Translate

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

notationes/// IANOYAΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014 ///// ΠΕΤΡΟΣ ΠΟΛΥΜΕΝΗΣ //// ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



     

                                                     



     

              

             ΦΛΟΣ  ΡΟΥΑΓΙΑΛ






Κάθε μέρα επιβιβάζονται σε λεωφορείο απαράλλακτο
ίδιες οι στάσεις,ω ναι,το τέρμα ίδιο.
Στο διάδρομο φτεροκοπάνε
κορμοράνοι ερωδιοί θέλω εξωτικά
σώματα ντυμένα τραπουλόχαρτα.



Στην απογείωση φυλλορροούν ατάκτως οι επιβάτες
ντάμες πέφτουν λιπόθυμες σε προσόψεις  λα ι κές
βαλέδες ξαπλώνουν σε κήπους με τριφύλλια
δροσερά καρό συναντιούνται σε τυχαίο ξέφωτο
στυλώθηκαν τα μπαστούνια  σε επικίνδυνα στενά.



Μια καινούρια ηθική σε χρώμα κόκκινο
σαν φλος ρουαγιάλ απλώνεται στο δρόμο. 





                       ****





                   ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ



Αυτό το άδειο σπίτι σε περίμενε.
Αγκαλιά ,χωρίς την ανάγκη λέξης καμίας
τα σώματα κουμπώσανε ιδανικά
σκεπάζοντας έκθετες νύχτες.



Ανάμεσά τους ζωγράφισες μια θάλασσα,
επιθυμίες ζαλισμένες  άφιξη επιτέλους
άκρη κυματισμών πανιά γεμάτα.



Στα δάχτυλά μου φτάνουν με χυμούς από ροδάκινα
κάθε που στήνω τρελό κυνηγητό
με ιδέες πιασμένες χέρι χέρι.
Στα χείλη σου σβήνεται ο κόσμος  όλος.












                        
                                    ****




                                            
                     ΨΙΛΟΝ ΚΑΙ  ΠΙ




                        



 Χαράξανε  τα αρχικά τους στο σώμα     της άνοιξης.
'Εψιλον και Πι.


ψιλον  για το αεράκι το ψιλό
    όταν χαιδεύει  απλωμένα όνειρα.
 Πι για τη σιωπή
    όταν προσεύχεται στην ομορφιά της.


 Ο ένας για τον άλλο
 ελευθερία μαζί και πεπρωμένο.




(Ασώτου   Μύθοι,Γαβριηλίδης  2004)



                            











































notationes // IANOYAΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014 //// ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΠΡΟΣΦΑΤΑ






                                            





    


  
   ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ ΛΕΥΚΙΟΣ



Μ' ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΛΥΠΗ

ISBN139789605760250
ΕκδότηςΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Χρονολογία ΈκδοσηςΔεκέμβριος 2013



ΕπιμέλειαΖΑΦΕΙΡΙΟΥ ΛΕΥΚΙΟΣ




... Οι σκέψεις δεν μ' άφηναν, ίσως και να μην επιστρέψω ξανά εδώ. Ξένος, τι γυρεύω στον κόσμο αυτόν. Αναρωτιόμουν ποια θα 'ναι η μοίρα του νησιού στην αμείλικτη προοπτική του χρόνου. Το ρόδινο βασίλειο της Αφροδίτης, όπως είχε αποκαλέσει το νησί ο Ντισραέλι. Η αίσθηση της Ιστορίας ή μήπως η σκιά του θανάτου άφηνε αυτό το γκρίζο χρώμα στην ψυχή μου; Το μπαρ Ο Μαύρος Γάτος, ο σύντομος αλλά συναρπαστικός βίος των ανθρώπων στη Λάρνακα, με τη Μάρω να της υπονομεύει τη φαντασία η καθημερινή πραγματικότητα... Σ' αυτή την πόλη, που σύμφωνα με την παράδοση, είχε ως πρώτο οικιστή τον Χεττίμ, δισέγγονο του Νώε, και είχε καλό και περίκλειστο λιμάνι, καθώς διηγείται ο Στράβων.
Στο μπαρ ένα βράδυ, ή στο πανδοχείο Το Εθνικόν, δεν θυμάμαι πια, η Πόπη ή κάποια άλλη είπε ότι είχαν βρει ασήμι στις Αλυκές. Γι' αυτό Φράγκοι, Βενετοί, Οθωμανοί κι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ και γέμισαν την παραλία κουσουλάτα (προξενεία). (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)




---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------










ΠEΡΙΟΔΙΚΟ  ΠΟΙΗΤΙΚΗ, ΤΕΥΧΟΣ 12, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2013

Εκδ.Πατάκης

Διευθυντής  Έκδοσης :Xάρης  Βλαβιανός 




Στο κεντρικό αφιέρωμα παρουσιάζονται όψεις του έργου του κορυφαίου νομπελίστα ποιητή Seamus Heaney. O Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και ο Χάρης Βλαβιανός μεταφράζουν δύο εμβληματικά του δοκίμια, ενώ ο Ερωτόκριτος Μωραΐτης και ο Χάρης Βλαβιανός μεταφράζουν ποιήματά του από την τελευταία του συλλογή, «Ανθρώπινη αλυσίδα» καθώς και το γνωστό του ποίημα «Ο Σεφέρης στον κάτω κόσμο» - ποίημα στο οποίο ο Heaney συνομιλεί με τρόπο δραστικό αλλά και τρυφερό με τον δικό μας Έλληνα ποιητή.

Η ξένη ποίηση εκπροσωπείται στο ευρύτερο δυνατό φάσμα της. Από τα ποιήματα του κορυφαίου Πορτογάλου ποιητή Fernando Pessoa (η Μαρία Παπαδήμα μεταφράζει τα «ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος» - βασικό «ετερώνυμo» του Pessoa) και την κλασική σύνθεση, «Η παραλία του Ντόβερ», του μεγάλου Άγγλου ποιητή Mathew Arnold (μτφρ. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), φτάνουμε σε δύο άλλους σημαντικότατους ποιητές: στον Aimé Césaire, που σφράγισε με την τολμηρή, ανυπότακτη γραφή του την ποίηση της μετααποικιακής Αφρικής (η Ευγενία Γραμματικοπούλου μεταφράζει το έργο του, «Τη νεγροσύνη μη την κλαις»] και τον Vittorio Sereni, που θεωρείται ένας από τους πλέον αξιόλογους Ιταλούς μεταπολεμικούς ποιητές [ο Σωτήρης Παστάκας μεταφράζει ποιήματα από τη βραβευμένη του συλλογή «Η μνήμη σου μέσα μου»]. Επιπλέον, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ναταλία Κατσού μεταφράζουν ποιητικά κείμενα δύο κορυφαίων αγγλόφωνων ποιητών: του «καταραμένου» Αμερικανού James Wright και της Αγγλίδας Ruth Fainlight, της οποίας το έργο, «Σίβυλλες», που παρουσιάζεται, φανερώνει τη βαθιά της σχέση με την αρχαία ελληνική γραμματεία και μυθολογία. Τέλος, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μεταφράζει ποιήματα του ελληνικής καταγωγής Στέφανου Παπαδόπουλου, την ποίηση του οποίου έχει επαινέσει επανειλημμένα ο Derek Walkott.

Στον χώρο του δοκιμίου, το 12ο τεύχος της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ φιλοξενεί, στο κλείσιμο του έτους Καβάφη, δύο πολύ σημαντικά δοκίμια για την ποίηση του Αλεξανδρινού και την υποδοχή που επεφύλαξαν στο έργο του διάφοροι καβαφιστές αλλά και cavafistas. Τα υπογράφουν ο Δ. Ν. Μαρωνίτης και ο Νάσος Βαγενάς. Ο γνωστός αμερικανός ποιητής Kenneth Goldsmith, συγγραφέας του πολυσυζητημένου έργου, «Uncreative Writing: Managing Language in a Digital Age», στο ανά χείρας δοκίμιο που τιτλοφορείται, «Στην ψηφιακή εποχή ονομάζεται ‘επαναστόχευση’», επιχειρεί να υπερασπιστεί, μέσα στο σημερινό ψηφιακό πλαίσιο, την πρωτοτυπία της «μη-πρωτότυπης» γραφής (μτφρ. Νίνα Μπούρη), ενώ ο Δημήτρης Μανούκας αναλύει σε βάθος το ποιητικό έργο της κορυφαίας Sarah Kane.

Τέλος, η πρόσφατη σοδειά της ελληνικής ποίησης αναδεικνύεται με την παρουσία δεκαοκτώ ποιητών, νέων ή καταξιωμένων: των Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, Δήμητρας Χριστοδούλου, Γιώργου Βέη, Αλεξάνδρας Μπακονίκα, Αγγελικής Σιδηρά, Ευριπίδη Γαραντούδη, Χάρη Βλαβιανού, Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, Γιάννη Ζέρβα, Γιάννη Ευθυμιάδη, George le Nonce, Δ. Κανελλόπουλου, Γιώργου Κασαπίδη, Γαλάτειας Δημητρίου, Γλυκερίας Μπασδέκη, Ελευθερίας Τσίτσα, Πόλυ Μαμακάκη, και Μιχαήλ Μήτρα.

Το τεύχος συμπληρώνουν οι μόνιμες στήλες των et cetera και της Κριτικής, στις οποίες παρουσιάζονται και κρίνονται βιβλία ποίησης και σχολιάζονται ζητήματα σχετικά με την ποιητική τέχνη.






ΣΤΑΧΤΕΣ







_________________________________________________________________________________

















Η αθανασία των σκύλων


(70 σύντομες ιστορίες)

Κώστας Μαυρουδής

Πόλις, 2013
213 σελ.
ISBN 978-960-435-430-6, [Κυκλοφορεί]










 Ιστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην επαρχία, σε πόλεις της Ευρώπης, σε μυθιστορηματικές σελίδες και σε φιλμ. Ιστορίες σκύλων που "τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα", εμβολίζουν επίσημες πομπές, ακολουθούν παρελάσεις, διασχίζουν τα γεγονότα...

Η αθανασία των σκύλων, η άγνοια δηλαδή του θανάτου και του χρόνου, δίπλα στο εφήμερο των ανθρώπων. Ο Άργος κουνάει πάντα τα αυτιά του αντικρίζοντας τον Οδυσσέα, ο Μπεντικό κυκλοφορεί στις σελίδες του Γατόπαρδου δίπλα στον Ντον Φαμπρίτσιο, ο Boatswain μνημειώνεται στον "Επιτάφιο για ένα σκύλο" του Μπάιρον. δεκαεπτά σκύλοι υποδέχονται τον Πλαστήρα σε μια προεκλογική συγκέντρωση, ένα Μπόξερ καταστρέφει το υπό συγγραφή βιβλίο, έργο ζωής, και ο Λέων -σκύλος ενός ηλικιωμένου εφημέριου- παρακολουθεί τη Λειτουργία. Συνοδοιπόροι, άνθρωποι και σκύλοι μοιράζονται πραγματικότητες και αλήθειες, συναισθήματα, εξομολογήσεις και σημαίνουσες στιγμές.

Ο Κώστας Μαυρουδής με στοχαστική και ποιητική ματιά, κάποτε ειρωνικός κι αυτοσαρκαστικός, απαθανατίζει περιστατικά και χειρονομίες και αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις. Οι 70 μικρές ιστορίες του συμπυκνώνουν το χρόνο, αντιστέκονται στις απλοποιήσεις, ανοίγονται με φαντασία και λόγο στο απροσδιόριστο και το απροσδόκητο και "καταφάσκουν παρήγορα στη ζωή".







BIBLIONET






_____________________________________________________________________________________









                                                 





Επιμέλεια: ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
α’ κυκλοφορία: Ιούλιος 2013
Σχήμα: 16×24εκ., σελ.: 112, τιμή: 9 ευρώ, ISBN: 978-618-80520-7-9 ΣΕΙΡΑ: Φιλολογικά




Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ανήκει στους κλασικούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μοναδικό επίτευγμα για έλληνα ποιητή της παλαιάς, μεταιχμιακής διασποράς, εκείνης που γνώρισε μεγάλη ακμή από τον 18ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα, και μετά κατέρρευσε, για να την διαδεχθεί η μετεμφυλιακή μετανάστευση. Για τον «κλασικό» Καβάφη αποφάσισε ανέκκλητα η Ιστορία.
Ο Καβάφης όμως δεν είναι μόνο κλασικός, είναι και μοντέρνος. Για την ακρίβεια, ένας κλασικός του μοντερνισμού. Υπήρξε καινοτόμος, καθιερώνοντας τη δική του αποκλειστική ταυτότητα. Στην ποιητική αναζήτησε και κατέκτησε έναν ιδιογενή τρόπο γραφής∙ τον αναγνωρίζει κανείς από μακριά, όπως αναγνωρίζει έναν πίνακα του Πικάσο ή τη φωνή της Κάλας. Στη θεματική συγκρότησε ένα μικρό σύμπαν από πρόσωπα, γεγονότα, αισθήματα, στάσεις και σύμβολα που ενισχύουν την ιδιαιτερότητα του λόγου. Στη δημοσιοποίηση των κειμένων επινόησε κάτι μοναδικό στο πεδίο του ευρωπαϊκού μοντερνισμού: την ιδιωτική ρύθμιση της διανομής των ποιημάτων του και την άρνηση να ακολουθήσει την καθιερωμένη οδό της έκδοσης βιβλίου, και μάλιστα υπό την αιγίδα κάποιου εκδοτικού οίκου περιωπής στο εθνικό κέντρο, δηλαδή στην Αθήνα.
Ακόμη και στο περιβάλλον της μεταμοντέρνας κατάστασης, η σταδιοδρομία τού καβαφικού έργου όχι μόνο δεν κάμπτεται αλλά συνεχίζει την ανοδική της πορεία. Ο Καβάφης είναι ένας κλασικός της ελληνικής λογοτεχνίας με διεθνή ακτινοβολία∙ ένας ποιητής του κανόνα που ενδιαφέρει και συγκινεί το μεγάλο κοινό∙ ένας απαιτητικός συγγραφέας του μοντερνισμού που υπόκειται στην πολυμορφία της πρόσληψης και ανάλωσής του.  




ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΜΟΥ





Τα κείμενα του τόμου υπογράφουν οι: Αθηνά Βογιατζόγλου (Ο Καβάφης του Νίκου Εγγονόπουλου), Κώστας Βούλγαρης (Ο Καβάφης και η «εργολαβία» του μοντέρνου), Σπύρος Λ. Βρεττός (Για τα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη), Δημήτρης Δημηρούλης (Ο Καβάφης ως κλασικός και ως μοντέρνος), Αλέξης Ζήρας (Η «Αραβική Αφύπνιση» και ο Κωνσταντίνος Καβάφης), Μαρία Κούρση (Κατρακύλησα), Τζέιμς Μέρριλ (After Cavafy, μτφ.: Σάκης Σερέφας), Αλέξανδρος Μηλιάς (Καβαφικά επιτύμβια: Η υφαρπαγή της δύναμης του θανάτου), Παναγιώτης Νούτσος (Κ. Π. Καβάφης και Γεώργιος Σκληρός), Ευτυχία Παναγιώτου (Ο Καβάφης, στο σχολείο και στην ποίηση), Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (Η μνήμη και το σώμα), Εύη Προύσαλη (Επιθυμίες κ’ αισθήσεις εκόμισα εις την Τέχνην), Αλκης Ρήγος (Ένα διαφορετικό μνημόσυνο), Στέφανος Ροζάνης (Η «αποξένωση» του Καβάφη), Βασίλης Ρούβαλης (Η καβαφική πραγματικότητα), Θωμάς Τσαλαπάτης (Ο Καβάφης και οι σκιές. Η ρευστότητα της ιστορίας και η ρευστότητα των νοημάτων), Σταυρούλα Τσούπρου (Καβάφης και δημοτικό τραγούδι), Μαρία Χατζηγιακουμή (Ο Καβάφης και η «ποιητική ιδέα»), Μαρία Ψάχου (Ο Καβάφης και η ποίηση της γενιάς του ’70).




                                                         


poema editions






____________________________________________________________________________________











                                         
                                              





Αίθουσα αναχωρήσεων



Πέτρος Πολυμένης
επιμέλεια: Εύη Κώτσου
μουσική σύνθεση: Έφη Μαρκουλάκη
ερμηνεία: Μιχάλης Βιρβιδάκης, Ματίνα Μόσχοβη

Ατόλη
, 2013
55 σελ.
ISBN 978-618-80807-0-6, [Κυκλοφορεί]





Στη συλλογή "Αίθουσα αναχωρήσεων" του Πέτρου Πολυμένη, μέσα στο κάθε ποίημα η φωνή που ακούγεται αρχικά διαθλάται στην εμπειρία, διαφορετικοί ήχοι και πρόσωπα αφυπνίζονται, ο ρυθμός αλλάζει και ενίοτε μια ηχώ σχηματίζεται. Παρόλ' αυτά το αίτημα της ενότητας παραμένει επίμονα, όπως φανερώνεται στη γεωμέτρηση της συλλογής, η οποία ξεδιπλώνεται σε τέσσερις ενότητες: Δρόμος, Λατρεία, Αγορά, Κατοικία. Από τα τέσσερα αυτά σημεία του ποιητικού ορίζοντα απλώνονται νήματα που διαπερνούν τα ποιήματα της συλλογής, υφαίνοντας μια εξωστρεφή ανα-σύνθεση που περιέχει το ποιητικό υποκείμενο, τοπία και αντικείμενα γύρω του, καθώς και πρόσωπα, είτε στο άμεσο περιβάλον είτε εντός του κοινωνικού σχηματισμού.

Αν και η ανάγνωση ενός ποιήματος έχει ως αναγκαία προϋπόθεση μονάχα το τυπωμένο χαρτί, στην "Αίθουσα αναχωρήσεων" επιχειρείται η εικονοποίηση έντεκα ποιημάτων, μέσα από ισάριθμα λεκτικά βίντεο. Σε ορισμένα εξελίσσεται παράλληλα ένα οδοιπορικό σε σπάνια ελληνικά τοπία. Με αυτόν τον τρόπο ερευνάται και από μία άλλη κατεύθυνση ο εμπλουτισμός της ποιητικής πρακτικής στον παρόντα χρόνο, ποιες ακόμα δίοδοι ανοίγονται μεταξύ λέξεων και εμπειρίας, ή πώς μπορούν να φωτιστούν διαφορετικά τα σιωπηρά συμφραζόμενα των ποιημάτων, και να αναδειχτούν οι ίδιες οι λέξεις.






Πηγή:BIBLIONET

notationes///ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ -ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014////ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ///ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



                                         



                                       

                                  

                                          Φωτό:A.Ξηρογιάννη








ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΤΗ ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ ΤΗΣ ΙΛΙΑΔΑΣ





Λίγο πριν βγει για την μεγάλη μάχη με τον Αχιλλέα
ο ' Εκτορας,
των Τρώων το πρώτο παλικάρι,
πήγε την Ανδρομάχη ν' αποχαιρετίσει
Και κείνη τον μοιρολόγαγε χωρίς να 'χει πεθάνει
γιατί αισθάνθηκε της μοίρας το γραμμένο.
''Θα σε αφανίσει τούτη σου η τόλμη ,ω τρομερέ!''
τα λόγια της ανακατεμένα με πυκνά δάκρυα-
γιατί ο φόβος σ' όλες τις εποχές το ίδιο πρόσωπο έχει.
Μα εκείνος(τί ειρωνική αντίθεση!) χαμογελούσε
κοιτώντας τον μικρό μονάκριβο γιο του
τον Σκαμάνδριο,
μα που Αστυάνακτα τον φώναζαν τα πλήθη.
Του χάιδευε τα χεράκια και τα μαλλιά
με τρυφερότητα,
ήταν συγκεντρωμένος στο όμορφο πρόσωπο
βυθισμένος στο αθώο βλέμμα
Και έλεγε από μέσα του ευχές για καλοτυχία:
<<..να ναι στ 'άρματα δυνατός ,μέγας στη Τροία βασιλέας,
και όλοι να λέν ''καλύτερος αποδείχτηκε από τον πατέρα του''>>
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο Έκτορας είδε τη γυναίκα του και το παιδί του.







                           **********







ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΜΠΡΕΧΤ





Οι άνθρωποι μιλούν με κλισέ πολλές φορές.
Και μοιάζει ψεύτικη η αλήθεια όταν σου λέω:
''Tα κύτταρά μου  είναι γεμάτα από τις λέξεις και τις
σιωπές σου.''
Κι όμως είμαι εγώ που  μοιράζομαι την αγάπη μου.
Αγάπη μου,
εκείνη ερωτεύεται τις λέξεις σου ;
Tις φυλάει σαν κάτι πολύτιμο;
Aφουγκράζεται τη θλίψη που φωλιάζει μέσα στους στίχους σου;
Θα άντεχε αν ήξερε και την άλλη όψη των πραγμάτων ,
ή θα έσπευδε να σε τεμαχίσει
και να πάρει το μερίδιο που της αναλογεί;
Eγώ,βλέπεις,σαν άλλη  Γκρούσα  ,
επιλέγω  κάθε φορά  να διαφυλάττω την  δική σου ακεραιότητα
παρά να  γαληνεύω  την αιώνια μοναξιά μου.


            


                     

                           **********









 'ENA   TΡΑΓΟΥΔΙ





H γυναίκα πετάει

Γράφει
Ποιήματα κόκκινα

Ερμηνεύει
Κίτρινα όνειρα




Γέρνει
Στα χέρια γαλάζιων εραστών

Ερωτεύεται
Ροζ λέξεις

Ακούει
Πορτοκαλί ήχους

Αντέχει

Τα ποιήματά της όμως
έχουν πόνο
παρά το κόκκινο

Καφέ μέρες
Ζει

Μωβ παραμύθια
Λέει στα παιδιά της

Κρεμιέται
Από τη γκρίνια της

Καταλύει αντιστάσεις
Μοιραίων ανδρών

 
Γράφει
Ποιήματα κόκκινα
Τα ποιήματά της όμως
έχουν πόνο
παρά το κόκκινο

Κολυμπάει
μέσα στα λαχανί παπούτσια της
(τα παπούτσια είναι πάντα λαχανί)
Τα ποιήματα πάντα κόκκινα

κ ό κ κ ι ν α

με πόνο κόκκινο
με κόκκινο πόνο

Με πόνο.




(ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2013)
 
 
 



notationes////IANOYAΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014///ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ //// Ι r i d i u m



                                    


                          
        
                                
                             Χρειάστηκαν 33 χρόνια κι ένας Γολγοθάς,
                             για να καταλάβω
                             ότι δεν είμαι ο Ιησούς.
                             Ο σταυρός είμαι.
                             (Εξ ου και δεν συμμετέχω στην ανάσταση.)







Momentum, 2013
56 σελ.








Ερώτηση (ρητορική) 





Πώς να λύσω αυτό το μυστήριο,
όταν ένα άστρο κοιτάζει ένα άλλο, στην άκρη του γαλαξία και λέει:
«Αυτή, αυτή είναι η αγάπη μου
και με καμιά άλλη αγάπη δεν μπορώ να ταιριάξω
σε όλα τα πιθανά σύμπαντα».
Μικρό το μυαλό μου κι η καρδιά μου λίγη.
Βουβή κουβαλώ αυτή την απορία, γαντζωμένη στην πλάτη μου,
όπως ένα ζώο το μωρό του στο δάσος. 



*




Εκτός κιβωτού 




Εκείνες τις μέρες τα νερά ανέβαιναν.
Τα μωρά έκλαιγαν
αλλά κανείς δεν έσκυβε πάνω από το κεφάλι τους,
τα αγόρια δεν κοιτούσαν τα κορίτσια,
τα κορίτσια δεν φιλούσαν τους καθρέφτες,
οι γέροι δεν ζήλευαν τους νέους,
οι νέοι μισούσαν τα νιάτα τους,
τα ζώα έφευγαν κοπάδια για τα βουνά,
τα σπίτια κρατούσαν τις ανάσες τους,
τα δέντρα αποφάσισαν να γίνουν φύκια.

Εσύ μου είπες: «Το ξέρεις πως πάντα σ' αγαπούσα».
Εγώ δεν είπα τίποτα γιατί ήδη πνιγόμουν.
Οι οθόνες μάς τραγούδησαν για τελευταία φορά, καληνύχτα.

Ο Θεός κοίταξε το έργο του κι έμεινε ευχαριστημένος. 




*





Greetings From Beyond 





Σας στέλνω χαιρετισμούς από την εξωτική πλατεία Συντάγματος,
όπου περνώ τις μέρες μου τρώγοντας πικρά πορτοκάλια.
Στην πατρίδα μαθαίνω ότι βρέχει
αλλά εδώ κάνει κρύο
κι έχει έναν ήλιο άρρωστο.
Όλοι είναι χλομοί, βήχουν κάτι λέξεις-αγκάθια
που τους γέρνουν το λαιμό
κι έπειτα μπαίνουν στο μετρό.
Εγώ κόβω βόλτες με το ποδήλατο,
χαιρετάω τα βιαστικά ταξί
και βγάζω πολλές φωτογραφίες,
αλλά δεν φαίνομαι σε καμία
κι έτσι δεν σας τις στέλνω.
Όμως είμαι καλά, αυτό θέλω να ξέρετε.
Κι αυτό το σώμα που θα σας στείλουν
και θα σας πουν ότι είμαι εγώ,
δεν είμαι. 



 *





Η Ωραία μετά το Τέρας 




Τω καιρώ εκείνω διάβαζε πεινασμένα,
κυρίως βίους γυναικών:
Νύφες του Χριστού πέθαιναν σε τροχούς βασανιστηρίων
ενώ ο μνηστήρας τους έτρεχε να βρει χαμένα πρόβατα.
Βασίλισσες συγχωρούσαν τους δημίους τους,
πετώντας κοσμήματα και κορσέδες στα πλήθη.
Μάγισσες ούρλιαζαν το όνομα του Εωσφόρου στην πυρά
αλλά εκείνος ήταν otherwise occupied.
Μάζευε το αίμα από τις σελίδες κι έφτιαχνε στέμματα ολοπόρφυρα.
Τα χάριζε στις κυρίες στο σούπερ μάρκετ.
Ή τα τοποθετούσε με ευλάβεια στα κουφάρια νεκρών ζώων,
πάνω στα έκπληκτα σκουλήκια,
που δεν περίμεναν ποτέ ότι θα αξιώνονταν στέψη.
Τω καιρώ εκείνω διάβαζε,
κι ήταν ευτυχισμένη.
Ειδικά όταν κατέβαινε στο υπόγειο
και σκόνταφτε στα τεράστια, άσπρα κόκκαλα.

notationes//////IANOYAΡΙΟΣ- ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014/////ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΡΙΤΣΙΝΙΩΤΗΣ/////Η ΔΑΦΝΗ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ









Την είδα στο ποτάμι


Κυλάει το ποτάμι, χλωμό και ήσυχο.
Ανάμεσα σε δέντρα και βήματα οδοιπόρων.
Προσόψεις σπιτιών το ακολουθούν
σαν σιωπηλοί, πέτρινοι άγγελοι.
Έχουν χρώμα σκοτεινό κι ένα μορφασμό εγκατάλειψης.
Εκεί την είδα. Μαυροφορεμένη
και τα μαλλιά της να κυματίζουν. Μ’ ένα σακίδιο
στον ώμο. Έχοντας μέσα την ψυχή της,
ένα ζώο παράξενο κι άγριο.


Η Δάφνη βλέπει

Αστέρια και βολβούς ματιών, το στόμα
του σκύλου ανοιχτό όπως καμπάνα
της θλίψης, φυλλώματα δέντρων, λίμνες
που κυματίζουν στον αέρα, κόκκινα
ψάρια να σπαρταρούν στη δύση,
μια μονόφθαλμη γάτα ανάμεσα στα σύννεφα,
ένα γρήγορο, αόρατο τραίνο,
που χάνεται σφυρίζοντας.

Το χαμένο τραίνο


Χαμένο τραίνο
δράκοντα φωτιάς και ονείρου
καις μέλη σωμάτων αγαπημένων.
Αγαπημένο τραίνο
φίδι του χρόνου
και της φυγής
απ’ τα παράθυρά σου
χαμογελάει
ένας παράξενος πρίγκιπας.



Η απορία της Δάφνης



Τι είναι αυτό που σκιάζει τον κόσμο
σαν σινικό μελάνι;
Κυλάς σιωπηλά, χλωμό ποτάμι.
Απ’ το υγρό σώμα σου
το βλέμμα μου δεν επιστρέφει.



Το δίχτυ



Το σώμα μου πιασμένο σε δίχτυ
ποιο χέρι το έριξε γύρω μου;
Θεέ του ποταμού
τρέχεις πίσω μου
νοιώθω τα νερά σου
στις κοιλότητες μου
βυθίζομαι μέσα σου.



Οι πληγές της Δάφνης



Παράξενα πουλιά με κεντούν. Πουλιά
με ράμφη κόκκινα, αλλά χωρίς σώμα.
Πράσινα δάκτυλα σαν φιδόχορτο
μ’ αγγίζουν. Κόκκινα στόματα
στο στήθος μου και στους μηρούς.
Στις άκρες των δακτύλων μου,
το σάρκινο κεράσι που δαγκώνεις.



Τα σάρκινα κεράσια της Δάφνης



Ποιος είσαι
Θεός ή τέρας;
Δάχτυλα και στήθη
προσδοκούν ένα στόμα,
για ν’ ανθίσουν
πάνω απ’ την σκόνη
της αιωνιότητας.



Η αγρυπνία της Δάφνης


Το σεληνόφωτο δαγκώνει το κεφάλι μου.
Σκιές γύρω μου, σαν χυμένο μαύρο γάλα.
Ένα συνηθισμένο, φτερωτό σκυλί
μ’ ακολουθεί. Τα μάτια μου κόκκινα
γυρεύουν ηλεκτρικά ποτοπωλεία αγγέλων.



Κάτω απ’ τη γέφυρα του Αλκαζάρ



Εδώ ήταν το ενδιαίτημα
του ουρανόπληκτου «πάτερ – Κώστα».
Συχνά συνομιλούσε με τους αγγέλους
δίνοντας τα ονόματά τους
ιστούς δυο αχώριστους σκύλους του.
Μιχαήλ κι Γαβριήλ,
αρχάγγελοι του ονείρου !



Η Δάφνη και ο σκύλος της



Έλα δω σκύλε, με το μαύρο, γυαλιστερό
τρίχωμα. Είσαι ο μοναδικός μου θησαυρός.
Πρόσεξε σκύλε, το μετάξι σου.
Μην κυλιέσαι στα σκουπίδια των ανθρώπων.
Μην τρως τα’ αποφάγια τους, είναι ανάξια
για την υπέροχη, κόκκινη, υγρή γλώσσα σου.
Κόκκινη και υγρή, σαν ρυάκι φωτιάς
και αγάπης.


Η Δάφνη στην όχθη



Σάπια ξύλα μου κλείνουν το δρόμο
σκουριασμένα μαχαίρια
από χαλασμένα γεύματα.
Το ανοιχτό βρώμικο στόμα μιας
κονσέρβας
σαν πληγή από δόντια άγνωστου
τέρατος.
Τα σιωπηλά σκουλήκια
συνεχίζουν το έργο τους:
το κουφάρι ενός σκύλου
γίνεται χώμα.



Η Δάφνη μέσα στο πλήθος



Γλιστρώ ανάμεσα στο πλήθος:
Νερό ανάμεσα σε πέτρες, πουλί
ανάμεσα σε κλαδιά.
Το πέπλο των μαλλιών μου
χωρίζει στα δυο το πρόσωπό μου.
Το κρυμμένο μέρος είναι από υδράργυρο.


Η Δάφνη χαμένη στο δάσος


Τρέχω στο δάσος
χάθηκα
μια άγνωστη ανάσα
νοιώθω πίσω μου
κλαδιά μου μαστιγώνουν
το πρόσωπο,
Τεράστια σαρκώδη φύλλα
κλείνουν τα μάτια μου
ένα μαύρο χέρι αγγίζει
την κοιλιά μου.
Όχι, όχι έτσι
έτσι κι αλλιώς δική σου είμαι.


Το όνειρο της Δάφνης


Καθόμουνα πάνω σε κίτρινη άμμο.
Έριχνα το βλέμμα μου μακριά,
για να δω τη θάλασσα
μα δεν την έβλεπα.
Ξαφνικά, μέσα απ’ την άμμο ένα
κεφάλι φιδιού, ή σκύλου.
Το σώμα του εκτεινόταν,
κάτω απ’ το δικό μου σώμα.
Συνέχισε να βγαίνει και να ανυψώνεται.
Πρόσεξα ότι είχε φτερά
και μ’ έπαιρνε μαζί του.
Εγώ κραύγαζα άηχα και χειρονομούσα,
καθώς διασχίζαμε έναν κίτρινο ουρανό.



Η Δάφνη ευωχείται



Κάτω απ’ το δέντρο σου
με μάτια φωτιάς
γονατίζω.
Δαγκώνω τους καρπούς σου,•
κόκκινα σαρκώδη όντα.
Τώρα με σκάβεις ανάμεσα
στους μηρούς μου.
Όλες οι πληγές μου άνοιξαν.



Η Δάφνη ανυπόδητη




Τα πόδια μου γυμνά. Πατώ χώμα και πέτρες.
Νοιώθω ένα σκουλήκι να συστρέφεται
μεσ’ στο έδαφος.
Νοιώθω ένα σπόρο να μισανοίγει.
Νοιώθω τον καλπασμό μακρινών αλόγων.
Ένα κόκκινο ψάρι κολυμπάει,
σ’ ένα υπόγειο, βαθύ ποτάμι.



Μαύρη Μουσική



Τύμπανο χέρια στο χάος
μαύροι στροβιλισμοί
αόρατα χταπόδια με τυλίγουν
η χρυσή χοάνη του σαξόφωνου.
Τύμπανο
τριγμός χορδής νύχι
φωνή σπασμένη
ψυχή στον αέρα
τύμπανο.



Η αστρική προσευχή της Δάφνης



Ω, λαμπερή αστρική μοτοσικλέτα!
Ταξίδεψε με στο ασημένιο μάγουλο
της Σελήνης, στη φλεγόμενη καρδιά
του Ηλίου, στο συμπαντικό γάλα
της Ήρας, στο ρόδινο κοχύλι ενός
κοιμισμένου αυτιού.



Η Δάφνη και τα ερείπια




Ποιος δάγκωσε αυτό το σπίτι
σαν μήλο;
Το εντοιχισμένο ξύλινο ντουλάπι
της κουζίνας
έχει ακόμα ίχνη αλατιού κι
δαχτύλων.
Αναπνοές ακινητούν στους τοίχους
σαν αόρατες σαύρες.
Μια μαύρη τρύπα
στο σπασμένο πάτωμα
σαν καταφύγιο ψυχών.
Γρυλίζοντα τρωκτικά
λυμαίνονται τα θεμέλιά του
αλλά το σπίτι
στέκει άφθαρτο στον αέρα.



Η Δάφνη στο Μπαρ



Το ξύλο με γνωρίζει •
με χαϊδεύει σαν χέρι αγαπημένο.
Απ’ αυτό δεν θα γνωρίσω ποτέ
την προδοσία.
Ποτά με χρώματα φωτός
με ταξιδεύουν στην καρδιά
της νύχτας.
Η μουσική, μου τραβάει τα μαλλιά
σαν άνεμος.
Σώματα με κυκλώνουν.
Ποιο θα με κάψει;




Ήχοι πολιορκούν τη Δάφνη



Βελούδινα κύματα του κόντρα μπάσο.
Αργή, αόρατη περίπτυξη. Βυθίζομαι στο ποτάμι.
Το ποτάμι βυθίζεται μαζί μου.
Χλωμό κι ήσυχο. Ακίδες βιολιού.
Ραπτομηχανή ηλεκτρικής κιθάρας
γαζώνει το σώμα μου.



Έλεγχος στο δρόμο


Τι θέλετε από μένα;
είμαι ένα σώμα
που το καίει μια ψυχή.
Μη με τυφλώνετε
μ’ αυτό το μπλε παγωμένο φως.
Η ταυτότητά μου
έχει καεί σε αστρικές φωτιές.
Μην ακουμπάτε
αυτό το μεταλλικό πέος
στο σώμα μου.
Εγώ γεννήθηκα
για τα δόντια του φεγγαριού.



Ω, Σύννεφα



Ανάσες του αόρατου. Ζώα σφαγμένα
και κρεμασμένα στον αέρα. Σύννεφα
επίδεσμοι στις πληγές του ουρανού.
Σύννεφα, πυκνά, χλωμά, συστραμμένα
προορισμένα στο χαμό.




Γέρνει το κεφάλι




Στην αντίθετη πλευρά του τρόμου.
Χειρονομεί, να διώξει τα χλωμά νερά.
Το μαύρο δερμάτινο μπουφάν της
επιπλέει στη ράχη του υγρού Δράκοντα.
Το βλέμμα της Δάφνης στα σύννεφα.




Η Δάφνη στον Κήπο των Σκουπιδιών




Σιωπηλά και έρημα σαν σκοτωμένα πουλιά,
κλεισμένα σ’ ένα κύκλο περιφρονημένου θανάτου.
Αυτός ο σπασμένος λαιμός του μπουκαλιού
ηχεί παράξενα, καθώς ο αέρας
στριμώχνεται για να περάσει.
Πλαστικές ακέφαλες κούκλες, σώματα
πρόωρα χαμένων ονείρων.
Μάταια αυτή η καρέκλα προσπαθεί
να ισορροπήσει στα τρία πόδια,
αυτό το κόκκινο κουβάρι με τρομοκρατεί,
ένα γυάλινο αγκάθι με ματώνει,
η βουβή ρακοσυλλέκτρια χάνεται τρέχοντας.



Τα πράσινα μαλλιά της







Κυματίζουν αρωματίζοντας το απόγευμα.
Χρυσά ίχνη εντόμων. Ρόδινες ανταύγειες
του δέρματος. Αστρική λάμψη,
γύρω απ’ το σώμα της.
Το βλέμμα της χαϊδεύει τον
πράσινο βάτραχο.





Έκρηξη




Τι είναι αυτή η λάμψη
στο βάθος του ορίζοντα;
κεραυνός, ένας φλεγόμενος άγγελος
ή το κόκκινο γέλιο του διαβόλου;
Δεν ξέρω
όμως το νερό του ποταμού
ξαφνικά κοκκίνισε σαν αίμα
κι ο αέρας μυρίζει καμένη σάρκα.
Που είναι το φεγγάρι;




Η Δάφνη στο δρόμο Ι




Μαύρος δρόμος
σαν τεράστιο χταπόδι
εγώ κινούμαι
ή αυτός κυματίζει;
Που πάω
φεύγω ή έρχομαι;
Δεν ξέρω.
Κάτι με καίει
κάτω απ’ τα πόδια μου.




Η Δάφνη μέσα σε οθόνη




Είμαι κλεισμένη
μέσα σ’ αυτό το πολύχρωμο ενυδρείο
τα βλέμματα μας συναντιούνται
αλλά όχι τα σώματά μας.
Ανθίζω, αλλά κανένας
δεν μπορεί να με μυρίσει.
Είμαι κοντά σου
αλλά αδύνατο να μ’ αγγίξεις.
Υπάρχω;




Η Δάφνη και το φεγγάρι




Φεγγάρι, χρυσό κεφάλι αλόγου
το φως σου χύνεται πάνω μου,
σαν αέρινο ποτάμι.
Τα μάτια μου
διαμάντια που κολυμπούν
μέσα στη χρυσή σου λάβα.
Με αργές κινήσεις
πετώ πάνω απ’ τη γη.



Η Δάφνη και ο τυφλός τραγουδιστής




Παίξε τυφλέ
να βρούμε την ψυχή μας.
Το θεϊκό της κάρβουνο
γίνεται στάχτη
αντί διαμάντι.
Θαμμένη μεσ’ στη σκόνη
της κάθε μέρας
χλωμιάζει το υπέροχο χρυσάφι της.



Ένα γιασεμί

σε μαύρο μίσχο
εσύ κλεισμένη
σε μαύρο φόρεμα.



Ανέστια



Ψυχρή πνοή
απ’ το βάθος του ορίζοντα
τυλίγει το κορμί μου.
Άστεγη, η ψυχή μου
και ψύχεται
σε έρημους δρόμους.
Σκύλε, αγάπα με.




Η Δάφνη κλόουν





Γλιστρώ απ’ την καρέκλα
και πέφτω •
η ράχη μου στο πάτωμα
μα πάλι σηκώνομαι
σαν λυγισμένο κλαδί
που ξαφνικά τα’ αφήνουν.
Άπειρες πτώσεις κι άλματα
σαν χτύποι ρολογιού,
καθώς τονίζουν
το χορό του χρόνου.



Κλίμαξ




Που πάει αυτή η σκάλα;
Δεν βλέπω αρχή κι τέλος.
Καθώς ανεβαίνω
το προηγούμενο σκαλοπάτι
φλέγεται.
Δεν μπορώ πια να κατέβω.




Κλείνει την πόρτα




Η πόρτα πίσω μου έκλεισε •
βγαίνω στο χάος
κανείς δεν με περιμένει.
Ο Μινώταυρος χαμογελάει
στην άκρη του δρόμου.




Και πάλι στο δρόμο



Υγρός ο δρόμος
απ’ τα δάκρυα των αγγέλων •
Το πρόσωπο μου
κυματίζει ανάμεσα
σε λάμψεις αστεριών.
Που βρίσκομαι;
Εδώ ή σε άλλο Ουρανό;




Η Δάφνη στροβιλίζεται




Κάτι με σφίγγει γύρω απ’ τη μέση.
Μια αόρατη ζώνη. Υψώνω τα χέρια.
Η ζώνη με σφίγγει, τα χέρια μου κινούνται
γρήγορα σαν πλέκουν ένα αόρατο υφαντό.
Η ζώνη σφίγγει, κλείνει.
Γίνομαι ένα πράσινο , πικρό κορμί
Στην άκρη του ποταμού.




Θανάσης Κριτσινιώτης
Λάρισα, Μάρτης 2012 

ΠΗΓΉ:ΠΟΙΕΙΝ

notationes///ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014////ΛΕΝΑ ΣΑΜΑΡΑ / ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ







                                                        
*
                                                        




 ΑΝΑΤΟΛΗ





Ξημέρωμα 
οι ανάσες των πουλιών
σμίγουν με τις φυλλωσιές των δέντρων
που αψηφούν τον χρόνο
είναι ο χρόνος
τα φύλλα τους πλαταίνουν στους αιώνες
οι κορμοί τους
φορούν δαχτυλίδια αρραβώνων
με το τραγούδι των σπουργιτιών
που αλλάζει μελωδίες
μόνο και μόνο για να χωρά
στη στιγμή
οι στιγμές αλλάζουν
μόνο και μόνο για
το τραγούδι τους
η ζωή οφείλει να ακολουθεί
Έξω απ’ την ανάγκη οι ρίζες των δέντρων
λαχταρούν τη γη
για να ελευθερώσουν  στον άνεμο τις προσδοκίες τους,
οι στιγμές των ανθρώπων
χαράζουν τη γη
για να κατοικήσουν στο διάφανο οι πολύχρωμοι ανθοί
 των προσπαθειών τους
Οι άνθρωποι είμαστε ρίζες που νικούν το χώμα
με τον αγώνα του πνεύματος
που δεν υποτάσσεται
στις σκοτεινές ωδίνες των παθών, των μικροψυχιών,
της απάθειας, του χαμού,
οι άνθρωποι είμαστε η φλόγα ενός ονείρου
που βλέπουν τα φύλλα των δέντρων
όταν λικνίζονται στη βροχή,
τις νύχτες που τ’ αστέρια ξαγρυπνούν



*


ΦΛΟΓΑ


Το κερί λιώνει στο πρεβάζι του παραθύρου που απομένει ανοιχτό.
Ο αέρας δεν καταφέρνει να το σβήσει.
Η φλόγα ελπίζει να μένει άσβεστη.
Οι δρόμοι φωτίζονται απ’ τη λάμψη που τρεμοσβήνει.
Τίποτα δεν χαρίζεται στον διαβάτη που περπατά
με την ανάγκη απλωμένη στα χέρια του.
Όλα μαζεύονται
όλα σκορπίζονται
μένει μόνο μια ασήμαντη ακτίνα
που συγκεντρώνει 
την περασμένη, την μακρινή,
την ύστατη ελπίδα του καιρού
να κρατηθεί στη μνήμη.
Η μουσική  τρυπά τα σίδερα
ο ανθός αναλώνεται σε ξερά εδάφη
η  ζωή ανέμελη συνεχίζει να αρνείται τα στεγανά
δίνοντας χάρη σε ισόβια απομόνωση.



*



ΚΡΑΥΓΗ




Ένταση
ζωή νευρική
αγχωμένη μέρα
νύχτα χωρίς έλεος
μαστοριά η ανάγκη της υπέρβασης
οι τεχνίτες λιγοστοί
οι κραυγές
παραδίνονται
στην οδύνη του
λιγοστού
της γρήγορης ματιάς
της άνευ κόπου κατάφασης
της άρνησης χωρίς πάθος
συγκατάβαση στα ασήμαντα
σημαίνει προκοπή
οι λέξεις έχασαν το φορτίο τους
οι λέξεις έμειναν γυμνές
σ’ ένα κόσμο ερειπωμένο.

notationes///IANOYAΡΙΟΣ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014///«Τα σινεμά της Αθήνας 1896 -2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου»





                             

                                                 



Φίλες  και φίλοι

 

 

Το βιβλίο του  ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΣΣΑ «Τα σινεμά της Αθήνας 1896 -2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου»  ανέβηκε και κυκλοφορεί αποκλειστικά στο διαδίκτυο, ελεύθερο και δωρεάν για πάντα. Τα πέντε σάιτ και το μπλογκ που φιλοξενούν το e-book του είναι τα εξής (αλφαβητικά).

 Αθήνα 9.84:
 «Athens Voice»:
Δεύτερο μισό:
 «Athens Review of  Books»:
 «Εστία»:
 «Στάχτες»:
 «Η Τρύπα»:
Είναι ένας e- Αλφαβητικός Οδηγός για κάθε σινεμά που λειτούργησε ποτέ στο Δήμο Αθηναίων από το 1896 μέχρι σήμερα, με πλήθος στοιχεία και πολλές ιστορίες για το καθένα, και ταυτόχρονα μια εξιστόρηση της ίδιας της έρευνας για το κάθε λήμμα. Η έρευνα και το γράψιμο μού πήραν 10 χρόνια. Το e-book αποτελείται από 960 σελίδες word με 3.500 υποσημειώσεις, έχει περίπου 600 λήμματα και καταγράφει περίπου 550 σινεμά (υπάρχουν και παραπεμπτικά λήματα). Αξιοποιεί  300 περίπου προφορικές μαρτυρίες, επιτόπια επίσκεψη σε κάθε αστικό οικόπεδο,  βιβλιογραφία, προγράμματα κινηματογράφωναρχεία εφημερίδων κλπ.