Translate

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Edward Thomas, Gavin Ewart, Maya Angelou




Mεταφράζει η Ασημίνα Ξηρογιάννη



Philip Edward Thomas (3 Μαρτίου 1878 – 9 Απριλίου 1917). Bρετανός ποιητής, δοκιμιογράφος και πεζογράφος. Τον θεωρούν «ποιητή του πολέμου», παρόλο που μόνο λίγα από τα ποιήματά του έχουν να κάνουν με τις εμπειρίες του από τον πόλεμο. Η καριέρα που στην ποίηση ήρθε αφού πρώτα είχε διαπρέψει ως λογοτεχνικός κριτικός και πεζογράφος. Στα 1915, κατετάγη στον Αγγλικό Στρατό για να πολεμίσει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και σκοτώθηκε σε μάχη δύο χρόνια μετά.


ΘΑ ΕΡΘΕΙΣ;

Θα έρθεις;
Θα έρθεις;
Θα ιππεύσεις
τόσο αργά
στο πλευρό μου;
Ω, θα έρθεις;

Θα έρθεις;
Θα έρθεις;
Aν η νύχτα έχει
ένα φεγγάρι,
ολόκληρο και φωτεινό;
Ω, θα έρθεις;

Θα ερχόσουν;
Θα ερχόσουν;
Εάν το μεσημέρι έδινε φως,
όχι το φεγγάρι;
Όμορφη, θα ερχόσουν;

Θα είχες έρθει;
Θα είχες έρθει
χωρίς να περιφρονείς,
Αν ήταν
ακόμη πρωί;
Αγαπημένη, θα είχες έρθει;

Αν είναι να έρθεις
Βιάσου κι έλα
Οι κουκουβάγιες έκλαψαν'
Σκοτεινιάζει
για να ιππεύσεις.
Αγαπημένη, όμορφη, έλα.


*

Gavin Buchanan Ewart (4 Φεβρουαρίου 1916 – 25 Οκτωβρίου 1995). 'Ηταν Βρετανός ποιητής. Το 1971 βραβεύτηκε
με το Cholmondeley Award.


ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΥΘΟΥ ΧΑΪΚΟΥ

Mετά την Πρώτη Νύχτα
ο Ηλιος φίλησε το Φεγγάρι: «Πολυαγαπημένο,
ήσουν υπέροχο!»


*

(Maya Angelou, πραγματικό όνομα: Marguerite Annie Johnson, 1928-2014) Ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια, πεζογράφος, ακτιβίστρια και καθηγήτρια πανεπιστημίου. Θεωρείται από τις πιο σπουδαίες Αμερικανίδες ποιήτριες, ως «μια από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές μορφές της Αμερικής κατά την τελευταία 50ετία» και μια από τις «μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας».


Ελα. Και γίνε το μωρό μου.


Ο αυτοκινητόδρομος είναι γεμάτος μεγάλα αμάξια
που δεν βιάζονται για κάπου
Kι οι σύντροφοι καπνίζουν ό,τι καίω
Κάποιοι άνθρωποι τυλίγουν τη ζωή τους γύρω από ένα ποτήρι με κοκτέιλ
Και συ κάθεσαι και συλλογιέσαι
πού να στραφείς.
To 'χω.
Ελα. Και γίνε το μωρό μου.

Κάποιοι προφήτες λένε πως ο κόσμος θα χαθεί
αύριο
Αλλά κάποιοι άλλοι λένε πως μας μένουν ακόμα μια δυο βδομάδες
Οι εφημερίδες είναι γεμάτες παντός είδους ανθισμένο τρόμο
Και συ κάθεσαι και αναρωτιέσαι
Τι να κάνεις.
To 'χω.
Ελα. Και γίνε το μωρό μου.
 
(Αναδημοσίευση από το Περιοδικό Βακχικόν) 
 
****
 
 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ ///ΤΟ ΑΙΜΑ ΝΕΡΟ



Χάρης Βλαβιανός «Το αίμα νερό», εκδ. Πατάκη, σελ. 74


Το αίμα νερό… γίνεται!

 ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Το Αίμα νερό είναι ένα ευσύνοπτο και αποσπασματικό βιβλίο που αποδεικνύει πως καθώς το έργο ενός συγγραφέα εξελίσσεται σε μια αυτοπροσωπογραφία, δηλαδή ένα έργο πιο προσωπικό, εξομολογητικό είναι λειτουργικό να κομματιάζεται σε θραύσματα. Με αυτό το βιβλίο συνομιλεί γόνιμα λοιπόν και με τα Σονέτα της Συμφοράς, αλλά και με προηγούμενα του βιβλία. Kυρίως στην πρώτη ενότητα του «Adieu» (1996). «Λεύκωμα» (Χρονικά αγάπης και απωλείας), αναφέρεται στις δύσκολες οικογενειακές του σχέσεις, όπως έχουμε ήδη επισημάνει στα πρώτα κεφάλαια αυτού του βιβλίου. Και δεν μπορούμε να ξεχάσουμε εκείνο το «συγγένεια σημαίνει θάνατος» (Pentimemto, σελ.23). Ο αναγνώστης που παρακολουθεί το έργο του γνωρίζει ήδη τον σκληρό και εγωιστή πατέρα, καθώς επίσης και την ανεύθυνη και εγωπαθή μητέρα, που παρουσιάζονται να αναιρούν εύκολα ή να αλλοιώνουν το γονεϊκό ρόλο και πρότυπο. Ο Βλαβιανός, μέσα στο μυαλό του οποίου δεν έπαψε ποτέ, απ’ ότι φαίνεται, να κουδουνίζει ενοχλητικά η λέξη «ματαίωση», ανακαλεί γεγονότα της ζωής του που μοιάζουν σαν σκηνές μιας κινηματογραφικής ταινίας με τον τρόπο που είναι δοσμένα. Μάλλον μοιάζουν με snaps-shots, με τα οποία συνθέτει μια αφήγηση στην οποία συναντάμε μια γλώσσα με μεγάλη πύκνωση, όπως συνηθίζεται και στη γλώσσα της ποίησης. Πετυχαίνει ακόμα μια γλώσσα που διαθέτει μεγάλη ακρίβεια, η οποία αποπνέει ποιητικότητα από τη μια, σου δίνει την αίσθηση ότι δεν κουβαλά πάνω της τίποτα περιττό από την άλλη. Μέσω αυτής καταφέρνει να εξωτερικεύσει κάτι τόσο προσωπικό χωρίς να γίνει κουραστικός, λίγος, ανούσιος, φλύαρος και στη χειρότερη περίπτωση μελό. Διότι τέτοιου είδους αφηγήσεις απαιτούν την τήρηση αποστάσεων ασφαλείας απ’ ότι βασανίζει το υποκείμενο της γραφής, ώστε να φτάσει όπως πρέπει να φτάσει στον αναγνώστη. Ο Βλαβιανός ξύνει παλιές πληγές, αλλά δεν το κάνει για πρώτη φορά. Καταλαβαίνει κανείς ότι δεν έχει θάψει τους νεκρούς μέσα του ακόμα. Έχουμε στα πρώτα κεφάλαια υποστηρίξει ότι η πληγή είναι πηγή όπως έλεγε και ο Πεντζίκης, πρώτη ύλη για το έργο του. Κάθε οδυνηρή αναμόχλευση κρίνεται αναγκαία για τον δημιουργό και την εργασία του και αυτή η αναμόχλευση φωτίζεται διαφορετικά όταν εμπλέκεται με τις λέξεις, τα φίλτρα, την σχετική επεξεργασία μιας τέτοιας έμπνευσης και μπαίνει στο εργαστήρι του συγγραφέα και είναι γόνιμη, αφού αποδίδει καρπούς πνευματικούς και αποκτώντας άλλου είδους βαρύτητα.
Και δίνει φωνή πρώτα στο παιδί και έπειτα στον έφηβο που ήταν κάποτε για να μιλήσει ανοιχτά για την τραυματική σχέση που είχε με τους δύο γονείς του. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι ξεπέρασε ή επούλωσε με τη γραφή τις πληγές του, σημαίνει όμως σίγουρα ότι έμαθε να τις αποδέχεται με όλο το βάρος τους, καθώς και ότι είναι πια σε θέση να τις σημασιοδοτεί αλλιώς, γνωρίζοντας πάντα πόσο μάταιο είναι να αναζητεί κανείς τη συγχώρεση ή τη λύτρωση. Αναζητεί τη συμφιλίωση με το παρελθόν και με όλες τις εκκρεμότητες που ο θάνατος έχει αφήσει ανοιχτές. Μάλιστα, το «Αίμα Νερό» το αφιερώνει στα παιδιά του γιατί αυτά, όπως λέει, θα γράψουν την τεσσαρακοστή έκτη πράξη αυτού του βιβλίου.
Εδώ δεν υπάρχει κανένας, καμία οιμωγή. Προφανώς η εποχή του θρήνου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Στα παλιότερα ποιήματά του για την οικογένεια βέβαια νιώθεις ότι είναι πιο «θερμός» εκφραστικά. Για παράδειγμα σε ένα ποίημα που συναντάμε μέσα στην Εύθραυστη Επικράτεια των Λέξεων γράφει: «Τώρα που ο λυγμός / παλεύει ακόμη με τις λέξεις / κι η φαντασία δεν έχει τη δύναμη /να εξευγενίσει τη μνήμη, τώρα θα πρέπει να μιλήσω για σας /τρυφερές, σαρκοβόρες / γυναίκες της ζωής μου, / να γράψω γι’ αυτό που κάποτε είσαστε, / που ήμουν κάποτε / που οφείλω να γίνω και πάλι». (O υιός της απωλείας) Υπάρχει όμως στο «μυθιστόρημά» του μια μοιραία και διάχυτη πικρία που σου δημιουργεί την ισχυρή αίσθηση ότι το αίμα έγινε νερό σε αυτό το οικογενειακό δράμα που ανεβάζει επί σκηνής, σε μια προσπάθεια να λύσει τις εξισώσεις της ζωής του. Οι οικογενειακοί δεσμοί αποδεικνύονται ανεπαρκείς, η ρήξη είναι εδώ πια. Για πάντα. Οι νεκροί δεν δικαιώνονται. Οι λέξεις έχουν την δύναμη να τιμωρούν. Η εμμονή του με τα «οικεία κακά» είναι πλέον το κλειδί για να εισχωρήσει κανείς σωστά στο έργο του. Όσα πράγματα κρύβει βαθιά μέσα του τα φέρνει στο φως, χαρίζοντάς τους ποιητική αίγλη, δημιουργώντας σχεδόν ένα δικό του σύμπαν, με ξεχωριστή θεματολογία και γλώσσα ιδιωτική.
«Μυθιστόρημα» το αποκαλεί ειρωνικά ίσως στον υπότιτλο, μπλέκει μέσα και τον θεατρικό όρο «πράξεις», προϊδεάζοντας έτσι τον αναγνώστη. Το κείμενό του δεν ανήκει ακριβώς ούτε στο ένα είδος, ούτε στο άλλο, έχει και στοιχεία ποιητικότητας, όπως προαναφέραμε. Συνηθίζει να μην προσδιορίζει ακριβώς, ενώ χαρακτηρίζει. Συνηθίζει να επαναπροσδιορίζει τα Σονέτα, να ακυρώνει τα γραμματολογικά είδη. Έτσι σημειώνει κανείς: «Οιονεί Σονέτο, οιονεί μυθιστόρημα, οιονεί ποίημα. Κι είναι αυτό μια πάγια τακτική του, ένα στοιχείο Ποιητικής του, που τον διαχωρίζει από τους άλλους ποιητές της γενιάς του 80. Γενικά έχει το πάθος να εκφράζει μέσω της ποίησης αυτό που εχάθη από τη ζωή του. Με αναστοχαστική πάντα διάθεση και με ενδιαφέρον να βλέπει κάθε φορά πώς μπορεί η εμπειρία και κυρίως η σκέψη πάνω στην εμπειρία να μετουσιωθεί σε γλώσσα της ποίησης. Αφηγείται τον εαυτό του και την ιστορία του εαυτού του, βάζει το είναι του στο ντιβάνι της γραφής, εξιστορεί εμμονικά σχεδόν αυτό που απέμεινε από τις απώλειες, κάνοντας αλλεπάλληλες εγγραφές που επικοινωνούν μεταξύ τους σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Με στόχο τις εμπειρίες του αναγνωστικού κοινού στο οποίο απευθύνεται. Μπορούν να δουν μέσα στο Αίμα νερό κάτι από τη δική τους θλιβερή ιστορία; Μπορούν να κάνουν συνδέσεις με τη δική τους εμπειρία; Σίγουρα θα έχουν και κείνοι κάποιο κρυφό ή φανερό οικογενειακό δράμα, ή κάποια παρόμοια τραυματική εμπειρία. Οπότε ίσως βρουν μέσα στο βιβλίο αυτό τον ίδιο τους τον εαυτό, τα ίδια τους τα βιώματα. Ο Τσέχωφ στα σημειωματάριά του ισχυρίζεται ότι στην τέχνη δεν μπορείς να πεις ψέματα ούτε να επινοείς πόνους που δεν δοκίμασες ο ίδιος. Όμως ακόμα κι αν κλαίει ο συγγραφέας, δεν θα πρέπει να μεταφέρει σε καμία περίπτωση τον συναισθηματισμό του στον αναγνώστη. Έτσι, συμβουλεύει τους συγγραφείς να γράφουν ψυχρά, να μην γλυκαίνουν τα γραπτά τους. Θα χαιρόταν αν διάβαζε τα γραπτά του Βλαβιανού.

Πρώτη δημοσίευση στο : http://fractalart.gr/to-aima-nero/

ΔΟΚΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ [Απόσπασμα]




[...]

Όταν το ποίημα θυμίζει παιδί που πετυχαίνει το ακατόρθωτο: να πλένει τα αστέρια, ας πούμε
Όταν το ποίημα ενηλικιώνεται -επιτέλους!
Όταν το ποίημα ισοδυναμεί με μικρό θαύμα
Όταν το ποίημα αφαιρεί ασύστολα και «κόβει» Όταν το ποίημα σε «κόβει»
Όταν το ποίημα χορεύει Όταν το ποίημα αλητεύει Όταν το ποίημα ασκητεύει
Όταν το ποίημα μεταφράζεται σε θάνατο ή σε έρωτα Όταν το ποίημα είναι προκλητικά υπαινιχτικό Όταν το ποίημα αποκαλύπτει το ίδιο την ποιητική του Όταν το ποίημα απαντά σε κακοήθειες, αλλά όχι στην τρέχουσα γλώσσα -σε άλλη γλώσσα, ειδική γλώσσα


[ 14 ]


Όταν το ποίημα έχει απογόνους
Όταν το ποίημα σού δίνει την αίσθηση ότι είναι θάλασσα Όταν το ποίημα ε ί ν α ι θάλασσα
Όταν το ποίημα μπαίνει σε μουσείο
Όταν το ποίημα ελυτίζει Όταν το ποίημα Καβαφίζει Όταν το ποίημα βερμπαλίζει Όταν το ποίημα -ίζει γενικά
Όταν το ποίημα σε βάζει μέσα στο εργαστήρι του δημιουργού του Όταν το ποίημα ξεκινά να γράφεται από τη μία και μοναδική μαγική λέξη του δημιουργού του
Όταν το ποίημα ανατρέπει πρότερες γραφές του δημιουργού του
Όταν το ποίημα δεν είναι ποίημα, αλλά παρωδία ποιήματος Όταν το ποίημα δεν είναι ποίημα, αλλά μόνο μια άσκηση επί χάρτου, ή μόνο γρατζούνισμα στο χαρτί του δημιουργού Όταν το ποίημα φλερτάρει το αόρατο Όταν το ποίημα εμπεριέχει το ορατό


[ 15 ]


Όταν το ποίημα παύει να σου «μιλά»
Όταν το ποίημα είναι κάθετο πιο πολύ παρά οριζόντιο Όταν το ποίημα μοιάζει με ανοιχτό ορίζοντα Όταν το ποίημα διαδηλώνει μια «άλλη ποιητική» μη ποιητική Όταν το ποίημα πυροδοτεί λεκτικά συμβάντα Όταν το ποίημα ξεπερνά τη Μούσα του
Όταν το ποίημα έχει άρωμα αντρικό
Όταν το ποίημα έχει το όνομα και τη χάρη σου


(όταν το ποίημα)


…ποτέ δεν ολοκληρώνεται



 * Βακχικόν 2017
                                             



Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Συγγραφέων



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ







Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Συγγραφέων

Μετά τις αρχαιρεσίες της 7ης Μαΐου 2017, που έγιναν κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης της Εταιρείας Συγγραφέων για την ανάδειξη μελών διοικητικού συμβουλίου και εξελεγκτικής επιτροπής,
και την εισδοχή νέων μελών, τα αποτελέσματα διαμορφώθηκαν ως εξής:

Για μεν το Διοικητικό Συμβούλιο, εξελέγησαν οι Γιώργος Χουλιάρας (Πρόεδρος), Γιώργος Βέης (Αντιπρόεδρος), Αγγελική Στρατηγοπούλου (Γενική Γραμματέας), Ηρώ Νικοπούλου (Ταμίας),
Μαρία Κούρση (Μέλος Δ.Σ.), Λιάνα Σακελλίου (Μέλος Δ.Σ.), Μάκης Τσίτας (Μέλος Δ.Σ.), και αναπληρωματικά μέλη οι Μαρίζα Ντεκάστρο και Γιώργος Γώτης.

Μέλη της εξελεγκτικής επιτροπής είναι οι: Ιωσήφ Βεντούρας, Νίκος Δαββέτας και Γιάννης Στεφανάκις, αντεπιστέλλοντα μέλη οι Ντέιβιντ Μέισον, Κρίστοφερ Μέριλ, Κρίστοφερ Μπάκεν και Μαουρίτσιο Ντε Ρόζα,
επίτιμο μέλος ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και τακτικά μέλη οι Λεωνίδας Κακάρογλου, Βασίλης Παπαθεοδώρου και Δημήτρης Φύσσας.

"To read or not..." /// της ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ



Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη


Η  ανάγνωση είναι πάθος πολλές φορές, πάθος αξεπέραστο και μοιραίο. Ο παθιασμένος αναγνώστης όπου κι αν βρίσκεται θα βρει τρόπους να ανοίξει ένα βιβλίο ή έστω να το ξεφυλλίσει και είναι ψευτοδίλημμα το ερώτημα "to read or not to read" σε ό,τι τον αφορά. Επίσης γι΄αυτόν το θέμα είναι "to be or not to be" στην ουσία, αφού η ζωή του η πραγματική ταυτίζεται με τη ζωή του σαν αναγνώστης. Δύο ζωές άρρηκτα δεμένες, εμποτισμένες με άπειρη φαντασία.
Ο παθιασμένος αναγνώστης δεν διαβάζει απλώς βιβλία, αλλά σκαρφαλώνει πάνω σε αυτά, γατζώνεται από αυτά, βυθίζεται σε αυτά, παρηγορείται με αυτά, ζει ο ίδιος μέσα σε αυτά. Πιστεύει. Διασκεδάζει. Δίνεται. Ανήκει. Αγαπά. Τα βιβλία σύντροφοι σιωπηλοί, μοναχικοί, σοφοί. Τον ταξιδεύουν αλλού και τον δίνουν απλόχερα στιγμές ευτυχίας. Δεν αγοράζει πολλά ρούχα, όλα τα λεφτά πηγαίνουν σε σπάνιες εκδόσεις. Μέσα στο πλυντήριο ρούχων ή μέσα στο τζάκι με άνεση αποθηκεύει βιβλία που περισσεύουν. Βιβλία δηλαδη υπάρχουν σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού του, επειδή πιστεύει ακράδαντα ότι «a room without books is a body without a soul». Τα Χριστούγεννα φτιάχνει βιβλιόδεντρο και το φωτίζει, ζητά πάντα δώρο βιβλίο από τον Αη Βασίλη, πάντα δώρα βιβλία παίρνει στα παιδιά του. Κάνει λίστες με βιβλία που επιθυμεί διακαώς να αγοράσει. Κανονικός book lover. O έρωτας  είναι διαρκής και βαθύς, αφού γνωρίζει ότι τα βιβλία ποτέ δεν θα τον προδώσουν. Μπορεί να έχει στο σπίτι του από δύο βιβλιοθήκες και πάνω και όταν του περισσεύουν βιβλία τα χαρίζει σε φίλους ή κάνει μπαζάρ βιβλίων τα Χριστούγεννα. Όχι ότι τα προδίδει όταν τα «σκοτώνει»στο μπαζάρ, δεν το βλέπει έτσι. Αλλά σκέφτεται ότι καλό είναι να τα διαβάσει και κανένας άλλος άνθρωπος. Άλλωστε για τον εαυτό του είναι βέβαιος ότι τα συγκεκριμένα βιβλία δεν θα του λείψουν. Δεν τον ενδιαφέρει να είναι  κοινωνικός, προτιμά πάντα ένα καλό βιβλίο, απορρίπτοντας συχνά εξόδους που νιώθει ότι θα του «φάνε»χρόνο από το διάβασμα. Η μυρωδιά του φρεσκοτυπωμένου χαρτιού τον ξετρελαίνει. Αλλά δεν αφήνει άθικτα όταν τα πάρει στα χέρια του. Του αρέσει να κράτά σημειώσεις πάνω στα ίδια τα βιβλία, να υπογραμμίζει και καμιά φορά να βάζει στάμπιλο.
Τα καλογραμμένα και συναρπαστικά βιβλία του χαρίζουν ευτυχία μεγάλη. Ερωτεύεται λέξεις, εκδόσεις, συγγραφείς, ερωτεύεται τη διαδικασία του διαβάσματος, απολαμβάνει κάθε στιγμή που ζει παρέα με τα βιβλία του. Η ανάγνωση γι΄αυτόν δεν είναι μόνο έρωτας, αλλά και τρόπος ζωής. 'Αλλωστε, ένα βιβλίο την ημέρα  την πραγματικότητα την κάνει πέρα. 'Εχουμε την τέχνη για να αντέξουμε τη ζωή, αυτό είναι το μόττο του αναγνώστη μας. Κάνει συνεχώς σκέψεις πάνω σε κάτι που διάβασε και αν κάτι του κάνει μεγάλη εντύπωση σπεύδει να το σημειώσει στο σημειωματάριό του. Βρίσκει τον εαυτό του μέσα σε ένα βιβλίο με την ίδια ευκολία που τον χάνει κιόλας μέσα σε αυτό. Γίνεται δημιουργική ζύμωση, ειδικά αν ο αναγνώστης είναι και ο ίδιος συγγραφέας, οπότε εμπνέεται πολλαπλά για να δημιουργήσει ο ίδιος ακολουθώντας ευθαρσώς την ιερή οδό της διακειμενικότητας. Είναι το ταξίδι σε άλλη διάσταση, είναι η αναζήτηση της μαγείας και η γοητεία των πολλαπλών ταυτοτήτων, των αλεπάλληλων φανταστικών περιπετειών, είναι όλα αυτά που συναρπάζουν τον φανατικό αναγνώστη, ο οποίος -σημειωτέον-μπορεί να διαβάζει οπουδήποτε και όχι μόνο ένα βιβλίο τη φορά, αλλά πολλά μαζί παράλληλα. Είναι γρήγορος και ασκημένος, έχει μάθει πλέον να ονειρεύεται με μάτια ανοιχτά. Γνωρίζει τα κριτήρια για να χαρακτηρίσει ένα βιβλίο «καλό». Η καρδιά του ανοίγει διαρκώς, το μυαλό του εξασκείται, οι αισθήσεις του είναι διάχυτες, είναι πλούσιος από γνώσεις και έχει αναπτυγμένη αρκετά τη συναισθηματική νοημοσύνη. Πάντα πηγαίνει στο κρεβάτι του παρέα με ένα βιβλίο, ποτέ μόνος του. Κάνει συνεχώς λίστες με βιβλία που έχει ήδη διαβάσει, αλλά και με βιβλία που επιθυμεί διακαώς να διαβάσει στο μέλλον.
Και κάθε φορά νιώθει μέρος του βιβλίου που διαβάζει, περιδιαβαίνει ελεύθερος στο χώρο των ηρώων, βιώνει κι ο ίδιος τις ζωές τους, τα πάθη, τα λάθη, τους έρωτές του μπαινοβγαίνοντας σε πραγματικά σύμπαντα.
Ο αναγνώστης θεωρεί ιερή τη διαδικασία της ανάγνωσης, είναι μια μύηση σε άλλα σύμπαντα και σε πρωτόγνωρες εμπειρίες. Είναι μια ηδονική για αυτόν συνεχής ασχολία που δίνει ξεχωριστό νόημα στην καθημερινή πρακτική του. Πάντα η τσάντα του περιέχει και κάποιο ή κάποια βιβλία που αγαπά. Είναι φιλοπερίεργος, εθισμένος στις λέξεις,  τσαντίζεται όταν κάποιος αμφισβητήσει αυτή του την αγάπη. Έχει άπειρες γνώσεις και ίσως κάτι να αποτυπώνει στο χαρτί και ο ίδιος -όχι απαράτητα με φιλοδοξία να το εκδώσει. Ο αληθινός αναγνώστης είναι πνεύμα ανήσυχο, πάντα αναρωτιέται τί θα διαβάσει μετά, πάντα ψάχνει στα ράφια των (παλαιο)βιβλιοπωλείων και κάνει συγκρίσεις, εκφέρει κρίσεις, κάνει συσχετισμούς αναφορικά με πράγματα και πρόσωπα γύρω από την έκδοση ενός βιβλίου. Είναι βαθύς γνώστης και χαίρεται να ανοίγει εποικοδομητικές και ερεθιστικές συζητήσεις με άλλους αναγνώστες και βιβλιόφιλους όταν τους συναντά σε εκθέσεις βιβλίων, ή λέσχες ανάγνωσης ή φιλικές συντροφιές. Ανταλλάσσει απόψεις, προτείνει βιβλία και ίσως και να έχει δημιουργήσει -ειδικά στις μέρες μας- και κάποιο βιβλιοφιλικό μπλογκ.
Αγαπάμε τους  αναγνώστες που, μπορεί να γίνονται κάποιες φορές γραφικοί, όμως έχουν συνήθως κάτι ουσιαστικό να πουν.

Πρώτη δημοσίευση : vakxikon.gr

Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /// ΤΑΞΙΔΙΑ




ΤΑΞΙΔΙΑ


Λίγα ταξίδια στη ζωή μου έχω κάνει
και αυτά ποιητικά, κυρίως, τα λες
Και κάθε φορά που η καρδιά τον δρόμο χάνει,
είναι οι λέξεις που αναδύονται ορθές
Με παντομίμα μού υπενθυμίζουν πάντα
πως έζησα ουκ ολίγες ηδονές,
μα ήταν όλες τους – μα όλες! μόνο και καθαρά ποιητικές

Ποιήματα που έχω αγαπήσει κι ας μην τα έχω γράψει εγώ
Σιωπηλά το σώμα τους έχω γνωρίσει
μεθυσμένη από λυρικό χορό.
Άλλοτε ο στοχασμός μ’ είχε κερδίσει
και τώρα όλα αυτά τ’ αναπολώ.
Λίγα ταξίδια στη ζωή μου έχω κάνει
Σε ποιητικά νερά κόντεψα να πνιγώ.

Για τα Ποιήματα της Ελίζαμπεθ Μπίσοπ – γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη








Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, Ποιήματα, μετάφραση Γιώργος Παναγιωτίδης, εκδ. poema.., 2016.
Σε μετάφραση και επίμετρο του ποιητή και πεζογράφου Γιώργου Παναγιωτίδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις (.poema…) ένα καλαίσθητο βιβλίο που περιέχει ποιήματα της σημαντικής και πολυβραβευμένης Αμερικανίδας ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Η Μπίσοπ γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στη Μασαχουσέτη. Πέθανε στη Βοστόνη το 1979 και είχε μια ζωή πολυτάραχη και πλουραλιστική που τροφοδότησε την τέχνη της. Εκπρόσωπος του μοντερνισμού, σε όλη της τη ζωή δημοσίευσε συνολικά 101 ποιήματα που όμως προκάλεσαν αίσθηση και ενδιαφέρον. Η ίδια συνήθιζε να δουλεύει πολύ τα ποιήματά της, τα οποία αποτελούσαν προϊόντα διανοητικής επεξεργασίας περισσότερο παρά προϊόντα μιας έμπνευσης της στιγμής. Η αφόρμηση είναι συχνά αυτοβιογραφική, αλλά ποτέ τίποτα δεν λέγεται απροκάλυπτα, τα πιο πολλά υποκρύπτονται εντέχνως. Το παρελθόν, η απώλεια, η αποξένωση από το περιβάλλον, οι διάφοροι τόποι από ταξίδια είναι μερικά από τα θέματα με τα οποία συστηματικά καταπιάνεται. Στην ουσία τα ποιήματά της αποτελούν μικρές ιστορίες ζωής και διαθέτουν έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα. Επίσης πετυχαίνει τον συγκερασμό των αντιθέτων! Ακριβής και πολυεπίπεδη ταυτόχρονα, κινείται αριστοτεχνικά ανάμεσα στο συμβολικό και το πραγματικό, ανάμεσα στο ατομικό και το πανανθρώπινο, ανάμεσα στο ταπεινό και το υψηλό. Και αυτά τα παντρέματα στην ποίηση δεν θα πρέπει να θεωρούνται καθόλου εύκολα ή αυτονόητα. Τα ποιήματά της, αν και πεζολογικά στην πλειοψηφία τους, σε πολλές περιπτώσεις δεν στερούνται ρίμας και διακρίνονται για τον ποιητικό τους ρυθμό, δύο στοιχεία που ο μεταφραστής επιδιώκει και διατηρεί κατά την μεταφορά τους στην ελληνική γλώσσα.
Zωή λοιπόν με πολλά θέματα που τροφοδότησαν την ποίησή της. Αποτέλεσαν το υλικό και συνάμα το έναυσμα της δημιουργίας της. Η ορφάνια, ο αλκοολισμός της, η ομοφυλοφιλία της, η ασθενική της κράση, όλα αυτά μαζί και άλλα ίσως, την οδήγησαν πιθανόν σε ένα είδος γραφής ιδιαίτερο που δεν την κατατάσσει στην λεγόμενη εξομολογητική γραφή, ένας από τους εκπροσώπους της οποίας είναι ο αιώνιος φίλος της Robert Lowell. Ωστόσο, όλα τα «προσωπικά» της στοιχεία δεν αποκαλύπτονται, αλλά κλειδώνονται μέσα στα ποιήματα. Εκεί μέσα οι πόνοι και οι πληγές της «ξεκουράζονται». Σε άλλους δημιουργούς, κάποιες φορές τα τραύματα αποτελούν κράχτες, τα τραύματα «φωνάζουν». Εδώ τα ποιήματα «κρύβουν», αποτελούν μικρούς γρίφους ή αινίγματα αναφορικά με την αλήθεια που υπάρχει από πίσω. Η Μπίσοπ φαίνεται ότι δεν θέλει η γραφή της να χαρακτηριστεί «γυναικεία», αλλά ούτε και «αυτοβιογραφική», αποστρεφόμενη τις «ταμπέλες». «Παίζει» με τους όρους της, με τους σουρεαλιστικούς και τους στοχαστικούς τόνους και τις εικόνες, με την αμφίθυμη και ειρωνική διάθεση. Kαταθέτει με πνευματώδη τρόπο τις εντυπώσεις της από τον κόσμο γύρω της. Ψυχή ταξιδιάρα, αναμειγνύει στα ποιήματά της αληθινά περιστατικά με φανταστικές ιστορίες και συχνά ο αναγνώστης αναρωτιέται πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα, κάτι που είναι ιδιαίτερα γοητευτικό. Μας δίνει μια γνώση, αλλά και μια αίσθηση «ρέουσα και αιωρούμενη».
Μια καλαίσθητη και προσεγμένη έκδοση που μαρτυρά τον ζήλο του μεταφραστή για το αντικείμενό του. Περιέχεται κατατοπιστικό σημείωμα του Παναγιωτίδη στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον τρόπο που εργάστηκε, στις προσδοκίες του αναφορικά με την έκδοση και γενικότερα στο «σκεπτικό» που έχει σχετικά με αυτήν. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα πλούσιο και εκτενές επίμετρο χωρισμένο σε κεφάλαια (Βιογραφία, Βραζιλιάνικη περίοδος, Η ποιήτρια, Ποιητική, Ποιητικές συλλογές). Ακόμα, συναντά κανείς βιβλιογραφία, καθώς και διαδικτυακές πηγές, συνδέσμους που αναφέρονται στη ζωή και το έργο της Μπίσοπ.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί
τόσα πολλά πράγματα φαίνονται προσηλωμένα
στο να χαθούν που ο χαμός τους δεν είναι καταστροφή.
Χάνεις κάτι κάθε μέρα. Πέρα από την ταραχή
σαν χάσεις τα κλειδιά σου, άσχημα η ώρα πάει στα χαμένα.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί.
Ασκήσου λοιπόν να χάνεις πιο γρήγορα να χάνεις πιο πολύ:
τόπους και πρόσωπα και όπου προόριζες για σένα
να ταξιδέψεις. Τίποτα από αυτά δεν θα φέρει την καταστροφή.
Έχασα τη φροντίδα της μητέρας μου. Και κοίτα! Το τελευταίο ή
προτελευταίο χάθηκε από τρία σπίτια μου αγαπημένα.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί.
Έχασα δύο πόλεις, αξιαγάπητες. Και πιο πολύ
κάποιους κόσμους που ανήκα, δύο ποτάμια, μια ήπειρο.
Μου έλειψαν μα δεν ήταν καταστροφή.
Ακόμα χάνοντας εσένα (τη φωνή που αστειευόταν, ένα νεύμα
που αγαπώ) δεν πρόκειται να πω ψέμα. Είναι προφανές
η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί
μολονότι μπορεί να μοιάζει σαν (γράψε το!) σαν καταστροφή.
μετάφραση: Γιώργος Παναγιωτίδης
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ./http://frear.gr/?p=17469

Για το Μικρό Χρονικό τρέλας – γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη



                                             

Αύγουστος Κορτώ
Μικρό χρονικό τρέλας
Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη, 2016
246 σελ.


«Θυμάμαι ολοκάθαρα τη στιγμή που τρελάθηκα», ξεκινάει το βιβλίο του ο Αύγουστος Κορτώ. Και είναι σαφής: Θα μας διηγηθεί μια προσωπική ιστορία χωρίς φόβο και ανασφάλειες. Θα μας μιλήσει με παρρησία για το οξύ ψυχωσικό επεισόδιο με στοιχεία θρησκευτικού παραληρήματος, που υπέστη στην εκπνοή του έτους 2008. Το Μικρό χρονικό τρέλας είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί. Γεμάτο ζωντάνια και παραστατικότητα βάζει τον αναγνώστη μέσα στο κλίμα αυτής της προσωπικής ιστορίας του συγγραφέα. Πρόκειται για την τρίτη γραφή του βιβλίου, τα πρόσωπα που συναντάμε εκεί ανήκουν όντως στον περίγυρο του Κορτώ. Οι εικόνες πολλές, άμεσες, αυθεντικές, η αφήγηση ρέουσα, ρεαλιστική όχι απαλλαγμένη από κάποιο χιούμορ. Άλλωστε μέσα στο παραλήρημά του ο Κορτώ «έπαιξε», θέλοντας και μη, σε κάποιες πραγματικά κωμικές σκηνές τις οποίες επιτυχώς ενσωμάτωσε μέσα στο βιβλίο. Πάντα παρούσα η σύνδεση με την μαμά «Κατερίνα», πάντα παρούσα η αναφορά σε κείνη και στο στίγμα που του άφησε και η παρουσία της όταν ζούσε, αλλά και η απουσία της όταν έφυγε. Ολα ξεκίνησαν ξαφνικά και απρόσμενα: μια απότομη αφύπνιση, ένα απίστευτο κύμα ενέργειας, απώλεια της ικανότητας της ανάγνωσης, αδυναμία ερμηνείας του γραπτού λόγου, η αίσθηση μιας απρόσμενης σοφίας, μια περίεργη κεραυνοβολημένη διάθεση. Και χρησιμοποιεί τη λέξη «τρέλα» στον τίτλο του βιβλίου, όχι για να το κάνει να φαίνεται πιασάρικο, όπως ο ίδιος εξηγεί στον αναγνώστη. Αλλά για τους εξής λόγους: πρώτα πρώτα στα πλαίσια ενός κλίματος αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης. Άλλωστε, ο ίδιος και οι αγαπημένοι του αναφέρονται στην εμπειρία εκείνη του Δεκέμβρη ως εξής: «Θυμάσαι τότε που τρελάθηκε ο Κορτώ και τον κυνηγούσαμε γυμνό στο Δρομοκαΐτειο;» Και ακόμα «επικαλείται την μεταφορική χρήση της τρέλας», μια τρέλα που εμπεριείχε και τα στοιχεία της αφύπνισης, αν και έβαλε σε μπελάδες πολλούς ανθρώπους και κυρίως τον ίδιο, οποίος λόγω του οικογενειακού του ιστορικού διέθετε έναν άκρως ταλαιπωρημένο ψυχισμό.
Η αγάπη και η ανεξάντλητη του Τάσου, του πατέρα του, των καλών φίλων, η εμμονή σε κάποιους συγγραφείς και ιδίως στον Σάλιντζερ τον οποίο μετέφραζε κιόλας και που άγγιζε τα μύχια της ψυχής του,οι τάσεις μεγαλομανίας, η πίστη του ότι ήταν ο νέος Δαλάι Λάμα και όλα τα ανύπαρκτα σκηνικά που φαντασιωνόταν ή όλα αυτά που αβίαστα «έχτιζε» με το μυαλό του, η άδικη δολοφονία του νεαρού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου εκείνες τις ίδιες μέρες που «η τρέλα» τον κυρίευσε και που του έδινε την αίσθηση μιας προσωπικής απώλειας, ο θάνατος του γιατρού που τον παρακολουθούσε και τον οποίο ο ίδιος αγνοούσε, όλα αυτά τα στοιχεία και άλλα ακόμα αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της έντονης και «επικίνδυνης»αφήγησης. Αν είχε χρώμα η αφήγηση τούτη, αυτό θα ήταν το κόκκινο. Η αίσθηση που μας αφήνει ο συγγραφέας είναι ακραία. Ωστόσο, ως τεχνίτης του λόγου, αποφεύγει το μελό, παίρνει τις αποστάσεις του και με ψυχραιμία καταθέτει και τους λόγους τους ψυχωσικού επεισοδίου και το ιστορικό της παραφροσύνης. Με τη δέουσα διαύγεια αναφέρεται σε πράγματα άκρως σοβαρά χωρίς να πέφτει στην παγίδα του άσκοπου συναισθηματισμού. Εξομολογείται, αλλά έχει τον τρόπο να πετυχαίνει τις σωστές ισορροπίες. Εκτίθεται ο ίδιος, αλλά ελέγχοντας το υλικό του, δίνοντας μια αίσθηση ότι έχει ο αναγνώστης μπροστά του ένα σημαντικό ντοκουμέντο ή μια μικρή πραγματεία για την κατάθλιψη, η οποία θα τον χτυπήσει αργότερα ή μπορεί να χτυπήσει τον κάθε άνθρωπο για ποικίλους λόγους. Μιλάει ανοιχτά για το πώς ο ίδιος την νίκησε, πώς γενικά θα μπορούσε αυτή να νικηθεί και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πρακτική και τον ρόλο της ψυχανάλυσης και την μεγάλη αξία της. Γενναία ξεγυμνώνεται μπροστά στον αναγνώστη. Καθαίρεται, αλλά και δείχνει δυνατός πια,αποφασισμένος να μην περάσει τη ζωή του κυνηγημένος από τον φόβο και έχοντας σαν μότο τη σκέψη: «Η ψυχή μας δεν είναι φτιαγμένη να αρκείται στη δυστυχία».
Η πραγματικότητα που συνθλίβει κάποιες φορές, αλλά και η νοσηρή κληρονομικότητα που έχει τη δύναμη να στοιχειώνει σαν φάντασμα και κατατρώγει την ψυχή και τη ζωή του ανθρώπου, σε συνδυασμό με τη «σπαραχτική εμμονή της αυτομομφής», είναι πιθανό να τον οδηγήσουν στην ψύχωση, στην κατάθλιψη και άλλα τέτοια σκοτεινά μονοπάτια που συνεπάγονται μια τεράστια και βασανιστική Οδύσσεια τόσο για τον ίδιο που νοσεί, όσο και για τους οικείους του. Ο Κορτώ, έχοντας περπατήσει σε τέτοιους είδους μονοπάτια και έχοντας πολύτιμη γνώση, πετυχαίνει να μετατρέψει με σοφία το ατομικό του βίωμα σε καθολικό. Η ιστορία του, με το εύρος, και τη διαχρονική της υφή, μας αγγίζει και μας αφορά όλους!

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ./ http://frear.gr/?p=17695 ]

Για τήν «Κρυφή πόρτα» του Αλέξη Πανσέληνου – γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη







Αλέξης Πανσέληνος, Η κρυφή πόρτα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2016

Η λογοτεχνία δεν μπορεί να μένει ανεπηρέστη από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν μπορεί να «κλείνει τα μάτια και τα αυτιά της» σε όσα συμβαίνουν γύρω της, θα ήταν κάτι απαράδεκτο και άδικο συνάμα. Όπως κάθε καλλιτέχνης, έτσι και ο λογοτέχνης τροφοδοτείται συχνά από την πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική κατάσταση που βλέπει και βιώνει. Μοιραία, αυτή αντανακλάται μέσα στο έργο του και είναι η σχέση δημιουργού και κοινωνίας-που-τον-γέννησε μια σχέση αμφίδρομη. Ο Αλέξης Πανσέληνος γράφει μια ιστορία που διαδραματίζεται με φόντο την σύγχρονη κρίση. Τόπος, η Αθήνα. Χρόνος, οι αρχές του 2015. Κρυφή πόρτα ο τίτλος του βιβλίου. Ήρωας ένας πεζογράφος που εργάζεται αναγκαστικά ως μεταφραστής για να μπορέσει να ζήσει. Έχει μια ζωή συνηθισμένη, έχει υπάρξει σε έναν γάμο που διαλύθηκε. Ζει μονάχος και φτωχός, επιθυμεί να βγάλει ένα δεύτερο βιβλίο που θα το προσέξουν οι κριτικοί. Μετακομίζει στο παλιό σπίτι της μητέρας του, που έχει πεθάνει, στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Ασκληπιού. Το σπίτι αυτό αποτελείται από δύο μικρά διαμερίσματα ενωμένα μεταξύ τους με μία πόρτα. Επειδή χρειάζεται οπωσδήποτε χρήματα, αποφασίζει να νοικιάσει το ένα διαμέρισμα, αλλά δεν διαθέτει χρήματα για να κλείσει την κρυφή πόρτα. Περνούν διάφοροι ενοικιαστές που το απορρίπτουν, τελικά το νοικιάζει μια νεαρή κοπέλα. Δυο άνθρωποι διαφορετικού φύλου, ηλικίας και ψυχισμού. Θα συναντηθούν οι ψυχές και τα σώματα; Θα υπάρχει ένα παρελθόν που τους χωρίζει και ενα μέλλον που τους ενώνει ή το αντίστροφο. Πάντως η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια πολλές φορές, και επίσης, συχνά έρχονται και σου χτυπούν την πόρτα κάποια παλιά χρωστούμενα που σου δείχνουν τον δρόμο.
Η πλοκή είναι απλή, το σκηνικό αναγνωρίσιμο, η αφήγηση απλώνεται νωχελικά και καταλαμβάνει το αναγνωστικό «είναι», ο ήρωας Ευγένιος περιγράφεται αναλυτικά, δίνεται ανάγλυφα, παίρνει σάρκα και οστά, ο συγγραφέας μάς βάζει απόλυτα μέσα στην ψυχοσύνθεσή του, στα νεανικά του χρόνια στις καταβολές του. Υπάρχει δίπλα σου, πλάι σου, είναι ζωντανός, ένας αληθινός άνθρωπος, όπως και η νεαρή Μαρία, μια καυτή πιτσιρίκα, μια «μυρωδάτη κούκλα» που τραβά τον δικό της σταυρό, αλλά το παλεύει να υπάρξει, να επιβιώσει μέσα σε έναν χαοτικό και απορριπτικό κόσμο! Εκείνη εκδίδεται και τον έχει επιλέξει για να του ζητήσει προστασία! Εκείνος τη σώζει από έναν τρελό εραστή, την ερωτεύεται και τη διεκδικεί. Μα υπάρχουν σημάδια, διφορούμενες λέξεις, προγνωστικά και όνειρα, μια σκιά πάνω από τα κεφάλια τους πλανάται και τους απειλεί. Δεν είναι εύκολο να κλείσεις πίσω σου καμία πόρτα τελικά. Μπορεί να ψάχνεις τρόπο και αυτή να σε παιδεύει! H τρελή Σωτηρία, παλιά του και αταίριαστη σχέση παράνομη, επανέρχεται διαρκώς στη σκέψη και τα όνειρά του και φέρνει τα πάνω κάτω. Άραγε τι σχέση έχει η μυστηριώδης Μαρία με τη Σωτηρία;
Υπάρχουν παντού, σε όλους τους ανθρώπους, καλά κρυμμένα μυστικά που αν αποκαλυφθούν μπορεί να προκαλέσουν βλάβες. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα διαχειριστεί όλα, υπάρχουν όρια, ο Ευγένιος στο τέλος μένει ενεός, και απροστάτευτος. Όταν συνειδητοποιεί και αναζητά απαντήσεις, καταρρέει, γιατί η κατάσταση τον ξεπερνά. Υπάρχουν πράγματα που ο άνθρωπος αδυνατεί να ελέγξει και αυτό πρώτα μας το δίδαξε η αρχαία ελληνική τραγωδία.
Ένα βιβλίο με πολλές παραμέτρους για το άστυ που υποφέρει, που «καίγεται» από την Κρίση, για τους πολίτες που φυτοζωούν, για τη φθορά, τους έρωτες που ξοφλάνε, για τις «αμαρτίες» που πληρώνονται, για τη Μοίρα, για τις κρυφές ζωές, για το λογοτεχνικό σινάφι και τις συνήθειές του, για τον πλουραλισμό της ζωής.
Ο ρυθμός του έργου είναι αργός και αναρωτιέσαι πού το πάει και λες τι εξέλιξη μπορεί να έχει! Δεν έχει φιοριτούρες και ψευτοτερτίπια, προς τιμή του! Δεν το αφήνεις με τίποτα, γιατί αν είσαι υποψιασμένος αναγνώστης, μυρίζεσαι την καλή δουλειά και αναγνωρίζεις τις λειτουργικές και αποτελεσματικές ζυμώσεις. Η ανατροπή του τέλους σε αποζημιώνει δεόντως.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ]

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ /// ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ








Τα Τραγούδια της φυλακής


Δημήτρης Φύσσας


Προλεγόμενα: Ροβήρος Μαράνου-Καραντουμιτράκε

Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, 2017
317 σελ.




*****

 
Όπως είναι γνωστό από την Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, η Λαοκρατία Σερβίδου μάζευε τραγούδια της φυλακής απ' όταν ήταν πολιτική κρατούμενη. Όταν ηττήθηκε η εξέγερση της λεγόμενης "Ελεύθερης Ελλάδας" εναντίον της κυβέρνησης του ΚΚΕ (Πολυτεχνείο, Νοέμβρης 1973) και η Λαοκρατία σκοτώθηκε, οι γονείς της διαφυλάξανε τη συλλογή των τραγουδιών από τις έρευνες της ΛΑΚΡΑΣΦΑ (Λαϊκή Κρατική Ασφάλεια). Πολύ αργότερα, την εμπιστεύτηκαν για έκδοση στον Ροβήρο Μαράνου-Καραντουμιτράκε (Ρ.Μ.-Κ.), δρ Νοελληνικής Φιλολογίας, ο οποίος, αυθαίρετα, προόσθετε τραγούδια μέχρι σχεδόν τον θάνατό του (στο γνωστό αεροπορικό δυστύχημα της Ν. Παταγονίας, τέλη του 2016). Τελικά, η συλλογή έφτασε στον Δημήτρη Φύσσα, με τη φροντίδα του οποίου τώρα εκδίδεται. Είναι προφανές ότι το ανά χείρας βιβλίο καλύπτεται από τριπλό κόπιραϊτ: της οικογένειας Σερβίδου, της οικογένειας του Ρ.Μ.-Κ. και του Φύσσα. Είναι εξίσου προφανές ότι, παρόλο που περιέχει γύρω στα 400 τραγούδια - πολλά σχολιασμένα και όλα "βιβλιογραφημένα" - η συλλογή αυτή δεν κλείνει το θέμα. Γι' αυτό και από τον τίτλο του βιβλίου απουσιάζει το οριστικό άρθρο.


 ****

ZΩΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΓΧΟΡΔΟ 
ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ

Στον ουρανό την πάτησα
Ρισκάρισα κι αμάρτησα
Στη γη χορεύουν λύκοι
Μαγκιά και νταηλίκι.

Με συννεφιά περπάτησα
Και μια σημαία άπλωσα
Χωρίς να έχω μία
Πλακώνει η αστυνομία.

Τα όνειρά μου φυλακή 
Κι εγώ παρανομία.

Η κοινωνία χώρισε σε κάτω και σε πάνω
Ζωή για ένα έγχορδο και θάνατος για πιάνο.

Το νοίκι δεν το πλήρωσα
Σαν μάρτυρας μαρτύρησα
Και η στενή στενεύει
Για όποιον ταξιδεύει.

Οι φίλοι μου σκορπίσανε
Το παρελθόν το σβήσανε
Βαδίζω και πηγαίνω
Σε ράγες δίχως τραίνο.

Σ΄άλλο σταθμό τούς άφησα
Κι αλλού τους περιμένω.

Η κοινωνία χώρισε...


  ****
.

ΑΣΕ ΜΕ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΜΟΥ
 
Άσε με στη φυλακή μου
Άσε με μες στο κελί μου


Για τ’ απέξω δε με νοιάζει
Δεν με νοιάζει κι αν χαράζει


Κι αν χαράζει κι αν νυχτώνει
Και η μέρα αν τελειώνει


Μέσα ‘δω θέλω να μείνω
Φυλακής νερό να πίνω


Στέγη και τροφή για να ‘χω
Γιατί έξω άλλα θα πάθω


Εδώ θέλω να πεθάνω
Και την κοινωνία την κλάνω


Έξω είναι τα θηρία
‘Δω στα σίδερα, ησυχία.




[Μουρμούρικα δίστιχα, που τα σύνθεσε ο Μήτσος ο «Αρκουδιάρης», σεσημασμένος ποινικός κρατούμενος στις Φυλακές Αλικαρνασσού]
 

 ****

Πηγές :timelink.gr (φωτό)
           βιβλιονέτ (εισαγωγή)
  
 ****