Translate

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// EIΡΗΝΗ ΨΥΡΡΑ /// ΑΘΩΑ ΨΕΜΜΑΤΑ, ΈΝΟΧΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ



Αποτύπωση του χρονικού της τρέλας στο χαρτί…»

Γράφει η Τσιοτινού Αθανασία, Φιλόλογος-Θεατρολόγος, Μed

«Αθώα ψέματα, ένοχες αλήθειες…», Ειρήνη Ψύρρα, Εκδόσεις Αρμός

«Αθώα ψέματα, ένοχες αλήθειες...» είναι ο εύγλωττος τίτλος του πρώτου μυθιστορήματος της πολλά υποσχόμενης Ειρήνης Ψύρρα. Ένας τίτλος που μας θέτει «προ των ευθυνών μας» και έμμεσα μας «βάζει στο τρυπάκι» να αναλογιστούμε πόσες φορές έχουμε πει ψέματα στη ζωή μας για να δικαιολογήσουμε πικρές αλήθειες, αλήθειες που μας στοιχειώνουν και μας πληγώνουν. Είναι αυτά τα κατά συνθήκη ψεύδη που πολλές φορές είναι απαραίτητα και μας βοηθάνε να συμβιβαστούμε με τις αλήθειες που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε, γιατί μας πονάνε, τις αλήθειες που θα προτιμούσαμε να είναι ψέματα. Και τελικά πόσο αθώα είναι τα ψέματα; Ένα ψέμα μπορεί να οδηγήσει σε ένα άλλο ψέμα που με τη σειρά του δικαιολογεί το προηγούμενο και πάει λέγοντας…Φαύλος κύκλος! Συνεπώς, τα ψέματα δεν είναι και τόσο αθώα από τη στιγμή που έχουν οδυνηρές συνέπειες. Και η αλήθεια, οι αλήθειες είναι ένοχες; Γιατί; Η αλήθεια όσο και αν πονάει, σώζει και οδηγεί στην κάθαρση. Γιατί να είναι ένοχη; Γιατί να φοβόμαστε την αλήθεια και να ντρεπόμαστε γι’ αυτή; Άλλωστε, την αλήθεια δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Αργά ή γρήγορα θα βγει στο φως. Και δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Αυτή είναι η δύναμή της, γιατί η αλήθεια, σύμφωνα με την ετυμολογία της, είναι το αντίθετο της λήθης.

Γι’ αυτό όσο ένοχη και αν είναι η αλήθεια, όσο αργά και αν αποκαλυφθεί, έχει τη δύναμη να λυτρώσει τις ηρωίδες μας. Γιατί στο αριστοτεχνικά δομημένο μυθιστόρημα της Ειρήνης Ψύρρα έχουμε δύο ηρωίδες, τη Μάγια και τη Ζωή και δύο ιστορίες, της Μάγιας και της Ζωής. Δύο ιστορίες φαινομενικά άσχετες. Πόσο άσχετες τελικά είναι αυτές οι δύο ιστορίες; Θα συναντηθούν σε κάποιο σημείο; Που τελειώνει η αλήθεια της Ζωής και που αρχίζει η αλήθεια της Μάγιας; Πότε οι αλήθειες γίνονται ένοχες και χρειάζονται αθώα ψέματα -όχι όμως ακίνδυνα- για να τις σώσουν;

Η Μάγια τον τελευταίο χρόνο είναι επιμελήτρια κειμένων, στον εκδοτικό οίκο «Ηλιαχτίδα» (συμβολικό το όνομα του εκδοτικού οίκου, αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο, αχτίδα του ήλιου, αχτίδα του φωτός και της αλήθειας που πρέπει να λάμψει), λατρεύει τα βιβλία και το διάβασμα και νιώθει μεγάλη εκτίμηση και θαυμασμό για το αφεντικό της, τον εκδότη Ορέστη Φιλίππου, ο οποίος διακρίνει το λογοτεχνικό της ταλέντο, την ξεχωριστή της προσωπικότητα και πιστεύει ότι κάποια μέρα άλλοι θα επιμελούνται τα δικά της βιβλία. Η Μάγια περιμένει με ανυπομονησία την αναγνώριση της αξίας της, ελπίζοντας ότι ο Φιλίππου θα της αναθέσει την επιμέλεια βιβλίων του Στρατάκη, ενός σημαντικού λογοτέχνη της «Ηλιαχτίδας». Προς απογοήτευσή της ο εργοδότης της της αναθέτει την επιμέλεια ενός βιβλίου μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, της Ζωής Ορφανού. Την αρχική απογοήτευση διαδέχεται η περιέργεια να γνωρίσει την αξιόλογη συγγραφέα, και να διεισδύσει στη σπάνια ιστορία μιας σπάνιας γυναίκας, σύμφωνα με τον Φιλίππου.

Η Μάγια «αποκηρύσσει» για λίγο τα αδέρφια της, τους γονείς της, την ιστορία της οικογένειάς της και το βιβλίο της Ζωής (συμβολικό και το όνομα της δεύτερης ηρωίδας, παραπέμπει στη ζωή που παλεύει κατά του θανάτου) με τον τίτλο «Γυναικείας ψυχής εσώτατα» γίνεται ο νέος της σύντροφος. Με αυτόν τον τρόπο η ιστορία της Ζωής εισβάλλει δυναμικά στη ζωή της Μάγιας, η οποία γοητεύεται από την ιστορία και τον τρόπο γραφής της Ζωής. Δεν γοητεύεται μόνο η Μάγια από τη Ζωή, συνάμα γοητευόμαστε κι εμείς από τον τρόπο γραφής της Ειρήνης. Στον πρόλογο του βιβλίου της Ζωής, διά χειρός Ειρήνης, διαβάζουμε «Τα γεγονότα της ζωής μου άρπαξα κι έγιναν γράμματα, λέξεις, ιστορία, αθώα ψέματα κι ένοχες αλήθειες, μέσα σε μια ανεπαίσθητη στιγμούλα. Άλλωστε, τα γεγονότα τα πιο σημαντικά, εκείνα που ορίζουν, προσδιορίζουν και τελικά καθορίζουν την ύπαρξή μας, είναι μικρές ανεπαίσθητες στιγμούλες. Μια στιγμή η ζωή, μια στιγμή ο έρωτας, μια στιγμή ο θάνατος, μια στιγμή για να γίνουν η ζωή και ο έρωτας θάνατος».

Η Ζωή Ορφανού, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου μέσα στο βιβλίο, είναι ένας άνθρωπος που από μικρή ηλικία ζει ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει. Είναι εσωστρεφής, συνεσταλμένη και όχι ιδιαίτερα κοινωνική. Τελειομανής, αναζητά την ευτυχία στους στόχους του μυαλού και αρνείται επιμόνως να ακολουθήσει τα όνειρα της καρδιάς, όπως τη συμβουλεύουν τα αγαπημένα της πρόσωπα, οι γονείς και ο παιδικός της φίλος Κίμων, η φωνή της λογικής, από τον οποίο απομακρύνεται, γιατί λέει αλήθειες που η Ζωή δεν θέλει να παραδεχτεί, προτιμώντας να περιπλανιέται στα σοκάκια του ψεύδους. Επιλέγει την απόλυτη μοναξιά και την απελπισία που την οδηγούν στη δυστυχία, ενώ η ευτυχία είναι δίπλα της, αρκεί ν’ απλώσει το χέρι της. Όμως εθελοτυφλώντας, φαντασιώνεται ότι η ευτυχία βρίσκεται σ’ αυτό που δεν μπορεί να έχει. Η εμμονή της να το αποκτήσει την οδηγεί σε λάθος μονοπάτια. Διχασμένη από μικρό παιδί. Αυτός ο διχασμός, αυτό το μοίρασμα ανάμεσα στα πρέπει και τα θέλω, στην αλήθεια και στο ψέμα, στην τρέλα και τη λογική θα την οδηγήσει στα άκρα. Θα κάνει τα πάντα, θα αποκηρύξει την καριέρα της -μια πετυχημένη καριέρα που θα ζήλευαν όλοι-, θα εγκαταλείψει την πατρίδα της και την οικογένειά της και θα καταστρώσει ένα σκοτεινό σχέδιο, γιατί πλέον αποφασίζει η τρέλα και όχι η λογική. Για την επίτευξη του σχεδίου δεν διστάζει να κυλιστεί ακόμη και στο βούρκο, να συναναστραφεί με τον υπόκοσμο και να φτάσει στο σημείο της άκρας ταπείνωσης, στο τελευταίο σκαλί της αξιοπρέπειας. Όταν η τρέλα πλέον θριαμβεύει δεν διστάζει να διαπράξει ακόμη και φόνο.

Και όμως η Ζωή Ορφανού θα μπορούσε να ήταν ευτυχισμένη, αν η αίσθηση του ανικανοποίητου δεν την ταλάνιζε από το σχολείο ακόμη, όπου ήταν καλή μαθήτρια και ξεχώριζε. Παίρνει υποτροφία και πάει για σπουδές στο εξωτερικό. Επιστρέφει πίσω, βρίσκει μια δουλειά με τρομερές δυνατότητες ανέλιξης, κάνει έναν επιτυχημένο γάμο που δεν διστάζει να τον διαλύσει γιατί δεν εκπληροί τους στόχους του μυαλού. Στη συνέχεια γνωρίζεται με έναν άνθρωπο που την αγαπάει πολύ και αυτή τον θαυμάζει. Αλλά και πάλι θα τον αφήσει γιατί δεν μπορεί να της

εκπληρώσει την εμμονή της που την οδηγεί στην τρέλα, στην αυτοκαταστροφή και στα ατέλειωτα ψέματα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το μόνο μελανό σημείο στη ζωή της ήταν ο άτυχος και ανεκπλήρωτος -πάντα σύμφωνα με τους στόχους του μυαλού της- έρωτας στο πανεπιστήμιο που τη στιγμάτισε και την κατατρύχει μέχρι τη δολοφονία που θα την λυτρώσει και θα την απαλλάξει από το ψέμα και την υποκρισία, την εμμονή και την τρέλα. Τα μάγια λύνονται, δεν μένει παρά η αποτύπωση του χρονικού της τρέλας στο χαρτί. Η πολυπόθητη κάθαρση φτάνει. Δεν υπάρχουν πλέον αθώα ψέματα κι ένοχες αλήθειες, υπάρχουν μόνο ψέματα και μόνο αλήθειες, οι οποίες πρέπει να ειπωθούν.

Η Ειρήνη σκιαγραφεί με αγάπη τη φόνισσα Ζωή, μεταδίδοντάς μας αυτήν την αγάπη. Βέβαια, όσο και να την συμπαθεί, δεν μπορεί να την αθωώσει. Στη συνείδηση όμως του αναγνώστη η Ζωή δεν είναι φόνισσα, είναι μια διχασμένη προσωπικότητα, μια πονεμένη ύπαρξη, που δεν μπορείς παρά να την συμπαθήσεις. Η όποια τιμωρία έρχεται βέβαια από τους ανθρώπους και τα δικαστήρια, αλλά ο Θεός ή μια ανώτερη δύναμη θα μπορούσε ν’ αποδώσει καλύτερα δικαιοσύνη και να κρίνει τη Ζωή.

Εδώ έγκειται το μεγάλο κατόρθωμα της Ειρήνης. Με τον υπέροχο τρόπο της γραφής της, το πλούσιο λεξιλόγιο και την δουλεμένη έκφρασή της -σε καμία περίπτωση δεν γίνεται εξεζητημένη-, μας έδωσε ένα μυθιστόρημα που κινείται σε δύο επίπεδα αφήγησης, που το διαβάζεις με κομμένη την ανάσα και σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος, ένα τέλος που δεν μπορείς να το φανταστείς, αφού οι ανατροπές των τελευταίων σελίδων σε ξεπερνούν.

Πρόκειται για μια εντέχνως δομημένη πλοκή, όπου η μετάβαση από τη μία ιστορία στην άλλη, από το σήμερα στο χθες και από το χθες στο σήμερα παραπέμπει σε σκηνές κινηματογραφικής ταινίας. Διαβάζουμε και συγχρόνως παρακολουθούμε ένα ψυχολογικό θρίλερ. Προβληματιζόμαστε και προσπαθούμε ν’ απαντήσουμε σε διάφορα

υπαρξιακά ερωτήματα που τίθενται, καθώς βλέπουμε τα «γκρο» πλάνα της ζωής της ηρωίδας Ζωής. Η συγγραφέας μας παρουσιάζει πολυπρόσωπα κινηματογραφικά πλάνα, αφού η Ζωή και η Μάγια περιβάλλονται από ένα πλήθος προσώπων (οικογένεια, φίλοι σχολείο, πανεπιστήμιο, εργασιακός χώρος), γυρισμένα σε διάφορα μέρη (Αθήνα, Λονδίνο, Οξφόρδη). Πλούτος εικόνων, πλούτος προσώπων, περίτεχνα «κοσμημένοι» διάλογοι, αυθεντικότητα και πρωτοτυπία, ένα δυνατό κι ενδιαφέρον μυθιστόρημα που κερδίζει τον αναγνώστη

Η λογοτεχνική πένα της Ειρήνης είναι γοητευτική, σε ταξιδεύει και σε μαγεύει. Και αν αναλογιστούμε ότι είναι το πρώτο της βιβλίο, είμαστε περίεργοι να δούμε τι μας επιφυλάσσει το λογοτεχνικό μέλλον της. Αναμφίβολα, όχι κάτι λιγότερο και κατώτερο. Η Ειρήνη, αν και νέα στο χώρο της συγγραφής, φαίνεται να διαθέτει τη λογοτεχνική στόφα έμπειρων εργατών του λόγου. Δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από παλιότερους και καταξιωμένους λογοτέχνες. Δίκαια μπορεί και μόνο με αυτήν την πρώτη της λογοτεχνική απόπειρα και συγχρόνως κατάθεση ψυχής να διεκδικήσει μια σημαντική θέση στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ανυπομονούμε για τη συνέχεια και πιστεύουμε ότι έχει τη δυνατότητα να μας εκπλήσσει ευχάριστα και στο μέλλον, προσκαλώντας μας σε μοναδικές αναγνωστικές περιπέτειες και σε μοναδικά ταξίδια του μυαλού και της φαντασίας!

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

NEA KYKΛΟΦΟΡΙΑ /// ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ /// ΤΩΡΑ ΘΑ ΜΙΛΗΣΩ ΕΓΩ ///

 



Η Μαρίνα µπαινόβγαινε σε διάφορες κοινότητες απεξάρτησης, σε πόλεις της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, επί τριάντα χρόνια. Προσπαθούσε να κόψει τα ναρκωτικά αλλά δεν τα κατάφερνε. Έµενε καθαρή για λίγους µήνες και µετά έβρισκε πάλι καταφύγιο στην ηρωίνη.

«Σε ποια πραγµατικότητα ακριβώς θέλεις να επανενταχθώ;» µου είπε κάποτε.

Στο βιβλίο αυτό δίνω φωνή στην ίδια. Να µιλήσει για τους λόγους που την οδήγησαν στα ναρκωτικά, για την ανάγκη της να ερωτοτροπεί διαρκώς µε τον θάνατο, λες και µέσα από αυτό το µακάβριο φλερτ θα µπορούσε να επουλώσει τις πληγές της και να απαλύνει τον πόνο που ένιωθε. Στην τραγική ζωή της καθοριστικό ρόλο έπαιξε η νοσηρή σχέση µε τη µητέρα της, σχέση που δυστυχώς επηρέασε για πολύ καιρό και τη δική µου επικοινωνία µαζί της. Τώρα που και οι δύο γυναίκες δεν ζουν πια, µπόρεσα να δω πιο καθαρά το πρόσωπο της αδελφής µου, να φωτίσω πλευρές της προσωπικότητάς της που µε απωθούσαν και µε κρατούσαν µακριά της. Ξαναδιάβασα τις επιστολές και τα σηµειώµατα που είχαµε ανταλλάξει µέσα στα χρόνια, ξέθαψα παλιές φωτογραφίες που ήταν στοιβαγµένες σε κουτιά, ανακάλεσα στιγµές από τα ανέµελα καλοκαίρια µας στις Σπέτσες, όταν ήταν ακόµη ένα µικρό χαριτωµένο κορίτσι, και άλλες αργότερα, οδυνηρές, από τις σύντοµες συναντήσεις µας στη Ρώµη.

Το Τώρα θα µιλήσω εγώ είναι το κύκνειο άσµα της. Όσα δεν είπε όσο ζούσε –αφού τον ρόλο του αφηγητή τον µονοπωλούσε άλλος– τα λέει τώρα σ’ αυτόν τον δραµατικό αποσπασµατικό µονόλογο. Κάθε λέξη του υπογραµµίζει το απαράµιλλο σθένος της, αλλά και την αβάσταχτη µοναξιά της.

Aπό το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Πατάκης 2020

Η αμερικανίδα ποιήτρια Louise Glück κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2020.


 

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/culture/book/685062_nompel-logotehnias-poia-einai-i-skoteini-poiitria-louise-gluck»

Στην Αμερικανίδα ποιήτρια Louise Glück απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2020. Δύο χρόνια μετά την Πολωνή Όλγκα Τοκάρτσουκ, η Louise Glück είναι η 16η γυναίκα που τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10 εκατ. κορωνών Σουηδίας (958.000 ευρώ).

H Louise Glück γεννήθηκε το 1943 στη Νέα Υόρκη και ζει στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης. Είναι γνωστή και ως η «σκοτεινή» ποιήτρια για τη ροπή της σε θέματα γύρω από το τραύμα, την απώλεια και τη θλίψη. Εκτός από ποιήτρια, που έχει κερδίσει πολλά λογοτεχνικά βραβεία και διεθνή αναγνώριση, είναι και καθηγήτρια αγγλικών στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ.

Το 1992 της απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της «The Wild Iris» και το 1999 το βραβείο Μπόλινγκεν του Πανεπιστημίου του Γέιλ για τη συλλογή της «Vita Nova». Το 2003 χρίσθηκε 12η «Poet Laureate» των ΗΠΑ, ένας εξαιρετικά τιμητικός τίτλος. Το 2014 της απονεμήθηκε το αμερικανικό «Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Ποίησης» για τη συλλογή της «Faithful and Virtuous Night», ενώ το 2016, ο Μπαράκ Ομπάμα της απένειμε το ανώτατο παράσημο των ΗΠΑ για τους εκπροσώπους των Τεχνών και των Γραμμάτων.


Σε αρκετά ποιήματά της, άντλησε τα θέματά της από την ελληνική μυθολογία. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει για τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο, τον Αδη και την Περσεφόνη, την Κίρκη, τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη.

Σε ένα από τα πιο δημοφιλή της ποιήματα, με τίτλο «Νόστος», περιλαμβάνεται και ένας από τους πιο γνωστούς της στίχους: «Μια φορά κοιτάμε τον κόσμο, όταν είμαστε παιδιά. Τα υπόλοιπα είναι μνήμη». Η παιδική ηλικία και η οικογενειακή ζωή, η στενή σχέση ανάμεσα στους γονείς και τους αδελφούς και τις αδελφές αποτελούν κεντρική θεματική στο έργο της. 

Ως έφηβη, η Glück έπασχε από νευρική ανορεξία την οποία περιέγραψε σε πολλά ποιήματά της. Κυρίως σε ένα δοκίμιό της χαρακτήρισε την ασθένεια ως το μέσο στην προσπάθειά της να διεκδικήσει την ανεξαρτησία της από τη μητέρα της. Σε άλλο κείμενό της, έχει συνδέσει την ασθένειά της με το θάνατο μιας μεγαλύτερης αδελφής της, ένα γεγονός που είχε συμβεί πριν γεννηθεί.

Ποιήματα της  Louise Glück, μεταφρασμένα από τη Δήμητρα Κωτούλα και τον George Le Nonce έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Ποίηση και Ποιητική. 

Ένα από αυτά είναι «Το ζευγάρι στο πάρκο», (μετάφραση George Le Nonce):

Ἕνας ἄντρας περπατάει μόνος στὸ πάρκο καὶ δίπλα του περπατᾶ μιὰ γυναίκα, ἐπίσης μόνη. Πῶς τὸ καταλαβαίνει κανείς; Εἶναι σὰν νὰ ὑπῆρχε μιὰ γραμμὴ ἀνάμεσά τους, σὰν τὶς γραμμὲς στὰ γήπεδα. Ἐντούτοις, ἂν τοὺς φωτογράφιζες θὰ ἔμοιαζαν μὲ παντρεμένο ζευγάρι, ἕνα βάρος ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, βάρος ὅπως καὶ οἱ χειμῶνες ποὺ ἔχουν ὑπομείνει μαζί. Κάποια ἄλλη στιγμή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ἄγνωστοι ἕτοιμοι νὰ συναντηθοῦν τυχαῖα. Τῆς πέφτει τὸ βιβλίο της˙σκύβει νὰ τὸ σηκώσει, ἀγγίζει, τυχαῖα, τὸ χέρι του καὶ ἡ καρδιά της ἀνοίγει σὰν παιδικὸ μουσικὸ κουτί. Καὶ μέσα ἀπὸ τὸ κουτὶ ξεπροβάλλει μιὰ μικρὴ ξύλινη μπαλλαρίνα. Ἐγὼ τὸ ἔφτιαξα αὐτό, σκέφτεται ὁ ἄντρας˙ καίτοι στὸ ἴδιο σημεῖο βιδωμένη περιστρέφεται, δὲν παύει νὰ εἶναι χορεύτρια, κι ὄχι ἁπλῶς ἕνα κομμάτι ξύλο. Ἔτσι μᾶλλον ἐξηγεῖται ἡ αἰνιγματικὴ μουσικὴ τῶν δέντρων.

Στην Ελλάδα, η φετινή νομπελίστρια ανήκει  από την άνοιξη του 2020 στους συγγραφείς των Εκδόσεων Στερέωμα. Τα έργα της μεταφράζονται από τον Χάρη Βλαβιανό και τη Δήμητρα Κωτούλα και θα κυκλοφορήσουν σύντομα. 

Για τη Louise Glück μπορείτε να διαβάσετε και εδώ:

ΒΗΜΑ

ΕΡΤ

Το σχόλιο του Χάρη Βλαβιανού για τη νομπελίστρια ποιήτρια Louise Glück





Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

Το Varelaki προτείνει : Aνθολογία Νέων Κροατών Ποιητών , Βακχικόν 2020 /// Μετάφραση Ασημίνα Ξηρογιάννη


 












Οι νεαροί ποιητές που παρουσιάστηκαν σε αυτόν τον τόμο εμφανίστηκαν στην ποιητική σκηνή τα τελευταία δέκα χρόνια, με εξαίρεση τον Ντίνκο Κρέχο, του οποίου το πρώτο βιβλίο δημοσιεύτηκε κάπως νωρίτερα. Ανήκουν στη νεότερη γενιά Κροατών ποιητών, εκείνη που καθιερώθηκε (ή καθιερώνεται) μετά τη γενιά στην οποία ανήκω, αν και είμαι της ίδιας ηλικίας με ορισμένους από τους ποιητές που περιλαμβάνονται εδώ. Όλοι τους -και πάλι, με εξαίρεση τον Ντίνκο Κρέχο- δημοσίευσαν τα ποιητικά ντεμπούτα τους μέσα από τα δύο σημαντικότερα βραβεία χειρογράφων ποίησης στην Κροατία: το βραβείο Goran για νέους ποιητές, το οποίο απονέμεται στο καλύτερο χειρόγραφο από έναν μη δημοσιευμένο ποιητή μέχρι τα 30 του χρόνια, και το βραβείο Na vrh jezika για ποιητές μέχρι 35 ετών. Ως μέλος της κριτικής επιτροπής για τα δύο βραβεία, παρακολουθώ όλους αυτούς τους ποιητές από την αρχή της σταδιοδρομίας τους και η δική μου εικόνα για την κατάσταση του πεδίου, καθώς και η δική μου επιλογή, δεν θα ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που έγινε εδώ από τον Μίρζα Πούριτς, λογοτεχνικό μεταφραστή με ασυνήθιστη ευαισθησία και ενδιαφέρον για την ποίηση. Ωστόσο, πρέπει να αναφερθώ σε μερικά ακόμη ονόματα, χωρίς τα οποία θα ήταν ελλιπής η ευρύτερη εκδοχή μιας τέτοιας επιλογής, κατά κύριο λόγο στη Μαρία Αντριάσεβιτς, τον Μάριο Γκλάβας, την Τζέλικα Τσετς και τον Γκόραν Τσολακχόντζιτς.
Ακόμη και μια σύντομη ματιά στα ποιήματα αποκαλύπτει μάλλον ετερογενείς ποιητικές και τάσεις. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν δύο κοινοί τόποι: όλοι οι ποιητές σχηματίστηκαν κυρίως στον εγχώριο ποιητικό κανόνα και, ειδικά στους νεότερους από τους δέκα ποιητές, μπορούν να ανιχνευθούν ορισμένες ποιητικές παραλληλίες, αλλά και κοινά σημεία αναχώρησης, τα οποία πυκνώνουν καθώς στενεύει η επιλογή αυτών των συγγραφέων. [...] (Από τον πρόλογο του Μάρκο Πογκατσάρ)