Translate

Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ /// ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ /// ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΤΡΕΜΕΙΣ



ΑΝΘΟΛΟΓΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ  ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ: EYH KOYTΡΟΥΜΠΑΚΗ 


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ:KATEΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ -ΡΟΥΚ ///  ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
https://www.vakxikon.gr/%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%b7-%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%ba-%ce%bf-%ce%bd%ce%ad%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%82/

****

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ /// Κύκλος «Η λογοτεχνία πέρα μακριά»: Μικρά ανθολόγια γαλλικής υπερπραγματικής ποιήσεως




Κύκλος «Η λογοτεχνία πέρα μακριά»:

Μικρά ανθολόγια γαλλικής υπερπραγματικής ποιήσεως

Λουί Αραγκόν, Αντονέν Αρτώ, Ρομπέρ Ντεσνός, Πωλ Ελυάρ, Φιλίπ Σουπώ, Ρενέ Σαρ


Εκδόσεις Βακχικόν, 2017

15.06.2018, 19h00 | Médiathèque Octave Merlier - IFG

O YΠΕΡΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ δεν είναι μια μορφή λογοτεχνική.
Είναι η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του αποφασισμένο να συνθλίψει απελπισμένα τις αλυσίδες του,εν ανάγκη χτυπώντας τες με υλικότατα σφυριά.

Διακήρυξη της 27ης Ιανουαρίου 1925

Περισσότερο από μια φιλολογική ανθολογία η ανά χείρας μετάφραση είναι ένα ημερολόγιο αναγνώσεων, μεταφραστικών σπουδών και προσωπικών προτιμήσεων. 

Πρόθεση του ανθολόγου-μεταφραστή Ζ. Δ. Αϊναλή ήταν να συγκεντρώσει σε ένα βιβλίο ορισμένες από τις σημαντικότερες στιγμές της γαλλόφωνης ποίησης της δεκαετίας του ’20, με σκοπό να επιχειρήσει να αιχμαλωτίσει την ορμητικότητα, τη φρεσκάδα, τη ριζοσπαστικότητα, τη λυρικότητα και την παράδοξη ερμητικότητα της ποιητικής έκφρασης της γενιάς που ανδρώθηκε στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με τη συμμετοχή των:


Ζήση Δ. Αϊναλή, ποιητής και μεταφραστής


Ασημίνας Ξηρογιάννη, ποιήτρια , μεταφράστρια και κριτικός της λογοτεχνίας

 Στα πλαίσια της διοργάνωσης «Αθήνα, Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου 2018»


Σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Λεξικοπολείο και τις Εκδόσεις Βακχικόν

Ελεύθερη είσοδος


Cycle « la littérature loin et ailleurs » : 
Petite anthologie de poésie française surréaliste

Louis Aragon, Antonin Artaud, Robert Desnos, Paul Éluard, Philippe Soupault, René Char


Éditions Vakxikon, 2017

15.06.2018, 19h00 | Médiathèque Octave Merlier - IFG

Le SURRÉALISME n’est pas une forme poétique
Il est un cri de l’esprit qui retourne vers lui-même
et bien décidé à broyer désespérément ses entraves,
et au besoin par des marteaux matériels.

Déclaration du 27 janvier 1925

Plus qu’une anthologie littéraire, la présente traduction est un journal de lecture, fait d’exercices de traduction et de préférences intimes. 

L’intention du traducteur et auteur de cette anthologie, Z. D. Aïnalis, était de réunir dans le même ouvrage quelques-uns des moments les plus importants de la poésie francophone des années 1920 de façon à essayer de capturer l’élan, la fraicheur, l’aspect radical et l’étrange impénétrabilité de ce moyen d’expression poétique de la génération devenue adulte dans les tranchées de la Première Guerre mondiale.

Avec la participation de :


Zissis D. Aïnalis, écrivain et traducteur
Assimina Xirogianni, écrivain, traductrice et critique littéraire

 Dans le cadre de « Athènes, capitale mondiale du livre 2018 »
 En partenariat avec la librairie Lexikopoleio et les Éditions Vakxikon

Entrée libre


***

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ //// ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ /// ΑΛΛΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ



«'Αλλες γεύσεις»,Μελάνι 2018









                                                                      ****

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

18 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ



κολάζ :Aσημίνα Ξηρογιάννη


ΕΠΙΛΟΓΗ:Θεοχάρης Παπαδόπουλος


Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ' αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ' το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

***

Ντέμης Κωνσταντινίδης

Kαταξίωση

Απόψε θα σας ρίξω λάσο
Τίτλο-θηλιά ατακαδόρικο
Φωτό απ’ το φοιτητικό μου πάσο
Με ύφος ζόρικο.

Οράματος ιδιωτικού ντελάλης
Μελοδραματικός, και κάπως πέρα…
Συνάμα και παιδί της βιοπάλης―
Τσέπης παντιέρα!

Εύκολα θα σας ξεμπροστιάσω
Καμώνοντας τον γοητευμένο―
Φύκια, κορδέλες έχω, κι έναν άσσο
Σιγουρεμένο.

***

Κώστας Καρυωτάκης

Είμαστε κάτι

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.
Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

***

Ασημίνα Ξηρογιάννη

'Eνα τραγούδι

Η γυναίκα πετάει

Γράφει
Ποιήματα κόκκινα

Ερμηνεύει
Κίτρινα όνειρα

Γέρνει
Στα χέρια γαλάζιων εραστών

Ερωτεύεται
ροζ λέξεις

Ακούει
πορτοκαλί ήχους

Αντέχει

Τα ποιήματά της όμως
Έχουν πόνο
Παρά το κόκκινο

Καφέ μέρες
Ζει

Μωβ παραμύθια
Λέει στα παιδιά της

Κρεμιέται
Από την γκρίνια της

Καταλύει αντιστάσεις
Μοιραίων ανδρών

Γράφει
Ποιήματα κόκκινα
Τα ποιήματά της όμως
Έχουν πόνο
Παρά το κόκκινο

Κολυμπάει
Μέσα στα λαχανί παπούτσια της
(τα παπούτσια είναι πάντα λαχανί)
Τα ποιήματα πάντα κόκκινα

Κ ό κ κ ι να

Με πόνο κόκκινο
Με κόκκινο πόνο

Με πόνο.

***

Αργύρης Χιόνης

Η ποίηση πρέπει να ' ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα 'χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.

***

Ανδρέας Εμπειρίκος


Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος* ποδηλάτου. Μέσα της
όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν.
Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

***

Ειρηναίος Μαράκης

Μανιφέστο

Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος
ανανέωση στην ποίηση με (μικρο)αστικά κριτήρια
το Αιγαίο Πέλαγος, ο καημός της Ρωμιοσύνης
μια λανθάνουσα έκρηξη ερωτισμού
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
κι η αντίδραση να χορεύει στολισμένη
με μαγιάτικο στεφάνι
όχι, ποίηση χωρίς καταστροφή δε γίνεται
όλα τ’ άλλα είναι υπερβολή
η επιστροφή στη φύση
υπερβατικές πολιτείες χωρίς κοινωνική συνείδηση
γυμνά κορμιά στη φωτιά της Ενδοχώρας
και αναμνήσεις γέρων διπλωματών
ανατροπή, λοιπόν
σε ποιήματα και λέξεις
που γεννήθηκαν νεκρά
όπως αυτό εδώ, το ανάπηρο

***

Νίκος Εγγονόπουλος

ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ
ΛΟΡΚΑ

Η Τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε
περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών
μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως
από καιρό τώρα
—και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα—
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς

***

Κατερίνα Ζησάκη

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα
μες στο συρτάρι του γραφείου του
πάνω απ’ τις κόλλες
πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)
και δίπλα απ’ το περίστροφο
που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει
μα τον πρόλαβε το γήρας
τι λέτε ρε
ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου
κάθε που ουρλιάζεις
κάθε που “σύντροφοι”
κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”
ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν
τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας
σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου
κάθε που τριγυρνάς χαμένος
ο ποιητής
ο πεθαμένος
μια απούσα παρουσία ζωντανή
φάντασμα μες στο σώμα
και πού και πού σκουντάει τον γραφιά
που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του
βρίσκεται ακόμα

***

Μιχάλης Γκανάς

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση
κι εγώ που δεν διαβάζω
κινδυνεύουμε.
Εσύ να χάσεις τα ποιήματα
κι εγώ τις αφορμές τους.

***

Νίκος Καρούζος

«Ποίηση»

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου/ σαν πέφτει η νύχτα.
Ένα πουλί ολάξαφνο/ με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα
εισορμά κ’ ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.
Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν’ ανοίξω
και πάντα λέω τι να ‘ναι το ολάξαφνο πουλί
τι πτέρωμα έχει/ πώς άραγε να συγκινεί η μορφή του…
Πάντως όταν ξυπνώ με της αυγής το σκούντημα
δεν είμαι παρά μόνος στο δωμάτιό
σωματικά στερεωμένος απ’ τον ύπνο
πιο γνώριμος του θανάτου από χτες/ ενώ η ψυχή προσμένει
το καινούριο μήνυμα του ήλιου/ όπως πάντα.
Όμως/ τι ‘ναι το πουλί που ξαφνικά
σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα
σφάζει την ησυχία του δωματίου μου
και το αισθάνομαι κοντά μου;
Ποτέ νομίζω δε θα μάθω
κ’ ίσως να είναι το πουλί αυτό, όλο το μυστικό εδώ πέρα.

***

Μανόλης Αναγνωστάκης

Ποιητική

— Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.
— Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

***


Γιώργης Παυλόπουλος

Τα αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

***

Βύρων Λεοντάρης


[Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν]
Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας.
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη.
Ανάσα και χειρονομιά καμιά μες στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ'  τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους.
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ΄' αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μες στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε.
Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψεκάσαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ' τον πόνο
— αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... —
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ'; τον πόνο.
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί.
Ό,τι δεν είναι τέχνη μες στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει.

***

Γιώργος Βλάχος

[ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ] του Διογένη Γαλήνη

¨Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου,
τα ” έγκριτα ” λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθ’ όλα κριτικοί
προσεύχονται στο μηδέν,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους,
ταΐζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα,
στη Γρενάδα , στο Μάλι.

Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο,
το κέρμα της δόξας,
του διαδικτύου την αναγνώριση,
παραποιούν στίχους,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους,
μέσα απ’ τα κελιά τους
γράφουν
για τ’ απέραντο γαλάζιο,
για έρωτες , κοχύλια
επαναστάσεις, πεταλούδες, θεωρίες
θεωρήματα, τάσεις, υπερτάσεις,
παραστάσεις,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε,
για ένα επαίτη

που είδαν μέσα απ’ τη κλειδαρότρυπα,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα,
την άγια νύκτα,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ,
ποτέ,
ποτέ
για το χασμουρητό τους .

***

Γιάννης Πατίλης


[Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία]

Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ'  αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ'  αυτό που υπάρχει.

***


Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

Τα χειρόγραφα  

Εμβρόντητος κρατούσε τα χειρόγραφα που τού ‘δειξα
κι όχι για λάθη, κάποια πεζότητα των στίχων ίσως.
Πρόσεχε μόνο τα κόκκινα γράμματα,
συστήνοντάς μου αμήχανα κανονικό μελάνι.
Στάθηκε λίγο στην υγεία των ματιών,
στον κίνδυνο των κόκκινων γραμμάτων,
αν και το βλέπαμε κι οι δυο
πόσο κενά ηχούσαν τέτοια λόγια,
καθώς κρατούσε με δέος τα χειρόγραφα
και δάκρυζαν τα μάτια του θωρώντας με ωχρό,
σάμπως να τό ‘χε καταλάβει ξαφνικά
πώς γράφεται η ποίηση.

***

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Ποίηση

Η θλίψη του ήταν μεγάλη
τα μάτια του γέμισαν δάκρυα
που κύλησαν στα μάγουλά του.
Έπεσαν κάτω. Χάθηκαν
μέσα στη σκόνη.
Εκείνος πήρε ένα χαρτί.
Άφησε τα δάκρυα να στάξουν πάνω του.
Όταν σκούπισε τα μάτια του
στο χαρτί ήταν γραμμένο ένα ποίημα.

***

Τα ποιήματα διαβάστηκαν σε ραδιοφωνική εκπομπή  του Θεοχάρη Παπαδόπουλου στο Δημοτικό Ραδιόφωνο του Ηρακλείου Αττικής

***

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ /// ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ







ΠΗΓΗ: O  τόμος της Καθημερινής  για τον Τάσο Λειβαδίτη!Αφιερώματα στους ποιητές!Ποιοι σύγχρονοι ποιητές έχουν επηρεαστεί από το έργο του,Κείμενο Γιάννης Κουβαράς!

Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

ΣΥΝΕΧΩΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΣΤΟ VARELAKI



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ -LINKS /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ - ΠΕΖΑ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ- ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ANΘΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ο ΠΟΝΟΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΖΕΤΑΙ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ''ΝΟΤΑΤΙΟΝΕS''//////AΡΧΕΙΟ ΤΕΥΧΩΝ

AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ/ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ/follow blog

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ///ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ







Λίστα ιστοσελίδων που διαθέτουν δωρεάν ελληνικά ηλεκτρονικά βιβλία (free greek ebooks)

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΑΡΣΑΡΗΣ ///ΦΟΒΟΣ ΚΑΝΕΝΑΣ

EΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

1Ο ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ //// ΕΠΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ //// ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ !//// Σεφέρης και Μαρώ. Αλληλογραφία Α' (1936-1940)

Για τον ΑΤΜΟ της Ν.Ζαχαροπούλου[ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ 2008] //// Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη

Για την ποιητική συλλογή ΠΛΗΓΕΣ της Μίνας Ξηρογιάννη,γράφει η ΒΑΛΗ ΤΣΙΡΩΝΗ

ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΥΣ ( ΑΥΣΤΗΡΑ )

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ/// ΠΟΙΗΜΑΤΑ


«Ρειstart stories» της Μαριάννας Λύρα.//// Εντυπώσεις απ΄το βίντεο /// ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ


«Ρειstart stories» της Μαριάννας Λύρα. Εντυπώσεις απ΄το βίντεο.

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ


Πότε, πού προβλήθηκε: Διεύθυνση: Λεωφ. Συγγρού 114, είσοδος από Φαλήρου 97-99

https://www.facebook.com/RestartbyLyra/videos/1996463700620308/
Διάρκεια: 14 -31 Μαρτίου 2018
Ημέρες λειτουργίας: Καθημερινά 11.00 -2.00 και 19.30-22.30 εκτός Δευτέρας
Ώρα έναρξης παραστάσεων: 21.30
Ώρα έναρξης προβολής: 21.00
Είσοδος ελεύθερη

Σε έναν χώρο στεριανό, το γκαράζ της Φίατ άλλοτε, ξετυλίγεται το θέμα με μέσα ποικίλα: για τα μάτια τα εικαστικά και το βίντεο, για τη ψυχή το όλον. Πυρήνας της συνολικής performance απετέλεσε το εικαστικό έργο της Μ.Λ.: ένα δείπνο οικογενειακό. Με φανερή τη βίαια κι απότομή του σχάση από μια ηλεκτρική εκκένωση που διχοτομεί την εικόνα. Από το γεγονός θα προκύψουν αδέσποτες πια οι μορφές των συνδαιτημόνων. Το μόνο που απομένει από το παρελθόν, η «στάση», το ίχνος που αποτυπώνει η εκάστοτε κίνηση. Η βρώση που διαχύθηκε κι αυτή έχει ζυμωθεί στις ρίζες: σαφέστατα στην ορθόδοξη παράδοση, με γαλάζια και χρυσά που θυμίζουν Παρθένη, με τέμπλα να λάμπουν και φθορά που μαρτυρά το πέρασμα του χρόνου στις άγιες προσόψεις. Το δείπνο θα μπορούσε να είναι και μυστικό, τελευταίο· πρώτο πριν την μοιραία ανακατάταξη.
Οι δραπέτες της οικογενειακής εστίας αιωρούνται, αναζητούν, επανατοποθετούνται με πολλαπλούς τρόπους, σχήματα και συσχετισμούς στο χώρο. Από την ανακατανομή τους τίποτα δεν είναι λιγότερο από ακέραιο, τίποτα δεν είναι ίδιο, όλα είναι μοναδικά αλλά δομημένα από κοινά υλικά. Κομμάτια ενός παζλ μοναδικού. Σχάση και σχέση, κύματα και νήματα που πλαισιώνουν, γεμίζουν το κενό και το ακυρώνουν. Δονήσεις με μορφή γραμμών ορίζουν, ξεχωρίζουν. Το αποτύπωμα του σώματος και το ρέον αποτύπωμα της κίνησης, σε ένα περιβάλλον που εναλλάσσεται:
Άλλοτε είναι υγρό και δονούμενο σαν μήτρα, άλλοτε δίχτυ -ασφαλείας ή εγκλωβισμού-, σύννεφο ή γεωμετρικά ορισμένος χώρος. Με τα τσιμεντένια σκαριά πλοίων -μου θύμισαν τη βάση κάτω από τη Νίκη της Σαμοθράκης- να αντιστέκονται με το βάρος και τον όγκο τους στην απόδραση. Η ανύψωση των μορφών σε ανώτερο επίπεδο επιτυγχάνεται στο τέλος με ιστία, αέρα και έμ(πνευση), μια μορφή μετακίνησης λιγότερο συμπαγή ωστόσο παραδοσιακή, με ρίζες στην ιστορία, στην ίδια τη θάλασσα!
Η παράδοση κατέχει σημαντική -και παράλληλη- θέση στο όλο θέαμα, είτε εκφράζεται ως θρησκευτική, ιστορική ή μυθολογική. Τα θραύσματα των μορφών εμφανίζονται περασμένα σε κάθετο άξονα. Σαν απογυμνωμένα οστά, σπόνδυλοι της εκάστοτε «κατασκευής», ίσως και προσωπικότητας. Σαν σταυροί ή σαν ιστία υψώνονται μαζί με την προαιώνια φαντασίωση για φυγή, περιπλάνηση, ανάταση και πτήση. Σαν Ιησούς στο σταυρό, σαν Οδυσσέας στο μεσιανό κατάρτι, σαν Ιησούς στο μεσιανό κατάρτι, σαν Οδυσσέας στο σταυρό…
Το δέντρο, σηματοδοτεί το αίμα και την ροή, τη καταγωγή, τίς απολήξεις κι αισθητήρες των σωμάτων. Η φωτιά -απότοκος της αστραπής- υψώνεται με χρωματισμούς, έντονους και θερμούς σε αντίθεση με τις μορφές. Που μοιάζουν να διατηρούν τη «στάση» (ζωής) που είχαν στον αρχικό δείπνο. Εξαιρείται μία μοναδική ύπαρξη που ίπταται με μια κίνηση χορευτική/καμπυλόγραμμη, απελευθερωμένη σε σχέση με τις «κυκλαδόσχημες» υπόλοιπες. Αυτή ξεφεύγει από ένα περίγραμμα που θυμίζει ίχνος κιμωλίας σε άσφαλτο -ή δάπεδο- ορίζοντας το χώρο όπου κείται κάποιο ακίνητο συνήθως σώμα.
Το έργο της Μαριάννας Λύρα είναι πολύσημο και απλώνεται σε γη, ουρανό, θάλασσα και ψυχή, για να αγγίξει λεπτές χορδές με τις πολλαπλές αναφορές του σε παραστάσεις οικείες: από τη τέχνη των Κυκλάδων ή της ορθόδοξης εικονογραφίας ως τον σύγχρονο πλουραλισμό αλλά και φαντασιακές, του ένδον ή έξω ταξιδιού που ποτέ δεν τελειώνει. Σίγουρα ο κάθε θεατής εντοπίζει άλλες, δικές του ιστορίες.

***



ΔΟΚΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ







ΓΡΑΦΕΙ Ο ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ




Η ποίηση και η ζωγραφική είναι τέχνες συγγενικές μεταξύ τους. Ένας όμορφος πίνακας ζωγραφικής μπορεί να εμπνεύσει έναν ποιητή και να γεννηθεί ένα όμορφο ποίημα και ένα όμορφο ποίημα μπορεί να εμπνεύσει ένα ζωγράφο να φτιάξει έναν όμορφο πίνακα.Επειδή, λοιπόν, η ζωγραφική και η ποίηση επηρεάζουν τόσο πολύ η μια την άλλη, τον τελευταίο καιρό εκδίδονται πολλά βιβλία, που περιέχουν ποιήματα και έργα ζωγραφικής. Ένα από αυτά είναι και το βιβλίο, της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Δοκιμάζοντας το ποίημα», που διαβάσαμε πρόσφατα, από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”. Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, που περιλαμβάνει δύο ποιήματα και δύο κολάζ.Θα μπορούσε να πει κανείς, πως ένα βιβλίο με μόνο δύο ποιήματα και δύο κολάζ είναι πολύ μικρό και να αναρωτηθεί γιατί να μπει ένας καλλιτέχνης στον κόπο να εκδόσει ένα τόσο μικρό βιβλίο, όμως, έχουμε ξανατονίσει ότι μια έκδοση ενός πολύ μικρού σε μέγεθος βιβλίου, μπορεί να σημαίνει ότι περιλαμβάνει μια ολόκληρη ενότητα, που μπορεί να υπάρξει από μόνη της. Αν ο καλλιτέχνης προσθέσει μερικές σελίδες, τότε μπορεί να χαλάσει το συνολικό αποτέλεσμα. Επίσης, το συγκεκριμένο βιβλίο, αν κρίνουμε από τον τίτλο είναι μια δοκιμή, ίσως, για να ακολουθήσει κάτι μεγαλύτερο, όπως οι νεότεροι τραγουδιστές, που πρώτα κυκλοφορούν ένα cd-single και αργότερα ένα ολόκληρο cd.Τα δύο ποιήματα, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη περιγράφουν την ποίηση σε όλες τις εκφάνσεις της κυρίως από τη σκοπιά των ποιητών. Πως αισθάνεται ένας ποιητής, όταν γράφει ένα ποίημα; Ποιες αγωνίες περνάει; Θα διαβαστεί; Δεν θα διαβαστεί; Θα είναι διαχρονικό; Θα ολοκληρωθεί ή θα μείνει μισό; Θα δημοσιευτεί ή θα κλειστεί σε ένα συρτάρι; Θα το καταλάβει ο αναγνώστης; Μήπως, δοθεί λάθος ερμηνεία και ο αναγνώστης νομίσει κάτι άλλο, από εκείνο, που θέλει να πει ο ποιητής; Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να πει: Και τι μας ενδιαφέρει πως νιώθει ένας ποιητής, όταν γράφει ποίηση; Όμως, αν κρίνουμε από τις ερωτήσεις, που γίνονται στις συνεντεύξεις και στις παρουσιάσεις βιβλίων, μάλλον, υπάρχουν αρκετοί, που ενδιαφέρονται να μάθουν τις αγωνίες του ποιητή. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, λοιπόν, μας δίνει τις απαντήσεις της με τον δικό της ξεχωριστό, ποιητικό τρόπο.Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Δοκιμάζοντας το ποίημα», εκτός από τα ποιήματα, περιέχει και δύο κολάζ. Θα λέγαμε ότι και τα δύο κολάζ ταιριάζουν στους στίχους, που διαβάζουμε, ιδιαίτερα στο πρώτο χρησιμοποιείται η μουτζούρα και όταν ένας ποιητής δοκιμάζει να γράψει ένα ποίημα, τότε οι μουτζούρες θα είναι πολλές, καθώς ο ποιητής, που περνάει τις αγωνίες, που περιγράφονται στο βιβλίο, δεν μένει ποτέ απόλυτα ικανοποιημένος από τον εαυτό του.Στην αρχή του βιβλίου της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Δοκιμάζοντας το ποίημα» υπάρχει μια αφιέρωση: «στους ποιητές που οι λέξεις τους μου γεννούν τις άλλες λέξεις». Σε αυτή την αφιέρωση, υπάρχει όλη η σεμνότητα της ποιήτριας και η βαθιά γνώση, πως στην ποίηση δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις. Αν κάποιος γράφει στίχους χωρίς να διαβάζει ποίηση, τότε δεν είναι ποιητής. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έχει διαβάσει πολύ ποίηση και αυτό το έχουμε διαπιστώσει από τη διακειμενικότητα προηγούμενων έργων της, που είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε, αλλά και από το καινούργιο της βιβλίο, που αναλύσαμε.

Τρίτη 22 Μαΐου 2018

ΛOΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ /// ΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ



«Η αθέατη πλευρά των δευτερολέπτων»
Για την ποιητική συλλογή της Έλενας Πολυγένη «Τα Δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2017)



Γράφει η Νάνα Παπαδάκη//*

«Τραγούδια παρατεταμένης ακινησίας»: ο πρώτος τίτλος της ποιητικής συλλογής, ο οποίος μετατοπίστηκε θα έλεγα στον τελικό τίτλο: «Τα Δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών». Θα επιχειρήσω να φωτίσω πτυχές της γραφής της Έλενας Πολυγένη, ποιήτριας και ηθοποιού, να αναδείξω τον σωματικό, ψυχικό, βιωματικό χάρτη της ποιητικής συλλογής της μέσα απ’ το πρίσμα αυτής της μετατόπισης.
Οι τίτλοι των ποιημάτων φτιάχνουν μια μικρή ιστορία γι’ αυτή την περιπέτεια, τους παραθέτω, χωρίς στίξη: «ξαφνικό κάτι υπάκουο στις εντολές της ανησυχίας δευτερόλεπτα έξοδος κάτι σαν γραμμή που οδηγεί στο παραλίγο καλώντας τους ομοίους κύματα στοργής κάτι δύσκολο να χαραχθεί στις ευθείες του ας χαμογελάσω κάτι γονατιστό στα ηχεία μου απέραντες εκτάσεις βρέφη σονέτο παρατεταμένης ακινησίας τα περασμένα σκοτεινιάζουν κυνηγοί υπονοούμενα εξηγήσεις κάτι ασύμβατο με τα περισσότερα χέρια περισσεύματα φύλλων και κοσμημάτων άμυνες σύγχυση στο στρώμα συμπεράσματα ο καλύτερος γιατρός πέταξαν κάποιος έζησε εκεί ζωή τραγούδια ακινησίας συγγένειες σκόνη επιπτώσεις η δύναμη της δημιουργίας διάλλειμα για βαρκάδα θλιμμένη θνητότητα κάτι σαν επικήδειος πληρωμένοι καθώς θα δρέπουμε την άνοιξη με την πίκρα στα δόντια άοπλοι».
Η λέξη κάτι επανέρχεται στους τίτλους. Ένα «κάτι» που μοιάζει με περίσσευμα, με υπόλειμμα των πραγμάτων. Ένα «κάτι» σαν μήνυμα, σαν δώρο ή νόημα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει αμέσως αντιληπτό και περιμένει να ανακαλυφθεί η εσωτερική όραση που θα το ανασύρει από ανοίκειες, σκοτεινές περιοχές της ψυχής στην περιοχή της συνείδησης. Το δώρο αυτό, το μήνυμα, φτάνει με «σκληρά παπούτσια» στο εισαγωγικό ποίημα του βιβλίου: «σκληρά παπούτσια το μήνυμα» για να γίνει στο τέλος της πρώτης ενότητας που έχει τον τίτλο «παρατεταμένη ακινησία»: «νεύματα καλέσματα που μιλούσαν στα πρόσωπα με τα φτερά». Τι είναι αυτό που μεσολαβεί; Ίσως αυτή η εσωτερική όραση. Ήδη στο δεύτερό ποίημα του βιβλίου λέει η ποιήτρια «σπασμένο κρύσταλλο το φως εισχωρεί μέσα μου». Παρατηρώ ότι το κρύσταλλο αυτό είναι σπασμένο, κάτι έχει διαμελιστεί και σαν
αυτός ο διαμελισμός να είναι απαραίτητος για να φτάσει τελικά στις «ζωντανές στιγμές».
Το μοτίβο της πτώσης διατρέχει την πρώτη ενότητα, αλλά και όλο το βιβλίο: «Ήταν η μόνη ευκαιρία μέσω της πτώσης τους να πούνε το όχι», «τότε αποφάσισα να οργανώσω πόδια που έτρεμαν μάτια που κοίταζαν την πτώση», ή κι αυτό της βαρύτητας: «μου έφευγαν πάντοτε πράγματα από τα χέρια πάντα με την ίδια φορά προς τα κάτω», «όταν αφήνεται στο πάτωμα να πέσει η ταραχή μου με μορφή αντικειμένου», «όπως σωρός από κεράσια που αντανακλούν την άνοιξη έφυγαν μια μέρα κάθετα». Mία κάθετη πτώση σε τόπο ανοίκειο, σκοτεινό, ίσως όμως και ευεργετικό εν τέλει, μιας και η συνειδητή παραμονή σε αυτόν θα μπορούσε να προσφέρει ή να ενισχύσει τα ψυχικά και νοητικά εφόδια για το πέρασμα, την μετατόπιση από το «Τραγούδι παρατεταμένης ακινησίας», που κρατάει το σώμα της ποιήτριας «μετέωρο και μόνο», στα «Δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών», τα οποία στο ποιητικό σύμπαν της παρουσιάζονται ως φωτεινά σημάδια που αναβοσβήνουν εμπρός στο ενδεχόμενο μιας αναγέννησης, μιας άγνωστης ακόμη μεταμόρφωσης, μιας άφιξης σε «χώρα» εσωτερική που σύμφωνα με τα λόγια της «δεν την ξέρουνε ή την έχουνε ξεχάσει».
Πολλές φορές η ποιήτρια μοιάζει να μας λέει γι’ αυτή την διαδικασία, την παραμονή στον ανοίκειο κόσμο ένα «αρκετά», «ως εδώ». Κι αυτό τον ρόλο παίζουν τα ομοιοκατάληκτα ποιήματά της, με περιπαικτικό ύφος, που επανέρχονται ως ιντερμέδια, «διαλείμματα για βαρκάδα», απαραίτητες ανάσες για να μην συντριβεί κανείς σε έναν διαρκή αντικατοπτρισμό που «θυμίζει διαρκώς εκείνο που χάνεται».
Η δεύτερη ενότητα ποιημάτων έχει τίτλο «θλιμμένη θνητότητα». Εδώ η ποιήτρια κατακλύζεται από ένα όραμα μυστικής ένωσης με τη φύση, με μυστικούς κήπους, με φύλλα: «είναι φύλλα μέσα τους φως, συμπτώσεις, πιθανότητες», «πράσινα φύλλα διαρκή η αποτυχία τους σταθερή εδραιώνεται στη γλώσσα», «απλώνεται νύχτα μέσα στα φύλλα που κάποτε ζητούσα να με χαϊδέψουν», «πόσο αγαπώ τα φυτά, φυλλαράκια, μίσχοι, τι σιωπηλή κατασκευή» «φυλλώματα κι από μέσα τους βλέμμα βυθού που λαμπυρίζει» και μοιάζουν αυτά τα φύλλα έτοιμα να αναρριχηθούν γύρω της, να της χαρίσουν το αίσθημα ενότητας που αποζητά, με κίνδυνο, όμως, να την μεταμορφώσουν σε υπάκουο ζώο που θα μηρυκάζει «μασουλώντας φτύνοντας την ανοιξιάτικη μέρα», γι’ αυτό ίσως λίγο αργότερα θα μας πει «άσε τα κλαδιά στην ησυχία τους». Η πόρτα εξόδου απ’ αυτό το αίσθημα
είτε απουσιάζει όπως αναφέρει στο ποίημα «Κάποιος έζησε εκεί»: «απουσία πόρτας» ή ακόμα κι αν η πόρτα είναι εκεί «το κλειδί το σπρώξαμε στα κλειστά στόματά μας».
Παγιδευμένη λοιπόν σ’ αυτό το επιτακτικό αίσθημα, στην ανάγκη για μια ένωση που να την υπερβαίνει, προβαίνει σε μια πράξη λυτρωτική, σε μια θυσία απελευθερωτική. Θυσιάζει τα πολλά ποιητικά χέρια της, αφαιρεί όλα τα ενδύματά τους, περνά από πολλές ενδιάμεσες γραφές ακολουθώντας τα στάδια της καθόδου, της πτώσης για να αναδυθεί τελικά στα «Δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών»: «δάχτυλα που γίνονται σκόνη», «χέρια που χτίζουν και χτίζουν χωρίς να προσφέρουν τίποτα σε κανέναν», «όταν το χέρι προχωρά και αγγίζει ζωντανό, κάτι που ζωντανό τρέμει και συσπάται», «σε παραμέλησα το ξέρω, το διαπιστώνω όταν κοιτάζω τα χέρια σου, ο τρόπος που ζητούσαν να κρατήσουν ένα ποτήρι νερό, ένα μολύβι, το ακουστικό του τηλεφώνου, όμως μπροστά στα μαραμένα λουλούδια, ή στο αποτύπωμα του ιδρώτα μέναν ακίνητα», «με καρδιά παιδιού στη φούχτα σαν παιδικό τρανζιστοράκι». Κι είναι αυτές οι τρυφερές θυσίες που θα μεταμορφώσουν τη σιωπή της παρατεταμένης ακινησίας και θα ανακαλύψουν μέσα της μια μουσική. «Η μουσική βαθαίνει τη μυστική μας νύχτα» θα μας πει στο ποίημα που αναφέρεται κι ο τίτλος της συλλογής «Δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών». Και κάπως έτσι η σιωπή που επέβαλλε την παρατεταμένη ακινησία -ή το αντίστροφο- θα γίνει μουσική, η παρατεταμένη ακινησία ζωή. Η εσωτερική συντριβή απ’ το αίνιγμα της ζωής και του εαυτού μας, από πράγματα που δεν μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε, απ’ το περίσσευμα των πραγμάτων, περνάει τώρα στην καλλιέργεια της εσωτερικής όρασης και στη μεταμόρφωση κι αυτό στην ποίηση της Πολυγένη δεν χρειάζεται εκκωφαντικές φωνές. Ο καλοζυγισμένος ψίθυρος τής αρκεί και θεωρώ ότι ταιριάζει στην ποιητική φωνή και στο ποιητικό στίγμα της. Ένας ψίθυρος μεστός νοήματος, τρυφερότητας, μεταμορφωτικής ικανότητας και ελπίδας παρ’ όλους τους σκοτεινούς τόνους των ποιημάτων, ίσως και εξαιτίας τους. Η «ψιθυριστή φαντασία» της Πολυγένη θα διασχίσει όλα τα στάδια της πτώσης, της συνειδητοποίησης, της μεταμόρφωσης και θα της χαρίσει την ταυτόχρονη πια παρουσία της και στους δύο τίτλους/κόσμους της συλλογής, όπως και τη δυνατότητα να μπορεί να κοιτάζει από τον έναν κόσμο/τίτλο τον άλλον.
Σ’ αυτό το σημείο θα ανατρέξω στη «Χώρα των παράδοξων πραγμάτων», την προηγούμενη ποιητική συλλογή της Πολυγένη και θα παραθέσω ένα μικρό
απόσπασμα από το ποίημα «Ο αποδιοπομπαίος τράγος αυτοεξορίζεται», το οποίο μοιάζει να στέλνει η Έλενα του τότε στον τωρινό ποιητικό εαυτό της: «Τα δάκρυα που με συνόδευαν στις περιπλανήσεις μου, αποδείχτηκαν λεπτοδείκτες. Επιστρέφοντας στις εικόνες, θέλησα να αποτυπώσω κάτι που μόνο στο μέλλον θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό. Η ιστορία μου δεν είναι διδακτική. Μαζεύω τα πράγματά μου. Η τύχη είναι με το μέρος των πολλών και δε θέλω να βρεθώ έγκλειστη. Σχεδιάζω να σας παρακολουθήσω σύντομα και χωρίς υγρά μάτια». Νιώθω ότι οι λεπτοδείκτες αυτού του ποιήματος μέτρησαν τελικά την πορεία της ως τα «Δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών» μια ποιητική εργασία με ευαισθησία και δύναμη, βαθύ βίωμα, καλοσμιλευμένους στίχους και διάφανη ομορφιά, την οποία χάρισε η ποιήτρια και ηθοποιός Έλενα Πολυγένη στην προσωπική της κατάδυση στην περιπέτεια της γραφής.


// Ακολουθεί βίντεο με απαγγελίες της Έλενας Πολυγένη σε μουσική του Βασίλη Τζαβάρα (ηλεκτρική κιθάρα, loops). Το βίντεο, το οποίο επιμεληθήκαμε με τον Γιώργο Ζορμπά, περιλαμβάνει αποσπάσματα της ταινίας του Hans Richter «Dadaist Film». Η ηχογράφηση των ποιημάτων έγινε στην κοινή μουσική παρουσίαση των ποιητικών συλλογών μας στο Jazz Point, στα πλαίσια των μουσικών βιβλιοπαρουσιάσεων που επιμελείται η Μαρία Γιαγιάννου. Ποιήματα που ακούγονται στην ηχογράφηση: «Ο αποδιοπομπαίος τράγος αυτοεξορίζεται» από τη «Χώρα των παράδοξων πραγμάτων» (εκδ. Το Κεντρί) και «Δευτερόλεπτα», «Κάτι υπάκουο στις εντολές της ανησυχίας», «Κάτι ασύμβατο με τα περισσότερα χέρια» από τα «Δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών» (εκδ. Γαβριηλίδης)// 


https://www.youtube.com/watch?v=AdARxIPwdf0

***

*Η Νάνα Παπαδάκη είναι ηθοποιός, σκηνοθέτις και ποιήτρια.

***

Τρίτη 15 Μαΐου 2018

ΣΟΦΙΑ ΚΟΥΚΟΥΛΑ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ




Πορτρέτο

Πρωινά ατελέσφορα
Δεν φιλοξενώ τα σκόρπια όνειρα. 
Φιλοτεχνώ τα ορισμένα. 
Συμφωνία έγκλειστη εκλείσθη. 
Μεσημέρια μισοσκότεινα. 
Συντάσσω δυο τρεις επιστολές αποχαιρετιστήριες. 
Ιεροτελεστία τελευταία τελέστηκε.
Απογεύματα επισκεπτηρίου. 
Καταγράφω τους καθρέφτες που έσπασα.
Ψάχνω ειδικώς τα πιο μικρά κομμάτια. 
Ένα μάτι κόκκινο.
Μισά χείλη.
Σκαμμένο αριστερό πάνω δέρμα. 
Πορτρέτο άνισο. 
Το κορνιζάρω στο σαλόνι. 
Υδρόβια πουλιά στέκονται μπροστά του και το παρατηρούν. 
Τις νύχτες που αναζητούν τροφή στα μουσκεμένα όνειρά μου. 
Τα μάτια κλείνω. 
Όρθια.
Πριν κοιμηθώ. 
Ξαπλωτή.
Βλέπω εμένα να βουτάω στη θάλασσα μαζί τους
Βλέπω εμένα να βουτάω.
Βλέπω εμένα.

***

Ωραιότερο δεν άκουσα ποτέ 


Σου έχω μιλήσει ποτέ για τις σιωπές; 
Για τις σιωπές που κρύβονται στους ιριδίζοντες ουρανούς. 
Κάνοντας κουπί σε μια βάρκα που μεθάει.
Καθώς τα κύματα χαϊδεύουν το γυμνό της δέρμα. 
Σου έχω μιλήσει;
Σου έχω ψιθυρίσει ποτέ για τα δυο μαύρα πουλιά; 
Αυτά που πήραν τη σκοτεινιά πίσω από εκείνα τα βουνά.
Δυο ζωγραφισμένα και πλατιά μι σε παλέτα που σουρούπωνε. 
Σαν τα σύννεφα αγκάλιαζαν την ευστοχία του αναπάντεχου.
Σου έχω ψιθυρίσει; 
Σου έχω φωνάξει ποτέ από μακριά; 
Παίζοντας παιγνίδια με ήχους και Πινακωτές. 
Πίσω από τα βράχια παρέα με κάτι ψάρια και δυο αλήθειες. 
Που βρήκαν την ομορφιά της ησυχίας. 
Σαν τον κόκκο της άμμου που συνάντησε το άλλο του μισό. 
Σου έχω φωνάξει; 
Όχι. 
Δεν σου έχω μιλήσει. 
Δεν σου έχω ψιθυρίσει. 
Ούτε σου έχω φωνάξει. 
Μα εσύ τ’ άκουσες όλα. 
Όλα. 
Εσύ.

***

Φοβού τους εαυτούς 

Πρωινές συνεστιάσεις. 
Φερέλπιδες νέοι τις συνέταξαν. 
Μιας μέσης νεότητας. 
Πρώην συμπληρωματικοί. 
Πρώην αποστάτες. 
Νυν και αεί. 
Σε χρόνο μελλοντικό. 
Τωρινοί προφήτες. 
Προβλέπουν κινδύνους. 
Συνεχώς. 
Πού και πού ελλοχεύουν. 
Εαυτούς. 
Πίσω από μια γλάστρα. 
Ανθίζουν.


«Θερινή ώρα»,'Εναστρον 2018

***