H ΘΛΙΨΗ ΔΕΝ ΣΤΕΓΑΖΕΤΑΙ
Η θλίψη δεν στεγάζεται
Κυλάει, διαχέεται, τρυπώνει αργά
Δουλεύει στην σιωπηρή τζαζ,
While my guitar gently wheeps
Σε εκτιμάμε με νοήματα, George Harrison,
Νιώθοντας ο καθένας μόνος του, βουβοί -
"Μα πόσο ωραία μουσική!".
Κυκλάκια οδηγούν στις σκέψεις χωριστά
Σαν συννεφάκια κόμικς,
Μου χαμογελούν τα μάτια σου
Ευθύβολος σπινθήρας η αγκαλιά
Γυρνάς στον κλειστό κόσμο σου
Γύρω φρουρά-
Τα τακούνια πατάν τον αυθορμητισμό
"Θα μας κάψει άραγε ο ήλιος μαζί μες από το παράθυρο?"
Μα όταν στροβιλιστώ στις σκιές, τα καλάμια και τα φραγκόσυκα του Ρούκουνα
Όταν σκιρτήσω στο Μοναστήρι μπρος στο ανέμελο γυμνό κορμί
Δεν θα είναι για σένα τελικά
Εκεί θα είσαι, μα θα σε αναζητώ.
*
Η ΤΖΟΥΛΙΑ
Σκυθρωπιάζει, σκυφτή
Ένας χαμένος έρωτας- ή μια ανία
Θέλει να την πονεί?
Η Τζούλια μόνη χορεύει
Είναι όμορφη παράξενα
Βλέμμα από τα άδυτα
Αναζητά τι αναζητά εκεί
Ο μπαμπάς ανησυχεί
Μόνη του έγνοια: αυτή
Η Τζούλια χορεύει
Όρθια, μόνη, αδιάφορη, στητή
- Θα πάμε στην Ευρώπη
Βενετία, Ρώμη, Παρίσι
Τότε θα ξεχαστείς
Βλέπει τα αξιοθέατα η Τζούλια
Μόνο νιώθει εκστατική
- Θα πάμε μέσα στο Κολοσσαίο πατέρα?
- Ναι, αν το θέλεις, θα πάμε μαζί
- Πεινάω τώρα, πάμε για φαγητό πατέρα?
- Ό,τι θέλεις, πάμε, παιδί μου, όπου ζητάς εσύ
Γυρίζει το αινιγματικό βλέμμα η Τζούλια
Μαζί οι φίλοι τους
Ένα ζεστό πλέγμα
Ψυχρή, απόμακρη, μα αφήνεται
Η Τζούλια τώρα ανθεί
*
ΟΔΟΣ ΝΙΚΗΣ
στην οδό Νίκης
Βράδυ, κλειστά.
Μα λάξεψε στα χαράγματα
Της αφημένης ανάμνησης
Γλυκόφωτα αμπαζούρ,
Βραχιόλια, κορδόνια με καρδιές
Καθηλώνουν
Γυρνάς πάλι
Το βλέμμα στηλά
Στο κομψό κόσμημα
Που θα τυλιχτεί στο λαιμό
Για να σε καλέσει κοντά
Στις αμυχές του πόθου μου
Ξεπηδάνε εκεί
Οδυνηρά κενά
Χαλάσματα
Ρίγη τρυφερά
Της βόλτας μας στα βλέμματα
Της οδού Νίκης
Τα διώροφα του '30,
Οι αυλές πίσω,
Τα κρασιά, γλυκά με λαιμαργία
Τα βήματα μας δειλά
Τα μάτια σου να με καλούν
Να πλανηθούμε στον κόσμο
Όχι από τα έθνικ φλούο μαγαζιά
Μα μέσα από την ορμή μας που κυλά
*
ΑΝ ΦΥΛΑΓΑ ΚΟΥΚΛΑΚΙΑ
Αν φύλαγα κουκλάκια – σαν εσέ - στα ράφια της βιβλιοθήκης μου
Θα είχαν τις μορφές
Μιας τελικής γραμμής δειλινού πορτοκαλί - ώρα στον ορίζοντα αργά,
εσένα σκυμμένο στο βιβλίο σου ενόσω κολυμπάω βαθιά,
του φιλιού μου κάτω απ’ τ’ αρμυρίκι με ψίθυρο «δεν σε βαριέμαι ποτέ»,
του χεριού σου γερού να με ωθεί στην Παναγιά δίπλα στη σαρκοφάγο ψηλά,
των ματιών μας με επιθυμία τις μέρες του αποκλεισμού από μακριά,
της συγκίνησής σου για συναυλία ποθητή «σου τη χρωστάω την ωδή στη χαρά»,
των αστεριών του πιο πυκνού ορίζοντα στο νησί, που πλέον αγαπάμε μαζί,
των σχημάτων που παίρνουν τα κορμιά σε συμπλέγματα τις νύχτες καυτά,
του αέρα πολύτιμου στο κελί τις βραδιές εκείνες σφιχτά,
των αναγνωστών σου όσο αναδύονται σεμνά,
της θάλασσας που μέσα γυμνοί κοιτάμε τον ήλιο να βουτά,
των ταρατσών, βεραντών, κήπων, αυλών που ήρθες γι’ αγάπη μου- ναι, σ’ ευχαριστώ,
των ηδονών σου που έσβησαν τον ήλιο και τον ουρανό και τους νικάν,
της γέφυρας στη Βενετία που όλο σε τραβά,
των γλάρων γύρω στο Εβραϊκό γκέτο τόσο για σέ συγκινητικά,
των σπαραγμών μου από το έργο σου, τα αγγίγματα, όσα μου αποκάλυψες.
Δεν ξέρω αν θα μπαίνω στο δωμάτιο με τα κουκλάκια μου,
Μα εκεί θα στέκουν αυτά,
συντροφιά με τα «κουκλάκια του Κερκ»*
και φίλοι, όσο χωρούν, με της αδρής σου ποίησης τα πλάσματα.
*
ΠΑΣΧΙΖΕΙ ΝΑ ΟΡΘΩΣΕΙ Η «ΚΑΜΠΟΥΡΙΤΣΑ» ΤΟΥΣ ΦΤΕΝΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΗΣ
Η σύγχρονη καμπουρίτσα μόνη φίλη έχει την παλιά.
Βαδίζει αμέριμνη δήθεν στην Αγίου Μάρκου και κοιτά
Τα φτηνά, φτηνιάρικα ρούχα και είδη προικός.
Οι τσάντες κάνουν να γέρνουν οι ώμοι
Στο νου όμως ηχεί η προτροπή
«Περπάτα με ίσιους τους ώμους, το κεφάλι ψηλά,
Γίνεσαι έτσι πιο ελκυστική».
Βαφόταν η παλιά «Καμπουρίτσα» προσεκτικά
Κάθε πρωί να κατεβαίνει την οδό Σίνα μέσα στα ψηλοτάκουνα,
Στη δουλειά μονότονα όλα,
μα εκείνη περιποιημένη – φαντάζει αλλιώς
Και στην επιστροφή να ανηφορίζει με υπερηφάνεια,
Φροντισμένη πάντα, το μόνο μέλημα, μόνη απαντοχή.
Στις καμπουρίτσες τους μέσα όλα σωροί:
- Καθρέφτες, βεράντες, αίθρια και κλάμα βαθύ,
στολίδια, αστέρια, ανεμόσκαλες,
πίκρα, σιωπή,
στοχασμοί, επεμβάσεις, προτροπές,
τακούνια, λικνίσματα, αγγίγματα μεστά,
«Καυκασιανά σκίτσα», τύμπανα ανατολίτικα,
μαγιό «Δελφίνι» - οδός Μιλτιάδου,
μέλη αμάλαγα,
η "ζουλιγμένη καρδούλα της" *,
πόθοι, καημοί και όνειρα,
κεντητές πόρτες και σπαράγματα,
το κουδούνι που πλέον δεν χτυπά,
χωρούν όλα, όλα θρύψαλα, είναι εκεί.
Η Εύα Κοταμανίδου σηκώνει τα μάτια μόνο,
κοιτά τις κάννες των εχθρών που σκοπούν από ψηλά.
Μα οι καμπουρίτσες λυγάνε,
είναι σκληρό
Πονούν να ορθώσουν το βλέμμα
και το μόνο εκείνο ανάστημα
που θα τις κάνει να αντικρύσουν
πώς είναι δα για κείνες ο ουρανός.
* Hommage στον Στρατή Μυριβήλη - "Το κόκκινο βιβλίο"
*
Η ΠΡΩΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ
Η πρώτη ελεγεία
Ήρθες, ήρθες κι απόθεσες στο πλάι μου
Τον ύπνο σου, τις χίμαιρες, την κόπωση
Και την αρτιότητα σου.
Ήρθες κι απίθωσες την ερημιά,
Τις βεβαιότητες και την αυτενέργειά σου.
Ήρθες και γλυκά άφησες πλάι μας, εδώ
Τη σμιλεμένη καρδιά, τα μολύβια μας,
Τα κόκκινα γυαλιά, τα κόκκινά σου ποιήματα,
Την αναπόδραστη αγκαλιά.
Ήρθες και εμπιστεύτηκες σε μας
Τα μέλη σου, την αδρή γραφή,
Τις προσδοκίες, τις θύμησες
Και τις ματαιότητές σου.
Ήρθες εδώ κι αφέθηκαν
Στο δωμάτιο, ζεστά,
Τα τελευταία κάστανα, φιλιά, η αψάδα,
Ο σάκος από όσα δώριζες βαρύς,
Από τα βιβλία, την αγάπη,
Την καλοσύνη που βάρυνε το σώμα σου μεμιάς.
Ήρθες, ήρθες κι απίθωσες
Σε μας, επάνω στο κρεβάτι μας, ακόμη γερά
Το ζεστό κορμί, τη λιγωμένη ηδονή,
Τους δράκους και τις ενοχές,
Τις θηριώδεις γνώσεις, τις διαφυγές,
Τα τραγούδια μας- ψεύτη κόσμε,
Το πηδάλιο γερά.
Ήρθες κι απόθεσες στερνά
Τα αγγίγματα δειλά, τις προσδοκίες σου,
Τον πόνο φριχτά, το τελευταίο αντίο μας,
Ήρθες και έγειρες εδώ- μίλα μου, μίλα μου μωρό μου
***
*Oι φωτογραφίες είναι παρμένες από το pixabay.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου