Translate

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

/// ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΔΟΜΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ////

 



ΕΠΙΛΟΓΗ : NTINA ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ




Τα ποιήματα που ακολουθούν διαβάστηκαν στην εκπομπή  «Χωρίς Πρόβα» της Ντίνας Γεωργαντοπούλου [20/4/2022] και στο Vakxikon Radio.


ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

ΔΙΑΛΟΓΙΚΟ


Ήρθα να ψηλαφήσω και να αναμοχλεύσω μνήμες

μύριζε χόρτο κομμένο

και σωταρισμένα εντόσθια

η μοναδική βιολέτα μού θύμιζε έναν παλιό κήπο

ούτε λόγος για λουλούδια από αυλές στον Επιτάφιο

μια γάτα απορημένη με κοιτούσε απ’ το πεζοδρόμιο

εγώ κρατούσα παιδική λαμπάδα

και υποδυόμουν τα χρόνια που πέρασαν

γραμμές οι απουσίες στο πρόσωπο στα χέρια

λείπουν και αυτοί που φύγαν κι αυτοί που είναι

το αρνάκι αφάγωτο κρυώνει

το κεφαλάκι του μού ψιθυρίζει

δεν ξεγελάς κανέναν κι ούτε σου πάει ο ρόλος

εσύ που ξέρεις τα πολλά, του λέω,

πες μου σε ποιο επεισόδιο ισιάζει η πλάτη μου,

όταν αποφύγεις την αδέσποτη σφαίρα που σε κυνηγάει

αποκρίνεται.

(από υπό έκδοση συλλογή)


****


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ- ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΠΡΟΣ ΙΟΥΔΑ


Θα πρέπει να γνωρίζεις πια Ιούδα

Πως καθώς περνούν οι αιώνες

Κατατάσσεσαι στις μόνιμες αναφορές

Κανένας έπαινος και κανένα του ανθρώπου ανδραγάθημα

Δε σκίασε τη δική σου ανατροπή

Αλήθεια

Τι ήταν τελικά;

Μια καθαρή πράξη προδοσίας

Μια παραπλάνηση του ζηλωτή σου πόθου

Ή μήπως φιλική συμμετοχή

Σε μια υπερπαραγωγή Αγάπης;


Εκείνο το φιλί σου πέρασε στα στόματα πολλών

Kαι δόθηκε ανεξέλεγκτα

Aκόμα κι όταν έπρεπε τη θέση του

Μία γροθιά να πάρει

Αγαπητέ Ιούδα

(Ας μου επιτρέψει η περίπτωσή σου ετούτη την προσφώνηση)

Δεν ξέρω τελικά αν ήσουν θύτης ή και θύμα

Με βεβαιότητα εντούτοις μπορώ να σου μιλώ

Έχω γνωρίσει αντίγραφά σου

Που δεν τα πλάνεψε κανένα πάθος

Καμιάς πατρίδας η ανάγκη

Για το ξεσήκωμα, τη λεύτερη πνοή

Πάνω από μια στυγνή αυτοκρατορία

Παρά μονάχα οδηγημένοι απ΄το φθόνο

Μάτια κλειστά, συνείδηση τυφλή

Σταυρώσανε πολλούς θεούς

Και Γολγοθάδες όρθωσαν στο τείχος των δακρύων

Χωρίς ανάσταση να έχει προβλεφθεί

Απ΄το δικό τους φονικό φιλί.


****


KATEΡΙΝΑ ΑΤΣΟΓΛΟΥ


ΑΝΗΔΟΝΙΑ


Η εμμονή με το τέλος

δε με αφήνει να χαρώ,

με τρώει και χορταίνει

κερνά θυμό την ψυχή μου.


Αιώνες κουβαλώ αυτή τη δυστυχία,

τη σταύρωνα κάθε Μ. Πέμπτη

ύστερα την έθαβα και ξάπλωνα ήσυχη.


Τρεις μέρες μετά

εμφανιζόταν μπροστά μου,

ζήταγε να βουτήξω

στην τρύπα της αμφιβολίας

με ρούφαγε η δίνη της

και έτσι ξεχνούσα εκείνες τις λίγες ώρες χαράς.


Η εμμονή μου εμφανίζεται λαθραία

μου δίνει φιλιά προδοσίας

με παραδίδει έρμαιο

μου φορά κόκκινη χλαμύδα

και με σπρώχνει σ΄ατέρμονο Γολγοθά.


ΝΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Μ.ΕΒΔΟΜΑΔΑ


Μιλούσαν για όμορφα ταξίδια.

Θα προτιμούσαν την ησυχία της ακατοίκητης πόλης

να γράψουν για ιστορίες εναγκαλισμών

στις γωνιές της να φυτέψουν λουλούδια

για κάθε προδοσία και για κάθε χαρά.

Μα όταν άνοιξαν τα μάτια είδαν από συνήθεια

ένα περιβόλι φυτεμένο με πορτοκαλιές.

Θα έπρεπε να ζήσουν

σε ότι έφτιαξαν άλλοι για αυτούς.

Με δίχως άρνηση βολεύτηκαν σε ένα παρτέρι

εκπορνευόμενοι για λίγα ψίχουλα χίμαιρας. 

(ανέκδοτο)

****

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΚΙΟΥΛΕΚΑ

[Το Σεντούκι]


Άν τυχερός σταθείς

Και τα παθήματα σου ξεκλειδώσουν

Εκείνο το παλιό σεντούκι

Με τις λέξεις

Τις εύρεις αξεδιάλυτα ανάκατες


Σπασμένες

Με τη χλομάδα φυλακής,

Ανάμεσα σε χίλια δυό σπαράγματα

Κουρέλια μνήμης


Σε μποτίλιες σφραγισμένα συναισθήματα

Όστρακα σχέσεων πήλινων

Ξέφτια θερμών στιγμών

Σκύψε και βγάλε τες όπως θ' άγγιζες

Λιωμένη μια νταντέλα

Αράδιασέ τες χύμα πάνω σε άδεια

Με επιμέλεια σφουγγισμένη τάβλα στοχασμού

Απομακρύνσου δύο βήματα

Μισόκλεισε τα μάτια


Άυλο χέρι μόνο του θα πάει  στη διαλογή

Για να σκαρώσει συνδυασμούς απρόσμενους

Που επίμονα δίχως να ξέρεις τους κλωσσάς

Τότε είν' που φέγγουνε στα μάτια σου οι στίχοι και σαν


Οικοδεσπότες σε κερνάν χαρά

Γι' αυτούς σα ξεμυτάς απ' το παλιό σεντούκι

Κλεισμένο όπου σε κρατούν κατάδικά σου

Σκουριασμένα μυστικά κλειδιά


****


BIKY ΔΕΡΜΑΝΗ

Κρεμάστε την!


Είχε έναν ήλιο στα δόντια κι ένα φεγγάρι που λαμπύριζε στα μάτια.

Τα σύννεφα σκόρπιζαν με κάθε της ανάσα. Τεράστια καρδιά ως

πέλαγο γαλάζιο. Με κόκκινο βαθύ και πράσινο και κυανό τον

κόσμο έχτιζε. Με αγάπες-παλίρροιες γεμάτο, με δάφνες και

θυμάρια. Της θάλασσας αγαπούσε τα ψάρια, τα πετούμενα τ’

ουρανού προστάτευε. Της ψυχής η αυλή γιασεμιά μοσχοβόλαγε.

Για τη γη τρυφερότητα γέμιζε. Και για τους ανθρώπους; Ω πόσο

τους λάτρευε, πόσο τις χαρές και τα κρίματά τους συμμερίζονταν!

Δάκρυζε στο λίγο τους, από περηφάνια για το μεγαλείο τους

φούσκωνε. Και όταν των Σειρήνων οι ωδές τούς ξεστράτιζαν,

κατανόηση έδειχνε γι' αυτούς μεγάλη. Με την κελαρυστή, σαν

ποτάμι βουνίσιο, φωνή της σκόρπιζε αφειδώλευτα στους γύρω της

παρηγοριά. Γέλαγε, δάκρυζε, πονούσε, το χέρι άπλωνε, φώναζε το

δίκιο, τα έχει της σκόρπαγε σ΄ αυτούς που πιο πολύ τα είχανε

ανάγκη. Όχι ματαίως, ζούσε!


Πίστευε στη χώρα των θαυμάτων, αυτή, η συλλέκτρια των

λαμπρών αστεριών που των καιρών τα σημεία ήξερε να διαβάζει

στου ουρανού το πρόσωπο. Αθωότητα και γνώση πως την

προστάτευαν πίστευε. Τι πλάνη!


Οι θλιβεροί του κόσμου τούτου, καθώς πάντα βλοσυρά την

κοίταζαν τους κήπους χαμογελαστή να διαβαίνει, κρεμάστε την

τρελή, φώναζαν.


Κρεμάστε την!


****


ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Στη λίμνη Τιβεριάδα


Το ήξερε από τότε που παιδί ακόμη έπαιζε με τα άλλα χωριατόπαιδα,

τα αμέριμνα για όλα τα κατοπινά. Το είχε αφουγκραστεί απ’ τα

κρυφομιλήματα στα μάτια των γονιών του.

Δεν το ’πε σε κανέναν, μα μέσα του το έλεγε διαρκώς «θα ’ρθει μια

μέρα που θα φύγω από ’δω».

Και να, τώρα που κάθονταν μονάχος περιμένοντας αυτούς που δεν τον

πίστεψαν, πόσο πολύ θα το ’θελε να γίνει πάλι ένας από τους φτωχούς

ψαράδες που ρίχνανε τα δίχτυα τους στη λίμνη Τιβεριάδα.

Μόνο που γνώριζε πως ήταν ασθενής η θέλησή του. Κι ακόμη πως σε

λίγο θα έπρεπε να εξηγήσει τα μελλούμενα (όσο πιο απλά μπορούσε)

σ’ αυτούς τους μεροκαματιάρηδες. Που θα τον κοίταζαν χωρίς να τον

γνωρίζουν. Τους δύσπιστους στα θαύματα.

Όμως αυτός τα δίσημα τα λόγια, τα προφητικά, θα ήθελε να τα άφηνε

σημάδια ανερμήνευτα.

Αυτός μονάχα μια κουβέντα θα ήθελε να πει σαν μήνυμα σε φίλο

αγαπημένο. Να πει πως όλα τα αόρατα, τα απίθανα, συμβαίνουν.

Κι όμως, καθώς οι αλλοτινοί του σύντροφοι, «ποιος είσαι;» τον

ρωτήσαν, απάντησε: «ένας ξένος».

Λίγο προτού, βαδίζοντας πάνω στη λίμνη, αφήσει την ολιγόχρονη ζωή

του.


(από τον ανέκδοτο κύκλο ποιημάτων «Τα αναστάσιμα»)


****


ΝΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το μικρό θαύμα


[Κι αν τις λύπες σου υπερπηδούσες μία μία

ήταν κι αυτό ένα μικρό θαύμα]

   

                        Στη Βασιλική


Σφράγισες τα βάσανά σου

κι άφησες την καρδιά απέξω

να περιφέρεται

σαν σε ταινία τρόμου.

Κάποτε έκανες ν’ ανοίξεις την πόρτα

μ’ απομακρυνόσουν γρήγορα.


Με σπασμωδικές κινήσεις

έκλεινες τη λύπη σου

σε μικρά κλειδωμένα συρτάρια

φορούσες το κλειδί μενταγιόν

και πετούσες τις νύχτες

στον έναστρο ουρανό σου


Δεν φοβήθηκες τίποτα

ούτε την τελευταία σου ανάσα

που μύριζε νυχτολούλουδο


Στον κήπο του παραδείσου που πετάς

ποτίζεις όλα τα φυτά

ταΐζεις όλα τα πουλιά

και οι άνθρωποι από μακριά

κοιτάζουν αποσβολωμένοι

το μικρό θαύμα.


Το μικρό θαύμα, πρώτη δημοσίευση.


****


ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΛΕΥΘΕΡΙΩΤΟΥ

Δείπνος και Δείπνο 

 

Βούτηξα το ψωμί μου

Βουλημικά στο τρυβλίο

μα ....δίστασα.

 

Δεν ήμουν εγώ, καλέ μου

Ο οικοδεσπότης σου

Δεν έτρωγες στο σπίτι μου  συχνά 

Δεν ήμανε ο αφέντης σου.

 

Μοίρασε τη χαρά,  Κύριέ μου, μοίρασ τη

 Και δώσε καθενός το δωράκι του.

Εγώ θέλω το χέρι σου

            Το αριστερό σου πόδι

            Τα νύχια

 

             Τη γάμπα

             Το σβέρκο

              Και τις πατούσες σου.

Εκεί που ενώνει το κεφάλι με την πλάτη σου.

 

Για να με βλέπεις όταν σε θέλω

Να με ακούς όταν σε φωνάζω 

Να καταδέχεται να τρως στο σπίτι μου 

Μόνο γιατί ανέβηκα στη συκομωρέα 

να σε δω

κι ετοίμασα το βραδινό για χάρη σου.


****


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ

Μεγάλη Εβδομάδα


Στα πάθη της εβδομάδας δεν θέλω να συμπαρασταθώ.

Τα πάθη Του να μετρώ μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο.

Με τρομάζει ο πόνος του Ανθρώπου

με τρομάζει η απονιά του Θεανθρώπου.

Με αηδιάζουν τα αγκαθωτά στεφάνια που τρυπάνε τα κρανία σμιλεύοντας

σμαραγδάκια αναμνήσεων στο μέτωπο.

Δεν θέλω πληγές αγάπης σε παλάμες, πατούσες και καρδιές να μου θυμίζουνε τον χρόνο.

Τον θνητό προσπελάσιμο εκείνο χρόνο, που γερνά τα ξωτικά και τις ονειροπαρμένες

Μαγδαληνές.

Θέλω μέσα σε επτά μέρες θρήνου ή και χρόνια να προλάβω να χαρώ τον Θάνατο μου.

Τόσο σύντομα.

Και μέχρι ξάφνου να καταφτάσει του χρόνου αυτή η ίδια μέρα να ξαναπενθήσω περίχαρα,

θα κουβαλώ αγκομαχώντας, κληρονομιά Άγιας κατάρας, έναν περίτεχνο χρυσό σταυρό στην

ανήφορο του λαιμού μου.

Στο Μυστικό Δείπνο δεν ήμουνα παρών.

Μα πρόφτασα κόντρα στο γλυκόπιοτο και το ψωμί

το αυγό το κόκκινο να τσουγκρίσω.

Και μέσα σε λίμνες αίματος, ή σε ποτάμια, ή σε χείμαρρους

να ψαρέψω τα τσόφλια της Ανάστασης μου.

Ένα ένα.


Κροάζοντας Ευαγγέλια βυζαντινά

κατόρθωσα να φιλήσω τελικά το πόδι,

πλυμένο και ευωδιαστό

και να τραβήξω κατά νου την βαριά βελούδινη κουρτίνα,

καθώς και να εισακούσω του ντελάλη Ιούδα την κραυγή,

την προειδοποίηση

που ξημερώματα Κυριακής εκλιπαρούσε τρίπτυχο συγνώμης.

Από μένα.

Από σένα.

Από Αυτόν.


Την Αποκαθήλωση δεν θα αδειάσω φέτος να την δω

έχω να γαλακτίσω το ρημάδι αυτό το σάβανο

που αιώνες τώρα πια άρχισε να σαπίζει.


Ποιητική συλλογή «Σκέψεις», εκδόσεις manifesto, 2013


****


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Μια απέραντη ματιά

 

Η καρδιά σου έχει δοκιμαστεί

Αιώνια αγρύπνια

Σου έχει επιβληθεί

 

Στις μητέρες του κόσμου όλου

Άφθαρτα μηνύματα περνάς

Για τα χαμένα τους παιδιά

Μοιρολόγια τραγουδάς

 

Η πρώτη Εσύ μητέρα, η Παναγιά

Κόκκινο άνθος η δική σου η καρδιά

Ατενίζεις τον πόνο των ανθρώπων σιωπηλά

Είναι η αγάπη σου

μια απέραντη ματιά.


(Ανέκδοτο)


****


ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΚΡΙΝΟΣ Ο ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ


                                  Πάσχα στο χωριό

                                  επάνοδος μετά από πολλά χρόνια

                                  παλιοί γνωστοί, φίλοι χαμένοι

                                  παλιές αγάπες που δεν πήγαν στον

                                  παράδεισο


Κήποι τέλος Απρίλη

αρχίζουν να μπουμπουκιάζουν

σε μιαν άκρη περίοπτος

ένας κρίνος ολάνθιστος

ψηλός χοντρός μίσχος

πέταλα πάλλευκα κυριαρχούν

με τη φημισμένη απλότητά τους

με τον στήμονα υψιπετή

να ατενίζει πέρα από τα ανθρώπινα

σε ουρανούς μόνο δικούς του


σε καλοστημένες βραγιές

τον κουτσομπολεύουν

τα αγριολούλουδα στις γωνιές

που χαμηλοβλέπουν πονηρά


οι γάτες μαθαίνουν να τον αποφεύγουν

ακόμα κι ένα γλείψιμο της γύρης του

είναι θανατηφόρο για τα οικόσιτα αιλουροειδή


Η κυρά του σπιτιού

θυμάμαι μού έλεγε πως

το καλύτερο λίπασμα για έναν κρίνο

είναι ο κιμάς και το κρέας

από το δείπνο της οικογένειας

το προτιμότερο ωμά


Μπορεί να μην το ξέρεις

αλλά αργότερα θα το γνωρίσεις κι εσύ:

Ο κρίνος είναι σαρκοφάγο είδος.

Από την ποιητική συλλογή Εξωτικά είδη, προς έκδοση Σαιξπηρικόν 2022


****


ΣΥΛΙΑ ΧΑΔΟΥΛΗ

Δέομαι Σου Κυριε

την μεγίστη Σου καλοσύνη

Προσκυνώ την άχραντη θυσία Σου

Κοινωνώ του αθώου αίματος

της σαρκός Σου

Πάσχω τα φρικτα Σου πάθη

Βίωσες προδομένο φιλί

Πληρωσες την άδολη αγάπη

Μεμφομαι τους απάνθρωπους κριτές

Αλειφω τα σεπτα Σου πόδια

δάκρυα και μύρο ακριβό

Σφουγγιζω ταπεινά με τα λυτά μαλλια μου

Μετανοώ τις πράξεις των ανθρώπων

Προσδοκω την Ανάσταση της Αιώνιας Αγάπης

Γιγνωσκω το μεγεθος των μαρτυρίων στο όνομά Σου

διότι πολυ αγάπησα και γνώρισα την λύτρωση Σου.




Oι φωτογραφίες είναι παρμένες από το Pixabay.


KATEΡΙΝΑ ΒΑΣΔΕΚΗ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 


ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΛΑΓΝΕΙΑ


 Είναι κάτι στιγμές…


Είναι κάτι στιγμές,

Τρυφερές και λεπτές,

Σαν κλωστές τυλιγμένες σ’ αδράχτι,

Σε γυρνούν απαλά,

Σε μεθούν σιωπηρά,

Σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι

Ν. Παπάζογλου


Και γυρνώ σιωπηρά στο παρελθόν

Να κρατήσω τη δύναμη της ομορφιάς

Να κρατήσω την ελπίδα τού αγνώστου

Να κρατήσω το ΟΛΑ ΘΑ ΓΊΝΟΥΝ.

Να κρατήσω το ΌΛΑ ΚΑΛΑ

Να κρατήσω τον εαυτό μου ολόκληρο

Να θυμηθώ την αθώα ευτυχία

Να θυμηθώ το τίποτα της στιγμής

Να θυμηθώ τα όλα τού τίποτα

Να θυμηθώ πώς όλα ήταν για να είναι

Να θυμάμαι πώς τίποτα δεν χάνεται ποτέ από κανέναν


Να θυμηθώ και να θυμάμαι και να θυμάσαι να ΕΊΣΑΙ.

Να είσαι εαυτέ μου ΕΣΎ…


Για την Μάρθα και την Ανθή πού Με άφησαν να ΕΊΜΑΙ.


****


ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ


Μου είπες δεν είμαι άντρας

Δεν είμαι γυναίκα

Είμαι παιδί.

Νοιώθω παιδί.

Δεν έχει ταυτότητα ή αθωότητα, μου είπες.

Απλά υπάρχει.

Και όταν χάνεται; σέ ρώτησα …

Τότε γίνομαι πέτρα, γίνομαι κλαδί για να υπάρχω απλά.

Εγώ.

Εγώ δεν είμαι τίποτα.

Εγώ. Απλά υπάρχω.

Δεν είμαι άντρας.

Ούτε γυναίκα.

Ούτε παιδί πια.

Έτσι λένε.

Κι εγώ ακούω…απλά ακούω.

ΤΟΥΣ ακούω.

Γιατί εγώ…

Γιατί εγώ

Δεν είμαι.

Απλά υπάρχω.

Όχι. Δεν είναι το κλάμα μου που άκους.

Ακούς;

Μεγάλωσα.

Δεν είμαι άντρας.

Δεν είμαι γυναίκα.

Είμαι παιδί.

Πού δεν κάνει να κλαίει.

Δεν πρέπει να κλαίει.

Γιατί; Γιατί…


Δεν είμαι άντρας.

Δεν είμαι γυναίκα.

Είμαι παιδί.

Μ’ακους;


****


ΓΕΝΕΘΛΙΑ


Χωρίς κεριά,

Χωρίς «39, να ζήσεις» και λοιπά.

Χωρίς πολλά «χρόνια πολλά»

«Χωρίς αγάπη και χαρά»


Απλά ό χρόνος να περνά

Αμείλικτα.

Βουβά.

Σέ κουταλάκι πλαστικό

Το ξεραμένο γλυκό,

Ενθύμιο του «καθώς πρέπει»

Του πρέπει να χαμογελώ,

Με κωνικό καπέλο γιορτινό,

Φωνάζοντας το ξενικό τραγούδι γενεθλίων.


Τού γιου

Τού γιου

Τού χάπι του παιδιού.


Σβήστο καλά, παρακαλώ..

Ακόμα καίει τον καπνό

Και γρήγορα τελειώνει…

Κερί εκεί.

Κερί εδώ.

Μα μύρισε λιβάνι.


****


Αντί ποιήματος


Ψάχνω σοφά λόγια άλλων

για να ακουστεί το δικό μου το γιατί.

Μα όλα έχουν ειπωθεί για όλα.


Όλα  έχουν ειπωθεί από όλους.

Γιατί όμως υπάρχει ένα γιατί;

Πάντα υπάρχει ένα γιατί, ένας κρυμμένος πόνος

Μια σιωπηρή αμείλικτη κραυγή,

Κι ένας ωραίος θρόνος.

Ό θρόνος τής ελπίδας είναι εκεί,

Και πάντα θα δεσπόζει.


Και βασιλιάδες έρχονται

Και βασιλιάδες φεύγουν

Με στέμματα αγκάθινα

Με στέμματα διάφανα

Με στέμματα πολύτιμα

Με άμφια χρυσά.


Και εγώ…

Εδώ.

Κοιτώ και αναρωτιέμαι.

Του κόσμου τα αναπάντητα άσε τα να αιωρούνται.

Πιο εύκολα ησυχάζει ο νους στην άβυσσο.

Πιο εύκολα κοιμάται.

Σςςςςς


****

Η εικόνα είναι παρμένη από το Pixabay.

ΖΩΗ ΚΑΡΑΠΑΤΑΚΗ /// ΖΩΗ ΚΑΡΑΠΑΤΑΚΗ /// ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Μικρά ποιήματα


Ι

Ως αγριολούλουδο

φυτρωμένο

σε τοίχο κι

ανάμεσα στις πέτρες του

σε σκέφτομαι

με τα μαβιά ανθάκια σου

της χαρμολύπης

σήμαντρο


ΙΙ

Τα φτερωτά πετάγματα

των πουλιών

με καθηλώνουν

σε μια κατάσταση έκστασης

μακριά απ' το σώμα


ΙΙΙ

Γίνε για μένα

ο μεσημεριάτικος ήλιος

τ' Απρίλη

τώρα που γερνάω


ΙΙΙΙ

να τραγουδάς ψυχή μου

δρασκελίζοντας ανένδοτη

τα τραύματα

με ευδαίμονα λύπη


* Η εικόνα είναι παρμένη από το pixabay

Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ /// ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ : Ασημίνα Ξηρογιάννη





Δίγλωσση έκδοση.

Ανθολόγηση: Αλίαζ Κοπριβνίκαρ
Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ανδρέας Αντωνίου
Συνεργάτες Μετάφρασης: Αντρέα Περούνιτσιτς, Ζίφκο Βλάχοβιτς

*

Γιοβάνα Μπούζοβιτς, Λούκα Μπόλγεβιεφ, Νίκολα Οράκ, Μπάρμπαρα Ντέλατς, Μαρία Ντράγκνιτς, Ντούσαν Ντάροβιτς, Ίλια Ντάροβιτς, Αλεξάνταρ Γκάβρανιτς, Νατάσσα Γκουντέϊ, Σλάδανα Κάβαριτς Μάντιτς, Μιλένα Ράντεβιτς, Τζάνα Ραντίτσεβιτς

Jovana Bojović, Luka Boljeviev, Nikola Ćorac, Barbara Delać, Marija Dragnic, Dušan Đurović, Ilija Đurović, Aleksandar  Gavranic, Nataša Gudelj, Slađana Kavarić Mandić, Milena Radević, Jana Radičević


***



JOVANA BOJOVIĆ

Η Jovana Bojović γεννήθηκε το 1989 στην Ποντγκόριτσα. Σπούδασε δραματουργία στη Σχολή Δραματικών Τεχνών στο Cetinje και απέκτησε το μεταπτυχιακό της FDA στο Βελιγράδι. Είναι σκηνοθέτης σε θέατρο, τηλεόραση και κινηματογράφο. Στον διαγωνισμό Ratković Poetry Evenings, της απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο για τη συλλογή «S glavom u torbi». Το βιβλίο έχει περιληφθεί στη shortlist για το βραβείο Biljana Jovanovic (2017). Το 2020, κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή «Magla: vidljive tačke».

Μάριο V

αυτές είναι οι μέρες σου, Mario V

οι άνδρες έχουν παιδιά και γυναίκες,

οι γυναίκες έχουν τους δικούς τους άνδρες

που κάθονται στο ζεστό σπίτι τους

και έχουν παρατεταμένα Σαββατοκύριακα

Πες τους κάτι για τα μεγάλα Σαββατοκύριακα, Mario V,

για εκείνα τα μεσημέρια της Παρασκευής

όταν πέφτεις σε αδράνεια

που σε συνοδεύει μέχρι το τέλος της εβδομάδας,

όπως η μητέρα σου

Πες τους κάτι για τις μέρες μπροστά σε ερειπωμένα κτίρια,

για εκείνες τις μέρες όταν στέκεσαι σε παραλήρημα μπροστά από την είσοδο του κτιρίου για ώρες,

από φόβο ότι, δίπλα σε μια τσιγγάνα που φυσάει κόλλα

ένας γέρος σκύλο που γλείφει τον εαυτό του

και ροκανίζει τα οστά του

και μια ενθουσιασμένη κυρία που επέστρεψε από ψυχαναλυτική συνεδρία,

μπορείς να βρεθείς ακριβώς μπροστά σε εκείνη την είσοδο όπου γεννήθηκες

και κει που πιθανώς θα πεθάνεις

αυτές είναι οι μέρες σου, Mario V

μην τις χάσεις λόγω της σοβαρότητας που επιβάλλεται από την ηλικία

μην συμβιβαστείς για να σεβαστείς την ωριμότητα

Όσο περισσότερο συμβιβάζεσαι

τόσο περισσότερο θα προδίδεις τον εαυτό σου

και το μόνο ειλικρινές μονοπάτι σου,

όπως εγώ πρόδωσα όλη μου την ουσία

να καεί στον ήλιο μιας νέας αξιοπρεπούς ζωής

που θα κάνει μια αξιοσέβαστη και μορφωμένη κυρία του εαυτού μου,

με όλα αυτά τα παιδιά και την ισορροπία μεταξύ αυτού και εκείνου

υπάρχουν λίγοι άνθρωποι σαν εσένα που είναι βαθιά στην άλλη πλευρά του ποταμού

και οι οποίοι θα μείνουν εκεί παρά τη στάσιμη λιμνούλα που τους σέρνει

αυτές είναι οι μέρες σου, οπότε βούτα με τη βρωμερή λιμνούλα σου

σε όλες αυτές τις επαρχίες, σε εμπορικά κέντρα και σε νηπιαγωγεία

αυτές είναι οι μέρες σου, Mario V

και συνειδητοποιείς ότι σε περίμενα μπροστά από τον τοίχο με γκράφιτι

οι άνθρωποι μιλούσαν για πολιτικά θέματα και πρόγνωση καιρού

οι άνθρωποι φοβούνται ότι τα σχέδιά τους θα αποτύχουν και παίρνουν ηρεμιστικά

Μου φέρονται καλά και κανείς δεν με ενοχλεί πάρα πολύ

Φορέματα με στενή μέση και τακτοποιημένο χτένισμα έχουν γίνει ρουτίνα για μένα

αλλά καταλαβαίνεις ότι σε περίμενα μπροστά από τον τοίχο με γκράφιτι

και δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος από τους δυο μας χρησιμοποίησε ένα κόκκινο σπρέι

για να γράψει κάτι σχετικό με το ότι δεν ανήκει στην αιωνιότητα και τη μεγάλη αγάπη

πριν οδηγηθούμε στο σφαγείο μαζί με τα υπόλοιπα

παχιά βοοειδή και τους βρόμικους εμπόρους

που έχουν τηγάνι και ζυγαριά και ξέρουν τι είναι τα χρήματα και πόσο αξίζει

ένα κιλό εμποτισμένο φρέσκο συκώτι από το οποίο αναδημιουργείται μια Pulp Fiction

***


LUKA BOLJEVIC

Ο Luka Boljeviev γεννήθηκε το 1994 στην Ποντγκόριτσα. Είναι κάτοχος πτυχίου νομικής από το Πανεπιστήμιο του Μαυροβουνίου. Το 2019 κέρδισε το βραβείο του 33ου Φεστιβάλ Νέων Ποιητών στο Zaječar. Είναι μέλος της λογοτεχνικής ομάδας Forum of Young Writers, του Podgorica KIC Budo Tomović. Έχει εκδώσει τη συλλογή «Meat of Language».


Φοβάμαι μήπως είμαι άγριο ζώο

να είσαι άγριο ζώο

και, με καμάκι, να σπας τη σπονδυλική στήλη

των πλωτών νησιών

με καρδιές σε μέγεθος αυτοκινήτου

MακΚλουρ,

μία προς μία

οι φάλαινες δολοφόνοι

πεθαίνουν καθώς με τα δόντια τους,

συνθλίβουν τις βάρκες γεμάτες κρέας

να είσαι άγριο ζώο

και να κρατάς ποιητές σε κλουβί -

η λογοτεχνία του ζωολογικού κήπου έχει νόημα

Καθώς διάβασα σε μια λίμνη αίματος

σταγόνα σταγόνα

κάτω τα πλευρά μου στα πόδια μου

κοίτα, MακΚλουρ,

ο λόφος κάτω μου μεγαλώνει

τα σαρκώδη παιδιά της γης

είναι κάτω από τα πόδια μου

***

ILIJA ĐUROVIĆ

Ο Ilija Đurović (Ποντγκόριτσα, Μαυροβούνιο, 1990) έχει γράψει διηγήματα, ποίηση, θεατρικά έργα και σενάρια ταινιών. Στο Μαυροβούνιο ίδρυσε τον ανεξάρτητο εκδοτικό οίκο «Yellow Turtle» που ειδικεύεται στην ποίηση και το μυθιστόρημα. Έχει εκδώσει τρία βιβλία και ζει στο Βερολίνο.

Στενό

Ο νεκρός θαλάσσιος ιππόκαμπος είναι δικός μου.

Ο κουρασμένος θαλάσσιος ιππόκαμπος

Πρησμένος σαν φθινόπωρο ή βάλτος.

Το λίπος του είναι κρύο, αλμυρό,

το μαλακό δέρμα του είναι νεκρό.

Αυτό είναι το τέλος του.

Κάτω από αυτόν,

τίποτα άλλο εκτός από τους ψηλούς τόνους άμμου,

μελλοντικά σκουλήκια,

θαμπός ήχος των ζωντανών ιππόκαμπων που έφυγαν,

σάρκα αναίσθητη μπροστά στον θάνατο των αγαπημένων.

Ο νεκρός ιππόκαμπος συνήθιζε να δημιουργεί μουσική με την αναπνοή, το στομάχι του,

με τη δίψα του, τον κωδικό του θαλάσσιου ιππόκαμπου

από την καρδιά της λάμψης.

Οι παλμοί του νεκρού θαλάσσιου ιππόκαμπου ανθίζουν κάποτε στο βάθος,

από το επίκεντρο του αίματος έως το λιπαρό, επίπεδο του δέρματος .

Αλλά τώρα μόνο οι πράσινες ακτίνες.

Μύγες. Γαληνεύω λούζοντας τον νεκρό


***


DUŠAN ĐUROVIĆ

Ο Dušan Đurović γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1984 στην Ποντγκόριτσα. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Ζει και εργάζεται στην Ισλανδία από το 2015.

Πληροφορίες για το διάστημα

μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο όπου το φως είναι τόσο δυνατό

που είναι αδύνατο να το παρατηρήσεις

μπορούμε να φτάσουμε στον τόπο όπου η αόρατη κίνηση δημιουργεί όλα τα ονόματα

μπορούμε να φτάσουμε στο μέρος όπου αφουγκράζεσαι

τον κόσμο πριν τον ονομάσω,

όπου καθώς λάμπει το εξαφανισμένο αστέρι

μάς χαμογελάει από μεγάλη απόσταση

μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο όπου η βαρύτητα είναι τόσο ισχυρή που δεν υφίσταται η ύπαρξη,

εκεί όπου όλες οι αλλαγές είναι ανεπαίσθητες

Ταλαντεύονται από τον ένα κόσμο στον άλλο

*****

NATASA GUDELJ

Η Nataša Gudelj, γεννήθηκε το 1997 στην Trebinje. Eίναι φοιτήτρια διοίκησης επιχειρήσεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Κέρδισε το τρίτο βραβείο ποίησης στον διαγωνισμό Ticket το 2019. Επιπλέον, ήταν στους φιναλίστ του 32ου και 33ου Φεστιβάλ Νέων Ποιητών στο Zaječ.

κάποιος έφτυσε μια ροχάλα μπροστά από το ασανσέρ

κάποιος έφτυσε μια ροχάλα μπροστά από το ασανσέρ

η μητέρα μου θα μισήσει αυτήν τη σημείωση

τής αρέσουν μόνο τα ελαφρά αναγνώσματα

γράφει νέες συνταγές και συνεχίζω να εξιστορώ πάλι

πώς έβαλαν ένα εμφύτευμα στο πόδι μου

για πρώτη φορά ένιωσα πελεκημένος

και άρχισα να καταπίνω κομμάτια

ενώ αφουγκραζόμουν το τέλος του κόσμου που πλησιάζει

και αναπνέοντας βαθιά για να καταστρέψω την παράνοια

αυτές τις μέρες υπάρχει έλλειψη πινακίδων

Οι χάρτες google δεν μπορούν να με εντοπίσουν

παρόλο που είμαι ρομπότ

κάποιος με στριφογύρισε

και με άφησε να φύγω

Περπατώ αποπροσανατολισμένος

κάποιος έφτυσε μια ροχάλα μπροστά από το ασανσέρ

στέκεται εδώ και μήνες επίμονη και σταθερή

πιο συμπαγής από όσο ποτέ ήμουν.


ΛΙΘΟΥΑΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ /// ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ : Aσημίνα Ξηρογιάννη







Περιγραφή

Δίγλωσση έκδοση.

Ανθολόγηση: Μάριους Μπουρόκας
Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη

*

Γουργκίτα Γασπονίτε, Μιντάουγκας Νασταραβίσιους, Βιτάουτας Στάνκους, Λίνα Μπουιβινταβισιούτε, Νερίγους Σιμπούλσκας, Τόμας Πετρούλις, Ραμούνε Μπρουντζάιτε, Ερνέστας Νορέικα, Μάντας Μπαλακάουσκας, Γκρέτα Αμπραζάιτε

Jurgita Jasponytė, Mindaugas Nastaravičius, Vytautas Stankus, Lina Buividavičiūtė, Nerijus Cibulskas, Tomas Petrulis, Ramunė Brundzaitė, Ernestas Noreika, Mantas Balakauskas, Greta Ambrazaitė


***


Jurgita Jasponytė

Αγαπημένος καταδικασμένος

Δεν μπορώ να βρω δεν μπορώ να βρω

το μέρος μου

τον θάνατό μου

αγαπημένε μου σε θάνατο, καταδικασμένε,

που σε λαχταρώ στη ζωή

που σε λαχταρώ σε αυτήν την πόλη

σε αυτόν τον χώρο

σε αυτό το σώμα

αγαπημένε μου καταδικασμένε,

πώς αγαπώ όλους τους σπονδύλους σου

και αυτόν - δίπλα στην καρδιά

τοv επικίνδυνο

αγαπημένε μου καταδικασμένε

Σε προστατεύω

μέχρι τον θάνατο

που θα μας ενώσει

και τους δυο

και τότε θα είμαστε μαζί

και δεν θα είσαι εσύ

αλλά ένας αιώνιος κόλπος της ζωής

αγαπημένε μου καταδικασμένε,

πώς σε νιώθω,

την απροθυμία σου

την αδυναμία

την δύναμη

την ζωή και

τον θάνατο

Η Jurgita Jasponytė γεννήθηκε το 1981 στο Zarasai. Ξεκίνησε τις σπουδές της στο Παιδαγωγικό Πανεπιστήμιο του Βίλνιους το 1999 και πήρε πτυχίο στη λιθουανική φιλολογία και μεταπτυχιακό στη λογοτεχνία. Εργάζεται ως βιβλιοθηκάριος, ανατρέφοντας τις κόρες της Ugnė και Jūrū Jotvilė. Η ποιητική της συλλογή Šaltupė (το όνομα ενός δρόμου Zarasai, που σημαίνει «κρύο ποτάμι») κέρδισε τον διαγωνισμό Union First Book του Λιθουανικού Συγγραφέα. Το 2015, κέρδισε το βραβείο Zigmas Gėlė για το καλύτερο ποιητικό ντεμπούτο. Το δεύτερο βιβλίο της Vartai Auštrieji δημοσιεύθηκε το 2019


*


Mindaugas Nastaravičius

κινείται στη θέση του

Όταν ήμουν περίπου δέκα ετών ένα κίτρινο Μόσβιτσ

πάτησε τον σκύλο μας, τον Topsik

Έκλαψα λίγο αλλά μετά σταμάτησα να κλαίω,

γιατί έπρεπε να αναλάβω δράση, κάποιο είδος αντίδρασης.

Σήκωσα τον Topsik από την άσφαλτο, τον έφερα στο πίσω μέρος του σπιτιού

και ξάπλωσα δίπλα του, γιατί ήξερα τι έπρεπε να κάνω:

Πρέπει να κλείσω τα μάτια μου, να πιστέψω βαθιά και όταν τα ανοίξω ξανά

ο Topsik θα αναπνέει πάλι, θα αναπνέει και θα αναπνέει

Όταν ήμουν περίπου δεκαπέντε ετών,

βρισκόμουν με τον πατέρα μου δίπλα στη φωτιά,

και τα μάτια μας καιγόντουσαν

και ο πατέρας μου μού είπε ότι η ζωή του τελείωσε

και έπειτα έκλεισα τα μάτια μου

και τα μετά τα άνοιξα ξανά

και ο πατέρας μου εξακολουθούσε να κοιτάζει τη φωτιά

Τα μάτια του και τα κάρβουνα καίγονται ακόμα

Όταν ήμουν ακριβώς είκοσι χρονών βρισκόμουν

στην ταφόπετρα σου

και δεν είχα τη δύναμη να κλείσω τα μάτια μου

Νόμιζα ότι αυτό ήταν, η ζωή μου τελείωσε.

Σηκώθηκα και οδήγησα τον εαυτό μου στη φωτιά,

αλλά απόψε είμαι ακόμα εδώ

Και το ξέρω πως, αν ήταν ξαφνικά να ανοίξω τα μάτια μου, τίποτα δεν θα άλλαζε

Ακόμα κι αν άνοιγα τα μάτια μου αργά , τίποτα δεν θα άλλαζε,

Το ίδιο κι αν δεν άνοιγα ποτέ ξανά τα μάτια μου

Γι’ αυτό ξαπλώνω με τα μάτια κλειστά, ακούγοντας σε να αναπνέεις και μετά -συμφιλιωμένο με όλα- με παίρνει ο ύπνος

Ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος Mindaugas Nastaravičius γεννήθηκε στο Δήμο του Βίλνιους το 1984. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Βίλνιους με πτυχίο δημοσιογραφίας το 2006 και σπούδασε φιλοσοφία κατά την περίοδο 2008-2010. Το 2010, ο Nastaravičius κέρδισε τον πρώτο διαγωνισμό βιβλίων που διοργάνωσε η Ένωση Συγγραφέων της Λιθουανίας και στη συνέχεια δημοσίευσε μια συλλογή ποιημάτων με τον τίτλο Stained Eyes. Αυτό το βιβλίο έλαβε το βραβείο Zigmas Gėlė-Gaidamavičius για το καλύτερο λογοτεχνικό ντεμπούτο της χρονιάς. Το 2014, δημοσίευσε το δεύτερο βιβλίο ποίησής του Mo. Το βιβλίο θεωρήθηκε από τους ειδικούς της λογοτεχνίας στα «κορυφαία 5 ποιητικά βιβλία της χρονιάς». Αναφέρθηκε επίσης ως ένα από τα "12 πιο δημιουργικά βιβλία της χρονιάς" από το Ινστιτούτο Λιθουανικής Λογοτεχνίας και Λαογραφίας. Το 2014, το έργο απονεμήθηκε επίσης το βραβείο Young Yotvingian του 2015. Ο Mindaugas συνεργάζεται επίσης με τέσσερα λιθουανικά θέατρα που έχουν σκηνοθετήσει τέσσερα από τα έργα του. Για τα δύο τελευταία έργα (Δημοκρατία, 2014, σε σκηνοθεσία P. Ignatavičius, το Λιθουανικό Εθνικό Δραματικό Θέατρο και το κοστούμι σου δεν μου ταιριάζει, 2014, σε σκηνοθεσία V. Masalskis, Klaipeda Youth Theatre), ο Mindaugas Nastaravičius έλαβε τον Χρυσό Σταυρό - το πιο διάσημο βραβείο θεάτρου της Λιθουανίας - το 2015. Το τρίτο βιβλίο ποίησης του Infinitive εκδόθηκε το 2019.

*

Vytautas Stankus

εννέα ζωές

Όλοι έχουν ήδη πεθάνει

César Vallejo

Όλοι έχουν ήδη πεθάνει, είναι όλοι ζωντανοί.

ο γείτονάς μου Pranas είναι ζωντανός. Συνήθιζε να σφάζει ζώα για μας.

μοιράστηκε ένα άλογο με τους γονείς μου.

ο πατέρας μου αστειεύτηκε για το πώς πήραμε τον κώλο του αλόγου.

Ο Pranas δεν σκοτώνει τίποτα τώρα, ξαπλωμένος σαν φυτό με τα μάτια του στην οροφή, ένας κατακλυσμός στο κεφάλι του - κάποιο αιμοφόρο αγγείο έσπασε πριν από ένα χρόνο και κείτεται στο κρεβάτι, κείτεται και αναπνέει.

ο ξάδερφος μου Tadas είναι ζωντανός. Συνήθιζε να λατρεύει τη ρέγγα με πατάτες βρασμένες στο δέρμα τους. Συνήθιζε να πηγαίνει στο γυμναστήριο, σήκωνε βάρη, έδειξε το δικέφαλό του, σκληρός σαν βράχος. οδήγησε όσο πιο δυνατά μπορούσε, και έβαλε το πεντάλ στο μέταλλο της BMW του, έχεις την εικόνα, και τώρα δεν μπορεί να

χρησιμοποιήσει το αριστερό του μπράτσο, χαμογελά με το μισό του στόμα, χαμογελάει και αναπνέει.

η θεία μου Jolanta είναι ζωντανή. έφερε πέντε παιδιά στον κόσμο που την περιόρισαν σε ένα σπίτι ηλικιωμένων όταν τα έχασε. Την επισκέπτομαι μερικές φορές. μερικές φορές μπορούμε να μιλήσουμε, παίζοντας χαρτιά, και κάνει νεύματα στη μέση της συνομιλίας μας, ζαρωμένη στην πολυθρόνα της, αναπνέει.

ο νεκροθάφτης του Julius είναι ζωντανός. έσκαψε τάφους για άλλους, τόσους πολλούς που δεν μπορείτε να μετρήσετε πόσους έθαψε. δεν έπεσε ποτέ μέσα. τώρα στέκεται δίπλα σε έναν φρεσκοανοιγμένο δύο μέτρα βάθος, ο ιδρώτας στάζει στο μαυρισμένο πρόσωπό του και κοιτάζει τα νύχια του, γεμάτα βρωμιά, κοιτάζει και αναπνέει.

Η γειτόνισσά μου Aldona είναι ζωντανή. προτού τρελαθεί, της ήρθε η ιδέα να μεταφέρει το γάτο μας στο χωριό της, είκοσι επτά χιλιόμετρα μακριά, έτσι ώστε να πιάσει όλους τους αρουραίους που εκτρέφονται υπερβολικά. Φυσικά, το ’σκασε, επέστρεψε στο σπίτι, βρώμικος, άγριος και κουρασμένος. Τώρα απλώνεται από το πηγάδι, τεντώνεται και αναπνέει.

Ο θείος μου ο Alyozas είναι ζωντανός. όταν ήταν νέος, έγραψε ποιήματα, τότε, θεέ μου, μεγάλωσε. ανέλαβε πιο σοβαρά πράγματα, λειτουργεί ως μεταγωγέας, στέλνοντας τρένα από τη μία τροχιά στην άλλη. αισθάνεται υπέροχα, καπνίζει, πίνει ποτά, παρακολουθεί τα τρένα να περνούν, γαμάει δεξιά και αριστερά, λαχανιάζει, αναπνέει.

ο οργανοπαίχτης Jankauskas είναι ζωντανός. ακόμα παίζει το εκκλησιαστικό όργανο τις Κυριακές. είναι εκπληκτικό, τα χέρια του επιτυγχάνουν θεϊκές μελωδίες και με αυτά τα ίδια χέρια σκότωσε μερικά σκυλιά του χωριού, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου. αλλά τις Κυριακές, φρέσκο ξυρισμένος, ψεκασμένος με κολόνια, κάνει τις χορδές των οργάνων να κλαίνε, τις γιαγιάδες επίσης

Έχει τα μάτια κλειστά, αναπνέει. Και είμαι ζωντανός, όπως συνήθως, αν και κομματιασμένος μέχρι αηδίας. όταν ήμουν έξι, πίστευα ότι θα μπορούσες να περπατήσεις μέσα από έναν τοίχο αν είχες αρκετή ταχύτητα. Έτσι, από την κορυφή της σκάλας στον δεύτερο όροφο, πέταξα προς τον στόχο μου και έσπασα! κάτι έσπασε στον κόσμο, έπειτα σιωπή, και σκέφτηκα ότι δεν είμαι τόσο ξεχωριστός, και ήταν αφελές να πιστεύω ότι θα μπορούσα να πετύχω από την πρώτη προσπάθεια, αν και κατάφερα να αλλάξω χώρο, βλέπετε, άνοιξα τα μάτια μου στο πάτωμα και η πισίνα αίματος κάτω από το κεφάλι μου ήταν τόσο μαλακιά όσο ένα μαξιλάρι.

Είμαι ζωντανός, όπως συνήθως, γεμάτος δύναμη όπως ποτέ άλλοτε, ξαπλωμένος με τα δόντια μου στον τοίχο, μασώντας, μασώντας μια τρύπα από την άλλη πλευρά, τραβώντας άπληστα αέρα στον εαυτό μου. Είμαι πλήρης - ξαπλώνω εκεί και αναπνέω, αναπνέω και περιμένω

Ο ποιητής και μεταφραστής Vytautas Stankus γεννήθηκε στο Βίλνιους. Το 2009, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Αγγλική φιλολογία στο Παιδαγωγικό Πανεπιστήμιο της Λιθουανίας. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα στον λογοτεχνικό τύπο το 2007. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Walking on the Othe Side of Ice (2009) κέρδισε το βραβείο Zigmas Gėlė-Gaidamavičius για το καλύτερο ντεμπούτο της ποίησης. Το δεύτερο βιβλίο ποίησής του, From the Mirror Beyond, εκδόθηκε το 2014 και επιλέχθηκε ως βιβλίο ποίησης της χρονιάς. Το νεότερο βιβλίο του Drowning of the Ants δημοσιεύθηκε στα τέλη του 2016.


*


Lina Buividavičiūtė

Να μη λάβει το Νόμπελ

Σήμερα κάθομαι μπροστά στον

ψυχοθεραπευτή μου και ειλικρινά

κλαίω γιατί δεν θα λάβω το βραβείο

Νόμπελ. Ξέχνα το Νόμπελ -

ούτε καν το εθνικό [βραβείο], υποθέτω,

δεν θα λάβω, της λέω ότι

θέλω να χτυπήσω τα πόδια μου κάτω, κομματιάζω

τους πίνακες με τα νύχια μου, πέφτω

στο έδαφος σαν τριών χρονών

παιδί που περνά μια κρίση.

Και είμαι αυτό το παιδί

που δεν πήρα την καραμέλα,

η μικρή Linutė, για άλλη μια φορά

περιμένοντας τα αποτελέσματα

ενός διαγωνισμού με καρδιά

που χτυπά βιαστικά, επειδη το να χάσω εξαιτίας της ,

σημαίνει πως δεν υπάρχω

Ο ψυχοθεραπευτής μου

συνομιλεί με αυτή τη μικρή Linutė

και ρωτά πώς γύρισα την αξιολόγηση

στο σπίτι μου -

Ένιωσα πάρα πολύ

πόνο, αλλιώς κανείς δεν

με είδε -

μόνο στη σκηνή, στη ράμπα

θα μπορούσα να μείνω λίγο.

Άντε γαμήσου μικρή Linutė,

άντε γαμηθείτε όλοι εσείς που με ξεσηκώσατε

οι δάσκαλοι - Θέλω ένα διαφορετικό σπίτι.

Ο ψυχοθεραπευτής συμπαθεί

το τελευταίο μου σύνθημα.

Αλλά εγώ ακόμα θέλω

να λάβω αυτό το Νόμπελ

Είμαι η Lina Buividavičiūtė. Γεννήθηκα στις 14 Μαΐου 1986, καθυστέρησα δύο εβδομάδες, με δυσπλασία του ισχίου, μεγάλα μπλε μάτια και πνοή για κλάμα. Μεγάλωσα, μεγάλωσα και μεγάλωσα σε μια γυναίκα τριάντα ένα χρονών που εξακολουθεί να καυγαδίζει με τη μικρή Λίνα και ακομα παλεύει με τα κόμπλεξ και τις καταθλίψεις της. Σπούδασα και μελέτησα δύο χρόνια οδοντιατρική σχολή , έχω πτυχίο στη λιθουανική φιλολογία και διαφήμιση, πτυχίο στη λιθουανική λογοτεχνία και διδακτορικό στη γενική κατεύθυνση της λιθουανικής λογοτεχνίας. Είμαι ποιητρια, λογοτεχνικός κριτικός και δάσκαλος στη λιθουανική γλώσσα και βιολογία. Τα ποιήματά μου έχουν δημοσιευτεί στα περισσότερα από τα πολιτιστικά περιοδικά της Λιθουανίας. Έχω συμμετάσχει ενεργά σε λογοτεχνικές αναγνώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και διαγωνισμούς. Τον επόμενο χρόνο, θα κάνω το ντεμπούτο μου στην Ανθολογία του Druskininkai Poetry Fall. Το πρώτο βιβλίο ποίησής της Σύνδρομο Ελσίνκι εκδόθηκε το 2017.

*

Nerijus Cibulskas

Γιάλτα

Δεν είναι χειμερινός κήπος, αλλά ένας γρήγορα επιδιορθωμένο μικρό

Θερμοκήπιο. Φτηνά ηχεία σχεδόν πνίγουν

τα μακρινά τριξίματα από την παραλία Ιπανέμα. Λίγα

τασάκια, πάγκοι για δύο.

Με άλλα λόγια, ένα δωμάτιο καπνιστών

για ασαφείς συνομιλίες, όπως αναμένεται από τη μοντέρνα νεολαία

που ακόμα αναπτύσσεται στην περίπλοκη γεωγραφία της άγνωστης νυχτερινής ζωής

Τα αμπέλια - βαριά σαν τα χαλύβδινα καλώδια των λιμανιών.

Πλούσια πράσινα στρώματα θερινής θερμοκρασίας, ωριμασμένα στην άλλη πλευρά του γυαλιού.

Η ξαφνική βροχή, φαίνεται, δεν θα έχει τέλος. Λιωμένο μάρμαρο

μουρμουρίζει σε απαλή θλίψη. Κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί για λίγο ότι είναι οι τροπικές περιοχές, όλο αυτό το μέρος καθώς ετοιμάζεται για πλημμύρα.

Αλλά τώρα, θυμάμαι κάτι που έχει εκληφθεί με λάθος τρόπο,

όχι ένα βαρύ τασάκι κάτω από ένα μπλουζάκι, ίσως ούτε καν χρόνο,

που μετά από μια τέτοια βροχή ξεπλένεται σαν σάντου.

Ήταν το μέλλον που μας πήρανε, δοσμένο στον καθένα ήδη εκείνο το βράδυ,

βιαστικά μοιρασμένο σε ξεχωριστές σακούλες δίπλα στην πόρτα,

κρυμμένο σαν ένα τυφλό γατάκι ανυπόφορο, μεταφερόμενο στο φουσκωμένο ρεύμα.

Ο ποιητής Nerijus Cibulskas είναι συγγραφέας δύο ποιητικών βιβλίων: Erasables (2012) και Archaeology (2016). Η ποίησή του είναι ήρεμη και στοχαστική, αλλά γεμάτη εσωτερικές εντάσεις. Συχνά μεταφέρει στοιχεία τοπίου και εικόνες του περιβάλλοντός του. Ο λυρισμός του συνδέεται στενά με τη σκανδιναβική παράδοση. Η αρχαιολογία, σύμφωνα με τον εκδότη, ασχολείται με «σύγχρονες εμπειρίες, κρυμμένες κάτω από ένα ζωγραφικό στρώμα εικόνων». Έχει μια ήσυχη επιφάνεια της οποίας η εικονιστική γλώσσα κρύβει το βάθος και το συναίσθημα. Ο Cibulskas είναι ο μάστορας της μεταφοράς και της προσομοίωσης, μεταφέροντας διακριτικά την εσωτερική εμπειρία και τη σχέση μεταξύ ανθρώπων και φύση

*

Tomas Petrulis

αγόρι

η ματιά του Χριστού του βασιλιά

κάποτε χάιδεψε τον ιστό του,

αλλά η γιαγιά του τον έκανε να διαβάσει

το βιβλίο προσευχής του

στην εκκλησία

και να επαναλάβει τη βαρετή πρακτική της προσκύνησης

μέχρι να πονέσει

- μέχρι που το χέρι του Χριστού του βασιλιά

συνέτριψε το άγαλμά του

και άρχισε να πετάει γύρω από το σηκό

αναζητώντας ρούχα

μέσα στα οποία θα κρυφτεί κι

απ’ όπου τόσο γλυκά θα βγάλει το κεντρί του

Ο ποιητής Tomas Petrulis γεννήθηκε στο Panevėžys. Σπούδασε ιστορία και θρησκείες στο Πανεπιστήμιο του Βίλνιους. Το πρώτο του βιβλίο ποίησης Το φίδι του θορύβου δημοσιεύθηκε το 2017. Το βιβλίο θεωρήθηκε από τους ειδικούς της λογοτεχνίας ότι ήταν στα «κορυφαία 5 βιβλία ποίησης της χρονιάς». Αναφέρθηκε επίσης ως ένα από τα "12 πιο δημιουργικά βιβλία της χρονιάς" από το Ινστιτούτο Λιθουανικής Λογοτεχνίας και Λαογραφίας.

*

Ramunė Brundzaitė

Πρώτο έτος καθαρός από ποτό

12 ακόμη μέρες

Φαντάζομαι πώς θα λάβω το μετάλλιο μου,

αυτό του έτους είναι διαφορετικό από το άλλο, του μήνα,

χρυσού χρώματος

Θυμάμαι πώς η μαμά μου

διακίνησε το βιβλίο μου σε λαθρεμπόριο

της Μινεσότα,

Ελαττωματικό, λείπουν σελίδες

Ήθελα να το δώσω στον Aurimas ως δώρο

πριν από την αναχώρησή του,

Έγραψα πως από τους δύο μας

λείπουν μερικές σελίδες

Πού είσαι τώρα Aurimas;

Δεν μας άφησαν να έχουμε βιβλία στη Μινεσότα

Μας έδωσαν πέντε στον καθένα

(έπρεπε να υπογράψουμε για αυτά) [τα βιβλία]

ήταν φθαρμένα, κλασικά

ΑΑ πρώτης ποιότητας λογοτεχνία

28 ημέρες από την κατήχηση

ένας λόγος να τρελαθείς

τώρα αστείο

το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί σε μένα

«Προσπάθησαν να με κάνουν να πάω στο κέντρο αποκατάστασης

είπα, όχι, όχι, όχι»

Η Ramunė Brundzaitė γεννήθηκε το 1988 στο Βίλνιους, όπου απέκτησε πτυχίο στη Λιθουανική Φιλολογία και την ιταλική γλώσσα και το μεταπτυχιακό στις Ενδιάμεσες Σπουδές Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Βίλνιους. Το 2013 κέρδισε στο διαγωνισμό του Πρώτου Βιβλίου που διοργάνωσε η Λιθουανική Ένωση Συγγραφέων. Η πρώτη της συλλογή ποίησης με τίτλο Butterfly, στη φίλη μου απονεμήθηκε το βραβείο Young Yotvingian κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Ποιητικής Πτώσης Druskininkai και αργότερα έλαβε το βραβείο της Δημάρχου του Βίλνιους για τα έργα της στο Βίλνιους. Έζησε και σπούδασε στο Ούντινε (Ιταλία) για μισό χρόνο. Γράφει για τον πολιτιστικό τύπο, μεταφράζει και διδάσκει ιταλικά. Είχε επίσης μεταπτυχιακή πρακτική στην Ιταλία, στα μουσεία των συγγραφέων Italo Svevo και James Joyc

*

Ernestas Noreika

αν ήμουν

αν ήμουν πραγματικά ναύτης

θα με έβλεπες στο λιμάνι

όπως και στις ρομαντικές ταινίες

θα στεκόσουν με ένα λουλουδάτο φόρεμα

καρφωμένη με τις καμάρες της ομίχλης

να ανθίζεις με διφορούμενο πόνο

Θα κουνούσες ένα λευκό μαντήλι

μέχρι που δεν θα μπορούσα να καταλάβω

τα κεντημένα αρχικά σου

στη γωνία του υποχωρούμενου λιμένα,

όπου η απροσδόκητη βροχή

ξεπλένει τα δακρυσμένα μάτια

Αν ήμουν πραγματικά ναύτης

Θα με περίμενες να επιστρέψω

με απίστευτες ιστορίες

για θαλάσσια τέρατα

και ιδιαίτερες φάλαινες

που φυσούν λευκό καπνό

πάνω στην ταραγμένη μου ζωή

για την οποία μιλήσαμε

με τα εικονικά ταχυδρομικά περιστέρια

Τότε θα στεκόσουν στην ακτή και θα έβλεπες

πώς το πλοίο διέρχεται μέσα από την ομίχλη

Για αγκυροβολήσετε στο πλάι της καρδιάς σου

πώς περπατάω προς σένα

με μια στολή από εκτυφλωτικές καταιγίδες

γεμάτη με χαμένα πουλιά

και στα χέρια σου θα πατούσα

ένα ακατοίκητο νησί

Ο Ernestas Noreika γεννήθηκε το 1989 στο Κάουνας. Σπούδασε λιθουανική φιλολογία στο πανεπιστήμιο Lithuanian Educology. Το πρώτο του βιβλίο ποίησης Lake of Peacocks (2012) κέρδισε το βραβείο Zigmas Gėlė-Gaidamavičius για το καλύτερο ντεμπούτο ποίησης. Το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο An Andalusian Dog κυκλοφόρησε το 2016. Ο Ernestas Noreika είναι επίσης γνωστός τραγουδιστής ραπ και hip-hop (το γραφικό του όνομα είναι Beeta).

*

Greta Ambrazaitė

Volkswagen Passat

ας καπνίσουμε αυτό το πούρο και ας χωρίσουμε,

πλησιάζει η επόμενη δεκαετία,

ας παίξουμε τα κοίλα οστά των νεφών,

με οξύ καλύπτοντας το αυτοκίνητο

Λικνιζόμενοι στις περιστρεφόμενες κορυφές του σκυροδέματος

όπου κανείς δεν μπορεί να μας πιάσει τώρα

Είμαι μια λιθογραφία

που ανοίγετε και χαράσσετε -

να πω ότι είναι το Σιάτλ,

και ότι το «89 δεν πέρασε μάταια»,

που ήταν επίσης το Έτος του Φιδιού

Tότε το βάζεις στην τσέπη σου,

είναι πολύ προσωπικό,

σαν μια διχαλωτή γλώσσα

Ας καπνίσουμε αυτό το πούρο και να εγγυηθούμε,

επειδή ο χρόνος είναι σχετικού μεγέθους,

ένα μέγεθος κομποστοποίησης,

ένα μέγεθος που τραβά τα πάντα μέσα

γιατί ο ύπνος μάς έχει αφήσει εντυπώσεις

στα σύννεφα, στα χρόνια που πέρασαν,

και έχουν εντυπωσιάσει ακόμη και οι λευκές

ορτανσίες της εφηβείας

Οπότε τώρα υπάρχει μόνο ο δρόμος,

όπως είπε ο Κάφκα,

πήγαινε, πήγαινε

πήγαινε, δεν έχει σημασία που

γιατί αυτό που έχει σημασία - είναι να φύγεις πολύ μακριά από εδώ,

ακόμα και αν

μέσα σε κύκλο

Η Greta Ambrazaitė γεννήθηκε το 1993. Σπούδασε Λιθουανική Φιλολογία και Ισπανική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο του Βίλνιους και απέκτησε το πτυχίο στη Λιθουανική Φιλολογία. Έχει εργαστεί ως καθηγήτρια γλωσσών της Λιθουανίας, σύμβουλος πωλήσεων, βιβλιοθηκάριος. Από το 2018 σπουδάζει το Master of Literary Anthropology and Culture στο Πανεπιστήμιο του Βίλνιους. Η συγγραφέας κέρδισε τον πρώτο διαγωνισμό βιβλίων το 2018 με το βιβλίο ποίησης Fragile Things, στο οποίο απονεμήθηκε το Βραβείο Young Yotvingian ως το καλύτερο βιβλίο για τους νέους ποιητές, που δημοσιεύθηκε σε δύο χρόνια και συμπεριλήφθηκε στη λίστα των πέντε κορυφαίων βιβλίων ποίησης της Λιθουανίας του 2018.

*

Mantas Balakauskas

από παρατηρήσεις και μονολόγους (1)

Καθώς ξυριζόμουν, παρατήρησα την εικόνα στον καθρέφτη.

Έντονοι κύκλοι κάτω από τα μάτια, μια ουλή πάνω από το αριστερό χείλος,

ένα κεκλιμένο χαμόγελο, ένα πρόσωπο που θυμίζει τέφρα,

Πότε άρχισα να μοιάζω ακριβώς έτσι;

Όλη μου τη ζωή, ήμουν αρκετά λεπτός,

η άσκηση δεν θα έβλαπτε τώρα,

μια καλύτερη διατροφή, βιταμίνες επίσης,

Και τακτικές επισκέψεις στον οικογενειακό γιατρό.

Υποψιάζομαι ότι τα πρώτα σημάδια γήρατος θα εμφανιστούν σύντομα

Δεν φροντίζεις τον εαυτό σου, φίλε.

Είμαι ικανοποιημένος επειδή υπάρχουν κάποια πράγματα στη ζωή που δεν θα έχω ποτέ.

Παρόλο που κατά την παιδική ηλικία

όλοι ήξεραν πιθανώς ότι

αν θέλεις κάτι πολύ κακό, αν το θέλεις πραγματικά,

σίγουρα θα το πετύχεις. Το δικό μου διαμέρισμα,

ένα αξιοπρεπές αυτοκίνητο, παρόλα αυτά γιατί αξιοπρεπές,

ένα μεγάλο, όποιο επιθυμείς, ένα «86 Pontiac Firebird,

Επίσης μια γυναίκα και παιδιά, μια δουλειά που θα μπορούσες

να κάνεις χωρίς προσπάθεια και αν την κάνεις καλά,

θα έπαιρνες τη σωστή αμοιβή. Τόσα πολλά πράγματα αναμένονταν,

και τόσα πολλά πράγματα ελήφθησαν, αλλά όχι ακόμα όσα είχες επιθυμήσει, μόνο αυτά που ήταν απαραίτητα.

Τώρα η φωνή σου εξασθενεί

Πριν μπορούσες εύκολα να λιώσεις

μεταλλικούς ουρανοξύστες με αυτήν.

Όλο και περισσότερο πηγαίνεις και πίνεις καφέ μόνος σου ,

Πηγαίνεις και τρως μόνος σου,

Η συνομιλία μετατρέπεται σε ασυνάρτητη φλυαρία

κάτω από την ανάσα σου, στην πόλη, όπου έχεις ζήσει για περίπου χίλια χρόνια

Αρχίζεις να μοιάζεις με άδεια σφαίρα

στην τσέπη ενός παιδιού.

Ο Mantas Balakauskas, ένας Λιθουανός ποιητής της νεότερης γενιάς, σπούδασε ιστορία στο Λιθουανικό Πανεπιστήμιο Εκπαιδευτικών Επιστημών. Τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στα λιθουανικά λογοτεχνικά περιοδικά Šiaurės atėnai, Literatūra ir menas και Naujoji Romuva, καθώς και στο almanac του φεστιβάλ Poetry Spring. Το 2013 έλαβε το βραβείο Pushkin στο φεστιβάλ Ποιητικής Πτώσης Druskininkai. Συν-ίδρυσε την πολιτιστική κοινωνία του Slinktys το 2015 και η πρώτη του ποιητική συλλογή Ρώμη δημοσιεύθηκε το 2016. Η Ρώμη ανακηρύχθηκε ένα από τα πέντε καλύτερα βιβλία ποίησης στον διαγωνισμό Book of the Year.