Translate

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

«Το κοινωνικό πρόσωπο της ποίησης του Αναγνωστάκη» της Ασημίνας Ξηρογιάννη








Σε παλαιότερό μου κείμενο στο Poeticanet [1] είχα αναφερθεί στη διάδραση ανάμεσα σε δύο σημαντικούς Έλληνες ποιητές με αφορμή δύο ποιήματά τους. Το πρώτο ανήκει στον Νίκο Εγγονόπουλο και φέρει τον τίτλο «Ποίηση 1948»:


Ποίηση 1948 

τούτη η εποχή
του εμφύλιου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου

γι’ αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε –άλλωστε– δεν ήσαν;)
κι είναι
–προ πάντων–
και
τόσο
λίγα.

(1948)


Το δεύτερο ανήκει στον Μανόλη Αναγνωστάκη και, όπως δηλώνει ο τίτλος του, απευθύνεται στον Εγγονόπουλο, στον οποίο απαντά:


Στον Νίκο Ε… 1949

Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

(1949)


Είχα τότε σημειώσει χαρακτηριστικά τα εξής: «Συγκρίνοντας τα δυο ποιήματα, ο Εγγονόπουλος αναφέρεται σε μια μελανή περίοδο της ελληνικής ιστορίας, τον ελληνικό εμφύλιο, και παρατηρεί ότι σε τέτοιους καιρούς η ποίηση απουσιάζει (“δεν είναι εποχή για ποίηση και άλλα παρόμοια”). Όμως πέφτει σε μια αντίφαση: από τη μια ομολογεί την απουσία της ποίησης, από την άλλη, ο ίδιος καταφεύγει στην ποίηση για να παρουσιάσει την πραγματικότητα και να απολογηθεί. Εξηγεί ότι τα ποιήματά του είναι πικραμένα και λίγα, ακριβώς λόγω της έκρυθμης κοινωνικοπολιτικής κατάστασης που επικρατεί και η οποία προφανώς δεν τον αφήνει ανεπηρέαστο ως δημιουργό. Ο Εγγονόπουλος δείχνει εύγλωττα τη σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην τέχνη και την κοινωνία. Ο καλλιτέχνης είναι πομπός και δέκτης των μηνυμάτων της ανθρώπινης ζωής, καθώς και σεισμογράφος κάθε κοινωνικής μεταβολής. Εν συνεχεία, ο Αναγνωστάκης, απαντώντας στον ομότεχνό του, αφού δώσει πρώτα εικόνες φρίκης, σπαραγμού και αγωνίας στα χρόνια του εμφύλιου και επισημαίνοντας την κατάρρευση των εθνικών μας ιδανικών και αξιών, καταθέτει την άποψη ότι οι ποιητές σαφώς και οφείλουν να “μιλούν για όλα αυτά” και να καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα, πάντως όχι να σιωπούν. Ερώτηση κλειδί η τελευταία του ποιήματος! Ο ποιητής έχει χρέος απέναντι στον άνθρωπο και την Ιστορία”». Και ολοκληρώνω το κείμενό μου αυτό στο Poeticanet ως εξής: «Κλείνοντας, πάντως ο Αναγνωστάκης θα μιλήσει “για όλα αυτά” στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Μιλώ”, από το οποίο παραθέτω στίχους: “Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα / Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους / Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια / Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα / Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες / Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων”».

Έκρινα σκόπιμο να αναφερθώ στο κείμενο αυτό, και γιατί αποτελεί παράδειγμα των ισχυρισμών μου περί την υφή της ποίησης του Αναγνωστάκη, αλλά και γιατί θέλω να καταστήσω σαφές ότι με έχει απασχολήσει και στο παρελθόν το ίδιο θέμα που έχει να κάνει και γενικότερα με τον ρόλο και την ενδεχόμενη αποστολή της τέχνης της ποιήσεως στο πλαίσιο μιας κοινωνίας. Ο Αναγνωστάκης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ποιητής «κλειστού χώρου», όπως συνέβη με τον Καβάφη. Δεν ήταν κλεισμένος μέσα σε γυάλινο πύργο και έκανε από εκεί ανενόχλητος την τέχνη του. Αντίθετα, αναγνωρίζοντας πως είναι πολίτης κιόλας –εκτός από ποιητής– εκδήλωσε μέσω των κειμένων του το ενδιαφέρον του για τα κοινωνικά ζητήματα. Δεν απομόνωσε τη μία ιδιότητά του από την άλλη, προφανώς γιατί αισθάνθηκε πως ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία και στον κόσμο δίνει τα ερεθίσματα στην τέχνη του για να υπάρξει.

Είναι σημαντικό ότι ποιητικά «κάρφωσε τις λέξεις του σαν πρόκες», μίλησε με αμεσότητα και αλήθεια αγγίζοντας τον αναγνώστη σε κρίσιμα χρόνια για τον ελληνισμό (Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, Εμφύλιος, Δικτατορία του 1967, διχοτόμηση της Κύπρου).

To 1975 ξεκινάει να γράφει στην Αυγή και η συνεργασία μαζί της διαρκεί περίπου δεκαπέντε χρόνια. Πολλάκις χρησιμοποιούσε ψευδώνυμα για τα κείμενά του, με τα οποία σχολίαζε θέματα αναφορικά με την τέχνη και τη σχέση της με την κοινωνία, κείμενα για τον πολιτισμό και την όποια σχέση του με την πολιτική [3]. Είναι λοιπόν ο ποιητής που έκανε διάλογο μέσω της τέχνης του με τον κόσμο, η τέχνη του –αλλιώς– αντανακλούσε τους προβληματισμούς του. Η σκέψη και η λέξη σε αμφίδρομη σχέση, σε μια αλληλεπίδραση που είναι δραστική για τον αναγνώστη. Και η δημιουργία μιας ποίησης «πάνω από κάθε καταστροφή».

Διαβάζοντας τον Αναγνωστάκη διαπιστώνουμε πόσο ο ποιητής κινείται ανάμεσα στο εγώ και το εσύ, το εμείς και το εσείς. Από την παρατεταμένη χρήση των ρηματικών προσώπων που προαναφέρθηκαν καταλαβαίνουμε πόσο επιθυμεί να εμπλέξει τους ανθρώπους σε μια επικοινωνία ουσιαστική μέσω των στίχων του. Αντιλαμβανόμαστε ακόμα και την κοινωνική διάσταση αυτών των στίχων.


(I) Μες στην κλειστή μοναξιά μου / Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια / Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου. / Εμείς αγαπήσαμε ./ Εμείς Προσευχόμαστε πάντοτε. / Εμείς μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας / Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους. / (Από τη συλλογή Εποχές, 1945)


Καθιστά έτσι τους αναγνώστες συντρόφους και συνοδοιπόρους δείχνοντάς τους τον δρόμο της αλληλεγγύης. Άλλωστε και ο ίδιος ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος που ζει μέσα στον κόσμο και δέχεται τους κραδασμούς αυτού. Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο φιλτράρει τους κραδασμούς, τα ερεθίσματα, είναι αυτός που θα τον ενώσει με τους άλλους τελικά και θα τον κάνει να μοιραστεί μαζί τους πράγματα και ιδέες.


Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου / Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου / Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος / Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα / Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει / Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα / Να τα συλλαβίσουμε μαζί / Να τα μετρήσουμε ένα ένα / Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή. / Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός. / Δεν περνούν αποδώ ξυλοκόποι. (Ο ουρανός)


Είναι γνωστό πως αναπτύσσει πολιτική δράση και συμμετέχει στην αντίσταση και σε ό,τι διοργανώνει το κομμουνιστικό κόμμα, απ’ το οποίο διαγράφεται το 1949 [4]. Συμμεριζόμαστε την άποψη πως ο Αναγνωστάκης «είναι ο λιγότερο πολιτικός από τους πολιτικούς ποιητές της γενιάς του (Λειβαδίτης, Αλεξάνδρου, Πατρίκιος, Κατσαρός, Δούκαρης, Κύρου, Θασίτης) [5]. Εισπράττουμε ωστόσο πως μέσα στα ποιήματά του συνθέτει ένα ήθος, όχι με την έννοια της πουριτανικής ηθικής, αλλά ένα ανθρώπινο πρόσωπο που είναι ικανό να ξεδιπλώνει τις σκέψεις του (σε ελεύθερο στίχο, αφού εγκαταλείπει τον παραδοσιακό) χωρίς να ξεχνά σε ποιον απευθύνεται, χωρίς να αδιαφορεί για τον αναγνώστη με τον οποίο τον δένει η ανησυχία, ο φόβος και το νοιάξιμο για έναν αλλόκοτο, πονεμένο, ασταθή κόσμο και την πορεία του.

Ξέρει πως «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες / Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα». Αλλά συνεχίζει σταθερά να «μιλάει», βρισκόμενος σε διαρκή ουσιαστικό διάλογο με τον άνθρωπο, γιατί, μεταξύ άλλων, «η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο».


Ασημίνα Ξηρογιάννη: Φιλόλογος, θεατρολογος, συγγραφέας


[1] Ασημίνα Ξηρογιάννη, Το ποίημα και η εποχή: παιχνίδια της διακειμενικότητας, ημερομηνία δημοσίευσης: 28 Ιουνίου 2012 [https://www.poeticanet.gr/poiima-epoxi-paixnidia-diakeimenikotitas-a-20.htm].

[2] Μάλιστα το ποίημα «Η θάλασσα του πρωιού» σχολιάστηκε ως το μόνο ίσως ποίημα που αναφέρεται στη Φύση και όχι σε κλειστή κάμαρα. Ο ποιητής που στοχάζεται μέσα σε δωμάτια και στήνει υποβλητικά σκηνικά σε στενούς χώρους αναφέρεται για πρώτη φορά στη Φύση, ξεκινώντας: «Εδώ ας σταθώ / κι ας δω κι εγώ τη Φύση λίγο».

[3] Έγραφε και για το αγαπημένο του χόμπι, το ποδόσφαιρο (βλ. το κείμενό του «Άγιαξ για πάντα», το οποίο υπέγραψε με το Ψευδώνυμο Αλ. Καμής (δημοσίευση στην Αυγή στις 28 Οκτωβρίου 1984).

[4] Δικάζεται δίχως να ομολογεί τη διαγραφή του από το Κόμμα και καταδικάζεται σε θάνατο· η ποινή του χαρίζεται στα 1951, οπότε και αποφυλακίζεται.

[5] Νάσος Βαγενάς, «Ξαναδιαβάζοντας τον Αναγνωστάκη». Για τον Αναγνωστάκη. Κριτικά κείμενα, επιλογή Νάσος Βαγενάς, Αιγαίον, Λευκωσία 1996, 294-296.


*Ολόκληρο το αφιέρωμα μπορείτε να το  διαβάσετε  εδώ: 

https://gem.godaddy.com/p/e519cd1?pact=5505032-189540401-0196f7da-05fd-7a71-9f5e-3e56959b7e08-5b49e57738416ea6b8d8c07d97a7112c5b6998ed

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου