Translate

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

NEA KYKΛΟΦΟΡΙΑ //// ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΩΝ ΚΡΟΑΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ /// ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚΟΝ 2020 //




Περιγραφή

Δίγλωσση έκδοση.
Ανθολόγηση: Μίρζα Πούριτς
Πρόλογος: Μάρκο Πογκατσάρ
Μετάφραση: Ασημίνα Ξηρογιάννη
*
Μαρτίνα Βίνταϊτς, Ματέα Γιούρτσεβιτς, Ντάβορ Ιβανκόβατς, Ντίνκο Κρέχο, Λουτσία Μπούτκοβιτς, Άλεν Μπρλεκ, Αντονία Νοβακόβιτς, Μαρία Ντεγιανόβιτς, Ντάρκο Σεπαρόβιτς, Μόνικα Χέρτσεγκ
Martina Vidaić, Mateja Jurčević, Davor Ivankovac, Dinko Kreho, Lucija Butković, Alen Brlek, Antonija Novaković, Marija Dejanović, Darko Šeparović, Monika Herceg
*
Το βιβλίο εκδόθηκε με τη χρηματοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού της Δημοκρατίας της Κροατίας.
*
Μέγας υποστηρικτής του πρότζεκτ είναι το Jan Michalski Foundation.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΑΝ ΚΑΡΣΟΝ /// ΕΡΩΣ Ο ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟΣ ///Της Ασημίνας Ξηρογιάννη





ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

[Αναδημοσίευση από το  www.diavasame.gr]


Η Αν Κάρσον, δεινή φιλόλογος και ποιήτρια, δηλώνει για άλλη μια φορά την αγάπη της για την ελληνική αρχαιότητα. Στη χώρα μας είχε παρουσιάσει την «Αντιγόνη» της το 2010, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή και μεταφραστή της Χάρη Βλαβιανού («Λίγα λόγια», Πατάκης, 2013) Αυτή τη φορά με το βιβλίο της «Έρως ο γλυκόπικρος», που κυκλοφορεί σε μετάφραση της Ανδρονίκης Μελετλίδου από τις εκδόσεις Δώμα, αναφέρεται στο ερωτικό παράδοξο στην κλασική παράδοση. Ένα βιβλίο που σε μεταφέρει σε αρχαίους συγγραφείς και κείμενα, ψηλαφίζοντας τον έρωτα, εκθέτοντας το μεγαλείο του. Πώς οι αρχαίοι συγγραφείς εξέλαβαν τον Έρωτα και πώς εκφράστηκαν γι΄ αυτόν;

Το θέμα της αγάπης και του μίσους το βρίσκουμε στο ελληνιστικό επίγραμμα. Για παράδειγμα, ο Νίκαρχος απευθύνεται στον αγαπημένο του ως εξής:
Αν μ΄ αγαπάς, με μισείς
κι αν με μισείς, μ’ αγαπάς.
Αν δε με μισείς, αγάπη μου,
να μη με αγαπήσεις.

(Παλ.Ανθ.11.252)

Και στο επίγραμμα του Κάτουλλου:
Μισώ και αγαπώ, κι ίσως ρωτήσετε γιατί.
Δεν ξέρω, μα έτσι αισθάνομαι και βασανίζομαι.

(Κάτουλλος 85/Λ.Τρομάρας)

Odi et amo: το μίσος και ο έρωτας διασταυρώνονται. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας και το σύμβολο της επιθυμίας, στον ενδιάμεσο χώρο στον οποίο ξεχύνεται η επιθυμία.

Η ερωτευμένη ψυχή διχάζεται εντός της επιθυμίας. Οι αντιφάσεις είναι μέρος του έρωτα, τον χαρακτηρίζουν. «Δεν ξέρω τι αναζητώ. Διχάζεται ο νους μου», λέει η Σαπφώ και λυγίζει. Η αγάπη συμφύρεται άνετα με το μίσος μέσα στην τρικυμισμένη καρδιά των ερωτευμένων. Η παραφορά είναι φυσιολογική συνθήκη. Κι η ηθική κρίση ραγίζει κάτω απ΄ την πίεση του ερωτικού παράδοξου, διχάζοντας την επιθυμία σε κάτι καλό και κακό ταυτόχρονα.

Ένα άλλο στοιχείο του έρωτα είναι το εξής: συνήθως οι άνθρωποι επιθυμούν ό,τι απουσιάζει. Η απουσία ανάβει τον πόθο, τον τρέφει!

Μέσα στο δοκίμιό της η Κάρσον αναφέρεται εκτενώς στο θέμα «ερωτική ζήλια». Η λέξη «ζήλια» προέρχεται από τη λέξη «ζήλος», το να επιδιώκεις κάτι με ζέση. Είναι μια πνευματική κίνηση που την ξυπνάει ο φόβος και την τρέφει το μίσος. Ο ζηλότυπος εραστής ποθεί διακαώς να έχει μια ιδιαίτερη θέση στα αισθήματα της αγαπημένης και βασανίζεται μήπως κάποιος άλλος του πάρει αυτήν τη θέση. Προεκτείνοντας, διατυπώνεται και η άποψη πως ο έρωτας συχνά γίνεται πιο γλυκός όταν είναι δύσκολος.

Σύμφωνα με τη συγγραφέα, «η επιθυμία κινείται», «ο έρωτας είναι ρήμα» (σελ. 33) και τους κάνει όλους ποιητές, όπως έχει πει και ο Πλάτωνας στο «Συμπόσιό» του (σελ. 211) Όταν επιθυμώ κάποιον, ένα μέρος μου χάνεται: «η ανάγκη μου για σένα με φθείρει, με κατατρώει». Η Κάρσον περιγράφει πώς σκέφτεται ο άνθρωπος στο όριο του έρωτα. Η παρουσία της έλλειψης ξυπνάει μέσα του μια νοσταλγία για πληρότητα. Η σκέψη του στρέφεται προς ερωτήματα προσωπικής ταυτότητας: «πρέπει να συνέλθει και να κάνει δικό του ξανά αυτό που λείπει, προκειμένου να γίνει ένας πλήρης άνθρωπος». Ο έρωτας δεν έρχεται δίχως να χαθεί η ζωτικότητα του εαυτού. Ο ερωτευμένος θεωρεί ότι έχει ηττηθεί. Ότι είναι ένας άνθρωπος χαμένος, νικημένος ολοκληρωτικά. Αισθάνεται στο πετσί του την αλλαγή που του επιφέρει η επιθυμία. Βυθίζεται μοιραία στα άδυτα του εαυτού του και ανακαλύπτει πράγματα γι’ αυτόν που δεν τα ήξερε.

Στο κεφάλαιο «Τι θέλει ο ερωτευμένος από τον έρωτα» τονίζεται ότι η φαντασία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη επιθυμία και γίνεται προσπάθεια ερμηνείας αυτής της θέσης. «Μια επιδέξια κίνηση της φαντασίας φέρνει κοντά δύο πράγματα, βλέπει την ασυμβατότητά τους, κατόπιν βλέπει μια νέα συμβατότητα, ενώ στο μεταξύ συνεχίζει ν΄ αναγνωρίζει την πρότερη ασυμβατότητα μέσω της νέας συμβατότητας», σημειώνει η Κάρσον.

Επίσης, η φαντασία κεντρίζει την ψυχή να κινηθεί μέσω της παραστατικής της δύναμης. Η φαντασία προετοιμάζει την επιθυμία και αφηγείται στην ψυχή μια ιστορία. Διότι ο έρωτας είναι πάντα μια ιστορία στην οποία αλληλεπιδρούν ο ερωτευμένος, ο ερωμένος και η μεταξύ τους διαφορά. Η αλληλεπίδραση είναι ένα κατασκεύασμα που το έχει πλάσει η ψυχή του εραστή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο που αναφέρεται στον τρόπο που ο χρόνος μετρά για τον ερωτευμένο άνθρωπο («Το τώρα τότε»). «Οι ερωτευμένοι πάντοτε περιμένουν. Μισούν την αναμονή. Αγαπούν την αναμονή. Στριμωγμένοι μέσα σε αυτά τα δύο αισθήματα, οι ερωτευμένοι στοχάζονται πολύ τον χρόνο, και καταλήγουν να τον αντιλαμβάνονται με τον δικό τους τρόπο.» Ο χρόνος κυλά διαρκώς, ποτέ δεν σταματά, αλλά τι σημαίνει αυτό για τον έρωτα, τη διάρκεια και την υφή του;

Για τον Σωκράτη, η στιγμή που αρχίζει ο έρωτας είναι ένα κοίταγμα στην αθάνατη αρχή της ψυχής. Το «τώρα» της επιθυμίας είναι ένα κοντάρι που μπήγεται στον χρόνο για να βγει στο άχρονο. Στον έρωτα ο χρόνος είναι άχρονος με κάποιον μαγικό τρόπο. Άλλοτε πάλι είναι μια ταλάντευση ανάμεσα στο πάντα και στο ποτέ.

Ένα συναρπαστικό βιβλίο που γοητεύει τον αναγνώστη. Οξυδερκής, εύστοχη στις παρατηρήσεις της, η Κάρσον διαβάζει τα αρχαία κείμενα, διεισδύει στο θέμα της με σεβασμό, πειθαρχία, αλλά και παιγνιώδη διάθεση στα σημεία προσφέροντας στους αναγνώστες απόλαυση, αλλά και τροφή για στοχασμό
.

KΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// ΕΥΗ ΛΟΥΜΠΑ, «Πέρασε καιρός » από τις Εκδόσεις Βακχικόν




Εύη Λούμπα, Πέρασε καιρός: Μια ποιητική πένα με… πολλή ευαισθησία!
της Αθηνάς Ν. Μαλαπάνη, Φιλολόγου - Συγγραφέα

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Εύης Λούμπα από τις εκδόσεις Βακχικόν, Πέρασε καιρός, αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό δείγμα ευαίσθητης και συναισθηματικής γραφής. Η ποιήτρια, Εύη Λούμπα, αποτελεί ένα βαθιά καλλιεργημένο άτομο από καλλιτεχνική σκοπιά, καθώς έχει παρακολουθήσει σεμινάρια ζωγραφικής, κατασκευής ψηφιδωτού και κοσμημάτων, υποκριτικής και αυτο-έκφρασης και αφήγησης παραμυθιού, με απόρροια να έχει φιλοτεχνήσει μια άρτια ποιητική συλλογή. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιρροές από τον πατέρα της, Νικόλαο Περράκη, τηνιακό μαρμαρογλύπτη, σίγουρα διαδραμάτισαν έναν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής έκφρασης της.

Ο τρόπος γραφής της Ε. Λούμπα διακρίνεται από προσωπικό και εξομολογητικό τόνο. Πρόκειται για ποιήματα που εκφράζουν την αγάπη σε όλες της τις εκφάνσεις, εικόνες από την ελληνική φύση (Στα φύλλα μιας λευκής μαργαρίτας, σαν τα ροζιασμένα χέρια του γεωργού/ που σπέρνει το στάρι, σαν το ξεροβόρι που φυσά ανάμεσα/ στα δέντρα με τα γυμνά κλαδιά, σαν το ξέφρενο τιτίβισμα των πουλιών,/ σαν τον φλοίσβο της θάλασσας,/ σαν τη φλογέρα του βοσκού, ο ήλιος που με ζεσταίνει κ.ά. πολλά χωρία των ποιημάτων) και γεωγραφία (υπάρχουν πέντε ποιήματα με τον τίτλο Νησιά στη συλλογή, όπου περιγράφονται ποικίλα ελληνικά νησιά με χαρακτηριστικές εικόνες του φυσικού κόσμου: Μες στο αυγουστιάτικο λιοπύρι (…), λιόκαυτα φρύγανα, γεμάτο απ’την αλμύρα του πελάγου, τον χορό των κυμάτων στο μεσοπέλαγο, Φως γεμάτο λευκό και γαλάζιο/ μπλε εκτυφλωτικό κι ανελέητο, απόκρημνες πλαγιές, μια σειρά από αρώματα γήινα, ξερικά, άνυδρα/ καλντερίμια μ’ αμέτρητα σκαλιά κι αυλές σπιτιών λευκών/ που μοσχοβολάνε νυχτολούλουδο και βασιλικό,/ γραφικές φιγούρες-υπομονετικά γαϊδουράκια καταμεσής των χωραφιών/ και παρδαλά κατσίκια σκαρφαλωμένα στ’ απόκρημνα βράχια, στην απεραντοσύνη του μπλε (…), λευκά, ξερά, όλο πέτρα βουνά που στέκουν αγέρωχα, Στην πιο όμορφη χώρα των Κυκλάδων/ το κάστρο δεσπόζει απόρθητο, Λευκά μικρά σπιτάκια σφιχταγκαλιασμένα το ένα με το άλλο,/ σκαρφαλωμένα στις ράχες του λόφου, και μυρωδιές ατέλειωτες του λιοπυριού, με χάρες περισσές/ η όμορφη Αστυπάλαια κ.ά.).

Στη συλλογή αυτή, απαντούν και ποιήματα σχετικά με τη μοναξιά, την απομόνωση, τις δύσκολες σχέσεις (ερωτικές και μη), όλα αυτά που μας εμποδίζουν από μια ορθή επικοινωνία και από την δυνατότητα να βιώσουμε όμορφες εμπειρίες μαζί με άλλους. Το πλέον χαρακτηριστικό ποίημα της συλλογής είναι το Πέρασε καιρός, από το οποίο η ποιήτρια επέλεξε να δώσει τον τίτλο σε όλη τη συλλογή της (και όχι άδικα ούτε τυχαία)!
Το ποίημα αυτό προβάλλει τον ρόλο του φόβου, της μοναξιάς, της σιωπής, της αναζήτησης της ζωής. Όλοι νιώθουμε τον φόβο στην αντιμετώπιση της μοναξιάς επιλέγοντας έτσι -πολλές φορές- την απομόνωση και την αποξένωση. Εντούτοις, οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε γι’ αυτό που αποκαλούμε ζωή.  

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Άννα Μαχαιροπούλου, «Γυμνό Δέρμα »//// από τις εκδόσεις Βακχικόν




Άννα Μαχαιροπούλου, Γυμνό Δέρμα: Μια ποιητική συλλογή που μας αφήνει γυμνούς… στα όνειρά μας!

Κριτική της Αθηνάς Ν. Μαλαπάνη, Συγγραφέα-Φιλολόγου

Η νέα ποιητική συλλογή της Άννας Μαχαιροπούλου, Γυμνό Δέρμα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για την ανάγνωση ποίησης. Αποτελείται από έναν μεγάλο αριθμό ποιημάτων γραμμένα σύμφωνα με τους κανόνες της σύγχρονης ποίησης, των οποίων στόχος είναι αυτό που δηλώνει ο πολύ εύστοχος τίτλος: να αφήσουν τον αναγνώστη/ακροατή με γυμνό δέρμα μπροστά στα όνειρα, τις προσδοκίες και τις επιθυμίες του, ώστε να αναμετρηθεί με το εγώ του, όλα όσα έχει καταφέρει, όλα όσα προσπαθεί να καταφέρει και όλα όσα έχει απορρίψει.
Η ποιητική πένα της Άννας Μαχαιροπούλου χαρακτηρίζεται από βαθιά εξομολογητική διάθεση και προσωπικό τόνο. Η ποιήτρια έχει στο ενεργητικό σπουδές σε θέατρο και χορό και εργάζεται ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, με αποτέλεσμα να έχει καλλιεργήσει το συναίσθημα και να το προβάλλει μέσα από τα ποιήματά της. η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σχεδόν σε όλα τα ποιήματά της είναι εκπληκτική, διότι κατορθώνει να προβάλλει με ευαισθησία και τρυφερότητα τα μύχια της ψυχής του ποιητικού υποκειμένου. Η γλώσσα των ποιημάτων της χαρακτηρίζεται από μεστότητα και πυκνότητα, καθώς κυριαρχούν τα ρήματα και  ουσιαστικά. Ο ρόλος των επιθέτων είναι λειτουργικός.
Πηγές έμπνευσης της Άννας Μαχαιροπούλου είναι ο άνθρωπος και όλα όσα καλείται να αντιμετωπίσει καθημερινά. Οι δυσκολίες, οι δυσχέρειες, τα προβλήματά του, τα διλήμματα του, αλλά κυρίως η αναζήτηση των προσωπικών του προσδοκιών και ο τρόπος που θα τις ικανοποιήσει.  Η φύση μετουσιώνει τα ανθρώπινα συναισθήματα και τις προσδοκίες εκφράζοντάς τα με έναν πιο γλαφυρό τρόπο [π.χ. (…) γίνεσαι ένα ακόμη κομμάτι του τοπίου (στο ποίημα Το τραγούδι της Κυριακής), Εγώ και το φως (στο ποίημα Απέναντι στον Ήλιο), Γεννηθήκαμε στα δάση/ψηλαφώντας ανάμεσα στα δέντρα/με το βλέμμα (στο ποίημα Άνθρωπος), Ενέργεια από τα έγκατα της γης/ φιλτραρισμένη μέσα άσπρο χώματα και πέτρες (το δυναμικό ξεκίνημα στο ποίημα My Little Rose), Με άκουσε ο αέρας και μου έδωσε το σήμα (…) Και συμφώνησε (από το ποίημα Ακινησία), Φθινοπωρινές στάλες, μικρές βροχές/ Αγγίγματα βαθιών αισθημάτων (…) Κι αυτό που μένει πάντα/ μια φθινοπωρινή βροχή/ να πέφτει στο πρόσωπό σου (από το ποίημα Μικρές Βροχές) κ.ά. πολλά].
Πολλά ποιήματα παρουσιάζουν οπτικές και ηχητικές εικόνες παρμένες από τη φύση και εκδηλώνουν μια ελαφρά κίνηση του φυσικού κόσμου που οδηγείς τη συγκίνηση του αναγνώστη/ακροατή. Οι σπουδές χορού και θεάτρου βοήθησαν τη συγγραφέα να αποδώσει την κίνηση, την παραστατικότητα και δραματικότητα και στον ποιητικό λόγο της. Έτσι, τα ποιήματά της έχουν θεατρικότητα και θα μπορούσα να αναπαρασταθούν μέσα από την τέχνη του θεάτρου ή  του χορού.
Η προσωπική αυτή ποιητική συλλογή θα σας κάνει να αντικρύσετε με γυμνό δέρμα, γυμνή ψυχή τις προσωπικές σας αναζητήσεις και να κοιτάξετε βαθιά μέσα σας, να διαπιστώσετε όλα όσα έχετε καταφέρει, όλα όσα έχετε αστοχήσει να επιτύχετε, αλλά κυρίως όλα όσα επιθυμείτε και πώς να τα πετύχετε… Δώστε αυτήν την ευκαιρία στον εαυτό σας να επαναπροσδιορίσετε τους στόχους σας, ειδικά τώρα με τη νέα χρονιά!

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

ΞΕΝΙΑ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ /// O ΣΑΙΞΠΗΡ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕΤΩΣ /// Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιγόκερως







Παρουσίαση

Ο Σαίξπηρ οριζοντίως και καθέτως, στη σκηνή και στο πανί.
Πώς παίρνουν σάρκα και οστά τα έργα του μεγάλου ελισαβετιανού δραματουργού στο οριζόντιο επίπεδο της θεατρικής σκηνής και στο κάθετο της κινηματογραφικής οθόνης;
Το βιβλίο αυτό διερευνά την απόδοση των σαιξπηρικών έργων σε τρεις ή δύο διαστάσεις, περιλαμβάνοντας μια ενότητα για το θέατρο και μια για τον κινηματογράφο, καθώς κι ένα παράρτημα με θεατρικές κριτικές. Αποτελείται ως επί το πλείστον από κείμενα που αρχικά δημοσιεύτηκαν ή παρουσιάστηκαν στα αγγλικά, κυρίως στο εξωτερικό.
Οριζοντίως και καθέτως. Είναι ο Σαίξπηρ ένα σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες;

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΑΙΓΌΚΕΡΩΣ,ΘΕΑΤΡΟ,ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ



Α.ΘΕΑΤΡΟ



1. Σαίξπηρ και πολιτική στη νεοελληνική σκηνή


2. Ο Τίμων ο Αθηναίος και η ελληνική οικονομική και ηθική κρίση


3. Επαναπροσδιορίζοντας το φύλο των σαιξπηρικών ηρώων στην αθηναϊκή σκηνή

4. Λέγε με Ιουλιέτα: Από τη χώρα του Σαίξπηρ στο βασίλειο της Ράιας Μουζενίδου

Β. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

1. «Τ' όνομα τι σημαίνει;»: Γλωσσικά παιχνίδια με τον Σαίξπηρ στη μεγάλη οθόνη
2. Ο χωρισμός είναι «μεγάλη μαλακία»: Κινηματογραφώντας Ρωμαίο και Ιουλιέτα για τη γενιά Χ
3. Tromeo and Juliet: Το πέρασμα στην ενηλικίωση

Γ. ΚΡΙΤΙΚΕΣ

1. Βασιλιάς Ιωάννης, Με το ίδιο μέτρο, Τρωίλος και Χρυσηίδα - Πλάνο πρώτο (2004-2005)
2. Σαιξπηρικές προκλήσεις στην αθηναϊκή σκηνή (2006-2007)
3. Παιχνίδια φύλου στην αθηναϊκή σκηνή (2008-2009)
4. Ο Άμλετ στους δρόμους της Αθήνας και πάνω στη σκηνή (2011)
5. Αμήχανος Μακμπέθ στη Στέγη (2012)
6. Το Όνειρο κι ο Καίσαρας σε μια άδεια σκηνή (2012-2013)
7. Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δύο (2013)
8. Άμλετ ή Το μικρό σπίτι στη Στέγη (2015)
9. Μακμπέθ. Η Βίβλος του Σκότους (2015)
10. Hamlet that Punk (2015)
11. Ο Κυμβελίνος στα σίξτις (2016)
12. Οίκος ΜΑΚ-ΜΠΕΘ (2017)
13. Βασιλιάς Ιωάννης για τέσσερις (2018)
14. Ένας τραγικωμικός Οθέλλος μ' έναν λευκό Μαύρο κι ένα καλάθι λεμόνια (2019)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ελληνική

2. Ξενόγλωσση

Shakespeare Horizontally and Vertically






ΠΗΓΉ:politeianet



Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ /// ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ από τις ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ




  Η  Μαρίκα Συμεωνίδου παρουσιάζει το βιβλίο της με τίτλο «Ξέρεις που οδηγεί»,που κυκλοφόρησε μόλις από τις ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ με τη σύμπραξη των Σωκράτη Καμπουρόπουλου,Μίνας Ξηρογιάννη και Νάντιας Παυλάκη.

Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς
Σάββατο 8 Φεβρουαρίου
στις 19:30

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ / ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Υπέρβαση

Το αρχικό ερέθισμα
Το σώμα που έχασα
Έγινε τώρα η φωνή μου.
Και αφηγούμαι την ιστορία του
για να μην χάσω την ψυχή μου.
Το σώμα έγινε νουβέλα
Για όλες τις μέσα διαδρομές
Τις σκιές τις ρήξεις
Πώς μεταφράζεται η ζωή
σε λόγο ποιητικό,
αυτό πρέπει να δείξεις.
Σαν ρέουν οι λέξεις,
όλα ανθίζουν.
Ξεπερνιέται η άβυσσος.
Κουβεντιάζεται η πληγή.

***

H  ενοχή

Κόκκινο φόρεμα φορά
Κατεβαίνει το ξημέρωμα
στα ξενυχτάδικα
σαν όμορφη γυναίκα
Η Ενοχή
Πλανεύει
Στο βάθος γυρεύει μια αγκαλιά
Χαλαρή
Σφικτή
Μια αγκαλιά τέλος πάντων
Όπως όπως
Να βγει η νύχτα

    Λίγη φθορά για γούρι, Γαβριηλίδης, 2017

***

Ενδοσκόπηση

Οι καιροί μάς σπρώχνουν σε δράμα
που δεν υπάρχουν λέξεις να εκφραστεί.
Σε αυτούς τους καιρούς
σκηνοθετώ την πορεία μου
και αξιώνω κόσμο ομορφιάς.
Άλλοτε ο κόσμος μου ήταν τα ποιήματα
μα δε αρκούν πια.
Δεν παλεύεται η πραγματικότητα
με όμορφα συνδυασμένους τρόπους
και έντεχνη αθωότητα.
Έχουν αρχίσει να με ενοχλούν οι αμαρτίες μου.

***

Μετανάστης

Ά-πολις
κατάντησε
κι όμως
δεν ξέρει
να σου πει
πως λέγεται
αυτό το -α.
Μα το σώμα του
ξέρει καλά
τα στερητικά τα άλφα
τί σημαίνουν.

Από τη συλλογή «Εποχή μου είναι η ποίηση», Γαβριηλίδης, 2013

***

Φθινοπωρινή ιστορία

Ραντεβού το φθινόπωρο λοιπόν!
Για να δώσουμε συνέχεια στην ιστορία μας.
Το ζήτημα είναι αν θα μας ξανάρθουν οι λέξεις
ή αν χάθηκαν για πάντα μέσα στους λαβυρίνθους
των καλοκαιρινών μας περιπλανήσεων.

Διάβαζα για τον εραστή μιας πόρνης
που την έλεγαν Λου
Τόσοι άντρες μπαινόβγαιναν στο σώμα της
μόνο ένας κατάφερνε να την αποπλανεί
προλαβαίνοντας ακόμα και την ίδια την νύχτα.

Και θέλω να σου διηγηθώ αυτήν την ιστορία ολόκληρη,
όταν αποκαμωμένοι από τον έρωτα,
θα χαλαρώνουμε στο κρεβάτι
και θα βυθιζόμαστε ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου
φροντίζοντας μην μας πέσει κάτω κανένα βλέμμα.

Ποιο μήνα του φθινοπώρου αυτή τη φορά;
Σεπτέμβρη ίσως ή Νοέμβρη
θα εξιλεωθείς για την καλοκαιρινή σου προδοσία;

Από τη συλλογή «23 Μέρες», Γαβριηλίδης, 2015

***

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος


Amour

Μου γύρισες την πλάτη και γδύθηκες
έτσι όπως γδύνονται 
όσοι γνωρίζουν την αφή του ροδοπέταλου
και πώς τρεμίζουν τα νερά του Αμούρ όταν φυσάει ο αέρας.
Κοίταξέ με, μου είπες,
καθώς κατευθυνόσουν με αργά βήματα προς το μπάνιο,
δεν σε ντρέπομαι!
μα εγώ σε κοιτούσα ήδη.
Το λευκό φουστάνι και το βρακάκι σου
που τ’ άφησες στο ξέστρωτο κρεβάτι
μού θύμισαν πως όσο κάναμε έρωτα
ακόμα τα φορούσες. 
***

NY
Μου αρέσουν οι νεοϋορκέζοι ποιητές
γιατί στα ποιήματά τους
βγαίνουν έξω από τα μπαρ για να καπνίσουν
και τρώνε νουντλς και σασίμι
και νιώθουν τύψεις που δεν πηγαίνουν
όσο θα έπρεπε στο γυμναστήριο
και έχουν γάτες
και το φθινόπωρο που ερωτεύονται
διαβάζουνε τους Ρώσους κλασικούς
και πηγαινοέρχονται στην πόλη με το μετρό
και φοράνε πάντα τα ωραιότερα κασκόλ,  
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας.
 ***
Καταραμένοι ποιητές
Θυμάμαι την εποχή που ήμουν ακόμα
καταραμένος ποιητής,
πώς κατεβαίναμε με τους φίλους
στα Εξάρχεια
και πίναμε ως τα ξημερώματα
(το φουκαριάρικο συκώτι μου ας μαρτυρήσει)
και ταράζαμε τον ύπνο των αστών,
ξερνούσα ύστερα στον δρόμο για το σπίτι
κι έπεφτα με τα ρούχα στο κρεβάτι.
Το πρωί έβαζα τη μάνα μου
κι έπαιρνε τηλέφωνο στη δουλειά
να πει ότι είμαι άρρωστος
και θα αργήσω.
Τι ωραία κοτόσουπα που έφτιαχνε όμως.

***
Μυθιστόρημα
Τα περισσότερα καλοκαίρια της ζωής του
τα πέρασε γράφοντας ποιήματα
για τα εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα
των επαρχιακών οδών
και πίνοντας milko από το μπουκάλι.
Κάποτε κάπνισε ένα τσιγάρο με τον Tom Waits
και, μια φορά, φίλησε στα χείλη
την Κοραλία Θεοτικά.
Αργότερα ερωτεύτηκε ένα playmobil
και για χρόνια το ακολουθούσε
όπου κι αν πήγαινε, σαν μαγεμένος.
Τώρα δουλεύει βοηθός σε μανάβικο
στη Sunset Boulevard
και ονειρεύεται
να παίξει στον κινηματογράφο.
Τον φωνάζουν Τάζιο.
***
Να είναι Ιούλιος
Κι ας είναι ήδη Νοέμβριος
με πτώση της θερμοκρασίας
και κασκόλ,
εγώ ακόμα σε βλέπω
να ξεπλένεσαι με το λάστιχο
απ’ το αλάτι της θάλασσας
και μισοκρυμμένη
πίσω από τις φυλλωσιές
να λύνεις το μαγιό σου
και να τυλίγεσαι με τη λευκή πετσέτα,
να είναι Ιούλιος,
ν’ αστράφτει ο ήλιος στο γυμνό κορμί
και κανείς να μην έχει πεθάνει ακόμα.
Από τη συλλογή Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής, Πόλις, Αθήνα 2016
ΠΗΓΕΣ:
FREAR/ΔΙΑΣΤΙΧΟ/ΒΑΡΕΛΑΚΙ /POETS.GR

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΡΗ ΒΛΑΒΙΑΝΟ



Του Κυριάκου Αθανασιάδη

[Aναδημοσίευση από www.liberal.gr]




Σήμερα έχουμε τη χαρά, και πολύ μεγάλη τιμή, να συνομιλούμε με τον ποιητή Χάρη Βλαβιανό. Ένας από τους βασικούς σύγχρονους ποιητές μας ο ίδιος (τελευταίο του ποιητικό βιβλίο: «Αυτοπροσωπογραφία του Λευκού», Εκδόσεις Πατάκη 2018), εκτός των άλλων διευθύνει επί πολλά χρόνια τώρα το σημαντικό περιοδικό «Ποιητική». Έχει επιμεληθεί πολλές δεκάδες βιβλία και έχει μεταφράσει προσεκτικά ένα μεγάλο κομμάτι της ποιητικής βιβλιογραφίας μας από άλλες γλώσσες.
Τον ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο του. Όπως και όλους εσάς, προκαταβολικά, για την κοινοποίηση αυτής της συζήτησης. Καλή ανάγνωση.

* * *

Κ.Α.: Κάπου στα μέσα του περασμένου Νοεμβρίου, είχα απευθυνθεί για τις ανάγκες αυτής της στήλης σε ανθρώπους του βιβλίου, ζητώντας τις αναγνωστικές τους προτάσεις για τις Γιορτές. Όταν δημοσιεύτηκε το κείμενο, είχατε παρατηρήσει πως κανείς τους δεν πρότεινε ένα ποιητικό βιβλίο. Το θυμάστε;

Χ.Β.: Φυσικά. Και το είχα σχολιάσει πολύ αρνητικά. Δυστυχώς η ποίηση παραμένει για πολλούς ο φτωχός συγγενής της λογοτεχνίας. Την επικαλούνται μόνο όταν θέλουν να τονίσουν πως και η Ελλάδα έχει σπουδαίους συγγραφείς και αμέσως θυμούνται τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Ρίτσο. Λες και το ρολόι της ποίησης σταμάτησε πριν πενήντα χρόνια.

Κ.Α.: Δεν είναι όμως κάτι που το έχετε συνηθίσει αυτό; Δεν είναι η ποίηση, σαν άλλη γάτα του Σρέντιγκερ, πάντα και «νεκρή» και «ζωντανή»; Θέλω να πω, θάλλει μεν (ή και όχι ακριβώς), αλλά χωρίς ποτέ να είναι στην πρώτη γραμμή των αναγνωστικών προτιμήσεων του κοινού. Πολλοί επικαλούνται τη δυσκολία της. Θα θέλατε να το αναπτύξετε αυτό;

Χ.Β.: Ο Τ. Σ. Έλιοτ, στο περίφημο δοκίμιό του «Μεταφυσικοί ποιητές» που δημοσιεύτηκε το 1921, υποστήριζε πως «οι σύγχρονοι ποιητές πρέπει να είναι δύσκολοι, επειδή ο πολιτισμός μας χαρακτηρίζεται από ποικιλία και πολυπλοκότητα, η οποία, επιδρώντας πάνω στην εκλεπτυσμένη ευαισθησία του ποιητή, πρέπει να παράγει ποικίλες και πολύπλοκες αντιδράσεις». Η ποίηση που δεν καταφέρνει να είναι δύσκολη, υποστηρίζει ο Έλιοτ, είτε είναι προϊόν μιας ανεπαρκώς «εκλεπτυσμένης» ευαισθησίας, είτε αποτυγχάνει στην αποστολή της να εκφράσει με τον κατάλληλο τρόπο τη σύγχρονη ζωή.

Κοντά εκατό χρόνια από τον αφορισμό του Έλιοτ η δυσκολία παραμένει το βασικό πρόβλημα της ποίησης, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά την πρόσληψή της από το αναγνωστικό κοινό. Κι όμως η ποίηση σήμερα είναι, σε μεγάλο βαθμό, λιγότερο «σκοτεινή», λιγότερο υπαινικτική και καλλιεργεί τρόπους οργάνωσης εγγύτερους στην καθημερινή ομιλία, απ’ ό,τι την εποχή του υψηλού μοντερνισμού. Τα «Κάντος» του Πάουντ που μετέφρασα πρόσφατα είναι όντως δύσκολα, αλλά δεν θεωρώ ότι τα περισσότερα ποιήματα που εκδίδονται σήμερα παρουσιάζουν τον ίδιο βαθμό δυσκολίας.
Σήμερα, η ποίηση έχει γίνει δύσκολη ακόμη και για τον πιο επαρκή αναγνώστη, καθώς οι τρόποι της σκέψης και της επικοινωνίας στη σύγχρονη κοινωνία είναι διαμετρικά αντίθετοι προς εκείνους που απαιτούνται για την ανάγνωση της ποίησης. Αλλά ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι τρόποι σκέψης: Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι δεν διαβάζει σύγχρονη ποίηση, γιατί είναι «ακατανόητη», γνωρίζουμε αρκετά για να μπορέσουμε να απαντήσουμε, αν και όχι μεγαλόφωνα: «Δεν είναι· ακόμη κι αν ήταν, όμως, δεν είναι αυτός ο λόγος που δεν τη διαβάζεις». Κληρονομιά των ποιητών της γενιάς μου είναι η συνθήκη μιας γενικευμένης αδιαφορίας· αλλά —τι παράδοξο!—, ενώ οι πάντες αδιαφορούν γι’ αυτούς, ταυτόχρονα παραπονιούνται πως είναι αόρατοι· γιατί η γωνιά στην οποία κανείς δεν κοιτάζει είναι πάντοτε σκοτεινή. Όσοι έχουν συνηθίσει να μη διαβάζουν ποίηση επικαλούνται ως δικαιολογία τη δυσκολία ποιημάτων που δεν έχουν ποτέ διαβάσει. Όταν κάποιος λέει επιτιμητικά ότι δεν μπορεί να καταλάβει τον Άσμπερυ ή τον Χήνυ ή τη Βακαλό, ο τόνος του υποδηλώνει ότι τις πιο ευτυχισμένες του ώρες τις έχει περάσει πλάι στο τζάκι συντροφιά με την Ηλέκτρα, τη Θεία Κωμωδία ή τον Μακμπέθ και είναι θλιβερό να ανακαλύπτει κανείς πως οι αναγνωστικές του προτιμήσεις περιορίζονται συνήθως στο τελευταίο μπεστ-σέλερ τού προσφάτως (αλλά και κατόπιν αγωνιώδους αναζήτησης) ανακαλυφθέντος συγγραφικού «φαινομένου».
Όμως, μολονότι οι πάντες μιλούν για τη δυσκολία της σύγχρονης ποίησης, ελάχιστοι ενδιαφέρονται να εξερευνήσουν λίγο περισσότερο το ζήτημα. Η δυσκολία, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι μια εγγενής ιδιότητα των κειμένων, αλλά μάλλον ένα ιδιαίτερο είδος σχέσης μεταξύ αναγνώστη και συγγραφέα. Κανένα κείμενο δεν είναι εύκολο ή δύσκολο έξω από τους κανόνες και τα δεδομένα της κοινότητας που αποφασίζει τι αποτελεί αναγκαία και επαρκή γνώση και ποια είναι η κατάλληλη αισθητική αντιμετώπιση του κειμένου. Με άλλα λόγια, σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο που τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα μας μαθαίνουν να διαβάζουμε. Και γνωρίζουμε καλά τι συμβαίνει σε αυτά.
Αν η σύγχρονη ποίηση είναι δύσκολη, αυτό έρχεται ως αποτέλεσμα της εξαφάνισης του αναγνώστη, κι όχι ως αιτία της. Δεν έχει βέβαια νόημα να θρηνούμε αυτή την απώλεια. Το μόνο καθήκον, σ’ αυτό το περιβάλλον του εκπεσμένου, αποσαθρωμένου λόγου, είναι να κρατήσουμε τη γλώσσα ζωντανή. Για μας και τους ομοίους μας.

Κ.Α.: Υπάρχει και εμπορική ποίηση;

Χ.Β.: Η εμπορική ποίηση δεν μπορεί ποτέ να είναι καλή. Αν ισχύουν όσα αναφέρω πιο πάνω, για να είναι η ποίηση εμπορική πρέπει μάλλον να απευθύνεται σε αναγνώστες που έχουν πολύ μικρές απαιτήσεις από τη λογοτεχνία. Το γεγονός ότι στο διαδίκτυο βλέπουμε εκατοντάδες χρήστες να ανεβάζουν πού και πού κάποιο ποίημα του Ελύτη, του Λειβαδίτη, του Αναγνωστάκη, ή της Δημουλά (συνήθως τα πιο εύπεπτα και σπαραξικάρδια) δεν σημαίνει ότι αγαπούν την ποίηση και ότι έχουν μια ουσιαστική και σταθερή σχέση μαζί της. Πρόσφατα είδα πώς αντέδρασαν πολλοί στο Facebook στον θάνατο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Αναρωτιέμαι, πού ήταν όλοι αυτοί οι ένθερμοί θαυμαστές της ποίησής της, όσο εκείνη ζούσε;

Κ.Α.: Έχει κάποιου είδους αποστολή η ποίηση; Ή υπάρχει για να υπάρχει, έχοντας —ας πούμε— αυταξία;

Χ.Β.: Χρειάζεται υπεράσπιση η αισθητική απόλαυση; Δεν νομίζω. Τα κίνητρα πάντως που σπρώχνουν κάποιον να γράφει ποίηση είναι συχνά απροσδιόριστα. Όπως σημειώνει ο Μπέρρυμαν, μπορεί κανείς να διακρίνει πίσω από τους στίχους τον πόθο για ανανέωση αυτής της τέχνης, την επιθυμία να δώσει κανείς στη γλώσσα του νέο σφρίγος, τη λαχτάρα για υστεροφημία, τον έρωτα για ένα πρόσωπο, ή ακόμη και για τον Θεό, τη λύπη, την αγωνία, την απελπισία, τη χαρά, τον φθόνο. Η ποίηση είναι μια οριακή δραστηριότητα που συντελείται κοντά στο τέλος των πραγμάτων, εκεί που η ψυχή του ποιητή απευθύνεται σε μια άλλη ψυχή· και καταλήγει στην αναμόρφωση του ποιητή, όπως ίσως και η προσευχή. Στις εξαιρετικές περιπτώσεις, του επιτρέπει να γίνει ένας άλλος άνθρωπος· ωστόσο, και στη μικρή ακόμη κλίμακα, με κάθε αληθινό ποίημα, συντελείται κάτι ανάλογο: μια απελευθέρωση. Γι’ αυτό μπορεί και να λυπόμαστε για μια κοινωνία που αρνείται να συγκινηθεί από μία τέτοια προσπάθεια — όχι όμως και για τον ποιητή. Θα συνεχίσει να γράφει όσο επείγεται να κοινωνήσει όλα όσα περιέχει η ευαισθησία του, να οικοδομήσει, όπως γράφει ο Στήβενς, «ένα παρόν τελειούμενο μέσα στην ανίατη πενία της ζωής».

Κ.Α.: Γιατί διαβάζουμε λοιπόν; Ποιήματα, και όχι μόνο.

Χ.Β.: Τα κείμενα είναι κάτοπτρα μέσα στα οποία αναγνωρίζουμε κάθε δεδομένη στιγμή τον εαυτό μας. Και λέω δεδομένη στιγμή γιατί δεν πιστεύω σ’ ένα σταθερό, αναλλοίωτο «εγώ». Όπως αλλάζουμε μέσα στον χρόνο, έτσι αλλάζει και το πρόσωπο που αντικρίζουμε κάθε φορά που διαβάζουμε ένα βιβλίο.


Κ.Α.: Έχουν τα καλά ποιήματα κάποια κοινά στοιχεία; Και, αντίστοιχα, έχουν κοινά στοιχεία, κρυφές ομοιότητες, τα κακά ποιήματα μεταξύ τους;

Χ.Β.: Για να συνεχίσω από την απάντηση που μόλις έδωσα, τα καλά ποιήματα μας επιτρέπουν αυτή την ουσιαστική «ανάγνωση» του εαυτού μας —με ό,τι αυτή συνεπάγεται—, τα κακά απλώς επιτείνουν την πλήξη μας. Οι θησαυροί βρίσκονται στον βυθό της θάλασσας, όχι στον αφρό των κυμάτων.

Κ.Α.: Και, για να συνεχίσω περί κοινών στοιχείων: πρέπει να είναι (και) ερμητική η ποίηση;

Χ.Β.: Πρέπει να είναι αληθινή. Όπως έχω ήδη αναφέρει, καμία ποίηση δεν είναι τόσο ερμητική ώστε να μη μπορούμε να την κατανοήσουμε. Απλώς απαιτεί από εμάς πιο αργούς χρόνους ανάγνωσης και μεγαλύτερη προσπάθεια. Εξάλλου η δυσκολία (όταν δεν είναι αποτέλεσμα της σύγχυσης του συγγραφέα) πιστεύω ότι σχετίζεται και με την ομορφιά ή τη δύναμη ενός πράγματος. Ποιος θα έπαιζε τένις χωρίς φιλέ; Το φιλέ είναι σίγουρα μια «δυσκολία», αλλά χωρίς αυτό το παιχνίδι θα ήταν αφόρητα πληκτικό.

Κ.Α.: Έχει χάσει οριστικά τη μάχη με τον ελεύθερο στίχο η έμμετρη ποίηση;

Χ.Β.: Όχι βέβαια. Γράφονται και σήμερα εξαιρετικά ομοιοκατάληκτα ποιήματα. Απλώς δεν μπορεί κανείς να γράφει το 2020 σονέτα όπως αυτά που έγραφε ο Μαβίλης. Οφείλει και το σονέτο να ανανεωθεί. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για τον ελεύθερο στίχο. Προσωπικά μ’ ενδιαφέρουν όλο και περισσότερο «υβριδικά» κείμενα που συνδυάζουν πολλούς τρόπους και μορφές γραφής. Στην τελευταία μου συλλογή, την «Αυτοπροσωπογραφία του λευκού», για παράδειγμα, έχω συμπεριλάβει ποιήματα σε αυστηρή μορφή (βιλανέλλα, χαϊκού κλπ.) και ποιήματα σε πεζή, δοκιμιακή μορφή.

Κ.Α.: Επηρεάζουν την ποίηση τα κοινωνικά δίκτυα; Και, αν ναι, πόσο και προς ποιες κατευθύνσεις;

Χ.Β.: Επηρεάζουν σ’ ένα βαθμό τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, δεν θα έλεγα όμως τον τρόπο που γράφουμε. Αν επηρεάζουν κάτι, αυτό θα έλεγα είναι η ανάγνωση. Όταν όλοι οι χρήστες έχουν γίνει ξαφνικά Cartier-Bresson ή Mapplethorpe, όταν στο Τwitter το «μήνυμα» συρρικνώνεται σε λίγες προβλέψιμες, ανούσιες λέξεις (βλ. τα tweets των πολιτικών), τότε πόσοι θα ενδιαφερθούν, πόσοι θα βρουν χρόνο, να διαβάσουν τους «Αδελφούς Καραμάζοφ» ή τα «Τέσσερα Κουαρτέτα»; Μια πρόσφατη μελέτη ισχυρίζεται ότι ξοδεύουμε κατά μέσον όρο τρεις με τέσσερις ώρες τη μέρα κοιτάζοντας ή παίζοντας με το κινητό μας. Και σίγουρα δεν το ξοδεύουμε για να διαβάσουμε λογοτεχνία.

Κ.Α.: Ποιοι είναι οι πέντε πιο αγαπημένοι σας ποιητές όλων των εποχών;

Χ.Β.: Κάτουλλος, Καβαλκάντι, Κητς, Καβάφης, Κάρσον — για να περιοριστώ στο «Κ».

Κ.Α.: Και από τους συγχρόνους μας; Τους εν ζωή;

Χ.Β.: Πολλοί. Αυτή τη στιγμή η Αμερικανίδα Φάννυ Χάου και η αδελφή της Σούζαν, η Αγγλίδα Άλις Όσγουάλντ, ο Ιρλανδός Μάικλ Λόνγκλεϋ, ο Ιταλός Βαλέριο Μαγκρέλι και η Καναδέζα Αν Κάρσον που ήδη ανέφερα. Από τους Έλληνες ποιητές πολλοί — κυρίως όσοι δεν έχουν γεράσει πρόωρα. Αλλά οι προτιμήσεις αλλάζουν ανάλογα με τις διαθέσεις και τις ανάγκες. 

Κ.Α.: Πώς γράφετε;

Χ.Β.: Όλο και πιο δύσκολα. Δεν μ’ ενδιαφέρει να επαναλαμβάνω όσα έχω ήδη κατακτήσει. Κάθε καινούργιο βιβλίο θέλω να πολιορκεί την ποίηση, τη γραφή γενικότερα, με άλλους τρόπους και μέσα, από διαφορετικά μονοπάτια.

Κ.Α.: Θέλετε να μας περιγράψετε μία ημέρα σας;

Χ.Β.: Το πρωί μάθημα στο Κολλέγιο, το απόγευμα στο γραφείο μου στον Πατάκη, το βράδυ μπροστά στον υπολογιστή μου. Αν είμαι εξουθενωμένος, η μέρα κλείνει μ’ ένα βιβλίο, μια ταινία, ή με καλούς φίλους γύρω απ’ ένα τραπέζι.

Κ.Α.: Θα θέλατε να δώσετε πέντε συμβουλές σε έναν νέο ποιητή;

Χ.Β.: Η πρώτη συμβουλή είναι να είναι φιλοπερίεργος και να μην επαναπαύεται σε όσα έχει ήδη καταφέρει. Να διαβάζει πολύ (να έρχεται δηλαδή σε επαφή με ό,τι καινούργιο και συναρπαστικό γράφεται σήμερα) και να προσπαθεί να επινοεί διαρκώς νέους τρόπους να μορφοποιεί το υλικό του. Το ποίημα είναι λεκτικό αρχιτεκτόνημα, και ο ποιητής είναι «αρχιτέκτονας», όχι εργολάβος. Οφείλει να οικοδομεί με νέα μέσα, κι όχι να κτίζει μια ζωή με τα ίδια υλικά, πάνω στο ίδιο σχέδιο. Τις άλλες τέσσερις θα τις βρει μόνος του.

Κ.Α.: Και σε έναν νέο αναγνώστη ποίησης αντίστοιχα; Τι θα τον συμβουλεύατε;

Χ.Β.: Να μην επικαλείται τη «δυσκολία» της ποίησης ως δικαιολογία για να μην τη διαβάζει. Ας αφεθεί στα θέλγητρά της χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές.

Κ.Α.: Τελειώνοντας, θα μας πείτε με τι ασχολείστε αυτό τον καιρό; Πέραν της «Ποιητικής», που υποθέτω ότι απαιτεί αρκετό από τον χρόνο σας, διαρκώς.

Χ.Β.: Μόλις παρέδωσα τη μετάφρασή μου της «Waste Land» του Έλιοτ, του πιο σημαντικού ποιήματος, όπως γνωρίζετε, της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, το οποίο αποτελεί και το μανιφέστο του μοντερνισμού στην ποίηση. Η μετάφρασή της με απασχόλησε πολλά χρόνια και φυσικά διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό από τις προηγούμενες του Σεφέρη και του Κύρου. Γράφω «Waste Land» γιατί, όπως θα δείτε, δεν υιοθετώ τον τίτλο του Σεφέρη, «Έρημη χώρα», ούτε του Κύρου, «Ρημαγμένη γη», τους οποίους θεωρώ λανθασμένους. Τον Απρίλιο —μια και ο περίφημος πρώτος στίχος του ποιήματος αφορά αυτόν τον μήνα— θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία.

Κ.Α.: Μιλάμε για ένα από τα βασικά βιβλία της χρονιάς δηλαδή. Θα το περιμένουμε με χαρά. Αγαπητέ κύριε Βλαβιανέ, σας ευχαριστώ θερμά