και κρυμμένος
πίσω από σάρκες
ονειροπολώ…

Σε κασελάκι ξύλινο
κλείδωσα
ονείρατα παιδικά,
πλούσιος σαν ήμουν, 

***

ποίηση ναυαγός 

πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων,
φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση. 

***


Λβ964 

βαγόνια πόνου
σε τρένο μίσους,
μουσείο σφαγής
ενθύμηση της λήθης
σε νέα αποστολή...

πρώτα δολοφονείται
η ανθρωπιά 

***

μνήμη Κ Γώγου 

ξεχασμένες μολότοφ
γραμμή φωτιάς
αφήνουν να σκίζουν
το σκοτάδι της αυταπάτης.
Στον καθρέφτη
στολίζει το γυμνό κορμί της
πριν αντιμετωπίσει
το μίσος με το πυρωμένο
στήθος της,
χαραγμένη ιστορία
καταστολής
στο δέρμα της
και μάτια μονίμως
δακρυσμένα

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// Η ΠΟΙΗΣΗ ,Η ΕΠΟΧΗ,Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΈΡΩΤΑΣ /// ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ




xirogianni-books

Αναδημοσίευση από
fractalart

Ασημίνα Ξηρογιάννη  
Εποχή μου είναι η ποίηση, Γαβριηλίδης 2013
23 Μέρες, Γαβριηλίδης 2015


H ποίηση, η ζωή και μια ιστορία in progress ///
 
Γράφει η Κούλα Αδαλόγλου

  H  ποιητική συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση είναι η τρίτη της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Ο νέος άνθρωπος και η εποχή του – αντιμέτωπος με την εποχή του. Και η ποίηση, που τον βοηθάει να αντέχει τις συγκυρίες και τις συνθήκες της εποχής του.
Ένας άνθρωπος που, μέσα σ’ αυτήν την εποχή, κουβαλάει τις πληγές του. Και τα ερωτηματικά και τις διαψεύσεις του.
Στη συλλογή υπάρχουν ποιήματα ποιητικής, με την έννοια του τι είναι ποίηση, όπως τα Ένα ποίημα για τον Τάσο Λειβαδίτη, σ. 23, Νέα ποιητική, σ.24, άτιτλο, σ.33.
Αλλά και, ευρύτερα, ποιήματα για το ρόλο της ποίησης μέσα στη συγκεκριμένη εποχή. Και, επίσης, για το ρόλο του ποιητικού υποκειμένου-ποιητή σε σχέση με τα καθημερινά προβλήματα γύρω του αλλά και σε σχέση με τη γενικότερη πολιτική κατάσταση. Η αγωνία: η ποίηση είναι ένα άλλοθι, για να κρυφτεί το ποιητικό υποκείμενο στο «καβούκι» του ή είναι ένας τρόπος να αρθρωθούν τα προβλήματα και να έρθουν κοντά οι άνθρωποι-συμπάσχοντες;
Η Αθήνα καίγεται στις φλόγες/ και συ στοχάζεσαι πάνω στο ποίημα./ […] (σαν να βγήκες στους δρόμους/ σαν να ούρλιαξες ( άτιτλο, σ. 14)
Ά-πολις κατάντησε/ κι όμως δεν ξέρει να σου πει/ πώς λέγεται αυτό το –α./ Μα το σώμα του/ ξέρει καλά/ τα στερητικά τα άλφα/ τι σημαίνουν  (Μετανάστης, σ. 36)
Το πρώτο ποίημα της συλλογής αρχίζει με ένα ερώτημα: Πες μου,/ γιατί να γράφεις ποιήματα,/ όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;
Και τίθεται μια πρώτη θέση, που σε όλη την υπόλοιπη συλλογή προβληματίζει, υπονομεύεται, αίρεται. Χωρίς απολυτότητες και χωρίς αφορισμούς.
Η μόνη βεβαιότητα που διατυπώνεται κατηγορηματικά: […] μόνο μια πράξη/ δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή (σ.37).
Μέσα από τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα επιχειρείται ο προσδι-ορισμός του ποιητικού υποκειμένου:
Και συ αναζητάς τη συνέχεια των στίχων σου/ και ισχυρίζεσαι ότι αντιστάθηκες (σ. 14)
Μα πάνω απ’ όλα ποιητής./ Φιλτράρεις τη ζωή/ και η ποίηση είναι ο τόπος σου/ και ο χρόνος σου μαζί. (σ.35)
Στο όλο κλίμα προστίθενται και τα συναισθήματα της αμφιβολίας και διάψευσης στον έρωτα, αλλά και η ισορροπία και η πληρότητα που πηγάζουν πάλι από τον έρωτα:
Μαζί μου πήγαινες/ μαζί μου ερχόσουν./ Τώρα σιωπάς./ Και δεν ξέρω αν αδράνησες/ ή αν έχεις ηττηθεί. (σ.18)
Με τον έρωτα λες/ θα διατηρήσεις την ισορροπία σου/ μέσα στην ανισορροπία του κόσμου. (σ.46)
Λόγος λιτός, αστόλιστος. Οι καλύτερες στιγμές τα σύντομα, πυκνά ποιήματα. Το συναίσθημα, όταν πλεονάζει, κάνει κάποτε το ποίημα να χάσει τον βηματισμό του, ή φθάνει σε κάποιον διδακτισμό. Η ένταση μεγαλώνει με την πύκνωση του νοήματος.
Υπάρχει ένα ποίημα που θεωρώ πολύ χαρακτηριστικό στη συλλογή της, το Θεατής, σ.41 – ίσως μαζί με το αντίστοιχο της σελίδας 16. Ερωτικό με την ευρύτερη έννοια, αλλά και με τους όρους της ερωτικής επιθυμίας, προς έναν άντρα μέσα στη δράση ( Και γι’ αυτό σε αγάπησα./ Επειδή κινούσες βουνά/ μόνο με το χαμόγελο) που έχει μεταμορφωθεί σε θεατή των όσων διαδραματίζονται, βάζοντας σε δοκιμασία τα αισθήματα του ποιητικού υποκειμένου. Το ποίημα αυτό μπορεί να θεωρηθεί μια γέφυρα με το βιβλίο της Ξηρογιάννη 23 Μέρες. Όπως και η επίγνωση που διατρέχει τη συλλογή, πως η ποίηση είναι το σταθερό background μέσα στο οποίο δρα το ποιητικό υποκείμενο, με τη βεβαιότητα πως μόνο μια πράξη/ δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή.
Οι 23 Μέρες είναι ένα κείμενο που δεν είναι εύκολο να χωρέσει σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Θεωρώ βέβαιο το ποιητικό στοιχείο και διαβάζω την έντονη θεατρικότητα του κειμένου. Άρα, θεατρική ποίηση, ας πούμε.
Η ίδια η συγγραφέας ονομάζει το κείμενό της, ως ποιητικό υποκείμενο, την 12η μέρα, ποιητική νουβέλα in progress, τονίζοντας ίσως το στοιχείο της αφήγησης, όσον αφορά τη νουβέλα. Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να κρατηθεί είναι το in progress. Σε εξέλιξη είναι και η γραφή του κειμένου, καθώς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα μέρα τη μέρα, και φυσικά παράλληλα σε εξέλιξη είναι και η εσωτερική συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου.
23 μέρες. Αναμονή και εσωτερική διεργασία. Το ποιητικό υποκείμενο, μια νεαρή γυναίκα, και ο Άλλος, ο εραστής, που έχει απομακρυνθεί, και όλο το κείμενο είναι η περιγραφή-αφήγηση της πιθανής επιστροφής του. Με τη φωνή του Άλλου να ακούγεται μέσα από τη φωνή του ποιητικού υποκειμένου και μέσα από τις «σκηνικές» οδηγίες που αυτό δίνει για τον χώρο – εσωτερικό χώρο – και για το συναισθηματικό πλαίσιο. Με πολλές διακειμενικές αναφορές και συνομιλίες. Πολύ ενδιαφέρουσα γραφή, με τον υβριδικό της χαρακτήρα. Να σημειώσω ότι με πλάγια γράμματα αναφέρεται ο άμεσος λόγος του ποιητικού υποκειμένου, με ορθά το πλαίσιο ή τα σχόλια, σχετικά με ό,τι διαδραματίζεται ή σχετικά με όσα σκέφτεται/θυμάται η νεαρή γυναίκα. Τα μέρη αυτά συνυπάρχουν στην ίδια μέρα, αλλά μπορεί και να αυτονομούνται, να μιλάει δηλαδή μόνο το ποιητικό υποκείμενο ή και να διαβάζουμε μόνο τις σκέψεις και τους στοχασμούς του, ανάλογα με το πώς σκηνοθετείται η εξέλιξη.
Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, που φιλοξενούσε τις ερωτικές τους συναντήσεις. Στοιχεία για τα αντικείμενα του δωματίου: το κρεβάτι, ένας τετράγωνος καθρέφτης, μια ντουλάπα, ένα καφέ κομοδίνο, τα αντικαταθλιπτικά χάπια, το σημειωματάριο πάνω στο κομοδίνο, ο πίνακας με Το Φιλί του Μουνκ στον τοίχο. Και μια κουνιστή πολυθρόνα, όπου η γυναίκα, η Σοφί, περιμένει να ακούσει τον ήχο της επιστροφής του.
Η Σοφί, γράφει σε σημειωματάριο, όχι σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ενδιαφέρουσα σκηνοθετική λεπτομέρεια, καθώς η όλη ατμόσφαιρα παραπέμπει σε παλαιότερα λογοτεχνικά ζευγάρια, στους μεγάλους τους έρωτες και στους χωρισμούς τους, στη μοναξιά τους και στη «φυγή» τους απ’ τη ζωή. Και οι διακειμενικές αναφορές στις Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Έμιλυ Ντίκινσον, στον Χένρι Μίλερ και στην Αναΐς Νιν. Ωστόσο, κάποια στιγμή κατανοεί ότι πρέπει να λάβει τις δικές της αποφάσεις:
Τώρα όμως νιώθει πως είναι οι περιστάσεις που την καλούν να σκεφτεί για τη δική της ζωή και όχι μόνο για τη ζωή των «διακειμενικών άλλων». (XIII, σ. 26)
Η Σοφί πιστεύει ότι πολλοί άνθρωποι εγκλωβισμένοι στον μικρό χώρο ενός δωματίου ασφυκτιούν, αλλά μέσα από το πνίξιμο και την ασφυξία αυτή μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα. Από την άλλη μεριά
Αν πάλι κάποιος είναι μόνος του/ ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα αφυκτιά… από τη μοναξιά του ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα/ ή πολλά ποιήματα/ ή ένα πεζό/ ή… (XVII, σ.32)
Μια αναφορά πάλι στο κείμενο που γράφεται και στο είδος του, η ενδιαφέρουσα «έξοδος» του ποιητικού υποκειμένου από το κείμενο και η απ’ έξω παρακολούθηση της γραφής.
Την 21η μέρα υπάρχει μια ενδιαφέρουσα, μάλλον αναπάντεχη, αναφορά στον Σολωμό και στα σχεδιάσματά του (ύστερα από ένα μότο του Πάουλ Τσέλαν)
Αυτό που αποκαλούμε «σχέση»/ δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα εντέλει/ – όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού, ας πούμε – / «Κι όμως εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της/ είναι κάτι σαν work in progress», μου λες εσύ./ «Κι όμως, εκεί συνίσταται η γοητεία της,/ στο ότι ατέρμονα συνδιαλέγεται με το χάος» σου λέω εγώ./ (Ίσως είναι η πρώτη φορά που οι απόψεις μας συγκλίνουν κάπως)/ (Ίσως πρέπει να χωρίσουμε οριστικά)  (ΧΧΙ, Σχεδίασμα, σ. 37) 
Η συνειδητοποίηση της αποστασιοποίησης, ύστερα από τη διαπίστωση μιας σύγκλισης, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς η σαν work in progress σχέση, και συνακόλουθα η αφήγηση, φαίνεται να οδηγούνται προς ένα τέλος. Που δεν θα είναι μελοδραματικό, άλλωστε η πρωταγωνίστρια δήλωσε πως
Η Σοφί αγαπά τις καταθλίψεις της./ Επίσης απεχθάνεται το μελό/ (σ εόλες του τις εκφάνσεις)  (XIV, σ.28)
Θα είναι μια έξοδος
Αλλά εγώ δεν θα χρησιμοποιήσω το γκάζι./ Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο/ έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν/ πάνω στο κομοδίνο. (XIII, σ. 39)
Έξοδος διπλή, πάλι. Από τον εσωτερικό χώρο στον εξωτερικό, από την ψυχική κατάπτωση και απομόνωση στην έξω ζωή. Όχι ίσως με το χρώμα του προβληματισμού που υπήρχε στη συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση. Αλλά με μια βαθύτερη εσωτερική δυναμική: η γραφή-ποίηση δείχνει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να έχει καθοριστικό, λυτρωτικό χαρακτήρα. Αποκτά έναν δυναμικό ρόλο στη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο οδηγείται στη λύση (θεατρική η σημασία) μέσω της γραφής.

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ:'ENAΣ 'ΑΛΛΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ /// ΜΙΑ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ




diakopes



Χάρης Βλαβιανός «Διακοπές στην πραγματικότητα», εκδ. Πατάκη, σελ. 126


Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη //



Ένας άλλος ορισμός για την Ποίηση. Μια ατομικότητα.




Αν κάποιος συγγραφέας  κουραστεί από τη μυθοπλασία, δεν έχει και πολλές επιλογές, ειδικά αν μιλάμε για ποιητή. Βασικά έχει μόνο μία επιλογή: να επιστρέψει πάλι σε αυτήν. Αν κάποιος ποιητής έχει κουραστεί από την πολλή φαντασία, δεν έχει και πολλές επιλογές, ειδικά αν μιλάμε για ποιητή. Βασικά έχει μόνο  μία επιλογή: να επιστρέψει πάλι σε αυτήν. Το θέμα είναι πάντα το πώς, όταν αναφερόμαστε στην τέχνη. Ο Χάρης Βλαβιανός μας προτείνει μια νέα επινόησή τους, ώστε να συμβάλλουν στην δημιουργία μιας ιδιαίτερης ποιητικής πραγματικότητας. Έχουμε ανάγκη να κατοικίσουμε μια «άλλη» πραγματικότητα για να υπάρξουμε. Μια πραγματικότητα όμως που να θυμίζει το αληθινό. Ποιά είναι αλήθεια τα όρια ανάμεσα στο πλαστό και το επινοημένο; Υπάρχουν όρια διακριτά; O ποιητής μας απαντά πως όχι. Αυτά τα δύο συχνά συμπλέουν και συμπλέκονται, οπότε μοιραία εγκαθιδρύουν μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της αντίφασης, της αντιθετικότητας, της αλλοπρόσαλλης ροής και της αντεστραμμένης λογικής. To λοξό βλέμμα που είναι παρόν πάντα σε ό,τι αποκαλούμε «ποίηση». Μόνο που η «ποίηση» εδώ ορίζεται διαφορετικά από αυτό που συνήθως νοούμε ως τέτοια. Πρόκειται για μια «ποίηση» που ευρηματικά σχεδιάζει την εικόνα του εαυτού της, σχεδιάζει την εικόνα ενός «ποιητικού Eγώ» που γίνεται αυτοαναφορικό από ανάγκη, για να μπορέσει να μιλήσει για κάτι άλλο, όπως θα σημείωνε και ο Φίλιπ Λάρκιν. Ενός «ποιητικού Eγώ» που αδυνατεί να εγκλωβιστεί σε μόνο μία οπτική, σε μόνο μία πραγματικότητα, σε ένα μόνο πλαίσιο. Ίσως γιατί πλήττει. Ίσως γιατί η θλίψη του είναι διαρκής και έχει ανάγκη να την εξακτινώνει μέσω της γραφής. Μιας γραφής που συνεπάγεται ποιήματα που πάντα θα μας διαφεύγουν, αλλά θα είναι αιώνια παρόντα.
Στο «Φθινοπωρινό ρεφρέν», ποίημα ποιητικής, ορόσημο στην τέχνη του, που προτάσσεται και σε αυτό το βιβλίο, μπορεί να μιλά για το «φύλλο της πραγματικότητας/το εξαίσιο ποίημα του αληθινού», όμως ο Βλαβιανός δημιουργεί μια ποίηση, που ακριβώς επειδή γνωρίζει την υφή της πραγματικότητας, κρίνει σκόπιμο να την υπερβεί ή να την αποδομήσει ή να την αναμείξει με το φύλλο της μυθοπλασίας. Αενάως «παίζει» με τα δίπτυχα «ρεαλισμός-φαντασία», «πραγματικότητα –μυθοπλασία», δείχνοντάς την χωρίς τέλος ρευστότητα των πραγμάτων και επικυρώνοντας την άρση κάθε απόλυτου.
Ο ποιητής δεν φοβάται να διευρύνει τα όρια της ποιητικής και να μας πει με τον τρόπο και το ύφος του τί άλλο μπορεί να νοείται και να είναι «ποίηση».

[...]

Πότε ένα γνώριμο, βροχερό τοπίο,
μια συγκεκριμένη σκηνογραφία,
μεταμορφώνεται σε νέα σκέψη;
Πότε ένας οικείος ήχος
(κουπιών που κόβουν το ποτάμι στα δύο),
συνθέτει στο νου μια ξένη μελωδία;

[...]

«Δειλινό χωρίς ειδύλλιο»


Χάρης Βλαβιανός
                        Χάρης Βλαβιανός

Ποίηση είναι και το να διευρύνεις τα όρια ή το να είσαι ελαστικός με τα όρια, ποίηση είναι και ο στοχασμός ή ο αναστοχασμός πάνω στη μνήμη, την ανάμνηση, ο στοχασμός ή ο αναστοχασμός πάνω στην Ιδέα ή τη Λέξη, ποίηση είναι και η ανάπλαση, η μεταγραφή και το σχεδίασμα ενός ποιήματος. Ποίηση είναι και μια διάχυτη αίσθηση ή εικόνα που πασχίζει να ολοκληρωθεί, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνεται, ακριβώς, γιατί όλη η ομορφιά είναι στο απόσπασμα και στο σπάραγμα, ή σε ό,τι υπονοεί μια ρήξη. Ποίηση είναι και η επιθυμία του να γράψεις ένα ποίημα ή η νοσταλγία για τα ποιήματα που δεν έχεις γράψει ακόμα. Ο ποιητής παρατηρεί συνεχώς και αδιαλείπτως, αν και ξέρει ότι ποτέ καμία ερμηνεία δεν θα είναι αρκετή για τα πράγματα. Η σκηνοθεσία όμως μιας ερμηνείας  που έχει μια μεταφυσική υφή  μπορεί να συνθέτει ένα νέο είδος ποίησης. O Βλαβιανός ξέρει ότι «ό,τι και να λεχθεί είναι ανεπαρκές», η σιωπηλή προσδοκία της λέξης, της ερμηνείας, της Ιδέας όμως έχει τεράστια δύναμη στη συνείδηση του αναγνώστη, ο οποίος κάθε στιγμή σφυγμομετρά το τοπίο των ονείρων του ποιητήκαι συλλέγει διάφορα «από την αστραφτερή ροή των πραγμάτων».

[...]

  Ό,τι χάνεται
διασώζεται μέσα μας
ως αυτό που χάνεται.

[...]


“Επομένως ο καθένας σβήνει πάντα μόνος του μέσα στο ένδοξο παρόν του
καθώς η μέρα οδεύει αργά, αδιάφορα προς το τέλος της

[...]

«Δειλινό χωρίς ειδύλλιο»

Η ποίηση του Χάρη Βλαβιανού αποκτά ιδιαίτερο νόημα όταν κανείς αναλογιστεί πάνω στο στοιχείο της ατομικότητας που τη διέπει. Συγκεντρώνει από μόνη της όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την ορίζουν, είναι μια «διαρκής παρεκτροπή». Η ίδια δίνει τα κλειδιά-οδηγούς για να την ξεκλειδώσει κανείς. Το έχουμε ξαναναφέρει άλλωστε αυτό, ο Χάρης Βλαβιανός συνεχώς άμεσα ή έμμεσα υπενθυμίζει τον τρόπο που επιθυμεί να διαβαστεί. Με πεζολογικά ποιήματα-δοκίμια μας εισάγει στους πυρήνες της ιστορίας που μας κοινωνεί κάθε φορά, δίνοντας στίγμα στους αποδέκτες του:

[...]

Όμως για μένα ατομικότητα σημαίνει οξυμένη αίσθηση του τρόπου με τον οποίο ο καθένας μας, μέσα σε μια διαρκή κίνηση, προσπαθεί ν “αρμολογήσει σκέψεις και συναισθήματα.

[...]

Το ποίημα του Βερμέερ


diakopes_cover

Σε όλη την ποίηση του Βλαβιανού «οι λέξεις σωπαίνουν διακριτικά.» Ακριβώς επειδή η στόφα του και η συγκρότησή του ως ποιητή είναι τέτοια που πιστεύει ότι οι λέξεις «οφείλουν να σωπάσουν για να κρατήσουν τα προσχήματα», διατηρώντας πάντα ακέραια την αίσθηση των πραγμάτων, καθώς και ζωντανή τη λάμψη των Ιδεών. Και οι λέξεις δεν σιωπούν από «συγγραφική δειλία». Αλλά εξαιτίας της ύπαρξης ενός πνευματώδους ενστίκτου που ζητά κάθε φορά να κρατά τις αποστάσεις του από την ανούσια αισθηματολογία και την πληκτική και χωρίς έμπνευση στιχοπλοκία. Έχει καταφέρει να εδραιώσει στη συνείδηση του αναγνώστη ένα ξεχωριστό ύφος, αναγνωρίσιμο, έχοντας πάντα την επίγνωση ότι : «Eίναι δύσκολο ν “αποφασίσει κανείς/αν κάτι είναι ποίηση ή όχι..[...] (Ζωή χαρισάμενη). Όμως το «Νέο Ποίημά» του (σελ.75) με όλα τα χαρακτηριστικά που το διακρίνουν ή μάλλον με όλα τα χαρακτηριστικά που ΔΕΝ το διακρίνουν εκφράζει το Αναπάντεχο, έχει δρομολογήσει μια πορεία και ταξιδεύει μέσα στη νεοελληνική ποίηση και αποτελεί μια ειδική πρόταση «για τάξη, ρυθμό και μορφή» και που έχει τον τρόπο του να «εναντιώνεται στην ανυπαρξία», αναπλάθοντας δημιουργικά το χάος, φλερτάροντας παράλληλα μαζί του, φέρνοντας πολλάκις τον  αναγνώστη σε δημιουργική αμηχανία. Το Ποίημα, το συνολικό έργο τούτου του ποιητή ως ζωντανός οργανισμός παρουσιάζει μια κινητικότητα αναφορικά με τον τρόπο που λέει μια ιστορία, συνήθως αυτοβιογραφική.


Το ποίημα αρχίζει
να εξιστορεί τον εαυτό του
τη στιγμή που τα όνειρα ξεθωριάζουν και σβήνουν,”
τη στιγμή που με μάτια ακόμη κλειστά
πιάνεις να μετρήσεις
τους κόμπους στην κλωστή
(ψηλαφώντας τους αργά αργά)
και αναρωτιέσαι
αν εσύ είσαι αυτός
που με τόση επιμονή
(έστω τέχνη)
κατάφερες να δέσεις τις συγκεκριμένες λέξεις
γύρω από το νήμα της ιστορίας.

(La gloria de la lingua)

Το Ποίημα  των Διακοπών είναι μια διάχυτη αίσθηση, μια ανοιχτή πρόκληση, μια γοητευτική αντιστροφή.

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ /// ΤΟ ΤΡΥΦΕΡΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟ ΜΠΟΛΕ



petro_bole500epi826



Θανάσης Τριαρίδης «Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε», εκδ. Δήγμα, σελ. 370



 Αναδημοσίευση από :fractal

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη


Μια παράξενη και μακάβρια ιστορία για ένα τρυφερό μαχαίρι και τον επικίνδυνο ιδιοκτήτη του. Μια ιστορία για την υφή του θανάτου και τα ανθρώπινα όρια. Ένας παράξενος serial killer που γράφει ένα παραμύθι βαμμένο στο αίμα. Η αρχή. Η διαδρομή. Το τρανταχτό τέλος. «Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε» του Θανάση Τριαρίδη. Ποιός είναι στ’ αλήθεια ο Πέτρο Μπόλε; Ένας αιμοσταγής δολοφόνος, ένα φρικτό και αποτρόπαιο τέρας ή μήπως ένα αφελές θύμα;» «Κρέας δεν έφαγε ποτέ του, ούτε ήπιε κρασί, ούτε πλησίασε γυναίκα με σκοπό ερωτικό” μόνο τις νύχτες ξεχνιόταν και κοιτούσε τον μαύρο θόλο»(σελ .21) Πού ακριβώς βρίσκεται η αλήθεια; Και πώς χτίζεται ένας μύθος; «To όνομά του έγινε μύθος σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απ’ την μια έκρη ως την άλλη’ όπου πήγαινε τον ακολουθούσε ένα παρδαλό μπουλούκι, από ζητιάνους, γυρολόγους, χαρτορίχτρες, πλανόδιους τραγουδιστές, θρησκόληπτους, τρελούς κι απόκληρους» (σελ 22). Mπορεί ένα μαχαίρι να χαρακτηριστεί τρυφερό ή μήπως αυτή είναι μια επικίνδυνη μεταφορά; To μαχαίρι είναι δύναμη, κάτι άγριο από τη φύση του, κάτι απωθητικό. Μπορεί από την άλλη να χαρίσει τη λύτρωση σε κάποιον που υποφέρει. Μπορεί σε κάποιον να φαίνεται τόσο αβάσταχτη η ζωή που να προτιμάει το θάνατο ως μοναδική και σωτήρια λύση. Ένα συγκλονιστικό κείμενο που διαβάζεται χωρίς ανάσα. Ο θρύλος του Πέτρο Μπόλε τριγυρνά σε κάμπους πεδιάδες λιμάνια και πολιτείες ,ελεύθερος και ανεξέλεγκτος. Άνθρωποι  απελπισμένοι τον παρακαλούν να τους πάρει τη ζωή και εκείνος »εκτελεί» τις επιθυμίες τους χωρίς ίχνος τύψης ή ενδοιασμούς. Και χωρίς να παίρνει χρήματα ή να δωροδοκείται. Ίσως έχει την αίσθηση ότι εκτελεί ένα ιερό καθήκον. Όμως δεν ήταν πάντα τα πρόβατα που τους πήρε τη ζωή ως βοσκός-νέος τότε- και με αυτή την πράξη πήρε το βάπτισμα του πυρός. Μετά ήρθαν οι άνθρωποι και για αυτούς θα ‘πρεπε να υπάρχει μια λύπη, μια τύψη, ένα δίλημμα έστω. Όμως, όχι. Το παράλογο και το αποτρόπαιο γίνονται καθεστώς, επιμένουν, οργιάζουν, επιβάλλονται.
Θα έρθει όμως η» θεία» δίκη, μια τιμωρία, ένα αντιστάθμισμα σε όλα αυτά, που θα βάλει τέλος στην περιπλάνηση. Ο βασιλιάς Ιερώνυμος τον καλεί σε μια αποστολή εκκαθάρισης, αλλά δεν είναι καθόλου έντιμος απέναντί του! Ένας παράλογος έρωτας, η μυστήρια (και διπρόσωπη -εν τέλει κόρη- του βασιλιά) και η αποκάλυψη της μεγάλης Αλήθειας στον Πέτρο, θα τον οδηγήσουν στην εν ψυχρώ δολοφονία του βασιλιά και των θυγατέρων του. Η μόνη ίσως συνειδητή του Πράξη. Οι στρατιώτες του δολοφονημένου βασιλιά τον θανάτωσαν παραδειγματικά στο κέντρο της πλατείας. Το μαχαίρι του μυστηριωδώς εξαφανίστηκε και δεν το βρήκε ποτέ κανείς. Το καλό άλλοτε συμπλέει, άλλοτε διαπλέκεται με το κακό. Ο προβληματισμός έρχεται αναπόφευκτα, αναφορικά με τις αξίες, την ηθική, την ουσία της ζωής. Η ανατροπή του τέλους είναι θεμελιακή και άκρως λειτουργική. Ένα βιβλίο σχετικό με το μέγα ζήτημα της Ύπαρξης. Αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί.

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// ΣΠΥΡΟΣ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Άνθρωποι που βλέπουν τη θάλασσα



Σπύρος Γεωργίου

Αρμός
, 2015
64 σελ.
                                                               



*****


ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ

Στην άκρη του δρόμου
έπεσε η ματιά μου -κι είδα:

Πέτρες από μια μάντρα πρόχειρη
σοφά  η μία πάνω στην άλλη.
Ούτε να στέκονται για πάντα εκεί
ούτε και να πέφτουν τη στιγμή που τις κοιτάς.

Αν το ποίημα,σκέφτηκα,μοιάζει με κάτι
είναι μ 'αυτό.

Μια κατασκευή από άνθρωπο και χρόνο
που κάνουν να στέκεται όρθια
πάνω στο βουλιαγμένο χώμα
η κουβαλημένη πέτρα.


*****



 'AΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Οι άνθρωποι που ζωγράφιζε
ποτέ μεταξύ τους δεν κοιτάζονταν.
Προτιμούσαν ένα επίσημο έγγραφο
για να εστιάσουν το σκεπτικό τους βλέμμα.
Ή την αδιάφορη επιφάνεια της θάλασσας:
'Aντρας και γυναίκα με την πλάτη στον τοίχο
καθισμένοι σ' έναν πάγκο, βρεγμένοι ακόμη,
τέλεια μεταξύ τους χωρισμένοι.Όπως χωρίζουμε 
σιαμαίο κεράσι,χωρίς να χαλάει σε τίποτα
η αυτοτέλεια του φρούτου.Λίγο το σχήμα.

Όμως ξέχασα να πω ότι στον τοίχο
διαγράφονταν οι σκιές τους.
Χωρίς ν 'αποδίδει κανείς σ' αυτές πρόθεση
έμοιαζαν να βιώνουν το χωρισμό άκρως επώδυνα.



                                         

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 ///,ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ /// ΤΟΥ ΛΙΝΑΡΙΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ [ΔΙΗΓΗΜΑ]



                                                                  

Για μια χούφτα ζωή


Δεκαεφτά διηγήσεις

Φωτεινή Βασιλοπούλου

Γαβριηλίδης, 2015
120 σελ.


                                                       


                                                     
                                       Στη μνήμη Αναστάση, Μαριώς και Ηλία Τσώνη




Όταν πήρε στα χέρια του το χαρτί, όλα θόλωσαν.
Μπορεί και τ’ άλλα έξι παιδιά του να ’ταν καλά παιδιά, μα τούτο ήταν αλλιώς. Μπορεί και τ’ άλλα να ήταν καλόβολα και χαρούμενα, μα το δικό του γέλιο ήταν αλλιώς.
Όταν σκέφτηκε το γέλιο του, που ξεχυνόταν μέσα από τ’ άσπρα του δόντια, από τα γελαστά του μάτια, απ’ όλο του το σώμα… και τράνταζε το πάτωμα και τους παράσερνε όλους μαζί του… ο πόνος του ’κοψε τα ήπατα. Του ’καψε τα δάχτυλα κι άρχισε ν’ απλώνεται σ’ όλο του το είναι σαν καυτό βουλοκέρι. Κι όταν κρύωσε το κερί και πάγωσε, του ’φραξε κάθε πόρο, ξεκινώντας απ’ τ’ αυτιά, τα μάτια, τη μύτη, το στόμα. Έκοψε κάθε δυνατότητα επαφής με τον έξω κόσμο, με τους γύρω του, με τους δικούς του.
Όταν, όταν, όταν… Από δω κι εμπρός όλες του οι σκέψεις θα άρχιζαν μ’ ένα «όταν». Καμιά όμως, δε θα μετουσιωνόταν σε λόγο. Τίποτα δε θα μπορούσε να τελειώσει.
Η γυναίκα του θα τον εύρισκε καθισμένο στην καρέκλα του, εκείνη με την ψηλή πλάτη, δώρο του παιδιού τους, από κάποιο μέρος μακρινό, μ’ ένα όνομα ακόμα πιο μακρινό. Θα τον έβρισκε ευθυτενή, με τα δυο του χέρια σταυρωμένα ν’ ακουμπάνε στο αριστερό του γόνατο, κι αυτό πάνω στο δεξί του πόδι. Με το βλέμμα απλανές να κοιτά ίσια μπροστά, στο κενό. Και μπρος στα πόδια του πεσμένο το χαρτάκι που του ’φερε πριν από λίγο ο μικρός, χωρίς να σταθεί ούτε για ένα κέρασμα παρά την κούραση και την πείνα του. Ήταν ήδη νωρίς το απόγευμα κι είχε περπατήσει δαγκώνοντας τα χείλια του ίσαμε οχτώ χιλιόμετρα από το κοντινότερο χωριό που ’χε τον τηλέγραφο. Παρά τα παρακάλια του γέρου, ο μικρός δεν κοντοστάθηκε ούτε καν για ένα νερό. «Μπάρμπα, έχεις νέα», πρόλαβε να σφυρίξει κι εξαφανίστηκε σα λαγός.
Ούτε η γριά πρόκανε να τον κάνει ζάφτι1 στο έβγα του κήπου. «Πώς από δω;» ρώτησε, χωρίς να πάρει απάντηση. «Μωρέ, στάκα νια στιμή να σε φιλέψω.» Μα κείνο είχε γίνει μπουχός2. Αποσβολωμένη έκανε κατά τον κατήφορο για να βρει το γέρο της εντελώς χαϊλωμένο, μ’ ένα βλέμμα άδειο, καρφωμένο κατά τη 
θάλασσα κι ένα χαρτάκι προσγειωμένο στη δεξιά του παντούφλα. «Τι είναι τούτο, μωρέ γέρο;» Αλλά απάντηση καμιά. «Σου μιλάω, ρ’ Αρέστη. Τ’ αγναντεύεις και δε μου κρένεις;» ξαναρώτησε χωρίς να πάρει καμιά απάντηση. Τι τους έπιασε ούλους σήμερα και δεν της αποκρενότανε κανείς; «Θα μου μιλήσεις για θα με σκάσεις;» Μα πάλι απάντηση καμιά. Η σιωπή του την έκανε μπαρούτη. Ήθελε να τόνε μαλώσει, να τόνε τσακωθεί, να τόνε ταρακουνήσει. Τον έπιασε απ’ τους ώμους, μα σαν τον ακούμπησε, άγνωστο γιατί, το μετάνιωσε αμέσως. Σαν το βλέμμα της βυθίστηκε στο λυπημένο κι άδειο βλέμμα του, μια πίκρα χύθηκε και στο δικό της βλέμμα, και στο κορμί, βαθιά ως την ψυχή. Ποιος άναψε τούτη τη λύπη; Να ’ταν το άδειο, λυπημένο βλέμμα του σαν το μουσκάρι που το πάνε στο μακελάρη3; Να ’τανε από τη σουβή που τα ’χε χάσει ο άντρας της, που ήταν πατέρας των εφτά παιδιών της, που ’χαν περάσει μαζί πενήντα χρόνια του λιναριού τα πάθη; Κάτι απ’ όλα αυτά θα ’ταν. Ποτέ δεν θα ’βαζε ο νους της πως τη φωτιά στην πίκρα της, την άναψε το χαρτάκι, ένα τόσο δα χαρτάκι, που αν ήξερε να διαβάζει θα της έκαιγε τα μάτια μ’ ένα: «Χάσατε υιόν. Στοπ. Εις λιμένα Σαϊγκόν Βιετνάμ. Στοπ. Θερμά συλλυπητήρια. Στοπ.» 

__________________________________________________________________________________

1 φέρει βόλτα. 2 σκόνη, εξαφανίστηκε.

notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΒΕΡΥΚΟΚΟΥ /// ΔΥΟ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ





Ταΐζοντας τον σκύλο


Τριαντατρείς ιστορίες στιγμής

Αλεξάνδρα Βερύκοκου

Γαβριηλίδης, 2015
54 σελ.


****
Η μητέρα μου

Το πρώτο σκυλί που είχαμε ποτέ,ακολουθούσε  πάντα τη 
μάνα μου,Το δεύτερο ,επίσης.Μετά ήρθε  εγγονός.Και αυτός
την ακολουθούσε μπουσουλώντας.Μια μέρα και εγώ την 
ακολούθησα.Πίσω της απλωνόταν ένα μονοπάτι από ψίχουλα,
και ήταν πλέον σαφές.Η μητέρα μου ήταν ο Κοντορεβιθούλης
και όλοι εμείς που την περιτριγυρίζαμε,τα πουλιά' να της τρώμε
συνεχώς τον δρόμο της επιστροφής.

*****


'Ανω τελεία

Μπορεί να σου πουν ότι είμαι παιδί του Αριστοφάνη του
Βυζάντιου και θύμα του Ράλλη' αλλά γνωρίζω πολύ καλά
τους γονείς και τους φονείς μου' αχόρταγα πλάσματα
της στίξης' πατέρας μου το κόμμα,μάνα μου η τελεία.
Μπάσταρδος γόνος των ήσυχων και των νομοταγών'
οι τάσεις τους σαφώς μυθολογικές.Θυμάμαι τη γέννησή 
μου και τα πρώτα χρόνια,οι ποιητές με ερωτεύονταν' οι τραγικοί
ορκίζονταν στ' όνομά μου 'οι μαθητές με ήξεραν.
Ακούς μάνα;Kι εσείς σαν τους κακούς της παραμυθολογίας
με προσφέρατε γεύμα στους μίζερους θεούς σας.Στις γραφομηχανές 
δεν υπήρξα,οι υπολογιστές με εξοστράκισαν με βδελυρή συνωμοσία,
τα παιδιά στα σχολεία δεν ρωτούν πια για μένα.Ακούς μάνα;
Σε χρησιμοποιώ για τελευταία φορά.Πατέρα,το νου σου'








notationes /// 'ANOIΞΗ 2016 /// ΤΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΥ /// Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ [ΔΙΗΓΗΜΑ]






   Είχε δυνατά παπούτσια κακοβερνικωμένα κι αρματωμένα με καρφιά στις σόλες. Οι άλλοι δεν τον πρόσεχαν στα διαλείμματα. Καθόταν πάντα μόνος στο παγκάκι της αυλής, κάτω από τη μουριά και φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Οι στριγκές φωνές των κοριτσιών που αντάλλασαν αστεία και κυνηγιόνταν με τ’ αγόρια των μεγαλύτερων τάξεων ούτε που τάραζαν τον άγνωστο σε μένα κόσμο του. Κι όμως, φαινόταν ιδιαίτερο παιδί και ήταν ευαίσθητος. Αυτό το τελευταίο το κατάλαβα προχθές στην ξαφνική νεροποντή, που πήρε μαζί της τις ξεχαρβαλωμένες στέγες και κεραίες από τα χαμόσπιτα της γειτονιάς.
Το σπουργίτι το παρατηρούσαμε μόνο εγώ κι αυτός, καθισμένοι στο ίδιο θρανίο, που προσπαθούσε να κουρνιάσει στο στενό περβάζι του παραθύρου μας. Μας κοίταξε. Φαινόταν πεινασμένο. Έπειτα πήρε φόρα και δοκίμασε να πετάξει προς το μέρος μας .Ζύγιασε τις φτερούγες του και μ’ ένα πάταγο έσκασε στο μουσκεμένο κλειστό τζάμι δίπλα στα κεφάλια μας. Εκείνος πετάχτηκε, έσυρε με ταχύτητα το παράθυρο και πήρε στα χέρια του το ξυλιασμένο σωματάκι του πουλιού. Ζήτησε από τη δασκάλα μας την άδεια να το θάψει στο διπλανό οικόπεδο. Τον ακολουθήσαμε δυο-τρεις συμμαθητές, βαδίζοντας σιωπηλοί και λυπημένοι, εμπρός εκείνος με το νεκρό σπουργίτι αγκαλιά και πίσω οι υπόλοιποι, όπως είχαμε δει να πηγαίνουν οι μεγάλοι στις κηδείες. Το αποθέσαμε απαλά στο νοτισμένο χώμα ,χαράξαμε ένα σταυρό και βάλαμε πάνω του μία πέτρα.
Από τότε, ο Καινούριος κι εγώ, γίναμε αχώριστοι, λες και μας ένωσε ο θάνατος του σπουργιτιού. Του έδειξα τις συλλογές μου από κάρτες και καπάκια μπουκαλιών. Μου ζωγράφισε το χωριό του εκεί ψηλά στον Όλυμπο και άρχισε δειλά-δειλά να εξωτερικεύει τις σκέψεις του μόνο σε μένα. Έπειτα από κάμποσο διάστημα που γίναμε φίλοι, μια μέρα μου φάνηκε αλλαγμένος. Τον είδα αφηρημένο στα μαθήματα και στα διαλείμματα ήταν συλλογισμένος, σκεφτικός. Η όψη του έμοιαζε χλωμή, ταλαιπωρημένη. Τον πλησίασα. Γενικά δεν μιλούσε πολύ αλλά ό,τι δεν έλεγε με τα λόγια, τα εξηγούσε άριστα με το στραβό δεξί του φρύδι. Όταν ήταν στενοχωρημένος, το σήκωνε πάντα λοξά και μια αυλακιά χαράκωνε σαν καλοσχηματισμένη ρυτίδα το φαρδύ του μέτωπο και ευθύς συννέφιαζε το βλέμμα του .Βαρύς κι ασήκωτος ήταν σήμερα κι ο καημός του!
Με κοίταξε με την άκρη του ματιού του σαν να ήθελε να με αποφύγει.. Εγώ όμως, τον καταλάβαινα. Άφησα τον χρόνο να μεγαλώσει την απόσταση μεταξύ μας. Ήξερα πως αυτό του άρεσε! Δεν τον πίεζα. Κύλησαν έτσι λίγα λεπτά που τον βοήθησαν να αναδιπλώσει τις σκέψεις του. Ξεκίνησε να μου λέει για την πρότερη ζωή του. Ο πατέρας του άνεργος εργολάβος οικοδομών και η μάνα άνεργη κι αυτή από χθες. Μόλις την απέλυσαν από το μαγαζί που εργαζόταν για 15 χρόνια και έψαχνε απεγνωσμένα κάποια δουλειά. Τον κοίταξα όλο ενδιαφέρον και σταμάτησα το μασούλισμα. Έπιασα και του έκοψα το μισό μου σάντουιτς. Δίστασε στην αρχή. Μετά όμως, νιώθοντας το θάρρος που δικαιολογεί η μοιρασιά του ίδιου θρανίου, άρχισε να το τρώει με όρεξη.
Αισθάνθηκα τύψεις που εγώ είχα καθημερινά το καλοδιπλωμένο μου σάντουιτς στα διαλείμματα, ενώ ο καινούργιος θα έκανε στο εξής υποχρεωτική νηστεία!
Γύρισα σπίτι προβληματισμένος. Κάτι μέσα μου διαμαρτυρόταν γι’ αυτή την ατυχία του Καινούργιου. Ποιος να ξέρει; Ίσως αύριο αγγίξει και το δικό μου σπίτι.
Τριβέλια έτρωγαν το παιδικό μου μυαλό για το πώς να τον βοηθήσω. Μετά από όσα μου εκμυστηρεύθηκε, το ένιωθα χρέος στον καινούργιο φίλο μου που τόσο ξαφνικά μπήκε να προβληματίσει την καθημερινότητά μου. Έτσι ζήτησα από τη
μητέρα μου να έχω κάθε μέρα στη σάκα μου το δεκατιανό μου σε δύο κομμάτια, δήθεν για να το φάω με μεγαλύτερη ευκολία στα διαλείμματα. Δεν ήθελα κανείς να μάθει την οικογενειακή δυσκολία του Καινούργιου. Με εμπιστεύθηκε και το ‘νιωθα άπρεπο να τον προδώσω, τώρα που άρχισε να με συνηθίζει και να μου ανοίγεται.
Δέκα η ώρα, ώρα διαλείμματος.. Η δασκάλα της Έκτης βγαίνοντας στο προαύλιο με το πρώτο κουδούνι, έστρεψε το βλέμμα στο παγκάκι της μουριάς με τα σκόρπια κιτρινισμένα φύλλα. Μας κοίταξε με αγάπη. Είμαστε και οι δυο μας καθισμένοι ήσυχα κάτω από τον ξερακιανό κορμό του δένδρου. Εγώ ξεδίπλωσα προσεκτικά ένα φουσκωμένο κομμάτι αλουμινόχαρτο δεμένο με χρωματιστό λαστιχάκι κι έβγαλα από μέσα δυο μεγάλα κομμάτια σάντουιτς .Τύλιξα το ένα στη χαρτοπετσέτα και το έδωσα προσεκτικά στον Καινούργιο που το κοίταξε με βλέμμα πεινασμένο αλλά τα χέρια του δεν βιάστηκαν να το αρπάξουν. Αντίθετα το κράτησε διστακτικά, σχεδόν με ευλάβεια, σκύβοντας ντροπαλά το κεφάλι. Χαμογελούσε, και ήταν γεμάτος ευτυχία που θα χόρταινε την πείνα του. Κάτω από τη μουριά τρώγαμε κι οι δυο αμίλητοι αλλά τόσο ταιριαστοί..
Κάθε μέρα, πάντα στο πρώτο διάλειμμα , η σκηνή επαναλαμβανόταν. Εγώ, έδινα το μισό φαγητό μου στο φίλο μου. Η δασκάλα από τότε που μας κατάλαβε, δεν παρέλειπε να μας παρατηρεί για κάμποσο διάστημα, επιβραβεύοντάς με το βλέμμα, επειδή πήρα υπό την προστασία μου τον Καινούργιο. Στην τάξη μετά το κουδούνι, τον φώναξε στο μάθημα. Ήταν διαβασμένος. Σηκώθηκε δίπλα μου θαρρετά και με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα από το πρωινό κρύο, είπε καθαρά χωρίς καθόλου να κομπιάσει όλο τα μάθημα της Γεωγραφίας. Πρώτος ήρθε και σ’ όλα τα διαγωνίσματα του Τριμήνου. Βοηθούσε μάλιστα και τον Αντώνη στη Φυσική εθελοντικά μετά το τέλος του ωραρίου.
Τα παιδιά άρχισαν σιγά-σιγά να τον πλησιάζουν με περιέργεια και ενδιαφέρον. Τώρα πλέον σε κάθε διάλειμμα κάθονται μαζί του σαν να ξύπνησε ξαφνικά μέσα τους ένα αίσθημα αλληλεγγύης, άρχισαν να μοιράζουν αναμεταξύ τους το δεκατιανό τους. «Μπράβο σου Σωτήρη» του είπαν δυνατά. «Δεν ξέραμε ότι ήσουν τόσο καλός!» Ο Σωτήρης-έτσι ήταν το όνομά του-σήκωσε το κεφάλι με καθαρό και περήφανο βλέμμα. Δεν ανασήκωσε πια ξανά το φρύδι του. Κοίταζε τους συμμαθητές του με φανερή ευχαρίστηση. Για πρώτη φορά μετά από δυο μήνες που άνοιξαν τα σχολεία, οι άλλοι εκτός από μένα, το Μάρκο τον φίλο του, τον φώναζαν με το όνομά του.
Γύριζε στην τάξη σφυρίζοντας, πατώντας με κρότο τα αρματωμένα με καρφιά δυνατά παπούτσια του. Είχε πια μια θέση μεταξύ μας. Ανήκε κι αυτός στη σχολική μας ομάδα. Είχε φαγητό, φίλους, ζεστασιά στην ψυχή, όνομα. Τον έλεγαν Σωτήρη, ήταν απ’ τον Όλυμπο και δεν ήταν πια καινούργιος.