Translate

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Σοφία Βασιλειάδου /// ENA ΠΟΙΗΜΑ





Επίσκεψη κατ' οίκον



Με υποδέχτηκες με το γνωστό χαμόγελο,

όμως πίσω από την πλάτη σου

η πόρτα είχε ήδη προδώσει την ιστορία.

Στο πόμολο κρέμονταν οι μέρες σου·

ένα σακάκι που είχε χάσει τη μάχη με τους ώμους,

μια ζακέτα που έμοιαζε με πεταμένο δέρμα.

Προσπάθησα να κοιτάξω αλλού,

να επικεντρωθώ στο τσάι ή στον καιρό,

αλλά εκείνα τα ρούχα ήταν πιο παρόντα από εμάς.

Μου θύμιζαν πως κάθε σπίτι

έχει τα δικά του μαλακά ομοιώματα

που περιμένουν την επόμενη κίνηση.

Καθώς μιλούσες,

έβλεπα το μανίκι να γλιστράει ένα χιλιοστό.

Μια πτώση αργή, μεθοδική,

σαν να ήθελε να μου δείξει το πάτωμα.

Έφυγα νωρίς.

Είναι δύσκολο να συζητάς με κάποιον

όταν τα άδεια του ρούχα

σε κοιτάζουν τόσο επίμονα από το πόμολο.


*H φωτογραφία είναι παρμένη από το pexels.


ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΠΟΤΣΙΟΣ /// ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Η Σπονδή


Στα τρυφερά σου πόδια

σπονδή τελώ

δίχως κρασί,

δίχως μέλι

με μόνο πρόσφορο

το σάλιο των φιλιών μου.

“Γαία πυρί μιχθήτω” συλλογίζομαι,

καθώς τα χείλη μου σφραγίζουν

τ'  ανοίγματα των παπουτσιών

με τα ψηλά τακούνια σου.


Στα λυγερά σου πόδια γονυπετής σπονδή τελώ.

Όχι για εξιλέωση,

μα για παράκληση.


Τούτο το θαύμα ποτέ να μην τελειώσει.

*


Ο Αυτουργός Χρόνος


Ανάπηρες μέρες

τα ξύλινα, κομμένα

πόδια τους κοιτούν

ανίκανες πια να υψωθούν

ανάμεσά τους.

Ο χρόνος φυσικός αυτουργός

σαν τον συνέλαβαν

στα χέρια του ακόμη

βαστούσε το πριόνι.


Αθώος είπαν, ενήργησε

υπό κατάσταση ανάγκης

προστάτης φιλιών-

που να φιληθούν δεν έφταναν-

προστάτης ματιών-

που να κοιταχτούν αδυνατούσαν-

προστάτης δαχτύλων-


που να μπλεχτούν αδημονούσαν.


Αθώος είπαν, ενήργησε

υπό κατάσταση ανάγκης

προστάτης φιλιών-

που χείλη πόθησαν

προστάτης ματιών-

που βλέμματα λαχτάρισαν-

προστάτης δαχτύλων

που αγκαλιές θέλησαν να γίνουν.


Προστάτης δικαιωμάτων υπερτέρων.

*


Το κρασί


«Που ήσουν τόσα χρόνια;»

Τον ρώτησε κοιτώντας τον στα μάτια.


Ύστερα σήκωσε

το κρυστάλλινο ποτήρι

κι οι γουλιές αχόρταγες

γλιστρούσαν μέσα της.

Κρατούσε το ποτήρι

μπροστά απ' το γυμνό της σώμα,

με χάρη το περιέφερε μπρος

απ' τις ακάλυπτες ατίθασες ρώγες της,

ενώ κάθε τόσο οι μύτες

των κόκκινων νυχιών

γεννούσαν νότες κρουστικές

το ποτήρι χτενίζοντας.


Κι όσο το ρουμπινί του χρώματος απλωνόταν

στο λευκό καμβά του σώματός της,

εκείνος σκεφτόταν πως τόσα χρόνια

ήταν υπό διεργασία ζυμώσεως.

Κι άλλες μπορεί να ήπιαν απ' το κρασί αυτό.

Όμως η διεργασία της ζύμωσης δεν σταματά ποτέ

και το κρασί είναι ένας ζωντανός οργανισμός.

Κι άλλες μπορεί να ήπιαν....

Όμως η μποτίλια και πάλι σφραγιζόταν

και πάλι έπαιρνε τη θέση της στο σκιερό κελάρι.


Και μ' αυτές τις σκέψεις,

απ' το βλέμμα της μαγνητισμένος,

απ’ των θηλών της τη μετάληψη

μεθυσμένος,

μποτίλια ορθάνοιχτη αφέθηκε στα χέρια της,

την άφηνε να γεύεται,

αχόρταγα να βρέχει,

να δροσίζει το λατρευτό της στόμα,

την άφηνε να πίνει,

να τον πίνει

στην καλύτερη στιγμή,

στην κορύφωση της ζύμωσής του.



Ο Βασίλης Μπότσιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πρέβεζα, όπου και κατοικεί. Σπούδασε νομική, είναι μέλος του Δ.Σ. Πρέβεζας κι εργάζεται ως δικηγόρος. Το 2019 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "ΣΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ", από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, ενώ τον Οκτώβριο του 2023 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο "ΣΤ' ΑΚΡΟΔΑΧΡΥΛΑ ΞΑΓΡΥΠΝΟΥΝ ΟΙ ΑΦΟΡΜΕΣ", από τις εκδόσεις Ιωλκός. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Πρεβεζάνικα Χρονικά και Εμβόλιμον, καθώς επίσης και στους ιστοτόπους poiein.grbibliotheque.gr και varelaki.blogspot.com

*Η φωτογραφία είναι παρμένη από το pixabay.