Translate

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015




                                                                                 



Αγαπητοί αναγνώστες ,

θα πάμε με αυτές τις λίγες σημειώσεις μέχρι το χειμώνα.
Ελπίζουμε ότι κάτι θα βρείτε  εδώ  που θα σας ταξιδέψει,θα σας συγκινήσει ή θα ερεθίσει τη σκέψη σας.



ΠΟΙΗΜΑΤΑ ,ΠΟΙΗΜΑΤΑ ,ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ :

Πάνο Νιαβή

Γιώργο Φιλιππίδη 

 Στράτο Κοσσιώρη

Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου 

Κυριάκο Σταμέλο 

 Κατερίνα Λιαράκου

'Ελσα Κορνέτη 

Ασημίνα Ξηρογιάννη 

Μαριάννα Πλιάκου 

 Αγγελική Λάλου


 *****


  ΣΤΗΛΗ ΤΗΕ ΑRTMANIACS//////ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΣΤΟ VARELAKI///// 

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ

 ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ


 *****


 ΔΙΗΓΗΜΑ 

Χριστίνα Κουτούβελα


ΔΙΗΓΗΜΑ- ΜΙΚΡΗ ΦΟΡΜΑ


 ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ



ΚΡΙΤΙΚΕΣ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ


 Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

Η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΗ ΒΛΑΒΙΑΝΟ


ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ -ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ



Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΤΣΥΦΑΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ

Καλή ανάγνωση λοιπόν και  συντροφιά με ένα τραγούδι :

H ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ [ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ,εκδ.Μελάνι, 2015]


 ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ [ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ,εκδ.Μελάνι, 2015

 

Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη



Ποιήματα με καρδιά.Ποιήματα μετρημένα,στοχευμένα,σε οδηγούν στο νόημα.Εσωτερικοί ιστοί συνεργάζονται και
συνδράμουν προς κάτι που αξίζει να γίνει (και γίνεται!) αισθητό.O ένας στίχος προ-υποθέτει τον άλλο.Η ποιήτρια  κάτι θέλει να πει,κάτι λέει εν τέλει.Δεν είναι τα ποιήματά της ανούσια λόγια,δεν είναι ο λόγος της άστοχος,αμήχανος,αποτυχημένα μεταμοντέρνος.Ο λυρισμός συγκρατημένος.Ο έρωτας πάντα παρών.



                                                                  

Σιωπές


Μη μιλάς,θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν' απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα  που διαφωνούν  ως και τα φιλιά μας 
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

  
Σε πολλές συλλογές επισημαίνεις πολλές φορές κάποιους μεμονωμένους στίχους που σου έκαναν εντύπωση ή μίλησαν μέσα σου,χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα τα ποιήματα είναι καλά.Στην περίπτωση που εξετάζουμε δεν συμβαίνει αυτό.Το κάθε ένα ποίημα του βιβλίου αποτελεί κι ένα αρμονικό σύνολο,ωραία δομημένο και μας αφηγείται μια ιστορία ,συνήθως ερωτική,χωρίς να πέφτει στο μελόδραμα.Το ύφος των ποιημάτων είναι συναφές ,ώστε δίνεται η αίσθηση της ενότητας στη συλλογή

Το ποίημα ''λ'' εξαιρετικό:

λ 

'Οταν δεν σ'έχω
ένα κορίτσι τραμπαλίζεται αδέξια
στο ταυ της τυραννίας.

Εν ώρα κοινής ακινησίας
λικνίζεται επιδεικτικά
σε σιδερένια κούνια αγκαλιά.
Το μεσημέρι τρίζει σκοινί τεντωμένο που
''έξω άπ 'το σπίτι!τιμωρία!''
φοβέρισμα ευανάγνωστο απλώνεις.
Σε έχει πατέρα φίλο εραστή
σε φωνάζει ''κύριε''.
Πάλι βγαίνεις στο μπαλκόνι
πάλι να το μαλώσεις  
λιώνει απαρηγόρητο το παγωτό
κι η παιδική μου χαρά ερημώνει.

Όταν δεν σ' έχω  κάνω τσουλήθρα στο λάμδα
μιας πανύψηλης λύπης.      
 

Διακριτικοί τόνοι διασχίζουν το βιβλίο.Στίχοι κομψοί,που τους διακρίνει η ενάργεια και η ποιητική πνοή:


ΠΡΟΒΑ


'Oλα αυτά τα θλιβερά πατρόν
Τα σώματα
Μέχρι να ράψω επάνω μου
Την αγκαλιά σου
Όλα αυτά τα βράδια
Να σ' αγαπήσω άπ 'την αρχή
Απ' την αρχή
Να μας υφαίνει ο έρωτας
Και ως το θάνατο
Να μας ξηλώνει η ζωή



Η Ελένη Αλεξίου μάς παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στην αλήθεια της,με μια ωριμότητα βλέμματος και σεβόμενη τον αναγνώστη.Αναμένουμε τη συνέχεια του ταξιδιού της.

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΛΟΥ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ





                                                             
Φωτό Αγγελική Λάλου




Υστερόγραφο 


Χαμένες ευκαιρίες ευτυχίας
Μου στέρησες ένα ολόκληρο καλοκαίρι
Κι έμεινε τόση άμμος στα μάτια
Που δεν μου φτάνει μια ζωή
Για να γκρεμίζω τα κάστρα σου 




Εξ επαφής 


Πώς να με αγγίξεις ξανά
Έπειτα από τόσες πληγές
Πώς να επουλώσουν τα φιλιά
Της μοναξιάς τα τραύματα
Με αρνήθηκες
Κι αυτό το σώμα θα το θυμάται
Σε κάθε απόπειρα συγχώρεσης
Μέσω της αφής
Θα μένει πάντα
Στην άκρη των δαχτύλων
Κάτι απ’ το παράπονο
Κάτι απ’ την υγρασία των δακρύων
Να αφήνεις κάθε φορά
Σε ό,τι κρατάς
Κι από ένα κομμάτι του εαυτού μου 







Εξαιρέσεις 


Χωρίς εσένα
Ο δρόμος για το σπίτι
Γλιστράει κάτω απ΄ τα βήματα
Γκρεμίζεται ο κόσμος συθέμελα
Δεν υπάρχει
Υπήρχε
Όπως κάποτε ένα ρήμα βοηθητικό
Στο λεξιλόγιο των ανθρώπων
Τώρα κι αυτό ανήμπορο
Ξεχνιέται μέσα στο στόμα
Ένα άνευ λόγου υπογλώσσιο 




Κίνηση ματ 




Πνίγεσαι σε μια κουταλιά ευτυχίας
Η αγκαλιά μου στεφάνι ακάνθινο
Σε αγκυλώνει
Αφήνει σημάδια στο σώμα
Η αγάπη υψώνει γύρω σου τείχη
Σε εγκλωβίζει
Πάρε πίσω την ελευθερία σου
Δεν μου πρέπει να είμαι βασίλισσα
Σε μια έρημη χώρα

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// 'ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ







                                      
φωτό Ασημίνα  Ξηρογιάννη

                           



«Διακόπτης: ανοιχτός»



  Τριγυρνούσε σαν χαμένη σε ώρες ζοφερές. Δεν άντεχε την παραμονή στο σπίτι· σπίτι πολυτελές, με τζακούζι και πισίνα, και τζάκι, κυρίως τζάκι, με τη φωτιά, απειλή, να παραμονεύει τις νύχτες του χειμώνα που όλο και μεγάλωναν. Μέχρι πού θα ’φταναν επιτέλους; Τι άλογη λογική είναι δαύτη; Το σκοτάδι να κρύβει το φως; Δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί αυτό το συμπαγές σκοτάδι της χειμωνιάτικης νύχτας που εισβάλλει στα σπίτια απρόσκλητο, πρόωρο, πνιγερό, θυμίζοντάς σου βάναυσα το αδιάκοπο συνεχές του χρόνου, το παρελθόν σου, το παρόν σου· λες και τα ξεχνάς ποτέ...
-Φύγε, σε παρακαλώ, φύγε, δεν σε χρειάζομαι για να θυμάμαι∙ θυμάμαι, γνωρίζω∙ σε παρακαλώ, φύγε μακριά, φύγε μακριά μου. Δεν αντέχω. Λυπήσου. Με.
Το σκοτάδι, όμως, δεν ξεμάκραινε, όσο και αν εκείνη έτρεχε εμπρός του να διαφύγει. Η ώρα περνούσε. Το σκοτάδι την πρόφτασε. Κυκλώθηκε. Πνιγόταν. Όχι άλλο σκοτάδι. Μια πηγή φωτός αναζητούσε, έστω τεχνητή, ψεύτικη έστω, έστω και θορυβώδη. Απέναντί της μια ταμπέλα βρέθηκε να φέγγει: «Διακόπτης» το όνομα του μπαρ, «ανοιχτός» η κατάστασή του.
Πριν προλάβει να το καταλάβει βρισκόταν ήδη μέσα. Το φως-οξυγόνο, αν και λιγοστό, επανέφερε τους παλμούς της στο γνώριμο φυσιολογικό, την έκανε να αναπνέει με σταθερότητα ασφαλή, κατεύνασε για λίγο τις σκοτεινές της σκέψεις, στέγνωσε τον ιδρώτα που πάγωνε το δέρμα.
Η μουσική μύριζε παρελθόν∙ κι ήταν που ήθελε να γίνει ένα με τη μουσική; Ήταν που ήθελε να γίνει ένα με τη μυρωδιά; Άρχισε να σιγοτραγουδά τους στίχους:
«Προχτές αργά στο μπαρ το ναυάγιο
βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό».
Το μουσικό θέμα έφερνε τον παράδεισο στις αισθήσεις της. Μεμιάς κάθισε σε μια από εκείνες τις ψηλόλιγνες καρέκλες που δεσπόζουν σε κάθε μπαράκι. Αυτόνομες και συλλογικές, υπερήφανες και παρατεταγμένες η μια δίπλα στην άλλη, σε φέρνουν πιο κοντά με τους αδιάφορους άλλους και τις πολύτιμες ιστορίες τους, σε αναγκάζουν να τους ακούσεις· είτε από ευγένεια, είτε από ανία, είτε από πόθο.
Παρήγγειλε ποτό καθαρό∙ βότκα. Σκέτη. Διπλή. Ρώσικη, όπως η καταγωγή της. Κάτι να της θυμίζει την αφετηρία της, τα παιδικάτα της, τότε, που όλα, αν και σκοτεινά, ορθώνονταν σαφή και ξεκάθαρα στον νου της.
-Ήμουν στα δέκα όταν οι γονείς μου πέθαναν, ναι, πέθαναν, δεν χάθηκαν, όπως τόσο γαλήνια χαρακτηρίζουν τη μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο όσοι να σε ανακουφίσουν προσπαθούν σε ηλικία τρυφερή, όπως σ’ εκείνη των δέκα χρόνων. Μη με ρωτάς από τι, μη με ρωτάς πώς, ό, τι ξέρεις ξέρω κι εγώ. Ποτέ δεν έμαθα. Σταμάτα, μη με ρωτάς ούτε για την πελιδνή μου όψη. Ντρέπομαι. Όχι, όχι ακόμα. Σταμάτα, σε ικετεύω. Άσε με να συνεχίσω, να σου πω όσα μπορώ, όσα αντέχω. Ναι, το ξέρω πως ίσως με ανακουφίσει, όμως δώσε μου λίγο χώρο-ευκαιρία να μιλήσω για όσα θέλω μονάχα εγώ. Κι ας μη με προσέχεις. Προσποιήσου. Θα κάνω ότι δεν το καταλαβαίνω. Συμφωνείς. Ωραία. Είδες που τα βρήκαμε; Τώρα μη με κοιτάς∙ όχι στα μάτια, όχι στο στήθος, αλλού, κοίτα αλλού, κοιτά χαμηλά, να, κοίτα τα πόδια μου, πονάνε, πονάνε πολύ, δεν με βαστούν. Κάθομαι. Αλήθεια διαφανής. Το βλέπεις. Να που δεν λέω ψέματα. Ωραία που είναι να κάθεσαι με τα πόδια να κρέμονται, να αιωρούνται, όπως τότε που πήγαινες στις κούνιες κι ο παππούς σε κούναγε πέρα-δώθε κι έγνοια δεν είχες καμιά, παρά τα προβλήματα, παρά τις απώλειες. Υπήρχε ο παππούς, υπήρχε κι η γιαγιά. Μέρες νοσταλγίας... Σσσσς! Άκου:
«Του ’πα παππούλη τι ζητάς εδώ;
Δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό.
Μου λέει τέκνον κάνεις μέγα λάθος,
εδώ είναι ο φόβος των ανθρώπων
και το πάθος».
Όμως, σύνελθε, να σ’ αποδιώξουν ήθελαν, να σε παντρέψουν, βάρος ήσουν, βάρος ήμουν γι’ αυτούς. Έφταιγαν. Τι ήξερα εγώ; Με συγχωρείς. Σκοτείνιασε; Όχι, μην κλείνετε, κρατήστε τον Διακόπτη ανοιχτό, θέλω φως, δεν αναπνέω. Δεν αναπνέω. Φοβάμαι. Σας... ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ. Μισό λεπτό, χρειάζομαι άλλο ένα ποτό, καθαρό, δυνατό, όπως η μνήμη μου, μήπως σβηστεί, μήπως τη σβήσει. Όχι, θα συνεχίσω να μιλώ, μη φοβάσαι, δεν ξεχνάω εύκολα. Δυστυχώς. Σε ευχαριστώ που με ακούς. Κανείς δεν με ακούει. Δεν ξέρω ούτε τ’ όνομά σου∙ καλύτερα. Από τη στιγμή που μαθαίνεις τ’ όνομα του άλλου, παύει να είναι αδιάφορος ξένος, κι εγώ σε θέλω και ξένο και αδιάφορο. Γι’ αυτό σε διάλεξα. Ίσως έχεις κι εσύ πολλά να μου πεις, όμως λυπάμαι, δεν θέλω να ακούσω. Ίσως σ’ άλλο χρόνο, σ’ άλλο χώρο. Ναι, τ’ ομολογώ, σε κοροϊδεύω, ποτέ δε θα σ’ ακούσω. Συγγνώμη γι’ αυτό. Έτσι μ’ έκαναν,
έτσι έγινα. Να κοροϊδεύω και να επιβιώνω. Να κοροϊδεύω για να επιβιώνω. Αν με ρωτήσεις τώρα, δεν με νοιάζει να κοροϊδέψω, δεν με νοιάζει να επιβιώσω. Μόνο αυτό το σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση ένστικτο επιβίωσης είναι που με εμποδίζει. Τι έλεγα; Α, ναι, είδες που θυμάμαι; Παραδέξου δεν με βοήθησες. Πρέπει να το ξέρουν. Κι άλλη αλήθεια, ορίστε. Στα δεκαπέντε μου ήδη μου προξένευαν ένα γεροντοπαλλήκαρο με δόντια χρυσά, βορά τους θα γινόμουν. Πώς να ξεφύγεις από τέτοιο ανθεκτικό μέταλλο; Σε εξασφαλίζει βλέπεις. Βλέπουν. Το έσκασα τη μέρα του γάμου. Μη με ρωτάς λεπτομέρειες. Μόνο άκου. Χορεύτρια ερωτική έγινα, μπορούσα τουλάχιστον να επιλέγω έτσι, τους κυνηγούς. Ησυχία, τελειώνει:
«Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους και μου είπε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους. Αν θες ν' αγιάσεις πρέπει ν' αμαρτήσεις. Ε κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις».
Μη, μη με λυπηθείς στιγμή. Όχι ακόμα, σε λίγο, έχεις καιρό. Κι ύστερα... ύστερα ήρθε ο ιππότης! Ο πρίγκιπας του παραμυθιού. Ο ήρωάς μου. Να με μαγέψει∙ να με σώσει, να με παντρευτεί, να μου χαρίσει παιδιά, χρυσό κι αγάπη να με λούσει. Με συγχωρείς, χρειάζομαι κι άλλο ποτό. Σφηνάκι; Όχι, μεγάλη η πιθανότητα νόθευσης και δεν θέλω στα σωθικά μου τίποτε νοθευμένο πια, μήτε πιοτό μήτε συναίσθημα. Μην παρασύρεσαι, δεν πρόκειται για χάπι-εντ. Να ετοιμάζεσαι, αλλά μη με λυπηθείς ακόμη. Με πήρε στη χώρα σας, στη χώρα των ονείρων μου, της δικαιοσύνης, της ευκαιρίας, της καταξίωσης, της πολλά υποσχόμενης πατρίδας. Με παντρεύτηκε και μ’ έχωσε μες στο παλάτι του μαζί με τα δυο παιδιά που του χάρισα. Μας φυλάκισε, μ’ ακούς; Κι εμένα... κι εκείνα. Φταίω; Λες ότι φταίω; Μην ξανανοίξεις το στόμα σου. Στο σπίτι έρχεται... Δεν ξέρω γιατί έρχεται, ούτε ξέρω πότε. Έχασα τον λογαριασμό. Έχασα τις μέρες. Ζει στο εξοχικό με τον καινούργιο του έρωτα – κρίμα το κορίτσι. Ναι, σε αυτόν οφείλεται η πελιδνή μου όψη. Ναι, φοβάμαι πως θα με χωρίσει, ναι, με σκόρπισε απ’ τις σκάλες, ναι, πρόσφατα ανάρρωσα, και ναι, είμαι μόνη, ξένη και αδύναμη. Σε κάλυψα; Το τελευταίο χτύπημα σακάτεψε τα πόδια μου… Κατάκοιτη για μέρες-αιώνες. Όσο για τα παιδιά, μάνα δε γέννησε πιο δυστυχισμένα όντα από τα δυο τους. Πηγαίνουν σχολείο, σε ακριβό σχολείο, από εκείνα τα ιδιωτικά που με χαρά υποδέχονται λογής-λογής παιδιά, παιδιά ανυπεράσπιστα έναντι υψηλής αμοιβής. Παιδιά-παράσιτα, παιδιά-ερινύες ακούς; Δες, φέρω μαζί μου φυλαχτό, την έκθεση που έγραψε η κόρη μου στον δάσκαλο, καθώς συγκινημένος μού ζήτησε να περάσω από το σχολείο για να την πάρω. Για την έκθεση μιλώ, κοιμήθηκες; Ξύπνα και ξεκίνα
να με λυπάσαι. Θα σου δώσει ενέργεια ν’ αντέξεις. Στυγνό συναίσθημα η λύπηση. Όχι τόσο για εκείνον που οικτίρεις, όσο για εσένα τον ίδιο. Ένα διθυραμβικά αρνητικό συναίσθημα που τονώνει κάθε κύτταρό σου, που σε συνταράσσει, που σε διαπερνά, που σε υπνωτίζει μυστικά, όπως κι ο φθόνος, όπως κι η ζήλια, όπως και όλα τα αυτότροφα συναισθήματα. Εσένα καταβροχθίζουν στο τέλος και ναι, σε φθονώ, σε φθονώ γιατί είσαι άντρας, γιατί είσαι ντόπιος, γιατί φοράς βέρα, κυρίως γιατί μπορείς ξένοιαστος να με ακούς∙ λυπήσου με λοιπόν. Λυπήσου με κι άλλο κι άκου τα ειπωμένα του παιδιού μου τα τελευταία. Θα σου πω και το ερώτημα ευθύς: Υπάρχουν πολλές πατρίδες ή μόνο μία;, έτσι τέθηκε το θέμα και ιδού η απάντηση: «Η μετανάστευση είναι αναπότρεπτη και εγώ θέλω δυο πατρίδες. Άλλωστε, αν η μαμά δεν είχε ακολουθήσει τον μπαμπά, όπως κάνουν οι γυναίκες, δεν θα υπήρχα ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου. Σ’ ευχαριστώ μαμά!». Παρακαλώ παιδί μου.
Τώρα, λυπήσου με όσο πιο πολύ μπορείς, μα προς θεού, μην κλείσεις τον Διακόπτη.

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΤΣΥΦΑΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ /// ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ /// ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ




                                       


Εικόνισμα αθωότητας


Μπαίνει δειλά από τις χαραμάδες η βρεγμένη Κυριακή .
Στο απέναντι τζάμι δυο παιδικές θλίψεις
παραδίδονται λυπημένες στην κυριαρχία της βροχής ,
εικόνισμα αθωότητας ...
Ευλογία όμως η βροχή ετοιμάζει τις πηγές
της αυριανής μέρας που τα παιδιά
θα κυνηγούν τον Έρωτα στις ανθισμένες πεδιάδες
του έαρος που  η γνώση  θα συντηρεί  το είναι
ενώ θα κρύβεται μες τα χαμόκλαδα  το έχειν …..


 ******




 

ΟΝΕΙΡΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ




Χτες , μες τον κάματο του αυγουστιάτικου απομεσήμερου περιπλανώμενος
ήρθε στ όνειρό μου ως ναυαγός σε καταποντισμό ο νεκρός πατέρας .
Αλλόκοτος χαοτικός χωρίς ειρμό ο δυσανάγνωστος κόσμος των ονείρων
να αρδεύει το όνειρο τη μνήμη κι μνήμη την αργοπορία της ή τη λησμονιά της .

Ήταν , λέει , άρρωστος και μαραμένος σαν σκοτεινή παραβολή του Ιησού
σ ένα νοσοκομείο μιας ακατοίκητης φανταστικής Αγίας Πετρούπολης
ξένος σε ένα λιτό θάλαμο συναρπαστικών λέξεων τραυματιοφορέων
του ποιήματος «Καθρέφτες» της Ρωσίδας ποιήτριας Ζιναϊντα Γκίππιους!

Στην απόσκια μεριά της σκάλας κούφιο το μέλλον ακυβέρνητο παραδέρνει.                                  
Κάτι φώναξα άηχα , σάλεψε νωχελικά σαν πεπρωμένο δίπλα μου η Αλκμήνη ,           
αναδιπλώθηκε αστραπιαία η σφαγή του ονείρου μες το φτεροκόπημα πουλιών                                 
από ακαθόριστες επικράτειες πιο πέρα κι από το μαύρο του θανάτου .                                                                                                                                             
Θρόιζε άραγε ο αέρας στον κήπο την πυκνόφυλλη μουριά ή συνέχεια του ονείρου                           
την αργυρόφυλλη σημύδα στο έμπα της νοσοκομείου της αγίας Πετρούπολης ;
Εφήμερα τα όνειρα και ζωές των νεκρών μας στο βαθύ εντός του ονείρου                                        
έτσι που σε αναγκάζουν να αγιάζεις μένοντας παιδί μες σε μακρινές παλιές μέρες                           
που κανείς δεν τις θυμάται πια ….. 



                                                                           Αταλάντη  Αύγουστος 2010 



                                                                                           
 

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ /// ΜΕΤΑΡΣΙΩΣΗ



                                                                            
Φωτό  Κυριάκος Γουνελάς



    Η  Ροδούλα, συνηθισμένη να περπατά σε μονοπάτια κακοτράχαλα και χώματα σκληρά, αρχαία συστατικά του ορεινού χωριού της, παραξενεύτηκε πολύ που τα καινούργια χοντρά ανατομικά της παπούτσια, δώρο της εγγόνας της, φιλούσαν έδαφος αφράτο, βούλιαζαν οι πατημασιές σε βαμβακένιο ομιχλώδες χαλί και η δρύινη μαγκούρα της δεν έβρισκε πουθενά στέρεη ύλη ν’ ακουμπήσει όταν τον είδε να πλησιάζει. Καλώς ήρθες, της είπε με έκδηλη χαρά. Σε περίμενα. Επιτέλους θα είμαστε για πάντα μαζί… Τον αγκάλιασε σφιχτά, αγνοώντας το άνθισμα του ανέμου ανάμεσα στα άυλα σώματά τους, τού τίναξε ένα φιλί χωρίς βαρύτητα που τον βρήκε στο δεξί μάγουλο κι έπειτα του είπε απολογητικά μα με φωνή χωρίς μετάνοια, “Εγώ σε πρόδωσα , ο Γερμανός αξιωματικός μού είπε ότι στο βουνό αγάπησες τη Μαρία”. Το ξέρω, της απάντησε μα ήταν μπλόφα, ποτέ καμία άλλη δεν αγάπησα.
Με σιγανές κινήσεις έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα δαχτυλίδι φτιαγμένο από σφαίρα γερμανική μ’ ένα άστρο ξεπεσμένο να εξέχει, δεμένο με ασήμι και το πέρασε χωρίς κόπο στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού της, παρά τους κόμπους της αρθρίτιδας που εδώ και χρόνια το είχανε στρεβλώσει.

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// Σπουδή στα «οικογενειακά σονέτα»: αναφορές, συσχετισμοί





soneta

Χάρης Βλαβιανός «Σονέτα της συμφοράς», εκδ. Πατάκη

 _______________________________________________________________________________




Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη








Τα »Σονέτα της συμφοράς», 75 τον αριθμό, αφιερώνονται στη μητέρα »που πέθανε όπως έζησε: εξόριστη, μόνη.» Και στον πατέρα »που ως το τέλος επέμενε πως η εγωπάθεια είναι δύναμη. Το σίγουρο είναι πως τούτος ο ποιητής πάντα επιστρέφει στον τόπο του οικογενειακού εγκλήματος ηθελημένα και αθέλητα μαζί-περισσότερο ηθελημένα. Δεν είναι εύκολη ίσως η διαφυγή, ή τουλάχιστον δεν είναι εύκολη πάντα. Ή αλλιώς συμβαίνει και αυτό που έχει γράψει και ο Τ.S.Eliot, ότι δηλαδή » ίσως όλα είναι μια ζωή χωρίς διαφυγή.»  Το Σονέτο 1 ξεκινά με ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του Bιτγκενστάιν, από τους αγαπημένους φιλοσόφους του ποιητή: »Aν τυχόν έγραφα μια καλή πρόταση,/που κατά σύμπτωση σχημάτιζε ένα ομοιοκατάληκτο δίστιχο,/αυτό θα ήταν λάθος μου». Ο ποιητής και η γραφή του δεν ανήκουν σε αυτό που ονομάζουμε »παραδοσιακός ποιητής» και »παραδοσιακή ποίηση». Δεν γράφει με ομοιοκαταληξία και έχοντας το μυαλό στον ρυθμό που αυτή επιβάλλει. Προσεγγίζει την ποίηση κολυμπώντας στα νερά του μοντερνισμού. Aυτή η προσέγγιση τον εκφράζει και έχει τους λόγους του: »Γιατί όμως να επιβάλλουμε ρυθμό σε κάτι που δεν έχει-/σε κάτι τόσο ασυντόνιστο όπως…η ζωή, ας πούμε./Υπάρχει άραγε αρμονία στο μίσος ή στον φθόνο;/ » Kαι λίγο παρακάτω στο ίδιο ποίημα γράφει ,αναφερόμενος- που αλλού-στη μητέρα του: »O καρκίνος που τίναξε μέσα σε τρεις μήνες το μυαλό της στον αέρα/ ξεπήδησε μέσα από μια αριστοτεχνική σεστίνα; » Με πικρό χιούμορ διαχειρίζεται τις συμφορές του και κλείνει το ποίημα με ένα λογοπαίγνιο  με το ίδιο του το όνομα (Χάρης): »Κοιτάς γύρω” τίποτα πια για σένα δεν ριμάρει, /τ” όνομά σου, δυστυχώς έχασε όλη του τη χάρη.»
Στο Σονέτο 3 αναφέρεται ξανά στη μητέρα »που είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ ζωντανή». Αναθυμάται την εικόνα της. Από τη μία ο θάνατος παραμονεύει, από την άλλη μια σπίθα τρυφερότητας στο ποίημα :»Kοιτάζεις το πρόσωπό της καθώς γέρνει τρυφερά πάνω στο δικό σου…”“Φωτογραφίες από το τελευταίο καλοκαίρι στο Πέζαρο μαζί της, χωρίς να φαντάζεται κανένας από τους δυο ότι δεκατέσσερις μήνες αργότερα θα ήταν νεκρή.
Στο Σονέτο  16 η ίδια περίπου διάθεση αναφορικά με τη μητέρα. Το σονέτο ξεκινά με ένα ρήμα »σκληρό»: »Πέθανε. »Kαι στον ίδιο στίχο: »O καρκίνος έκανε καλή δουλειά. Και γρήγορη.». Τρεις τελείες μέσα στον ίδιο στίχο. Ορθά κοφτά. Το ίδιο και στον επόμενο: »Eίναι στον εγκέφαλο. Πολύ επιθετικός. Στάδιο IV ». Nαι, ορθά κοφτά! Σχεδόν κυνικά. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο είναι η αμεσότητα εξασφαλισμένη. Και τα λόγια που θα έλεγε και ο Μπέρρυμαν χαρίζουν κλίμα »μαύρης κωμωδίας στον αναγνώστη:» ..[...] ένας νεαρός καρκίνος με μέλλον”“. Και μετά έρχεται πάλι η θύμηση, αλλά αυτή τη φορά από την παιδική ηλικία» που παιδί ακόμα της έπιανες με τα δυο χέρια το κεφάλι,/και φοβόσουν ότι θα εκραγεί-μέρα-νύχτα, για χρόνια,/ να υπολογίζει χρέη και ακάλυπτες επιταγές./Στη συνείδησή του η λέξη »madre»  (μητέρα) είναι συνώνυμη της λέξης »inferno» (κόλαση). Και στα σονέτα που θα ακολουθήσουν θα δούμε πώς διαχειρίζεται τις οικογενειακές πληγές. Στα Σονέτα της Συμφοράς πιο συγκρατημένα πιστεύουμε απ” ότι στα προγενέστερα έργα του. Είναι σε μεγαλύτερη ηλικία και ζει μια άλλη ζωή που χρονικά απέχει πολλά χρόνια πια από εκείνη την πρώτη ζωή που τον στιγμάτισε. Υπάρχει τρυφερότητα ,που συνυπάρχει με (αυτο) σαρκασμό, πίκρα, νοσταλγική διάθεση, με ένα διάχυτο παίγνιο, αλλά και με πόνο .Εκεί που πάει να γίνει κυνικός και γίνεται, σου κλείνει το μάτι η τρυφερότητα.
Και προχωρούμε στο σονέτο 54. Ξεκινά ως εξής: »Kάποιες νύχτες τα όνειρα σε επιστρέφουν στη θλίψη/[...]Εκδικούνται όντως οι λέξεις την πραγματικότητα, όπως ισχυρίζεται ο Κόνραντ  ή απλά την απαλύνουν; Στο όνειρο  η φωνή της μητέρας:[...] (η μητέρα σου σε κοιτάει με εκείνο το επιτιμητικό βλέμμα που λέει:/ Με άφησες μόνη” με άφησες να πεθάνω μόνη’/[...] Στο ίδιο ποίημα αναφέρεται στη φυλάκιση της μάνας, καθώς και στην εμπλοκή της αδερφής του Μαρίνας με τα ναρκωτικά. Το ποίημα κλείνει ως εξής: »Eσύ όμως συνέχισες να μιλάς. Στη γυναίκα που μισούσε την κόρη της/ Στη γυναίκα που σας εγκατέλειψε. Στη γυναίκα που τώρα σε καταριέται./» Στο Αίμα Νερό, στο κεφάλαιο 27 ,γράφει ότι »της έκοψε την καλημέρα για μήνες (της μητέρας), αλλά τελικά υπαναχώρησε και προσπάθησε να τη μεταπείσει. Μάταια. Η κόρη της ήταν για  αυτήν ένα λάθος, ένα βάρος που έπρεπε πάση θυσία να ξεφορτωθεί. Τα ναρκωτικά ήταν ένα imbarazzo που την εξέθετε στην καλή κοινωνία. Επιπλέον δεν θεωρεί ποτέ ότι έφερε η ίδια κάποια ευθύνη.» Επίσης, στο κεφάλαιο 40 του βιβλίου (Το Αίμα Νερό) λέγεται ότι η Μαρίνα τηλεφωνεί καθημερινά στον ποιητή για τον ενημερώνει σχετικά με τις εξελίξεις στην υγεία της μητέρας του και κάθε φορά κλείνει τη συνομιλία του με την εξής φράση: »Θέλω να πεθάνει. Να πεθάνει. Δεν μ” αγάπησε ποτέ.»


Χάρης Βλαβιανός
Χάρης Βλαβιανός

Στο Σονέτο 48 (αφιερωμένο στον ετεροθαλή αδερφό του Κρίστοφερ) έχουμε επιστροφή στο θέμα του αυταρχικού και εγωιστή πατέρα, που μέχρι τα τελευταία του φρόντιζε να εκπλήσσει. Η αίσθηση είναι πάντα η ίδια, μερικά πράγματα σε υπερβαίνουν. Εσύ απλά προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις, μερικές φορές  ούτε  καν αυτό.»[...]Τώρα εκείνος έφυγε για πάντα/(δεν καταδέχτηκε ούτε καν να σε αποχαιρετίσει-/το κώμα άλλος ένας άσος στο καλοραμμένο του μανίκι)/και τις πήρε μαζί του, αφού κι αυτές τις θεωρούσε δικές του./Όλα τα θεωρούσε δικά του.» Ήταν θέμα πατρικής παντοδυναμίας./Ο πατέρας έφυγε από τη ζωή του, αλλά το πορτρέτο του αναδύεται ζωντανό μέσα από το ποιητικό του έργο, αλλά και από το »Αίμα νερό». Kαι είναι η επίδραση της πατρικής συμπεριφοράς και του πατρικού προτύπου σημαντική και στην δημιουργία του ποιητικού προσωπείου. Στο σονέτο 62 συναντάμε και πάλι τον »Βrasileiro», που »ήταν όντως καλός εραστής με εξωτική πανοπλία», να » βρίσκεται διασωληνωμένος  σε ιδιωτική κλινική στο Μοrumbi» και να »έχει πάψει εδώ και μήνες να μιλάει.» Το ποίημα τελειώνει ως εξής: «Σε κοιτάει  έντονα στα μάτια/μ “εκείνο το βλέμμα που θα ήθελες να λέει : »Συγγνώμη, γιέ μου»,/ενώ στην πραγματικότητα σου ψιθυρίζει: »Kοίτα για πότε τελείωσε το πάρτυ!»
Στο σονέτο 74 ο ποιητής αναρωτιέται :«Τον αγαπούσες όσο πίστευες; Σε αγαπούσε όσο ήθελες; Συνέχισε να ρωτάς. Οι δικοί σου τοίχοι έχουν ακόμα πολλά να πουν.»Και είναι η πρώτη φορά που ο ποιητής κάνει λόγο για » δάκρυ» (είναι γνωστή η αντιπάθειά του προς τις δακρύβρεχτες λογοτεχνικές ταχτικές άλλωστε):
»Φθινόπωρο έφυγαν και οι δύο, με δύο χρόνια διαφορά.
Οι στάλες της βροχής στο τζάμι συντονίζονται με την οδύνη σου-
κυλάνε αργά όπως τα δάκρυά σου.»

Σε αυτό το Σονέτο συναντάμε και τη λέξη »ορφανός»: »Τώρα είσαι πλέον ορφανός». Σαν » ορφανό του Ντίκενς »θα γράψει αργότερα στο Αίμα Νερό, κεφάλαιο 26 :
»Πάλι κουδουνίζει ενοχλητικά στο μυαλό σου η λέξη αυτή: ματαίωση. Φρόντιζε να απέχει από κάθε σημαντικό γεγονός στη ζωή σου. Πάντα με καλή δικαιολογία εννοείται-ήταν πολύ έξυπνος στο να επινοεί περίτεχνα σενάρια. Στην αποφοίτησή σου ήσουν ο μοναδικός φοιτητής στον κήπο του Κολεγίου που γιόρτασε τη μέρα εκείνη σαν ορφανό του Ντίκενς. Κρατούσες αμήχανα στο χέρι το ποτήρι με την σαμπάνια (που απεχθάνεσαι) και κοιτούσες τους συμφοιτητές σου να χαριεντίζονται αυτάρεσκα με τους γονείς και τις φιλενάδες τους. Το μόνο που σε έκανε να νιώσεις λίγο καλύτερα ήταν ότι σε όλη τη διάρκεια της τελετής έβρεχε καταρρακτωδώς.»
Από τον πατέρα στη μητέρα, από την μητέρα στον πατέρα, η εσωτερική διαδρομή του ανθρώπου διασταυρώνεται με την εσωτερική διαδρομή του ποιητή και η σταθερή θεματολογία
πάντα εκεί να μας υπενθυμίζει πόσο τα βιώματα μπορούν να επηρεάζουν το υποκείμενο της γραφής και να συμβάλλουν  στην ανάπτυξη της ποιητικής ευαισθησίας.
Ωστόσο υπάρχει η αίσθηση πως από τα Σονέτα της συμφοράς απουσιάζει ο μεγάλος θυμός που συναντήσαμε σε προηγούμενες νεανικές συλλογές. Εμφανίζεται πιο διαλλακτικός, πιο ήρεμος, ίσως, περισσότερο ψύχραιμος. Αν και στο Αίμα Νερό που ο λόγος είναι αυστηρά απογυμνωμένος και λειτουργικά λιτός η σκληρότητα αναδύεται και είναι σαν να επιστρέφει δριμύτερη, αποδεικνύοντας πως ο ποιητής δεν έχει πάψει ποτέ να γλείφει τις πληγές του ,ίσως γιατί οι πληγές, όταν είναι εξαιρετικά βαθιές, σε στοιχειώνουν εν τέλει. To Aίμα Νερό κλείνει ως εξής: »Σκέφτεσαι τώρα τους στίχους του Λάρκιν :»They fuck you up,your mum and dad./They may not mean to,but they do.»
Η  επαναφορά των ιστοριών της οικογενείας του και ο τρόπος που ο ίδιος εμπλέκεται μέσα σε αυτές είναι οικείος σε έναν συστηματικό αναγνώστη του Βλαβιανού. Είναι η αίσθηση μιας τραγικότητας που δίδεται  κάθε φορά. Όμως δίδεται με έναν τρόπο άμεσο και άρα αληθινό που δεν μπορεί να μην κάνει τον αναγνώστη να ταυτιστεί με αυτό που διαβάζει, συμπάσχοντας  και νιώθoντας το δράμα οικείο.
26
»To δικό σου έργο τιτλοφορείται: »O πατέρας που δεν αγάπησε τον γιο,
κι ο γιος που δεν κατάφερε να μισήσει τον πατέρα».
Και τώρα ,μετά τη μάνα σου σκέφτεσαι ότι ήρθε η σειρά του
και δεν έχεις προλάβει τίποτε και  ο χρόνος πια εξανεμίστηκε
και η φωνή εξασθένησε και η πίκρα ξεχειλίζει από παντού και»
[...]


http://fractalart.gr/soneta-tis-symforas/

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS /// ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ






                                                                       
Παναγιώτης  Μανιάτης

Παναγιώτη,σε καλωσορίζω στο varelaki .Θα ήθελα για αρχή να μου πες δύο λόγια για σένα.Παρουσιάσου,λοιπόν. 

Σ’ ευχαριστώ για τη φιλοξενία Ασημίνα. Ας ξεκινήσω λέγοντας ότι προσπαθώ να παραμείνω ποιητικός σε μια πεζή καπιταλιστική πραγματικότητα. Δεν είναι εύκολο, αλλά δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς. Μ’ αρέσει να ταξιδεύω και να διαβάζω. Πέρα από την πολιτική μου δράση, δραστηριοποιούμαι και στον καλλιτεχνικό τομέα διατηρώντας το μπλογκ mauroflight.wordpress.com, ενώ αρθρογραφώ και στο διαδικτυακό περιοδικό atexnos.gr. Τρέχω αρκετά με το βιβλίο, κάτι το οποίο μου έχει δώσει τη δυνατότητα να συναντήσω ανθρώπους με κοινά οράματα. 


Πώς ξεκίνησαν όλα με τη γραφή αυτού του βιβλίου.Με ποιό στόχο εγράφθη; 

Ασχολούμαι χρόνια με την ποίηση. Δυστυχώς έχουμε υποχωρήσει στα ζητήματα επαναστατικής κουλτούρας και η δοκιμιακή μου δουλειά στοχεύει στην κριτική ανάδειξη αυτής. 

  Βάλε μας λίγο στο εργαστήρι σου.Πώς δούλεψες,με ποιά μέθοδο εργασίας. 

Διαβάζω πολύ και φροντίζω να συνδυάζω πράγματα. Όταν λοιπόν αισθάνθηκα ότι έληξα κάποια καλλιτεχνικά, πολιτικά και ιστορικά ζητήματα, επικεντρώθηκα στο κομμάτι της σοβιετικής ποίησης, το οποίο βέβαια κατείχα, ούτως ώστε να ξεκινήσω με αυτό την καλλιτεχνική μου πορεία. Ξαναδιάβασα το υλικό, με συγγραφική πλέον ματιά, και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. 

 Ποιά η λογοτεχνική αξία της ποίησης στην Οκτωβριανή επανάσταση.Πιστεύεις ότι υπάρχει; 

Αυξάνοντας λίγο το χρονικό εύρος, γιατί όταν γίνεται μια Επανάσταση έχεις άλλα ζητήματα να λύσεις, θα σου έλεγα ότι υπάρχει. Μια καλύτερη ζωή σε προμηθεύει με νέες εικόνες και δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για το σχηματισμό νέων μορφών έκφρασης. Επιπλέον, σκέψου ότι αρκετοί ποιητές είχαν έρθει σε επαφή ή και εκπροσωπούσαν πρωτοποριακά κινήματα εκείνης της περιόδου, σε μια χώρα με πλούσια παράδοση στη λογοτεχνία. 

 Τέχνη και κοινωνία. 

Αλληλένδετα. Όσο καλύτερη είναι η κοινωνία τόσο καλύτερα θα είναι τα πράγματα για την Τέχνη .

 Ποιους ποιητές και πεζογράφους αγαπάς; 

Αν δεν αναζητάς επόμενους έρωτες δε χαράζεις δρόμους. 

 Ποιά η προσφορά του Μαγιακόφσκι; Ποιές οι σκέψεις σου για αυτόν; 

Σίγουρα μεγάλη, γι’ αυτό και του αφιερώνω ένα ολόκληρο κεφάλαιο. Το κακό είναι ότι στην Ελλάδα στην ουσία γνωρίζουμε μόνο αυτόν σα σοβιετικό ποιητή και παρατηρώ ένα είδος προσωπολατρίας στις αναλύσεις αρκετών. Με το βιβλίο θέλησα να ‘’σπάσω’’ και αυτή την αντίληψη δίνοντας ολόκληρη την εικόνα της εποχής. 

Ενα σχόλιό σου για το σύγχρονο λογοτεχνικό τοπίο.
 
Για να είμαι ειλικρινής δεν πολυασχολούμαι με τη σύγχρονη παραγωγή. Τη θεωρώ φτωχή και πιστεύω ότι δεν έχουμε εξαντλήσει από άποψη θεωρητική, κριτική την καλλιτεχνική παραγωγή του 20ού αιώνα. 

 Ποίηση είναι... 

Ευαισθησία, τουλάχιστον στην παρούσα φάση. 

 Ποίηση και διαδίκτυο. 

Το διαδίκτυο προσφέρει έναν εκδημοκρατισμό σε πολλούς τομείς. Μπορείς να εκφράζεσαι και να κοινοποιείς πολύ πιο εύκολα το έργο σου, κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Από την άλλη, για να αφήσεις το στίγμα σου θα πρέπει να έχεις εμπειρίες, βιώματα, διάρκεια πράγματα τα οποία χρειάζονται σε όλες τις εποχές. 

 Γράφεις κάτι καινούριο; 

Κάτι ετοιμάζω. Το δουλεύω αρκετές εργατοώρες κάθε μέρα με στόχο να κυκλοφορήσει το 2017, στα εκατόχρονα της Επανάστασης. Θα μου επιτρέψεις να μην στο αποκαλύψω τηρώντας τις αρχές της μπολσεβίκικης συνωμοτικότητας. 


                                        



*** Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση


Παναγιώτης Μανιάτης

Δίαυλος, 2014
138 σελ.


notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΛΙΑΚΟΥ //// ΣΙΩΠΗ











Σιωπή



Μαριάννα Πλιάκου

Πολύτροπον, 2015
48 σελ.


*****



ΧΑΟΣ


Όχι, δεν είναι θηλυκό.
Δεν είν’ η Αταξία.

Ούτε αρσενικό.
Δεν είν’ ο Όλεθρος.

Το Χάος είναι ουδέτερο.
Μέσα μας βλάστησε,
μαύρο λουλούδι που ποτίζει ο Χρόνος.



*****


ΣΙΣΥΦΟΣ


Χρόνια στο ίδιο δυάρι του Αδη,
ο ιδρώτας παλεύει με το γκρι πουκάμισο.
Μια παλιά φωτογραφία στο παρόν αντιμιλά,
χωρίς επιτυχία.
Και το γραμμωμένο βινύλιο,
καμώνεται πως αναπνέει ακόμα.


Και τότε μου το είπε:
“Μια μέρα ο βράχος δε γλίστρησε,
μα στάθηκε στην κορυφή.
Κι εγώ κοίταξα τα χέρια μου τα ματωμένα
και μετά πάνω, μια χαραμάδα που έχυνε φως.
Δε δίστασ’ άλλο:
του ‘δωσα μια και πάλι πήρε τον κατήφορο.

Μη με ρωτάς γιατί. Το ξέρεις ήδη.”



*****


ΧΡΟΝΟΣ (ΙΙ) 



Αντικριστά καθίσαμε και πάλι.

Εμείς εδώ,
με σκαλιστές σκιές στο μέτωπο
τις ώρες της επιθυμίας ν’ασβεστώνουμε
με τρύπιους τενεκέδες λογικής.
Και στην ελπίδα του είμαι,
το δεν είμαι να γευόμαστε,
σ’ ετούτο τον παράλογο εμφύλιο.

Σιωπηλός, απέναντι, εσύ.
δεν ξέρω τι μυρίζεις,

Σοφία ή Σαρκασμό.




*****



ΟΧΙ  ΕΜΕΙΣ


Και το ποτάμι τρέχει πίσω στην πηγή.
Κι εμείς που δε προλάβαμε να πιούμε,
πέτρες πετάμε στην κοιλιά του.
Λες κι αυτό να φταίει.
Αυτό κ’ οι Άλλοι.

Μα προπαντός οι Άλλοι. 



*****

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015, ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /// 'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ











Αίσθηση


Αιωρούμαστε ανάμεσα στα σύννεφα
Φαντάσματα με δάχτυλα μαύρα από καπνό
Ψάχνουμε τις λέξεις για το κενό,
κι αυτές να μην έρχονται,
κι ας είναι το βλέμμα μας καινό.
Το ποίημα είναι παρόν
Το ποίημα λείπει.
Μένει η λύπη
Να μας γλύφει το θυμό.



[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ]

notationes /// ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ -ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2015 /// ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ /// Η ΒΟΥΛΙΜΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ





                                                    






Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά



Έλσα Κορνέτη

Γαβριηλίδης, 2014
88 σελ.


_____________________________________________________

 H BOYΛΙΜΙΚΗ  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


Είναι κάποιες μέρες που
η αγάπη μοιάζει
με κόκκινη ξεραμένη σάλτσα
Είναι κάποιες μέρες που 
η αγάπη έχει γεύση
ξινής ντοματόσουπας
Μια μέρα η αγάπη
κόλλησε
ανάμεσα σε δύο 
άπλυτα κουτάλια

                                *

Το αιώνιο ζευγάρι τρέφεται με τα σωματίδια του Θεού
Ζώντας σ'έναν αδέσποτο βακτηριοφάγο
Το βράδυ παρακολουθεί κουταλομαχίες στην οθόνη
Πάνω από το τζάκι λάμπουν δύο σταυρωτά κουτάλια
Το οικόσημο της βουλιμικής οικογένειας

                                *


Ο έρωτας με το διάφανο τρυφερό του δέρμα
'Ενα βουλιμικό κτήνος
Τρέφεται με ερείπια ψυχών και σωμάτων  
'Εμβλημά του δύο   πριονωτά κουτάλια
Κλείνουν αρμονικά
Σε δύο σαγόνια
Σ 'ένα Δόκανο Θανάτου  

                             * 

Το 1977 η μαμά μαγείρευε 
σούπα με ροδοπέταλα
στο επαναστατικό σκεύος εποχής  
Η ονειρόσουπα έλεγε
γίνεται πιο νοστιμη
όταν βράζει
σε χύτρα ταχύτητας
Τα πιάτα γίνονται πιο τριζάτα
όταν πλένονται στο πλυντήριο πιάτων 
κι εγώ πιο ανάλαφρη και αιχμηρή
για να πετώ πάνω σ 'έναν πίνακα ζωγραφικής
και να τρυπώ με το σώμα μου έναν τοίχο

                              *  

Μου έλεγαν :
Nα πορεύεσαι με προσήλωση
Να κολλάς ένα μάτι
στη λακκούβα που χάσκει  
μπροστά σου
κι ένα μάτι στον ουρανό
που στάζει γαλάζιο σιρόπι
πάνω στο κεφάλι σου
Μόνο πρόσεξε
την ασυμμετρία
Να μη χάσεις
την ισορροπία του τρόμου      


                            *

'Ηταν μια εποχή
που ο πατέρας τάιζε
έναν μικρόο πράσινο παπαγάλο
με λευκά σπόρια και χοντρό αλάτι
Ζούσε σ' έναν αθέατο κι αλλόκοτο κόσμο
οι φίλοι μου ήταν ερμαφρόδιτα κοράλλια
Τις νύχτες ανέβαονα μια σκάλα που έλιωνε σαν παγωτό
Τις μέρες το μοβ ταβάνι στο δωμάτιο
γινόταν μια μέδουσα πυ άπλωνε το ζελέ της
κι έπειτα έπεφτε μ επάταγο
στο πιάτο του μεσημεριού
Όταν ενηλικιώθηκα κατάπια έναν βάτραχο
κι έναν πρίγκιπας στρογγυλοκάθισε στο στομάχι μου
Η δυσπεψία έγινε χρόνια
κι εγώ εγκρατής στην κατανάλωση ωμού
αντρικού κρέατος