Translate

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

1ος Πανελλήνιος Ποιητικός Διαγωνισμός/«Περιοδικό “Πόρφυρας” ‒ Γιώργος Ν. Κάρτερ»

 

 

«Περιοδικό “Πόρφυρας” ‒ Γιώργος Ν. Κάρτερ»

Το περιοδικό «Πόρφυρας» προκηρύσσει τον 1ο Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό ανέκδοτης ποιητικής συλλογής. Επιτρέπεται η συμμετοχή Ελληνίδων και Ελλήνων, ανεξαρτήτως ηλικίας, γραμματικών γνώσεων, επαγγελματικών ασχολιών κ.λπ., είτε κατοικούν στην Ελλάδα και Κύπρο είτε διαμένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, εφόσον έχουν την ελληνική ή κυπριακή υπηκοότητα. Αποκλείονται μόνο τα μέλη της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού.

Οι ποιητικές συλλογές που θα σταλούν για τον διαγωνισμό πρέπει:
1) Να μην έχουν εκδοθεί, να μην έχουν δημοσιευθεί μεμονωμένα ποιήματα της συλλογής, ούτε να έχουν αναρτηθεί εν όλω ή εν μέρει στο διαδίκτυο, ούτε να είναι εν αναμονή αποτελεσμάτων από άλλο διαγωνισμό.
2) Να είναι πληκτρολογημένες και εκτυπωμένες ανά φύλλο, σε τρία αντίτυπα κάθε συλλογή.
3) Να είναι τουλάχιστον 24 ωφέλιμες σελίδες. Αν ή έκταση κάποιου ή κάποιων ποιημάτων είναι μεγαλύτερη από μία σελίδα, ισχύει και πάλι η έκταση των τουλάχιστον 24 ωφέλιμων σελίδων. Ως σελίδα υπολογίζεται η σελίδα Α4, γραμματοσειρά 12 στιγμών.
4) Θα βραβευθεί μία συλλογή με χρηματικό βραβείο 2.000 € (χορηγία του ποιητή Γιώργου Ν. Κάρτερ).
5) Οι συλλογές να στέλνονται με ψευδώνυμο. Στο άνω μέρος όλων των σελίδων να αναγράφεται το ψευδώνυμο, πληκτρολογημένο με τα ίδια στοιχεία των ποιημάτων. Σε δεύτερο μικρότερο αδιαφανή κλειστό φάκελο ο υποψήφιος εξωτερικά του φακέλου θα αναγράφει πάλι το ψευδώνυμό του, μόνο αυτό, και μέσα τα πραγματικά του στοιχεία (όνομα, επίθετο, διεύθυνση, τηλέφωνα και e mail, αν υπάρχει). Οι δεύτεροι αυτοί μικρότεροι φάκελοι δεν θα παραδοθούν στην κριτική επιτροπή αλλά θα φυλαχθούν στο αρχείο του περιοδικού. Ένας και μοναδικός φάκελος απ’ αυτούς θα ανοιχθεί από τον «Πόρφυρα» μόνο σε περίπτωση βράβευσης της αντίστοιχης συλλογής. Πέραν του μικρότερου φακέλου που θα ανοιχθεί, οι υπόλοιποι μικροί φάκελοι με τα ονόματα θα καταστραφούν χωρίς ν’ ανοίξουν, με σύνταξη πρακτικού καταστροφής από την εκδοτική ομάδα του «Πόρφυρα».
6) Τα έργα θα κριθούν από 3/μελή κριτική επιτροπή συγγραφέων εγνωσμένου κύρους, οι οποίοι θα παραλάβουν μόνο τις συλλογές. Τα ονόματα των κριτών θα ανακοινωθούν με τη δημοσιοποίηση του αποτελέσματος.
7) Οι υποψήφιοι / υποψήφιες μπορούν να αποστείλουν τα έργα τους έως την 31η Δεκεμβρίου 2012 στη διεύθυνση: Περιοδικό «Πόρφυρας», Τ.Θ. 206, 49100 Κέρκυρα, με απλή (όχι συστημένη) επιστολή, χωρίς αναγραφή ονόματος αποστολέα. Οι ημερομηνίες της αποστολής θα εξακριβώνονται από τις σφραγίδες των ΕΛ.ΤΑ. Δεν θα γίνονται επιβεβαιώσεις της παραλαβής των φακέλων, αφού δεν θα έχουμε στη διάθεσή μας τα πραγματικά στοιχεία.
8) Η μη τήρηση έστω και ενός από τους παραπάνω όρους του διαγωνισμού συνεπάγεται τον αποκλεισμό του υποψηφίου.
9) Η απονομή του βραβείου θα γίνει σε επίσημη τελετή κατά το πρώτο εξάμηνο του 2013 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών (Μουσείο Σολωμού – Κέρκυρα). Η συγκεκριμένη ημερομηνία θα ανακοινωθεί και θα δημοσιοποιηθεί εγκαίρως.
Περισσότερες πληροφορίες στο τηλέφωνο 6945 074944 (Δημ. Κονιδάρης, μετά την 11η πρωινή κάθε μέρα) και στην ηλεκτρονική διεύθυνση: dimkonidaris@yahoo.gr

Βραβεία περιοδικού διαβάζω/2011

 Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου:
Αγγελίδου Μαρία (κείμενο), Στεφανίδη Φωτεινή (εικονογράφηση), Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα, Αερόστατο
Το βραβείο, το οποίο απένειμε η συγγραφέας, Σοφία Ζαραμπούκα, συνοδεύτηκε από το έργο της Ελένης Παυλοπούλου για την συγγραφέα και το έργο της Κατερίνας Χαδουλού για την εικονογράφο αντίστοιχα

Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για μεγάλα παιδιά:Κατσαμά Ελένη, Κοσμοδρόμιο, Πατάκης
Το βραβείο, το οποίο απένειμε η καθηγήτρια του Τμήματος Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, συνοδεύτηκε από το έργο της Καλλιρρόης Μαρούδα

 Βραβείο Ποίησης: Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικά 1-50, Γαβριηλίδης
Το βραβείο, το οποίο απένειμε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννης Παπακώστας, συνοδεύτηκε από το έργο της Μαρίας Γιαννακάκη

Βραβείο Λογοτεχνικού Δοκιμίου – Μελέτης:
Δημήτρης Τζιόβας, Ο μύθος της γενιάς του ΄30: Νεοτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία, Πόλις
Το βραβείο, το οποίο απένειμε ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο London School of Economics, Νίκος Μουζέλης, συνοδεύτηκε από το έργο της Μαριλένας Ζαμπούρα
 Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα (στη μνήμη του Ηρακλή Παπαλέξη):
Γιώργος Μητάς, Ιστορίες του Χαλ, διηγήματα, Κίχλη
Το βραβείο το οποίο απένειμε ο καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Νάσος Βαγενάς, συνοδεύτηκε από το έργο του Μιχάλη Αμάραντου
 Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή:Γιάννης Δούκας, Στα μέσα σύνορα, Πόλις
Το βραβείο, το οποίο απένειμε η ποιήτρια, Κική Δημουλά, συνοδεύτηκε από το έργο της Ντανιέλας Σταματιάδη

Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας: Κώστας Παπαγεωργίου, Το νερό, Κέδρος
Το βραβείο, το οποίο απένειμε ο συγγραφέας, Στρατής Χαβιαράς, συνοδεύτηκε από το έργο του Περικλή Γουλάκου

Βραβείο Μυθιστορήματος: Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, Μεταίχμιο
Το βραβείο, το οποίο απένειμε η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη, συνοδεύτηκε από το έργο του Θανάση Μακρή

Βραβείο Προσφοράς στο Βιβλίο (στη μνήμη του ιδρυτή του περιοδικού, Περικλή Αθανασόπουλου)
 Το βραβείο απονεμήθηκε στον Γιώργο Χατζόπουλο από την εκδότρια του Περιοδικού, Χριστιάνα Μυγδάλη, η οποία ανέφερε σχετικά: «Το Βραβείο Προσφοράς στα Γράμματα και το Βιβλίο θεσπίστηκε στη μνήμη του Περικλή Αθανασόπουλου και απονέμεται φέτος στον Γιώργο Χατζόπουλο, ιδρυτικό μέλος της εκδοτικής ομάδας του ‘Κάλβου’. Όταν σε μία χώρα επιβάλλεται σκοταδισμός και σύγχυση, λίγοι είναι οι άνθρωποι που τολμούν να ορθώσουν το πνευματικό τους ανάστημα, να συγκεντρωθούν στο πνευματικό τους έργο και να δημιουργήσουν πυρήνες αντίστασης και συνθήκες ελεύθερου διαλόγου. Το Φεβρουάριο του 1968, ένα χρόνο σχεδόν μετά την εγκαθίδρυση της χούντας στην Ελλάδα, ιδρύθηκαν οι εκδόσεις ‘Κάλβος’, που, για σαράντα σχεδόν χρόνια, με τα βιβλία τους ανέθρεψαν πλήθος αναγνωστών, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση των ελληνικών αναγνωστικών πρακτικών και τη συγκρότηση δυναμικών αναγνωστικών κοινοτήτων. Το παράδειγμα αυτό, μπορεί να ανανοηματοδοτήσει τις εκδοτικές προσπάθειες που γίνονται σήμερα στη χώρα μας, υπό το κράτος του φόβου και της ανασφάλειας. Μπορεί ακόμα και να σηματοδοτήσει την έναρξη μιας περιόδου πνευματικής συσπείρωσης, που ήδη έχει αρχίσει να διαφαίνεται στη συγκρότηση μιας νέας, αλλά πλέον ορατής, αναγνωστικής κοινότητας.»
 Τέλος, ανακοινώθηκε ένα νέο Βραβείο, το οποίο θεσμοθετήθηκε από το Δήμο Άνδρου, στη μνήμη του Νίκου Θέμελη, και θα απονεμηθεί στη συγγραφέα Αλεξάνδρα Δεληγιώργη για το βιβλίο της Τρυφερός σύντροφος, Άγρα, μια μυθιστορηματική βιογραφία του Γεώργιου Σκληρού, στην Άνδρο, στις 20 Αυγούστου. Ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, εκ μέρους της κριτικής επιτροπής τόνισε ότι «η συγγραφέας αναπλάθει λογοτεχνικά έναν έως και σήµερα λησμονημένο στοχαστή, ένα πρόσωπο του οποίου τα κείμενα δεν έχουν ακόμη γίνει αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής έρευνας και αξιολόγησης. Τέκνο της ελληνικής διασποράς, ο Σκληρός υπήρξε ένας από τους πρώτους εισηγητές στα καθ’ ηµάς των εννοιών του µαρξισµού και του σοσιαλισµού, που παρουσιάστηκαν στο έργο του Το Κοινωνικόν µας Ζήτηµα (1907), απαλλαγµένες από τον οιονδήποτε πολιτικό και ιδεολογικό συναισθηµατισµό. Ο Τρυφερός σύντροφος είναι µια καλοχτισµένη µυθιστορηµατική βιογραφία ιστορικού προσανατολισµού, η οποία κατορθώνει να απεικονίσει την περιπέτεια των ιδεών που έζησε ο Σκληρός χωρίς να φορτώσει τη μυθοπλαστική δράση με βαριά πολιτική θεωρία ή με εξαντλητικές φιλολογικές παραπομπές.»

Την Τελετή Απονομής των Βραβείων, ακολούθησε Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Καβάφη: Οι ποιητές Γιάννης Δάλλας, Κική Δημουλά, Τίτος Πατρίκιος, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, καθώς και ο Δημήτρης Μαρωνίτης διάβασαν σε ελληνική μετάφραση καβαφογενή ποιήματα ξένων ποιητών, που έχουν γραφεί είτε με το ύφος του Καβάφη είτε μιλούν για τον Καβάφη ως ποιητή και άνθρωπο. Την εκδήλωση συντόνισε, ο καθηγητής Πανεπιστημίου και ποιητής, Νάσος Βαγενάς.

Διαγωνισμός Ποίησης: Οι στίχοι γίνονται ΠΡΑΞΗ και ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Το e-charity.gr σας προσκαλεί στον 1ο Διαγωνισμό Ποίησης με θέμα «Άνθρωπος»
 
Οι λέξεις θα γίνουν στίχοι και οι στίχοι θα συνθέσουν ποιήματα για να στηρίξουν το έργο προσφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης του e-charity.gr. Θα βραβευτούν τα τρία πρώτα ποιήματα που θα αποσπάσουν τις περισσότερες ψήφους των αναγνωστών. Τα βραβεία θα συνοδεύονται από χρηματικό έπαθλο το οποίο θα  δοθεί ως οικονομική ενίσχυση σε Ιδρύματα Προστασίας Παιδιών και φορείς που στηρίζουν ευπαθείς κοινωνικές ομάδες.
 
Στείλτε την συμμετοχή σας στο win@e-charity.gr με το ονοματεπώνυμο και την πόλη σας.
 
Τελευταία ημερομηνία αποστολής  η 15η Ιουνίου.


Πηγή:e-Charity.gr  / 

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΛΗΓΕΣ/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 8 ΙΟΥΝΙΟΥ στις 9:00 μ.μ.
Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη
«Πληγές»

                     
από τον συγγραφέα Διονύση Μαρίνο,την ποιήτρια Αμαλία Ρούβαλη
και τον συγγραφέα Δημήτρη Φύσσα
διαβάζουν η ηθοποιός Νατάσα Πασχάλη και η ποιήτρια

στο art bar ποιήματα και εγκλήματα των εκδόσεων Γαβριηλίδης
Αγίας Ειρήνης 17 (μεταξύ Αθηνάς και Αιόλου), Μοναστηράκι
                     


ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΓΑΤΑ/ Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς

 
 

Απόσπασμα από τη νουβέλα
της Στέλλας Σαμιώτου Φιτσάιμονς

... wir werden nicht bestehen.
(....δε θα υπάρχουμε αιώνια.)
 
 
Τότε με κοίταξες και μου χαμογέλασες σαν να μην πίστευες λέξη από όσα έλεγα, αλλά και βέβαιος πως ούτως ή άλλως θα σε έπειθα, και μου είπες να μη βιάζομαι, ν’ αφήσω τα πράγματα ν’ ακολουθήσουν τη ροή τους και να μην κάνω σπασμωδικές κινήσεις, ν’ αφεθώ να περάσω μέσα από αυτά, να τα νιώσω και να τ’ απολαύσω και κυρίως, κυρίως να μην κάνω το λάθος να θεωρήσω τίποτα δεδομένο, γιατί τη στιγμή που παύεις ν’ αγωνίζεσαι για κάτι, παύει και να έχει αξία, έτσι μου είπες, και σου χαμογέλασα κι εγώ και σε ρώ-τησα αν εσύ ακολουθούσες τις συμβουλές σου, κι εσύ δεν έπεσες στην παγίδα, με κοίταξες ερωτηματικά και μου είπες ψιθυριστά, σχεδόν από μέσα σου, τόσο σιγά που μάλλον μάντεψα παρά άκουσα αυτό που είπες, είπες λοιπόν, αν νομίζεις πως τόση ώρα σε συμ-βουλεύω, θα έπρεπε να είχες σηκωθεί και να είχες φύγει, γιατί αν θυμάσαι, ένα από τα πρώτα πράγματα που μου είχες πει ήταν πως δεν μισούσες τίποτα περισσότερο από τους ανθρώπους που επέμεναν να δίνουν συμβουλές - μα είμαι ζωντανή, διαμαρτυρήθηκα, κι όσο είμαι ζωντανή, έχω το δικαίωμα ν’ αλλάζω γνώμη.
Και τότε με ρώτησες, Τζον, είσαι σίγουρη ότι ζεις; Και είπα, ναι, ασφαλώς, και τότε μου πρότεινες να το ξανασκεφτώ, κι εγώ είπα, δεν χρειάζεται, η σκέψη δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ζωής, νιώθω ότι ζω κι αυτό είναι αρκετό, όμως, α, μου είπες, είσαι σίγουρη πως ό,τι νιώθεις είναι πράγματι παρόν κι όχι παρελθόν, γιατί πολλές φορές δεν βιώνουμε τα περασμένα πιο έντονα από τα τωρινά; Κι εγώ: σημασία έχει ότι ούτως ή άλλως τα ζεις, και δεν είναι η αίσθηση πιο ουσιαστική από τη γνώση; Ναι, μου είπες, και η κότα όταν τη σφάξουν εξακολουθεί να κουνά τα πόδια της, είναι όμως αυτό ζωή ή σπασμός; Κι εγώ σου είπα σαν να ‘βλεπα για πρώτη φορά καθαρά, Τζον, όλα μα όλα έχουν ήδη βιωθεί και το μόνο που έχουμε εμείς να κάνουμε είναι να τ’ ανακαλύψουμε, παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι το ίδιο πράγμα, βρίσκονται ακίνητα στη θέση τους κι εμείς ταξιδεύουμε ανάμεσά τους και δεν είναι υποχρεωτικό ν’ ακολουθούμε πάντα την ίδια κα-τεύθυνση, όποτε θέλουμε μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, κι εσύ με ρώτησες, και είσαι σίγουρη ότι είσαι ζωντανή, κι εγώ είπα, ναι, ασφαλώς, τι ερώτηση, και τότε με φίλησες και σε φίλησα κι εγώ και καθώς κάναμε έρωτα μου ψιθύρισες, ο Χρόνος, ο μεγάλος αυτός εχθρός, νικήθηκε άλλη μια φορά.
 
 
Λίγα λόγια για το βιβλίο/μικρή περιγραφή:
 

"Ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, το παρελθόν και το παρόν, μια γυναίκα παλεύει να βρει αυτό που έχει χάσει. Συντροφιά της η Νόρα που πάντα λέει την αλήθεια, ο τετράχρονος Παύλος, ο Τζον που είναι και δεν είναι παρών, η Ingeborg Bachmann, η Sylvia Plath, η Djuna Barnes. Τα επερχόμενα τριακοστά γενέθλιά της την παραλύουν, την φέρνουν αντιμέτωπη με όσα την τρομάζουν. Κινητήρια δύναμή της η αγάπη της για ένα νεαρό μουσικό που όμως φαίνεται να την έχει εγκαταλείψει. Εκτός κι αν τον έχει εγκαταλείψει η ίδια."
 
 

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ/ΠΛΗΓΕΣ/ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ σας προσκαλούν
στο art bar ποιήματα και εγκλήματα,
Αγίας Ειρήνης 17 (μεταξύ Αθηνάς και Αιόλου), Μοναστηράκι
την Παρασκευή 8 Ιουνίου στις 9:00 μ.μ.
στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής
της ΑΣΗΜΙNΑΣ  ΞΗΡΟΓΙΑNNΗ

Πληγές

από τον συγγραφέα Διονύση Μαρίνο
την ποιήτρια Αμαλία Ρούβαλη
και τον συγγραφέα Δημήτρη Φύσσα

διαβάζουν η ηθοποιός  ΝΑΤΑΣΑ ΠΑΣΧΑΛΗ και η ποιήτρια
art bar ποιήματα και εγκλήματα
Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι (60 μέτρα από το μετρό), τηλ. 210 3228 839

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ-ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΤΡΙΤΟ

 


Έκανε ζέστη αφόρητη. Στις επάλξεις του έθνους•
ένας ήρωας κρατιόταν απ’ τον ιστό της σημαίας
κι έλεγε: «Η φιλοσοφία, κύριε πρόεδρε, διδάσκει
πως η πραγματικότητα έχει πολλές όψεις».
«Θέλετε να πείτε πως το έθνος έχει πολλές όψεις;»
«Θέλω να πω πως το έθνος σέρνει δέκα χρόνια
αυτόν τον καύσωνα, παρόλο που η πρώην αυτοκράτειρα
της Περσίας δεν παίρνει ναρκωτικά και οι Αμερικανοί
αποκλείουν ένα κραχ παρόμοιο μ’ εκείνο του 1929.
Δεν είναι άδικο να βρεθώ ευνουχισμένος,
χίλια κομμάτια Ιστορίας, κάτω από την Ακρόπολη,
κι ενώ με πνίξατε τη νύχτα κρυφά,
να δημοσιεύσετε πως προσπάθησα να δραπετεύσω
και γκρεμίστηκα μόνος μου, για να μην δικαστώ όπως γράφει ο άθλιος που με ονομάζει
δόλιο κι αιμοβόρο και μιαρό;»
Και κρατιόταν, ακόμα κρατιόταν,
ενώ ένας λιμοκοντόρος,
κηφήνας, παρηγορητής, μεσόκοπων βασιλισσών,
ένας «...πούστης, βραχνάς και όνειδος των Αχαιών»,
φώναζε ο Φιλοκτήτης απ’ τη φιδόπετρά του,
ροκάνιζε τον ιστό του έθνους,εκλεγμένο παράσιτο, διορισμένο τρωκτικό:
τα δόντια του πανάκριβες γραβάτες, τα νύχια του,
δόντια στρατοδίκη με ακράτεια συνταγματική.
Χαμογελούσε φαρμακερά• κρατούσε
στην αγκαλιά του ένα σκιάχτρο θηλυκό
-μαλλιά κουβάρια- κι έλεγε:
«Θα πάει μπροστά ετούτο το κορίτσι.
Το γέννησε η παρθένα Δημοκρατία ετούτο το κορίτσι.
Περιττό να σας πω ποιος είναι ο πατέρας του».
Και χόρευε, χόρευε, τραγουδούσε νευρόσπαστα εμβατήρια για αιμομίκτες κόκορες
μαθημένους να σκοτώνουν με το βλέμμα
στις λάσπες της Αιγύπτου και τις άμμους της Λιβύης.
Την πετούσε στον αέρα
κι όταν ερχόταν πάλι στην αγκαλιά του
-πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης-ξεπαρθενεμένη, πυρωμένη από τον πόθο για σάρκα,
την κοιτούσε με ηδυπάθεια
κάτω από τα σαπρόφυτα φρύδια του κι έλεγε:
«Δούλος σας, κυρία μου!
Ο βασιλεύς μού ανέθεσε να σχηματίσω
εκατόμβες πάθους στην αγκαλιά σας.
Χαρίστε μου αυτόν τον χορό.
Θα καταπλήξουμε.
Θα κατακτήσουμε την αγάπη του λαού.
Θα του εμπνεύσουμε τον σεβασμό
για την αιώνια τέφρα του έθνους».
Και σπαρταρούσε λίγη σάρκα
πάνω από το κάρβουνο ενός ανύπαρκτου ματιού,
σαν να της έκλεινε το μάτι με νόημα
κι άρχιζε να χορεύει ένα παράλυτο βαλς
χωρίς νόημα και να φωνάζει:
«Υπάρχουμε, κυρία μου, όχι επειδή το θέλουμε,
αλλ’ επειδή η Γουατεμάλα είναι γεμάτη μπανανιές.
Ελάτε, αγαπητή μου, ας πάμε εγώ κι εσείς
στην ευφορία της Κεντρικής Αμερικής,
όταν η ελευθερία ξαπλώνει στον ουρανό της Δύσης,
σαν νυσταγμένη μοναχή στην αγκαλιά του θεού».Στις ακτές των Καβείρων: Νάνοι, Δάκτυλοι, Καρκίνοι,
δι’ ἀρρήτων ὀργιασμῷν,
κατασπάραζαν τον έρωτα του Κομφούκιου,
αναζητώντας την ηθική τελείωση
στις προγονικές αρετές των Κινέζων,
που αναζητούσαν το τέλος της ηθικής
στους προγόνους της Τετάρτης Διεθνούς
(Βλέπε, μεταξύ άλλων, Λου Χσουν:
Το Ημερολόγιο Ενός Τρελού).
Στις σπηλιές των Τελχίνων: χαμένα κορμιά,
φτερωτές αναπηρίες, γύμνια μέσα-έξω
κραυγαλέα. Κι όλα κλονίζονταν και σπαρταρούσαν
κι έπεφταν πρόθυμα σε μια κατάμαυρη τρύπα,
απ’ όπου έβγαιναν απίστευτα πραγματικά,
ίσως λακανικά. Ο Μπρετόν –αυτός ήταν–
με κατακόκκινο το πρόσωπο:
«Ποιος το περίμενε Νατζά; Ποιος το φανταζόταν;
Ποιος είμαι Νατζά;»Γύρευαν τη φώτιση.
Κανείς δεν ξάπλωνε νωρίς τα βράδια,
κανείς δεν είχε χρόνο για χαμένο χρόνο•
ούτε ο Ηράκλειτος γι’ άλλα σκοτάδια,
αφού αυτός τα είχε γράψει όλα φωτεινά•με τόση θάλασσα τριγύρω,
το αλάτι άφηνε στο δέρμα των βράχων
μια λεπτή μεμβράνη αιθρίας
κι όταν άρχιζε να νυχτώνει, οι σαύρες δεν σάλευαν καν:
τόσο φως ίδρωναν όλη-μέρα οι ακτές.
Κι ενώ οι γάτες άφηναν της νύχτας τις πήλινες σκοπιές,
για να μοιράσουν της αυγής το σκουριασμένο φως,
με ακριβοδίκαια βλέμματα,
στους ζωντανούς νεκρούς της μέρας,
οι ποιητές των εμφυλίων φιλιών
περνούσαν τα κατώφλια τους,
με τη σιωπή ένα σκίσιμο βαθύ από ξίφος Αχαιού
στο μέτωπο και την σκουριά,
φρίκη αλλοπρόσαλλης φυγής
για τα στενά των σκοταδιών•
ξερίζωναν τα μαύρα σπλάχνα της Ευρώπης,
με τα μάτια να αιμορραγούν απελπισία,πάνω από το προσφάγι
τυλιγμένο στα άπαντα του Μολιέρου
και γύρω γελούσαν αυτοί που είχαν διαβάσει Μολιέρο
και μιλούσαν την γλώσσα του Ουγκώ,
σαν να κατάπιναν τα άπαντα του Μπαλζάκ,
στο Σαρλερουά με τ’ όνομα,
μέσα στο ατέλειωτο απόγευμα της καρβουνόσκονης
και των θαμμένων νεκρών Ιταλών
και των θαμμένων ζωντανών Ελλήνων,
τόσο βαθιά στην απόγνωση,
ώστε που νύχτωνε και ο Βιγιόν
άρχιζε να ζητιανεύει το φεγγάρι πόρτα-πόρτα
με τα λόγια τυφλά από το χιόνι :
«Αγαπούσα κι εγώ σαν νέος μια κοπέλα,
όμως εκείνη είχε έναν εραστή
και πιαστήκαμε μια μέρα για τα καλά
κι άδειασα πάνω του ένα πιστόλι θυμό
και χάθηκα. Δεν ξέρω καν πού πέφτει το Παρίσι
ούτε ποιος είναι αυτός ο διάολος ο Ρεμπώ».Στα 1962. Ένα ζώο γυμνό, αργό, αδύναμο
–χώρια η πληγή της γλώσσας–
χαμένο στον παράδεισο μιας φιλεύσπλαχνης οθόνης,
μιας μοντέρνας οθόνης,
όπου οι ταχυδρόμοι απολαμβάνουν
τρυφερές συναντήσεις με ένοπλους αστυνομικούς
και οι οδηγοί των τρένων υπόσχονται γάμο
στους νεαρούς στρατιώτες,
αν οι απεργοί καταφέρουν να κάψουν έναν ναό ολόκληρο•
όχι μικροζημιές που κατασβήνονται αμέσως
και οι ανθρακοφόρες φλέβες του καθολικισμού
μένουν ανεκμετάλλευτες
την στιγμή που οι ορθόδοξοι
σιγουρεύουν τις θέσεις τους στον παράδεισο.
«Τι να τα κάνουν τα σχολεία,
όλη μέρα μέσα στα σπλάχνα της γης;
Για πέταμα είναι κι αυτοί και τα παιδιά τους
μετά από τόσο μαύρο στα πνευμόνια μαυρίζει η ψυχή.
Ο θεός να τους έχει καλά.
Τα υπόλοιπα τα βρίσκουν με τον θάνατο.
Θέληση να υπάρχει», έσκουζε η κόκκινη πόρνη
ο πριμάτος, ο σπιούνος του Πάπα,
με αντιδακρυγόνους διόπτρας ανάμεσα στα πόδια,
εκεί που οδύρονταν τα όνειρά του.
Οι προλετάριοι χάιδευαν, στο εφηβικό σκοτάδι
του ανεπτυγμένου υποκόσμου,
μιαν αλκοολική Ιστορία,
για λίγα ψίχουλα μοντέρνας ψυχαγωγίας,
κι ένα ξεροκόμματο θράσος.
Επάρατη αθωότητα,
ένοχη αποτελεσματικότητα της πείρας,κάτι σάπιο στον πυθμένα της συγκίνησης
κι ο νεαρός ερωτευμένος φιλόσοφος
των υφαντών αρρυθμιών:
«Αν δούμε τον άνθρωπο ως άνθρωπο,
και την σχέση του με τον κόσμο ως ανθρώπινη,
τότε ο έρωτας μόνο με έρωτα μπορεί ν’ ανταλλαχθεί,
η πίστη μόνο με πίστη.
Αν αγαπάς χωρίς ο έρωτάς σου να βρίσκει ανταπόκριση,
είναι σαν να μην παράγει έρωτα ο έρωτάς σου.
Αν, παρά το γεγονός πως εκφράζεσαι ως εραστής,
δεν μπορείς να καταστήσεις τον εαυτό σου
ερωτικό αντικείμενο,
τότε ο έρωτάς σου είναι ανίσχυρος: μια δυστυχία
στην αγκαλιά της μιας αγίας οικογένειας•
της μιας στοχαστικής οικογένειας,
που άνοιξε την αγκαλιά της
και δέχτηκε την ορφανή πραγματικότητα,
και τη μεγάλωσε να γίνει μια λογική,
μελετηρή πραγματικότητα
και να γυρεύει το ταίρι της στην Ευρώπη
και στις άλλες πληγές του κόσμου
όλου απ’ άκρη σ’ άκρη».Xτυπιούνταν αλύπητα oι καρδινάλιοι του Μαμωνά,
με γροθιές συνταγματικά κατοχυρωμένες
ποιος άφησε 250 ψυχές να διαφθαρούν απ’ το σκοτάδι,
σ’ έναν πολύτιμο τάφο στρατηγικής σημασίας:
δαίμονες, τελώνια, χτικιά,
να παίζουν όλη νύχτα εκεί κάτω ζάρια
φτιαγμένα από τα κόκαλα των Δρυίδων,
των σεβάσμιων Δρυίδων,
κι από τα κόκαλα των παρθένων,
των γλυκύτατων παρθένων,
με τον μικρό λευκό Μονόκερο
να κοιμάται ανάμεσα στα μύρα
των κατάλευκων βυζιών
και τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν
ιστορίες για Συλφίδες
ερωτευμένες με ιππότες, που μιλούσαν
μια γλώσσα βαθιά σαν σπήλαιο.
Μα δεν ήταν πια (οι εν λόγω προλετάριοι)
ούτε καν απελπισμένοι.
Μια θλίψη έπρεπε να διαχειριστούν.
Επιτέλους• είχαν κάτι ολότελα δικό τους.
Μόνο το φίδι του κόσμου δεν υπολόγιζαν,
μες στα ξερόχορτα της αδηφάγας λαχτάρας τους  vα ζήσουν, να ζήσουν κυρίως επικίνδυνα ημιθανείς:
Φιλοκτήτες, Αίαντες, Οιδίποδες, Αντιγόνες, Ισμήνες
πεταμένοι στα σκουπίδια του διπρόσωπου Ιανού,
του χορτασμένου Ιανού.
Κι εκείνος ο Φοίνικας:
«Τελειώνετε με τις ταξικές αντιπαραθέσεις.
Θα σας πνίξει στον ύπνο το δίκιο σας.
Μην του δίνετε θάρρος.
Δεν ξέρει με τι έχει να κάνει».
Στο τέλος, έμεναν πάντα με το στόμα ορθάνοιχτο,
μπροστά σ’ έναν ορίζοντα φονιά,
αδίστακτο, αδέκαστο, αμετάκλητα αιμοβόρο,
λίγο πριν βγει ο ήλιος και καθαρίσει η σκουριά της αυγής
κι επιστρέψει καθένας στην εξορία των παθών του•
επίμονη, αδίστακτη, αδέκαστη,
αμετάκλητα αιμοβόρα εξορία.
Κι οι ποιητές: «Τι τόπος είναι αυτός;
Πώς λέγεται η κόλαση στη γλώσσα του Μπαλζάκ;»
«Σιωπή».

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ-Günter Grass

ΚΙ ΟΜΩΣ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΜΙΛΟΥΝ… - Günter Grass "Η ντροπή της Ευρώπης" (Süddeutsche Zeitung 25-5-2012)

 

Μέσα στην παγκόσμια κρίση, μέσα στο ζόφο και την απογοήτευση, ελεύθερα, γενναία πνεύματα μιλούν, κραυγάζουν την αλήθεια, το δίκιο, τη ζωή. Ο βραβευμένος με το βραβείο Nobel (1999) Γερμανός συγγραφέας Günter Grass δημοσίευσε χτες Παρασκευή 25-5-2012 στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung ένα ποίημα γραμμένο για την «ελληνική κρίση» και τη στάση της Ευρώπης. Όπως μόνο οι ποιητές μπορούν, ο Grass ευθύβολα, απέριττα και σαρωτικά δίνει το αληθινό στίγμα της σημερινής πραγματικότητας.

Μαζί με τoν φίλo Γιάννη Ευθυμιάδη (https://www.facebook.com/yiannis.efthymiadis) αποδώσαμε στα ελληνικά το ποίημα του Günter Grass, όχι μόνο για να μπορούν να το διαβάσουν και όσοι δεν γνωρίζουν τη γερμανική, τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε, αλλά, κυρίως, γιατί το ποίημα αποζητά να αποτυπωθεί στη γλώσσα για την οποία γράφτηκε

Günter Grass



Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δε συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ’ τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.

Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.
Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.

Καμιά ανοχή πλέον δε δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.
Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί - σ’ όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ’ είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.

(απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ευθυμιάδης - Σοφία Γεωργαλλίδη)

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ





ΑΣΗΜΙΝΑ  ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ






(άτιτλο)


Πες μου,
γιατί να γράφεις ποιήματα
όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;
Οι άνθρωποι απελπίστηκαν
και βγήκαν στους δρόμους.
Κι η ποίηση μοιάζει τώρα μακρινή ανάμνηση,
μια τέχνη γραφική
Εδώ υπάρχει η ζωή που πρέπει να διασωθεί.
Υπάρχουν τα παιδιά
και τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με λέξεις
Εδώ χρειάζονται χέρια και σώματα
και περίστροφα
που θα δολοφονούν τους δισταγμούς και τις αναβολές.

(Εποχή μου είναι η Ποίηση,Γαβριηλίδης 2013)








***



(άτιτλο)


Οι δρόμοι της πόλης είναι πιο όμορφοι τη νύχτα.
Περπατάς μονάχος
Ακούς τους ήχους των βημάτων σου
Το ποίημα σού έρχεται στο στόμα
Αβίαστα σχεδόν
Και συ αναρωτιέσαι
αν αύριο θα υπάρχουν δρόμοι.
Αν αύριο θα υπάρχει πόλη.


(Εποχή μου είναι η Ποίηση,Γαβριηλίδης 2013)





***



Κάθε τοίχος και ένα σύνθημα.
Αυτή είναι η Ποίηση που διαθέτουμε σήμερα.



(Εποχή μου είναι η Ποίηση,Γαβριηλίδης 2013)





***

Διαλυμένοι άνθρωποι είμαστε.
Τί κι αν ολόκληροι γινόμαστε κραδασμοί
στην αγκαλιά του έρωτα.



(Εποχή μου είναι η Ποίηση,Γαβριηλίδης 2013)




***

Η ποίηση δεν είναι μόνο λέξεις.
Είναι εσύ
Είναι εγώ
Είναι εμείς.

[ανέκδοτο]


***

ΑΥΠΝΙΑ


Απ την ταράτσα βλέπω φώτα να τρεμοπαίζουν πέρα μακριά.
Κι ακούω θορύβους της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται.
Τα βράδια του καλοκαιριού έχει δροσιά.
Φορώ λευκό νυχτικό - σατέν.
Μαύρους κύκλους θα 'χω το πρωί και στα μάτια μου
γραμμένα ερωτηματικά.
Που την άλλη νύχτα δεν θ΄απαντήσω πάλι.


(Η Προφητεία του Ανέμου, Δωδώνη 2009)



***

Η ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Τα χέρια σου-το μήκος των δακτύλων-δεν μ΄αφήνουν
να ησυχάσω τα βράδια.
Προσπαθώ να ονειρευτώ όταν για πρώτη φορά μ΄ακούμπησαν,
μ' έπαιξαν ,μ΄απογείωσαν.
Τα χέρια σου έχουν ωραία γεύση.
Με βασανίζουν έτσι που μου λείπουν τα βράδια και τα πρωινά.
Τα φωτογράφισα με τη μνήμη τότε που τα φιλούσα για ώρες.
Και πάλι δεν τα χόρταινα.




(Η Προφητεία του Ανέμου, Δωδώνη 2009)



***



  Η ΑΡΝΗΣΗ ΣΟΥ


Η άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ΄ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι
Φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς,
την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα,
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα,
Κι εγώ,
ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.

(Πληγές, Γαβριηλίδης 2011)

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Μνήμη Γιάννη Βαρβέρη (Ποιήματα)

[πηγή εκδόσεις Κέδρος/facebook]

Κλινική  

Μου είπε επί λέξει:
–      Άμα πεθάνω
πώς θα ζήσω
χωρίς εσένα;

Περί του αντιθέτου

Σ’ αγάπησε, μου λες, πολύ
ποτέ σου δεν σε απάτησε, βεβαιώνεις.

Έχω στοιχεία
αλλά το πιο ισχυρό
είναι πως πρέπει να σ’ αφήσω ερωτευμένη.

Πρωθύστερο, Ι

Όταν μπορώ
χωρίς να σε ρωτήσω
πετάω πράγματα
μικρή αξίας
που κάποτε θα σε θυμίζουν.

Έτσι κι αλλιώς
εφόσον ζεις
αν σου ‘λεγα το λόγο
θα ‘χες συμφωνήσει.

Καμένα αρχεία

Αν έρθει η ώρα
τα χρόνια που έχεις κρύψει
στην ταυτότητα
θ’ απαιτήσω
να τα ζήσεις.

Quiproquo

Στις λίγες μας κοινές εξόδους
κανένας δε γυρίζει να σε δει.
Ούτε απλοί σου γνώριμοι
δε ζούνε πια.
Έμεινες μόνο με όσους
σε αναγνωρίζουν
βλέποντάς με.

Από τη συλλογή Βαθέος γήρατος (Κέδρος, 2011)

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΖΕΚΙΛ

Λοιπόν γιατρέ
κάθε πρωί
δοχείο σώμα
εντός του οποίου

εντός του οποίου
υγρό μυαλό
και τα λοιπά
και τα λοιπά.

Όμως γιατρέ
το βράδυ
δοχείο μυαλό
εντός του οποίου
υγρό το σώμα
αλλάζει σχήματα
και παίρνει στάσεις
και κυλάει καμπύλα
και μεταμορφώνεται.

Πείτε μου πείτε μου γιατρέ
τι στέρεο αντίδοτο προτείνετε
για σώματα που υγραίνονται τις νύχτες
κι απομένουν
μέχρι δακρύων υγρά
ως το πρωί;

Από τη συλλογή Στα ξένα (Κέδρος, 2001)


Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΔΕΝ ΠΙΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

                                                                                              Στον Γιώργο Μαρκόπουλο

Χθες είδα πάλι στον ύπνο τον πατέρα. Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.  Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. – Είσαι καλά; του λέω.  – Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.  –  Άντε στην υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι. – Δεν πίνεις; ρώτησα.  – Εσύ να πιείς, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.

Από τη συλλογή Πεταμένα λεφτά (Κέδρος, 2005)

ΕΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΩ
1975

ΘΑΝΑΤΟΣ  

Συντάσσω κάθε πρωί ευάρμοστα το θάνατό μου
τον στοιχειοθετώ τον παρεμβάλλω σ’ όλους τους χώρους
τον εσωκλείω σε φακέλους τον στρίβω τσιγάρο
τον πυροδοτώ.
Όλος αλκή ακονίζομαι
στο ξυραφάκι που διαρκεί και διαρκεί.

ΤΟ ΡΑΜΦΟΣ
1978

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ  

Δε μου ανήκει στίχος κανένας. Οι φίλοι μου τους χειρούργησαν όλους.
Οι ακέραιοι φίλοι μου Μπρασένς και Φερρέ. Και οι άλλοι.
Και δεν είναι κεφάλι τούτο, είναι μίσος.
Και τα πλαστικά κρινάκια της μαμάς τ’ απόθεσα στην πύλη του Πολυτεχνείου.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που δεν ξεχωρίζει το τόξο απ’ το βέλος.
Έτσι και να σκοτώσω δε θα το χαρώ
δε θα μάθω ποτέ με τι σκότωσα.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που καπνίζει
κορδελίτσες χορεύτριες οριεντάλ
σάρκες κι οστά ιδεών κι απολαμβάνει.
Πήρα κι εγώ το σκαρπέλο και το συγύρισα
βγήκα επιτέλους στον αγώνα
ξεκάλτσωτος με πέδιλα της κακιάς ώρας και σγουρό μαλλί σίγουρο.
Μα πάλι δε διαβάζονται οι στίχοι μου˙
μέσα κι έξω όλοι μου οι στίχοι
ραβδώσεις της ζέβρας κι εγώ δεσμοφύλακας.
Όπως απέξω έτσι και μέσα βρήκα
του Σαρτρ το χαλικάκι
στο μάτι τους
και στο δικό μου μάτι τον ίδιο λύκο βρήκα
να βυζαίνει και να μη σηκώνομαι.

Τι άλλο να θέλει το ποίημα
παρά να περάσεις την κλωστή στη βελόνα
–      κι αλήθεια τη νύχτα γεμίζει κλωστές το δωμάτιο  –
ακόμα κι ο Όμηρος τα κατάφερε, σκέφτομαι˙
αλλά πού βελόνα να τρυπήσω τη νύστα στον κρόταφο…

ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ
1982

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ  
                                                                       
Ο Θάνατος μεγαλώνει…
Στην αρχή δε φαντάστηκα…

28 Δεκεμβρίου: η γιαγιά.
Με τη φουρκέτα, που καθάριζε βύσσινα.
Μετά, 17 Ιουλίου: η χρυσή καδένα του πατέρα.

Λίγο λίγο ήρθαν κι άλλοι. Διακριτικά.
Μ’ ένα ξενόκουμπο, μ’ ένα δίσκο της Μένδρη
με κάτι. Την ορισμένη μέρα
ξέθαβα το θυμητάρι
κλειδωνόμουνα στο δωμάτιο.
και πενθούσα καπνίζοντας.

Έξω οι φίλοι παντρεύονταν, κάναν παιδιά.
Εγώ, ούτε είδηση. Τακτοποιούσα μονάχα:
6 Μαρτίου, 16 Αυγούστου, 30 Νοεμβρίου…
Αγύρτες, άγιοι κι ωραίες
παίρναν τη θέση τους
και σφάλιζαν τις μέρες.

Κι έτσι μ’ έκλεισαν πια στο δωμάτιο
σαν τα βρέφη
που σφίγγουνε κάτι στο χέρι τους
και κανείς κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει
με κρατάνε στη φούχτα τους
κι έχω γίνει εδώ μέσα
ο τρυφερότερος
όλων σας.

ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ
1991

ΕΓΩ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ  

Σε βλέπω τώρα που γερνάς
και είσαι η μόνη εναπομείνασα
με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται
με το κουμκάν της Τρίτης
το κολιέ τα σκουλαρίκια του ΄50
και μου θυμίζει τις καλές εποχές
που όλοι οι δικοί μας ζούσαν
και ρυθμίζατε το μέλλον μου
με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη.
Σε βλέπω και με πιάνει πανικός
να, ότι ζεις
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
ότι ραγίζεις
και σου το λέω σαν να ‘φταιγες εσύ
και μου απαντάς
διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα
άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις
κοίταξε το μέλλον σου

Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν
φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου
μια και το μόνο μέλλον μου είναι
να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.

ΑΚΥΡΟ ΘΑΥΜΑ
1996

ΜΑΣΚÉ  

Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:
Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τα’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.

Από τη συγκεντρωτική συλλογή Ποιήματα 1975-1996 (Κέδρος, 2000).