Translate

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ //// ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ //// ' EΣΠΑΣΕ




                                       





Έσπασε



Κώστας Καναβούρης

Μελάνι, 2014
48 σελ.

*****

Γράφει ο Κώστας Καναβούρης



σπασε

Δεν είμαι βέβαιος για το τι μπορεί να πει κάποιος αναφορικά με ένα ή περισσότερα βιβλία ποίησης που έχει γράψει. Το κείμενο είναι το ίδιο το βιβλίο. Τα υπόλοιπα είναι περικείμενα. Άλλωστε έχω την πεποίθηση ότι η ποίηση συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει. Το ποίημα άρα και το βιβλίο ποίησης δεν είναι προϊόν στόχου ή προγραμματικών εμπρόθετων αλλά το αποτέλεσμα μιας επιθυμίας που σχηματίζεται, μετασχηματίζεται και ανασχηματίζεται καθ’ οδόν χωρίς να τελειώνει ποτέ αφού το ποίημα γράφεται από την αρχή, τη στιγμή που διαβάζεται. Ο αναγνώστης του ποιήματος είναι ο δημιουργός κάθε φορά ενός νέου ποιήματος. Ακόμη και ο ποιητής ο ίδιος – που όπως λέει εκστατικά ο Γιάννης Ρίτσος, «είναι ο πρώτος έκπληκτος αναγνώστης των ποιημάτων του» - είναι κάθε φορά ο δημιουργός ενός νέου ποιήματος. Γι’ αυτό υποστηρίζω ότι η ποίηση είναι μια διαρκής διαδικασία ή αλλιώς η ατελεύτητη πορεία της άπειρης εκδοχής του αθέατου. Η ποίηση - γράφω στην τελευταία μου συλλογή με τίτλο «Έσπασε» - δεν έχει αναγνώστες, έχει αυτόπτες μάρτυρες. Ακριβώς εννοώντας ότι το ποίημα είναι γεγονός, δεν σταματάει στις λέξεις του, στις φράσεις του, στις φάσεις του (γιατί όχι;), αλλά ερμηνεύεται, μεθερμηνεύεται, μυθολογείται, ανασημασιοδοτείται, απομαγεύεται, αναμαγεύεται, φεύγει και επανέρχεται όπως όλα τα γεγονότα. Που ποτέ δεν έχουν συμβεί εντελώς τη στιγμή που συμβαίνουν. Άλλως δεν θα υπήρχε ιστορία, άλλως δεν θα υπήρχε ποίηση. Πώς λοιπόν να μιλήσεις για ένα βιβλίο ποίησης, όταν το ίδιο το βιβλίο χάσκει πάνω από το μηδέν (και το άπειρο) και αδυνατεί να συναντήσει τον αντικειμενικό εαυτό του: να απαντήσει δηλαδή στο ερώτημα εάν ένα βιβλίο ποίησης, είναι τω όντι ένα ποιητικό βιβλίο. Εάν ποιεί τον αναγνώστη του που με την σειρά του θα ποιήσει το βιβλίο και πάει λέγοντας σ’ ένα αέναο και ανασυστρεφόμενο παίγνιο που είναι ο παρίας της θεωρίας των παιγνίων, επειδή βρίσκεται καβάλα 
στα αφρισμένα κύματα της εντροπίας ∙ και το ξέρει. Το ποίημα λοιπόν είναι γεγονός υπαρξιακής αυτογνωσίας. Το ποίημα. Όχι ο ποιητής. Τολμώ να πω    ότι ακόμα και το ποίημα δεν υφίσταται. Προσοχή: δεν λέω ότι δεν υπάρχει. Λέω ότι δεν υφίσταται. Λέω ότι είναι το ψευδές απείκασμα των εννοήσεων που περιέχει. Ένα υπερκείμενο που δηλώνει (ναι, δηλώνει κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε ως ελεύθερη οντολογικά ύπαρξη) ότι το ποίημα δεν είναι… αυτό το ποίημα. Το ποίημα είναι πιο μέσα. Χωρίς να ορίζεται ποιο είναι αυτό το «πιο μέσα». Το «μέσα» είναι κατεύθυνση. Το «πιο» είναι ποσότητα αόρατου υλικού που υφίσταται ως ζώσα και ανείπωτη ύλη. Ωστόσο ύλη. Αντιληπτή ακριβώς. Και ως θαύμα και ως τραύμα. Ακριβώς αυτό: το ποίημα δεν υπάρχει αν δεν είναι ακριβές. Άλλοτε σαν θεϊκό σκυλί που ορίζει τον χώρο του κατουρώντας, δηλαδή ορίζει το άπειρο ως σκληρός κτηματίας του ανείπωτου και άλλοτε σαν σπηλαιώδης σιωπή που μεγεθύνεται για να αποκαλύψει τον τρόμο του σπηλαίου της. Ο Πλάτωνας κάτι ήξερε από αυτό. Από αυτή την υποψία που είναι η ποίηση και η ποιητική νοημοσύνη που ούτε ο πελώριος Θεός δεν την ήξερε, γι’ αυτό και την κάθε μέρα που εξημέρωνε τη δημιουργία του ο πελώριος δημιουργός την έβλεπε – διάβαζε πάει να πει – εξ αρχής, το ποιητικό γεγονός μιας επιθυμίας που δεν μπορούσε να αποφύγει, διότι αυτή ήταν η φύση του – την έβλεπε λοιπόν και μάθαινε από το δημιούργημά του. «Και οίδεν ότι καλόν» λένε οι Γραφές. Το πελώριο δημιουργητικό συμβάν, μάθαινε από το δημιούργημά του. Δηλαδή η δημιουργία η ίδια δημιούργησε την γνώση της δημιουργίας της. Που με την σειρά της ανακάλυψε – αφού μετά λόγου γνώσεως μπόρεσε να φανταστεί – την θραύση της δημιουργίας. Ανακάλυψε το θραύσμα της ύλης διαπραγμάτευσης με το φοβερά ενιαίο σκοτεινό. Ανακάλυψε την διασπορά πολλών και ποικίλων ταυτοτήτων, αλλιώς δηλαδή ετεροτήτων που προχωρούν δημιουργώντας ολοένα εδάφη του σκοτεινού κενού, αλλά όχι του άδειου. Και προχωρούν. Δεν θα σταματήσουν ποτέ. Και θα κόβονται
διαρκώς από το υαλί του Καβάφη και από το θεώρημα του Πουανκαρέ. Ή του Γκόλντμπαχ. Ή από την μουσική του θεϊκού Μπετόβεν και του λανθανόντως θεϊκού Μπρούκνερ. Ή από την θρυλική σιωπή τόσων και τόσων Θεών και ηρώων που ετάφησαν μέσα στη σιωπή τους, δηλαδή ετάφησαν μέσα στην ίδια τους την ποίηση, ετάφησαν μέσα στην ίδια τους την επιθυμία, ετάφησαν τελικά μέσα στο σώμα τους. Το αμείλικτο σώμα της ποίησης.
Οπότε τι να πεις για μια συλλογή υπό τον τίτλο «Έσπασε», πέρα από το ότι την υπογράφει ένας κάποιος ποιητής που την κρατούσε – κι όλο του ξέφευγε κι ακόμα του ξεφεύγει – είκοσι χρόνια στα χέρια του; Και τώρα κοιτάζει με περιέργεια τα χέρια του. Πώς έγινε και δεν έσπασαν; Κι από την άλλη: πώς έγινε και η σιωπή έσπασε σε τόσες πολλές σιωπές; Δεν ξέρω. Το μόνο που μπορώ να πω, εκ των υστέρων βέβαια, είναι πως το «Έσπασε», εμένα του αναγνώστη του, μου φέρνει στο νου έναν τεράστιο θόρυβο από σιωπή που σπάζει, έναν σωρό από συντρίμμια σιωπής. Στον Γράμμο και στο Βίτσι ίσως. Ύστερα από τους πυροβολισμούς του εκτελεστικού αποσπάσματος που εσιώπησε για πάντα έναν Μπελογιάννη, έναν Πλουμπίδη, και τόσους άλλους που έθραυσαν το συμπαγές και χάθηκαν μέσα στο κενό που δημιούργησαν. Όλο αυτό ειπώθηκε χαράματα. Υποθέτω ότι εκείνες τις στιγμές των πυροβολισμών «εις τον συνήθη τόπο» των εκτελέσεων στο Γουδί, θα πέταξαν τρομαγμένα κάποια πουλιά. Σπάζοντας την ακινησία του θανάτου. Σπάζοντας, δηλαδή, την ακινησία του καθρέφτη. Γι’ αυτό είπα το βιβλίο «Έσπασε». Για κάποια πουλιά που πέταξαν, μπαίνοντας μέσα στον καθρέφτη. Ο καθρέφτης δεν έσπασε. Γι’ αυτό έγραψα αυτό το βιβλίο. Ίσως. Γι’ αυτό.



Υ.Γ. Το ποίημα είναι το διαφυγόν κέρδος της ποίησης.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ //// ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ //// Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ


                    

                                         





Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2015



ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ






                                       






Κάθε έργο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, είναι προορισμένο να αποτύχει. Αυτή η ήττα, αυτή η παταγώδης καταβαράθρωση του εγώ, μπορεί να αποτελέσει τον προθάλαμο για μια σειρά από μεταγενέστερους θριάμβους που στην πορεία θα εξελιχτούν, και αυτοί με τη σειρά τους, σε γοητευτικές ήττες, ούτως ώστε η κυκλική ροή των πραγμάτων να συνεχιστεί. Η μεγάλη λογοτεχνία είναι μεταγενέστερη, δεν αφορά το τώρα. Αφορά το υποφωτισμένο κομμάτι, την πλήρη αμηχανία απέναντι στο τώρα, την οριακή έκπληξη του αύριο.
Δεν έχω πια καμιά σχέση με τα τέσσερα προηγούμενα βιβλία που έγραψα, εκτός απ’ το γεγονός ότι τα έγραψα. Ήμουν, απλώς, ο άνθρωπος που έζησε μαζί τους όλα τα χρόνια τους, ο εξαναγκασμένος ταχυδρόμος του μηνύματός τους, αυτός που μετέφερε τις αποσκευές τους, ο κοντινότερος συγγενής τους. Όλο αυτό, περιέχει μια τεράστια ερημιά, τολμώ να πω αποκλειστική. Η περιπέτεια της γραφής, αυτό το περίτεχνο, εγωπαθές, συμπλεγματικό, υπέροχο οπλοστάσιο στο ταξίδι για την αυτοπραγμάτωση δεν θα μπορούσε να σημαδεύεται παρά από μία μονάχα λέξη: Μοναξιά. 


Το πώς η ζωή παρεισφρέει ή εμφανίζεται αίφνης, τις περισσότερες φορές ως αντεστραμμένο είδωλο αυτής της πράξης – γιατί το να γράφεις δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να πράττεις, να πράττεις καθημερινά, ακατάπαυστα, με όλες σου τις αποφάνσεις και τις αρνήσεις – είναι μια άλλη συζήτηση, άλλων διαστάσεων και πιθανότατα άλλης, μακρινής, εποχής. 









Μπορώ τώρα να ισχυριστώ ότι είμαι υπερήφανος μόνο για τα λάθη μου, για όλα όσα διέπραξα (και με διέπραξαν) με όλο μου το αίμα. Αυτές οι μικρές, ασύμπτωτες, παρορμήσεις, είναι μονομερώς, οι μόνες που θα μπορούσαν να έχουν σχέση με τον επόμενο καιρό, τον επόμενο άνθρωπο. Το σημερινό κεντρικό σκηνικό, η πολιτιστική πασαρέλα με τα πολίτικαλ κορέκτ αυτοεπιβεβαιωτικά σύνδρομα, έχει γεμίσει με καρτούν. Υπάρχει μια μακρινή σχέση μόνο με τον άνθρωπο. Μια μακρινή σχέση με τον καλλιτέχνη. 


Η σύγχρονη σκέψη στην λογοτεχνία έχει πιστεύω εκπληρώσει το τόξο των δυνατοτήτων της. Μια πιο αναλυτική σκέψη, όπως ας πούμε η φιλοσοφία, ίσως θα μπορούσε να συνεισφέρει περισσότερο, να προχωρήσει πέρα απ’ τα προαπαιτούμενα και τα αυτονόητα. Σε κάθε περίπτωση, τα μάτια και των δυο – και της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας – θα πρέπει να είναι στραμμένα μπροστά, στον αχαρτογράφητο χώρο του άγνωστου. Ούτε πίσω, για 
την άντληση και την αξιοποίηση περασμένης γνώσης, ούτε κάτω, από την αμήχανη ή διαχειριστική διάθεση αυτού που αποκαλούμε πνεύμα. Εδώ, θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε, μιας και ανέφερα την λέξη πνεύμα, να προσθέσω, ότι η ταυτότητα της ψυχής έχει πολύ μεγάλη σημασία για μένα. Και το πνεύμα είναι ο καθρέφτης της καθαρής ψυχής, σύμφωνα με τους Ινδιάνους. 


Μεταβαίνοντας στα ποιήματα της τελευταίας συλλογής Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ (εκδ. Γαβριηλίδης) είναι σημαντικό να τονίσω πως πρόκειται, κυρίως, για ένα πολυαναμενόμενο και αυτονόητο ιδεολογικό μνημόσυνο του βασικού στάτους στο οποίο στηρίχτηκε όλη η τετραλογία, που υπήρξε ότι σημαντικότερο έχω καταθέσει έως σήμερα. Το νεκρό σώμα της γυναίκας που ήταν ο κόσμος – κοινού προσώπου και των τεσσάρων βιβλίων – υπάρχει εδώ περισσότερο ως αποτύπωση μιας ιστορικής αλληγορίας, αλλά και ως μια πασίδηλη ομολογία ήττας. Εννοώ πως το θεματικό έδαφος στο οποίο στεγάστηκε η ιδέα της «κοσμικής τετραλογίας» υποχώρησε, παρά την θέλησή μου. Κατέρρευσε. Για ποιο λόγο; Ίσως, γιατί δεν ήταν ποτέ στέρεο. Ίσως, γιατί δεν είχε λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του όλες τις παρενέργειες μιας πιθανής απόκλισης. Ίσως, γιατί δεν είχε αναλύσει σωστά όλα τα δεδομένα του στρατηγικού του στόχου.


Γι αυτό τα ποιήματα του Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ είναι μπλουζ. Έχουν την μορφή ενός μουσικού ρέκβιεμ, θρηνούν την αποτυχία της ιδέας τους, την αποτυχία της ένωσης, την αποτυχία του τρόπου, την αποτυχία της μορφής, εν τέλει, την αποτυχία της αγάπης. Η εμφανής ή αφανής αναφορά σε παλιούς μπλουζίστες έχει περισσότερο να κάνει με την δύναμη και την ειλικρίνεια εκείνου του παλιού συναισθήματος και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση φορμαλιστικό καταφύγιο ή αναδίπλωση. Η μουσική που ακούγεται – σε όλο το βιβλίο ακούγεται δυνατά μουσική – θρηνεί αυτό που πέρασε και δεν θα ξαναρθεί ποτέ. Αν αυτό που πέρασε είναι ένα έργο ζωής, καταλαβαίνετε ότι τα πράγματα δυσκολεύουν. Γιατί είναι μια δημόσια παραδοχή ήττας, μια λάθος κίνηση. Το βιβλίο αυτό είναι, αν θέλετε, ο ισχυρισμός ότι κάθε καλό ποίημα πρέπει να περιλαμβάνει την ιδέα της αποτυχίας του, πρέπει να φέρει αυτό το στίγμα της ματαίωσης πάνω του. Τα υφολογικά μέσα που το συγκροτούν έχουν σημασία, αλλά αυτό είναι περισσότερο δουλειά των κριτικών να τα ανακαλύψουν, όχι δική μου. Εγώ απλώς οφείλω την καθαρή στάση απέναντι στους αναγνώστες και μετά στην αυριανή μου σχέση με αυτό που δημιουργώ, με αυτό που θέλω να εκφράσω σε αξίες. Η ίδια η αξία, ως λέξη, είναι μια σπασμένη έννοια που έχει υποστεί πολλαπλούς βιασμούς από την Ιστορία. 


Η γλώσσα έχει μια τεταμένη σχέση με το σώμα και μέσα απ’ αυτή τη σχέση, που είναι μια πρώτη πηγή δυστυχίας, προσπαθεί να ανοίξει παράπλευρους δρόμους στην προσπάθειά της να καταστεί καθαρή. Το ποίημα μολύνει αυτή τη σχέση, προσπαθεί με κραδασμούς να διαταράξει την εκλογίκευσή της, να αγνοήσει θεμέλια και να απελευθερώσει την κυοφορία των «απαγορευμένων» που θα το διασώσουν και θα επιτρέψουν την αποστολή του να διασώσει τον κόσμο. Ο Νίτσε σε έναν καταπληκτικό αφορισμό γράφει ότι «μόνο σαν έργο τέχνης μπορεί, τελικά, να σωθεί ο κόσμος». Αυτό πιστεύω πια και εγώ και αυτό από μόνο του αποτελεί μια σοβαρή ομολογία ήττας, ένα οριστικό κλείσιμο του κύκλου. Το Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ σφραγίζει αυτή τη ρήση, προβάλλοντάς την στο μέλλον. Εκεί, που πολύ φοβάμαι ότι ο άνθρωπος θα έχει αναπόφευκτα συρρικνωθεί, για να μην πω, τελειώσει. 


Όμως, νοιώθω ότι ήδη είπα πολλά. Πρέπει να σταματήσω. Άλλωστε η ζωή είναι για τα μικρά όνειρα και η τέχνη για τα μεγάλα. Ο χρόνος θα σβήσει και τα δύο. Θα τα αντικαταστήσει με ταπεινότερα. Εν τω μεταξύ, η λογοτεχνία μπορεί να συνεχίσει – και είμαι βέβαιος ότι θα συνεχίσει – να απορεί με όλα.

 Πρωτίστως, με τον εαυτό της.



                          



PΗΟΤΟ: Κωνσταντίνα Φόρου

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

KΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ : Συνομιλία με ένα ποίημα της Ασημίνας Ξηρογιάννη "Παράξενη Αποσκευή"



O φιλόλογος και κριτικός Κώστας Τσιαχρής συνομιλεί μέ ένα ποίημα από την ''Προφητεία του Ανέμου'' (εξαντλημένο,Δωδώνη 2009).***
 










ΠΑΡΑΞΕΝΗ   ΑΠΟΣΚΕΥΗ
 
Ένα  "θέλω"   με  βασανίζει   χρόνια  τώρα.  
"Θέλω"   πολύπλευρο , πλουραλιστικό  , πολυδιάστατο .
Το  κουβαλώ  μαζί  μου   κι  όταν  δε  θέλω .
Θέλω   δεν  θέλω    εκείνο   με   κυνηγά .  
Μου  αρέσει   μα  φοβάμαι  κιόλας.
Μήπως   αυτό  το  "θέλω"  ποτέ   δεν το  μπορέσω .



Γνώρισα την Ασημίνα Ξηρογιάννη σε μία βιβλιοπαρουσίαση .Θαυμάσιος άνθρωπος , με πολλά ταλέντα ,αλλά την ίδια στιγμή σεμνός και προσγειωμένος . Είχα την ευκαιρία να διαβάσω τα ποιήματά της και να την ανακαλύψω περισσότερο μέσα από τις λέξεις της . Η ανάγνωση συνεχίζεται .Ωστόσο , έμεινα λίγο παραπάνω σ΄ένα ποίημα το οποίο περιέχεται στη συλλογή της "Η προφητεία του ανέμου" [Εκδόσεις "Δωδώνη" , Αθήνα 2009] .Τιτλοφορείται "Παράξενη αποσκευή " και με κέντρισε ν' ανοίξω μια συνομιλία μαζί του . Ολίγόστιχο ποίημα . Έξι στίχοι που ο καθένας τους αυτονομείται με τη χρήση της τελείας και συμπυκνώνει μία μικρή αποκάλυψη από το υπαρξιακό σύμπαν της ποιήτριας . Η δομή του  η ακόλουθη : α]Προβάλλεται μία διαχρονική υπαρξιακή κατάσταση [Ένα "θέλω" με βασανίζει χρόνια τώρα.] β]Αποκαλύπτεται η ποιότητα του αιτίου αυτής της κατάστασης ["Θέλω" πολύπλευρο , πλουραλιστικό , πολυδιάστατο .] γ] Διαγράφεται μία αντίφαση σε δύο διαφορετικά επίπεδα ενέργειας : εγώ - εκείνο [Το κουβαλώ μαζί μου κι όταν δε θέλω . /Θέλω δεν θέλω εκείνο με κυνηγά .] δ] Ακολουθεί η κυρίαρχη συναισθηματική στάση [Μου αρέσει μα φοβάμαι κιόλας.] ε] Δίνεται σαφέστερα το αντικείμενο του φόβου [Μήπως αυτό το "θέλω" ποτέ δεν το μπορέσω .] . Από την άποψη της τεχνικής επιπλέον , είναι αισθητή η παρουσία των αντιθέσεων [θέλω - δε θέλω , το κουβαλώ - με κυνηγά , μου αρέσει -μα φοβάμαι , εγώ -εκείνο] .Οι αντιθέσεις αυτές , ωστόσο , λειτουργούν περισσότερο ως συνθέσεις , ως αλληλοσυμπληρώσεις . Πιο  αναλυτικά  , μέσα στο ποίημα υπάρχει ένα ευρηματικό παιχνίδι με τη λέξη "θέλω" , που μεταμορφώνεται σε υπαρξιακή αποσκευή με σχεδόν εφιαλτικές προεκτάσεις . Αρχικά , η βούληση λειτουργεί ως βασανιστική εμμονή [με βασανίζει χρόνια τώρα] . Με τρία σύνθετα επίθετα "πολύπλευρο" , "πλουραλιστικό" ," πολυδιάστατο" , συγγενικά μεταξύ τους , φανερώνεται η ποιότητα αυτής της βούλησης . Το "θέλω" επικαλύπτει σταδιακά και το "δε θέλω" κι αρχίζει έπειτα η καταδίωξη [εκείνο με κυνηγά ] . Αυτό το κυνήγι εγείρει αντιφατικά [ή μήπως κοντινά; ] συναισθήματα : ηδονή και φόβο . Στο τέλος , έρχεται ο αιφνιδιασμός : το θήραμα γίνεται κυνηγός , καταδιώκει πια εκείνο αυτό που το κυνηγούσε . Ο φόβος της σύλληψης γίνεται φόβος αποτυχίας . Κι ο ταξιδιώτης συμβιβάζεται με την αποσκευή του και το ανυπόφορο βάρος μετατρέπεται σε λόγο ύπαρξης.......[Η  ανάγνωση  συνεχίζεται]

Κώστας  Τσιαχρής
****
Το παρόν κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το ιστολόγιο  ''Φιλολογικές Ματιές'' : http://filologikesmaties.blogspot.gr/2015/04/blog-post.html
 

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

ΣΤΗΛΗ ΤΗΕ ΑRΤΜANIACS /// 'ANNA MAΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ



                                   
'Αννα Μανωλοπούλου


Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη


 Θα σας πάω χρόνια πίσω, πώς ξεκίνησαν όλα με τη γραφή;


Όλα ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν. Το 1985, ωστόσο, βγήκαν τα πρώτα μου βιβλία: «ο τελευταίος Σταθμός» του Σεφέρη, μελέτη, από τις εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ και η ποιητική μου σύνθεση, εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ
«ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδών
ο βασιλιάς όλων των Ελλήνων και των Ασιατών».
Συνέχισα με άλλα πέντε ποιητικά έργα, σπονδή στου Στοχασμού το νάμα.
Μετά πέρασα στο μυθιστόρημα συνειδητοποιώντας ότι οι λέξεις: Ζωή, θάνατος, Έρωτας, «ο Μέγας δαίμων», κατά τον Πλάτωνα, αφού «κάθε τι το δαιμονικό βρίσκεται μεταξύ θνητού και αθανάτου», μού ενέπνευσαν να περπατήσω καταμεσής στο δάσος των ανθρώπων, ν’ ακούσω τη γλώσσα των πουλιών και των δέντρων και να την αντιγράψω σαν μια αισθητική ενόραση πλοκής και δράσης για την απροφήτευτη ροή του μύθου. Επειδή, πριν γεννηθώ, ακόμα, το DNA της Μοίρας μου ήταν κατάστικτο από Στιγμές σημαδιακές, στιβάδες μνήμης, για το αέναο «γίγνεσθαι», της γραφής μου, αφού η Μοίρα μας, γεννήθηκε πριν από τον Θεό και πριν από τον Χρόνο.
Η γοητεία, εξάλλου, της αφήγησης, μέσα απ’ την πρόζα και την ποίηση, αναβλύζει σαν κρυφή ουσία των πραγμάτων, κάθε λαού στην διαλεκτική κάθε καιρού, να μη χαθούν τα ίχνη του στης Ιστορίας το δρόμο.
Με την γραφή βιβλίων άρχισε να μετρά, για μένα, ο χρόνος, όχι ανώδυνος, μιας και η δημιουργία είναι η επένδυση του Τίποτα που σμίγει ουρανό και γη με του Θεού το νεύμα να… σώσουμε το χρόνο. Να υπάρχουμε!
Όλα, λοιπόν, ξεκίνησαν με την γραφή για το παιχνίδι στην αρένα των ονείρων, όπου νικητές και ηττημένοι, θύτες και θύματα γίνονται Ένα, όμως λίγο σοφότεροι. Γι’ αυτό και οι ρόλοι τους συνέχεια εναλλάσσονται! 


Ποιες οι λογοτεχνικές σας επιρροές; 


Οι επιρροές μου είναι η πραγματικότητα των εικόνων της ψυχής… με διάκοσμο την συνωμοσία του νου και των αισθήσεων για την ολότητα του πολλαπλού με το Ένα στο ακαριαίο, άχρονο παρόν, που κουβαλά στα σπλάχνα του την ιστορία, την παράδοση και του καιρού του τα μηνύματα σαν ηχώ της Μοίρας μας για του
μέλλοντος… την στίλβουσα ελπίδα, που ποτέ δεν είδαμε και ούτε θα δούμε εκτός απ’ της Στιγμής το βίωμα και τον καρπό του.
Νοιώθω, λοιπόν, πως μπολιάζω μέσα μου την αγωνία και την μοναξιά μου με όλους τους λαούς της ΓΗΣ και με του καθενός το ρεπερτόριο της Συνήθειας. Όλη τη γνώση ως την αλαζονεία της άγνοιας. όλους «τους θλίβοντές με» και των θλίψεών τους το άκτιστο φως στου φεγγαριού την άμωμη λιτότητα, μέσα απ’ τα βιβλία, που διάβασα, και δεν μπορώ να απαριθμήσω, ούτε να επιλέξω ποιο απ’ όλα και τί μου χάρισε το συμπόσιο των άστρων, όπου οι λάτρεις της ζωής και οι μέθυσοι του θανάτου το λεν δημιουργία! Εγώ όμως… ονομάζω ποίημα ή μυθιστόρημα το κάλεσμα του Θεού στης Χίμαιρας το δείπνο και του ανθρώπου, στου Έρωτα την προαιώνια, ηδύπνοη, θυσία. Έτσι παρέα με τον Νίτσε έμαθα πως «… ό,τι δεν με σκοτώνει, με δυναμώνει» και πως «… πριν απ’ το Εγώ υπήρχε το Εσύ…». Και από τον Ντοστογιέφσκι, «τον μέγα μάρτυρα των εύθραυστων αμαρτιών», έμαθα, «Να αποσυρθώ στον εαυτό μου» και «… να αφοσιωθώ στο πνεύμα που, όπως φαίνεται, γίνεται, ολοένα, και πιο σπάνιο». 



 Αγαπημένοι σας ποιητές και συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι. 

«Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας» στης ποίησης τη χώρα από τον Όμηρο, τον μέγα δάσκαλο, ως τον Σολωμό, καύχημα καθαρής γραφής στον ειρμό του θαύματος! Από τον Καβάφη, τον μύστη στην τέλεια έκφραση της λιτότητας, ως τον οιστρηλατούμενο Ελύτη και τον βαθυστόχαστο Σεφέρη και από τον Νίκο Καρούζο ως την Κική Δημουλά που καλούν, τους μυημένους στη μυσταγωγία της γλώσσας τους, σε έκσταση! Μήπως, γιατί, γυρεύουν, το όραμα της παλινόστησης στην αθωότητα που καθαγιάζει την δημιουργία σαν ιεροπραξία του Σύμπαντος, στης αιωνιότητας τον όρθρο!
Από τους ξένους ποιητές θα αναφέρω, ενδεικτικά, τον Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ, τον ΜΑΛΑΡΜΕ, τον ΕΔΓΑΡ ΠΟΕ με το «Ελντοράδο» για το «κυνήγι του χρυσού», το συναπάντημά του με τον θάνατο
«Βαθιά μες στο Σύσκιο Λαγκάδι»,
μοναδικό…
«… του Ελντοράδο σημάδι».
Τον Λωτρεαμόν που έπλασε την πιο υπερβατική μορφή του κακού για να αφυπνίσει από το λήθαργο, μιας ψεύτικης και επίπλαστης ηθικής, το υπέρτατο καλό.
Τον Κάρολο Μπωντλαίρ που σε μια ύστατη προσευχή ζητά να βρει την ψυχή του, στη γνώση, εξόριστος απ’ την Εδέμ της γης, κάτω απ’ του πειρασμού το δέντρο. Τον EZRA POUND για την «Ανακωχή που έχουνε κάνει οι θεοί» μαζί του.
Ο πιο αγαπημένος μου, ωστόσο, είναι ο Αρθούρ Ρεμπώ για την λατρεία του σ’ ένα μποέμ Θεό που τον αναζητά στο
«Μια εποχή στην κόλαση» αρμενίζοντας
«… στ’ ολόστρωτο πέλαγος της σοφίας»
για να μας δείξει ίσως το δρόμο:
«Διαμέσου του πνεύματος βαδίζουμε στο Θεό!»
Να μην ξεχάσω, επίσης. τον R. M. PILKE τον ΠΩΛ ΒΕΡΛΑΙΝ και όλους… τους καταραμένους που έσκυψαν στην ενδοχώρα του ανθρώπινου πόνου ν’ ακούσουν τον αμείλικτο αντίλαλο του πεπρωμένου μετουσιώνοντάς τον, σε ποίημα, αιώνιο δώρο, στην ασωτία της λήθης.
Έλληνες συγγραφείς: Θα αρχίσω από την κλασσική αρχαιότητα, τον Πλάτωνα, τον Ηράκλειτο και τους μεγάλους τραγικούς που διάλεξε η αιωνιότητα, σαν άνθη του ουρανού, για την ευημερία των δακρύων μας… αλλά και την δική της δόξα.
Από το πάνθεον της λογοτεχνίας θα σταθώ στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον ασκητή της Σιωπής, που κυνηγά … «… μια μυστηριώδη λάμψη να χορεύει στα κύματα», σαν άνθος του γιαλού ή σαν προσδοκίας δικαίωση «της άλλως ανωφελούς ζωής μας». Τον Νίκο Καζαντζάκη που μετουσιώνει τη σάρκα σε πνεύμα, τον Στρατή Τσίρκα με «τις ακυβέρνητες πολιτείες», τον Καραγάτση, που μεταλλάσσοντας τις χίμαιρες σε τέχνη άφησε κάποια θραύσματα αφθαρσίας στα ερείπια της θνητότητάς μας. Και άλλους πολλούς που δεν μου επιτρέπει ο χρόνος μιας συνέντευξης να σχολιάσω.
Έτσι περνάω στους ξένους, ενδεικτικά πάντα, στον Herman Broch (υπνοβάτες Βιργιλίου θάνατος), με «την πέτρινη ματαιότητα των νικητήριων ιαχών», αλλά και «την ματαιότητα του χθόνιου πάθους των ανθρώπων», την «Άβυσσο» της Γιουρσενάρ, τον Φ. Κάφκα τον Α. Καμύ, τον Ernesto Sabato, τον Ρόμπερτ Μούζιλ, τον Τζους, τον Ζαν Ζενέ… που αγκάλιασαν …το κενό, με μια άγρια διανοητική
πειθαρχία, θύελλας σκάνδαλο, στη νομοτέλεια της ύπαρξής μας. Και ανάμεσά τους θα αναφέρω τον Φ. Ντοστογιέφσκι και τον Φρ. Νίτσε, όχι ως οραματιστές της Αστραπής, αλλά ως Κεραυνό που γεννά την Αστραπή. Όλοι, εξάλλου, ινδάλματα της Ειμαρμένης που δίνει τόπο στην οργή να μείνουν κάποια έργα αθάνατα στη γη. 



 Βάλτε μας μέσα στο λογοτεχνικό σας εργαστήρι πώς δουλεύετε ένα
ποίημα. Η δουλειά είναι διαφορετική όταν πρόκειται για μυθιστόρημα; 


Το λογοτεχνικό μου εργαστήρι είναι απρόσιτο σε κάθε εξωτερική δύναμη που μπορεί να μπει ανάμεσα στη Σκέψη και τα χέρια μου, εκτός από την απόλυτη νηφαλιότητα της μεταμεσονύκτιας ώρας, που με εμπνέει. Έτσι, δουλεύω ένα ποίημα, όταν όνειρα λέξεων, που υψιπετούν σαν τα πουλιά, μού μεταγγίζουν, με τα γαλάζια τους φτερά, την εξουσία του Θεού στο… αίμα μου για να την κάνω ποίημα, χρέος μου, λοιπόν, μετά απ’ αυτή τη δωρεά, να φτάσω στην τελειότητα, που… μπορώ να συλλάβω, με το νου και την καρδιά μου.
Όσον αφορά το ποίημα και το μυθιστόρημα, και στα δύο, θαρρώ, πως χρειάζεται ένα σκίρτημα του έρωτα, ξόρκι της πανδαισίας των αισθήσεων να μη χαθεί το Ωραίο, μέσα από μυστήρια Σιβυλλικά, για να μπορέσει το φθαρτό κορμί μας να γίνει ναός αιωνιότητας για του πνεύματος τη Θεία λειτουργία. Το ποίημα, ωστόσο, είναι αίνιγμα και η λύση του: μέτρο…, λιτότης, αφαίρεση, αρχιτεκτονική, πυκνός λόγος ανένδοτης ενόρασης, το βάρος, ίσως, δίχως απόβαρο μιας απόκρυφης σοφίας που δικαιώνει την εμπειρία και τη γνώση πέρα από τη γνώση. Το ποίημα είναι, προ πάντων, μια ουράνια στέψη της μέθης του Διόνυσου με τη λύρα του Απόλλωνα και στέμμα την διχόνοια όλων των αντιθέσεων για της μελωδίας τους την αρμονία.
Το μυθιστόρημα είναι η πληθωρική αφήγηση του Εφήμερου πριν από την μεταμέλειά μας στον καθρέφτη. Είναι η απολογισμός για την σοδειά από των επιθυμιών μας το χθονοφυές, άχραντο κάλλος, χοές δακρύων ύστατης μετακομιδής του Α ν ε π ί σ τ ρ ε π τ ο υ! Είναι επομένως, ένας μόχθος βιβλικός για μια καινούρια γένεση του κόσμου. Είναι η Προμηθεϊκή οδύνη για την αβεβαιότητα, του Ασήμαντου Εγώ μας, μπροστά στο θάνατο. Είναι η Ελπίδα, για τους ήρωες του μύθου να φτάσουν στον αστερισμό της ντελικάτης Σκέψης και να σμιλέψουν με τη
γλώσσα τους… το Αιώνιο τίποτα για την πλοκή του και τη δράση με σύμβολα και εικόνες των ρόλων που υποδύονται. Γι’ αυτό τους δίνω ελευθερία ιπτάμενη πάνω απ’ το μυστικό ασκηταριό μου, να μ’ οδηγήσουν, κάποτε, σε μονοπάτια που δεν ξέρω, όπου το Άρρητο, ακόμα, βασιλεύει σαν ηλιαχτίδα για τους θησαυρούς που κρύβει το σκοτάδι στα ιλιγγιώδη βάθη της ψυχής του ανθρώπου. 



Γιατί γράφετε; 


Γράφω γιατί είμαι αφιερωμένη στην αδιαλλαξία των εκπλήξεων και στων ματαιοτήτων μου την απληστία, όπου η ιεροτελεστία της αφήγησης φιλιώνει τη σάρκα με το πνεύμα, το δάκρυ της χαράς και της μοναξιάς την αγιοσύνη και της θλίψης μου την ευφυΐα. Γράφω γιατί θέλω ν’ ανοίξω καινούριους δρόμους στο Στοχασμό και τη Σκέψη, να κάνω βαθιές τομές στη Μοίρα του ανθρώπου, πριν φτάσω κατάπληκτη στον απολογισμό με Εμβέλεια το Tίποτα, γιατί το λευκό χαρτί με γοητεύει με το όραμα να γίνει βιβλίο, θησαυροφυλάκιο, για το σεπτό μυστήριο της ζωής, του έρωτα το άπειρο κάλλος, αλλά και για το δέος του Eπέκεινα. Έτσι, οι ήρωες μου γήινοι, απείθαρχοι και ακραίοι, προσπαθούν να ξεπεράσουν το μόχθο της μέρας, να βιώσουν το μερτικό που τους αναλογεί, από την αρμονία του Σύμπαντος, γιατί ξέρουν πως από το φόβο της ανυπαρξίας γεννιέται η σοφία της ύπαρξης. Γράφω, λοιπόν, για να στήσω ένα σκηνικό ακροβασίας για τη θέα του Αθέατου. Να προωθήσω την πραγματικότητα ως την προφητεία και ως την Αποκάλυψή της. Γράφω για να υψώσω τη γλώσσα στο πιο ψηλό της… βάθρο. Εξάλλου οι λέξεις έχουν την εξουσία και την δύναμη στη γη, όπως οι Άγγελοι στον ουρανό, ν’ αλλάζουνε τον Κόσμο. 



 Θα ήθελα τον δικό σας ορισμό για την ποίηση.

Η ποίηση είναι το άνθος του Στοχασμού
και των ονείρων μίσχος 




 Λογοτεχνία και διαδίκτυο 

Η λογοτεχνία διαιωνίζει την κουλτούρα ενός λαού, άλλωστε scripta manent. To διαδίκτυο, βέβαια, είναι η παγκοσμιοποίηση της επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς και τις χώρες τους. Είναι μια απέραντη θάλασσα για το όποιο ταξίδι στ’ ανοιχτά του πολιτισμού και της τέχνης. Είναι τόκος του Ωραίου στην άβυσσο της μνήμης.
Όμως, για μένα, το βιβλίο είναι σώμα που αναπνέει στα χέρια μου, έχει τη μυρωδιά του, τη γοητεία του, την αμεσότητα της αφής εις το διηνεκές του χρόνου. Στο χαρτί υπάρχει κάτι το επιβλητικό, το Ανεπίστρεπτο! Το βιβλίο στων μυστηρίων του τη δράση είναι ένα τελετουργικό πλοκής για τη λατρεία της αφήγησης στης νοσταλγίας την πανάρχαια θρησκεία. Το βιβλίο είναι μια αγκαλιά ζεστή για το νόστο των ονείρων μας, που μάς προσπέρασαν και άφησαν τα σημάδια των καημών και των πόθων μας στης λησμονιάς τον μύθο. 



 Πιστεύετε στα βραβεία; 

Πιστεύω πως η απονομή των βραβείων είναι προδιαγεγραμμένη από κύκλους και κυκλώματα που κρατούν τα σκήπτρα του φασισμού της τέχνης στα χέρια τους. Ωστόσο, το βραβείο είναι μια γενικότερη καταξίωση του συγγραφέα, όταν, φυσικά, το έργο του έχει αντίκρισμα σε κοίτασμα χρυσού στα άδυτα του χρόνου. Αλλιώς, το βραβείο είναι μια διαφήμιση που ξεχνιέται!
Εγώ προσωπικά, δεν έχω υποβάλλει κανένα από τα έργα μου για βραβείο, έχω το προνόμιο, βλέπετε, να ζω στην επαρχία. Βέβαια, σκέφτομαι, προσεχώς να υποβάλλω στην Ακαδημία μια ποιητική μου σύνθεση, που είναι υπό έκδοση. Πιστεύω, άλλωστε, στην ιστορία της Ακαδημίας σαν πρώτη αρχή του φιλοσοφικού διαλεκτισμού που άνοιξε τα φτερά της με την θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα, τον δημιουργό της, πάνω απ’ τη γη των ανθρώπων. Πιστεύω και στα πρόσωπα του θεσμού της Ακαδημίας, που «την προσέχουν ευλαβή» την αξιοκρατία των βραβείων. 




Τί θα λέγατε σ’ έναν νέο λογοτέχνη, που τώρα ξεκινά; 


Αν είναι δεδομένο ότι πρόκειται για λογοτέχνη, η δική μου κρίση περιττεύει. Αν όμως αρχίζει προχωρώντας στα σκοτεινά, αφού… «στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…», τότε είναι θέμα αυτογνωσίας. Αν δηλαδή, νιώθει πως είναι αφιερωμένος στην υπέρβαση, όπου η αρχέγονη τέχνη του λόγου μάς επιφυλάσσει εκπλήξεις πέρα από τις εμπορευματοποιημένες απαιτήσεις του καιρού μας, τότε δεν θα μπορεί να κάνει αλλιώς. Αν, δηλαδή, νιώθει πως στις φλέβες του κυλάει το αίμα των λέξεων, που μεταδίνει ζωή στο χαρτί απ’ τη ζωή του, το Κάρμα του είναι να γράφει και ο σεβασμός τού ανήκει.
Σήμερα όμως, όσοι ξέρουν γραφή και ανάγνωση γράφουν, γιατί λογοτεχνία είναι ό,τι πουλάει. Είναι η βεβήλωση της φαντασίωσης όλων της ζωής των ιερών και οσίων, που ακυρώνει την τέχνη της αφήγησης στο βωμό της Τέχνης. 



Πιστεύετε στην κριτική; 


Η κριτική είναι μια αρχέγονη, αυτόνομη τέχνη, από τους Αλεξανδρινούς σχολιαστές μέχρι Σήμερα. Αρκεί να μπορεί να γκρεμίσει είδωλα ελπίδων και ονειρικών διαφημίσεων και να στήνει στα βάθρα της, την ομορφιά και την Αλήθεια, όποια και αν είναι, γιατί η τέχνη είναι η πεμπτουσία της ζωής που μένει.


Γράφετε κάτι  τώρα; 

Γράφω το τρίτο βιβλίο (το πρώτο ήταν «Η Ζωή δεν ήταν δική μου», το δεύτερο «Η Μάσκα που δακρύζει»), της τριλογίας, που ακόμα δεν ξέρω πώς θα ονομάσω. Το βιβλίο αυτό είναι ένας απολογισμός, πριν φύγω, σαν αμαρτωλή, που κλαίω και οδύρομαι, όχι για όσα έκανα, αλλά για όσα δεν πρόλαβα να κάνω, ούτε θα προλάβω. 


Μιλήστε μου με δυο λόγια για καθένα από τα βιβλία σας.
 
1) Το πρώτο μου βιβλίο, είναι μια μελέτη στο ποίημα του Σεφέρη, «ο Τελευταίος Σταθμός» με την αυτοβιογραφική, ιστορική μέθοδο. Εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ 1985. Μετά από τις εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ, 1987, 88

2) «ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδών
ο βασιλιάς όλων των Ελλήνων και των
Ασιατών» ποιητική σύνθεση, όπου «ο Μέγας Αλέξανδρος αναστημένος από το παραμύθι της Γοργόνας, πορεύεται με τους Μακεδόνες του ιχνηλατώντας τα ελληνικά πεπρωμένα στα βάθη της Ασίας…». Παρατηρεί ο Βασίλης Λιαπής, φιλόλογος – κριτικός. «Ο Μέγας Αλέξανδρος πορεύεται και ο αφηγητής, ως άλλος Αλέξανδρος, σχολιάζει. Το θέμα τους είναι η δόξα και η πτώση του καταχτητή, κοσμοκράτορα. Η αυτοκριτική… του υπερανθρώπου».
Γράφει ο Θωμάς Ψύρρας, φιλόλογος – συγγραφέας.
Έτσι:
Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι μια πορεία από τον υπεράνθρωπο ως τον άνθρωπο, τον εσφραγισμένο από τη Μοίρα να αλλάξει τον κόσμο.

3) «Στοχασμοί σε έξι ενότητες» (ποιητική συλλογή), Φιλιππότης, Αθήνα 1986.
Μνήμες από τη φθορά των πραγμάτων, μικρές σονάτες για την πρώτη αθωότητα, όταν ο άνθρωπος έπλασε το Θεό του, φωτιά απ’ τη φωτιά της καρδιάς του και Εκείνος…είπε
Πώς να χωρέσει
ο καημός μου
τα τρυπημένα οράματα
των ανθρώπων!
Έκαψα την αναμονή μου
στον Έρωτα
για πολιτείες νεκρές και
δάση Σιωπής.
Έμεινα έρημος
μα Θεός.



4) «Ερωτικοί Απόλογοι» (ποιήματα) Αθήνα, ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1988, 1994. 

Ηδονικό πεπρωμένο πυρογραφεί τους «Ερωτικούς» τούτους «Απόλογους», στης νοσταλγίας την κραυγή:
Τίποτα ωραίο δεν πεθαίνει
πριν απ’ τον πόνο μας.
Καθώς μέσα απ’ την ανελέητη πομπή των περασμένων αναβλαστάνει ο Έρωτας, της ψυχής ένορκο αστέρι, για ένα φιλί, αντίτιμο Σαγήνης, στη δίκη των αγγέλων.
Επειδή
Νεύμα Θεού
ο Έρωτας
θα αναβλαστάνει
στο σώμα της μικρής μας Ευτυχίας
«χωρίς εμάς»
που την αγγίξαμε
στον οίστρο της φθοράς μας… 


5) «Κασσάνδρα ή χρησμών παραλήρημα», ποίηση, Θουκυδίδης, 1991. 

Χρόνος του ποιήματος θεωρείται το ΝΥΝ και το ΑΕΙ, μιας και οι ρίζες του βρίσκονται στον μύθο της Αισχύλειας τραγωδίας «Αγαμέμνων» και οι καρποί του στο ΣΗΜΕΡΑ, αφού όμως μετήλθαν την ανθοφορία των αιώνων. Η Κασσάνδρα είναι η μελλοθάνατη που χρησμοδοτεί παραληρώντας για την φυσική τάξη του κόσμου:
Όταν
Η Ζωή και ο θάνατος αγκαλιάζονται
γεννιούνται χρησμοί
Η φωνή της γίνεται υπερβατική! Ο ποιητικός λόγος γίνεται ο αιώνιος λόγος της τελετής και της εξέγερσης, καθώς πηγάζει από μια γλώσσα Ενιαία… που σημαίνει πατρίδα και πολιτιστικόν ήθος ακατάλυτο. Μια γλώσσα που απαιτεί κάματο και οδύνη για την τελειότητα και της μελωδίας της την αρμονία.

Η γλώσσα μου ελίσσεται, εξόριστη, οδύνη
στις ερημιές της σοφίας μου.
Έτσι η Κασσάνδρα οραματίζεται τη σοφία των χρησμών της σαν μια δύναμη κοσμογονική: τη Μοίρα του ανθρώπου!
Ήδη νεκρή
Ερωτεύομαι προσδοκίες
…………………..
πώς να μοιράσω το κορμί μου
σε ζώνες ηδονής και ισότοπο θανάτου
πώς να μοιράσω οδύνη και Αγάπη
όλα είναι λάφυρα δακρύων 

 6 ) ΗΜΕΡΕΣ ΕΠΤΑ Ή
ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΤΟ ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ [ποίηση – ΡΟΔΑΚΙΟ ΑΘΗΝΑ 1996]
Η ποιητική αυτή σύνθεση είναι η ένθεος ενσάρκωση της λύπης του Εφήμερου σε αφηγηματική λατρεία, δίχως αίρεση καμία. Μια αισθητική ενόραση της δημιουργίας του κόσμου σε επτά Ημέρες από τον άνθρωπο, που γυρεύοντας το σοφό πειρασμό, δυναμίτη, στα νταμάρια της γνώσης ανατινάσσει ενοχές και μεταμέλειες και λάθη.
Έτσι δημιουργεί τη γλώσσα, τον Έρωτα, την Κίνηση «το αέναον κινούν Ακίνητον» κατά τον Αριστοτέλη, τον πόλεμο, τον ΑΡΙΘΜΟ και το ΧΡΟΝΟ, την ΤΑΞΗ. Και την έβδομη ημέρα τον Ουρανό και το άνυδρος χάος. Έτσι, οι επτά ημέρες της δημιουργίας μου, είναι του πειρασμού το απάνθισμα από την δική μου μέθεξη στην πτώση των αγγέλων.
Έτσι
Τον Θεό μου τον λάτρεψα
αποτεφρώνοντας τις μέρες μου
στα λατομεία των λέξεων


Εκεί σκάβοντας
βρήκα
την ερημία στου ναού το εκκλησίασμα
την ταπείνωση στις αρθρώσεις του πόνου
στη χλιδή των ονείρων τη γνώση. 


7. Η Λιτανεία των στίχων, ποίηση, ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα. 

Η λιτανεία των στίχων παραπέμπει ευθέως σε μια ιεροπραξία όπου το αποκαλυπτικό στοιχείο της μυσταγωγίας κυριαρχεί. Αναπαριστά την πανανθρώπινη ιστορική πορεία, όπως μόνον η ποίηση την αποτυπώνει:
Μονάχα ένας ποιητής άγρυπνος χρόνια τώρα
στο ναό της νύχτας
ανάβει στίχους για κεριά μες στο βαθύ σκοτάδι
Ο σκοπός της λιτανείας είναι σαφής
και ο ποιητής να μη χαθεί το μέλλον ικετεύει. 


8. «Η Ζωή δεν ήταν δική μου», μυθιστόρημα, ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα, 2011. 

Δύσκολο εγχείρημα να μετοικίσουμε τη μοναξιά μας σε απανωτές εικόνες στον ατέρμονα χρόνο. Έτσι, γεγονότα και μύθος αποτελούν μια πυκνή τοιχογραφία με βίους ανθρώπων, που ξεπερνώντας τον εαυτό τους, τολμούν να αναμετρηθούν με το Αναπόφευκτο, όπου όλοι είναι Η Τ Τ Η Μ Ε Ν Ο Ι! «Η γλώσσα, ιδιαίτερα λυρική, αλλά και πηγαία φιλοσοφική, εμπεριέχει την ιστορία και τη σοφία του λαού μας στη διαλεκτική της πορεία από την αρχαιότητα μέχρι Σήμερα». Επισημαίνει ο Σωτήρης Πράπας στην παρουσίαση του βιβλίου στον ΙΑΝΟ. Το Σπήλαιο, εξάλλου, του Πλάτωνα, έχει μια αρχετυπική σημειολογία στο μύθο, αφού η ψυχή γνώρισε την απόλυτη ομορφιά στον ουρανό πριν έρθει στο φθαρτό μας σώμα. Αλλά και ο έρωτας, μέσα απ’ τον αμοιβαίο όρκο της Αθανασίας της ζωής τη ρέμβη και την βαθύτερη ουσία της, ταυτίζοντας το πεπερασμένο με το Άπειρο στην αιχμή της τέχνης, σαν αποκάλυψη αποκαθήλωσης Εσχάτης προφητείας
«Σώσον Κύριε την Τέχνη, όπου γης,
για να σε σώσει»! 


10. «Η Μάσκα που δακρύζει» μυθιστόρημα, ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Αθήνα, 2013. 

Η ζωή άλλοτε με την τραγικότητα και άλλοτε με το μεγαλείο της είναι μια αιώνια σκακιέρα, όπου παίκτες και συμπαίκτες προσπαθούν να μάθουν του παιχνιδιού τους νόμους, για ένα ρουά ματ, πέρα από το Τυχαίο. Έτσι στο μυθιστόρημα αυτό, βάζω φτερά στο Σήμερα… να φτάσει στης δικαιοσύνης το πιο σπάνιο λουλούδι, που δεν άνθισε ποτέ στη γη, κάτω απ’ τον ήλιο, εκτός από της τιμωρίας το ανελέητο σκοτάδι. Έτσι, οι ήρωές μου απογειώνουν τον μύθο πέρα από τη δράση, εκεί, που η πραγματικότητα πληγώνει το όνειρο στη ροή της αφήγησης. Π.χ. οι δωρεές οργάνων εμπορευματοποιούν τις μεταμοσχεύσεις, για το χρήμα, τον πιο τραγικό Θεό της μοναξιάς μας.
Υψώνω σχήματα και μορφές στο χρόνο, μια πανδαισία από χρώματα να ζωγραφίσω την οργή του Θεού που ήρθε στη γη φορώντας μάσκα για να συνομιλήσει μ’ έναν γέρο και μ’ έναν καλλιτέχνη για τη νιότη και το γήρας, της φθοράς το άγριο μένος. Και για τα Ο Ν Ε Ι Ρ Α μας στον καθρέφτη που σιγά-σιγά πεθαίνουν – τότε ήταν που δάκρυσε και η μάσκα Του, ίση και όμοια με τα πάθη των ανθρώπων!

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ /// ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ /// ΟΔΥΣΣΕΑΣ,ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ





.Η Ασημίνα Ξηρογιάννη συνομιλεί με την Κούλα Αδαλόγλου
αναφορικά με το βιβλίο της ''Οδυσσέας, τρόπον τινά'




Πώς ξεκίνησαν όλα με το βιβλίο; Ποιά η πρωταρχική ιδέα; Ποιά ερεθίσματα παγίδευσες και πώς;



Ο «Οδυσσέας, τρόπον τινά», κατάγεται από τη «Διπλή άρθρωση», την προηγούμενη ποιητική συλλογή μου. Εννοώ ότι αυτό μου συμβαίνει πάντα: πριν ολοκληρωθεί ένα σύνολο κειμένων που θα αποτελέσει μια συλλογή, έχει αρχίσει ένα άλλο. Χωρίς να συνδέεται στενά θεματικά, και επιπλέον με διαφορετικό ύφος και διαφορετική ποιητική έκφραση.  Υπάρχει, λοιπόν, μια συνομιλία ανάμεσα στα κείμενα. Τέτοιοι αρμοί ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι, ας πούμε το ποίημα «Broken Voice» που κλείνει τη «Διπλή άρθρωση». Στον Οδυσσέα βρίσκουμε την παραλλαγή του.

«Αν δείτε εκεί, εσείς μετανάστες-ταξιδιώτες-immigrants,/ μικρές κηλίδες που λαμπυρίζουν, σαν τις κωλοφωτιές, ας πούμε/ ή σαν το ιριδίζον γαλάζιας πεταλούδας/ κομμάτια της φωνής μου είναι.»



Σε δύο μέρη είναι χωρισμένη η συλλογή. Δύο σχόλια θα ήθελα, ένα για το κάθε μέρος.



Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο, τα «Μηνύματα στον Οδυσσέα», είναι μια πορεία διαλόγου με παραλήπτη ή παραλήπτες όσους έχουν τα γνωρίσματα ενός Οδυσσέα, πορεία επικοινωνίας ή μη επικοινωνίας, πορεία έρωτα. Με μια Πηνελόπη να στέλνει ηλεκτρονικά μηνύματα, που συχνά μοιάζουν με μονολόγους.

 Το δεύτερο μέρος, με τον γενικό τίτλο «Διαδρομές», χωρίζεται κι αυτό στα δύο. Το πρώτο τμήμα φέρει τον τίτλο «immigrants/τρόπον τινά», με τις διαδρομές αγαπημένων immigrants, ίσως και ενός Τηλεμάχου τρόπον τινά, μέσα από απομακρύνσεις, συγκρούσεις αλλά και αποτιμήσεις. Μετά, στο τμήμα «Τα όνειρα αφανίζονται όταν τα απορρίπτουν», διαδρομές σε τόπους, εδώ και αλλού, ο άλλος που πασχίζει να βρει το πρόσωπό του στον ξένο τόπο. Αλλά και διαδρομές εσωτερικές, της ψυχής, μέσα στον χρόνο.

Παρόλο που η συλλογή εμφανίζεται να τέμνεται σε ενότητες, είναι εξίσου φανερό στον αναγνώστη ότι τα τμήματα συνέχονται με ισχυρούς συνεκτικούς αρμούς, με κοινά θεματικά στοιχεία να τα διατρέχουν, έτσι ώστε να συνιστούν ένα όλον· παρά τη διαφορετική μορφή και το διαφορετικό ύφος των επιμέρους.

 Συνεκτικά στοιχεία το θέμα της απομάκρυνσης και της σπαραχτικής απουσίας, της επιθυμίας για επιστροφή/νόστο, αλλά και το θέμα της διαχείρισης των αισθήσεων, της αφής ιδιαίτερα.


O γνωστός μύθος πετυχημένα συμπλέει, αλλά και εμπλέκεται με στοιχεία σύγχρονα  και νεωτερικά.



Οδυσσέας, Πηνελόπη, immigrants: πολύσημες λέξεις με πολλαπλές αναγνώσεις, αυτό είναι η γλώσσα άλλωστε. Ο αρχαίος μύθος προσαρμόζεται σε σύγχρονα δεδομένα. Τα πρόσωπα του μύθου αναδημιουργούνται, ο μύθος ξαναδιαβάζεται. Κρατώντας το ίδιο βασικό πλαίσιο, ο ήρωας/ οι ήρωες ξαναζούν σε μια σύγχρονη πραγματικότητα, στην ουσία γίνεται μια ανα-πλαισίωση του μύθου. Χωρίς να τηρούνται πιστά οι αναλογίες με τον μύθο. Για τον Οδυσσέα και για την Πηνελόπη κυρίως, αλλά και για τον Εύμαιο, την Ελένη, τον Μενέλαο.

Έτσι, έχουμε μια Πηνελόπη που γράφει στο λάπτοπ, που πονάει στην απουσία, που πηγαίνει σε Συνέδριο Γυναικών αλλά αφήνει φαγητό στο ψυγείο, που σκέφτεται η ίδια να απομακρυνθεί… Μια Ελένη με μαστεκτομή, και τον Μενέλαο πιο ερωτευμένο από ποτέ. Κι έναν Οδυσσέα που γυρνά για να ξαναφύγει, αφού Οδυσσέας σπιτικός δεν γίνεται.

Η Πηνελόπη, ως ποιητικό υποκείμενο και αφηγήτρια στο πρώτο μέρος, απεικονίζει ορισμένες ταυτότητες που της αποδίδει η συγγραφέας σε δεδομένη χρονική στιγμή, με δεδομένη συναισθηματική φόρτιση, κάτω από ορισμένες κοινωνικές συνθήκες.



Μπορεί μία σχέση να είναι αληθινή και ουσιαστική, όταν είναι μόνο ''ηλεκτρονική'';


Η ηλεκτρονική επικοινωνία μπορεί να είναι μη-επικοινωνία, όπως και κάθε επικοινωνία εξάλλου, όταν μένει αναπάντητη/ανανταπόδοτη. Στη συγκεκριμένη όμως προσπάθεια επικοινωνίας, όπως αποτυπώνεται σε αυτή τη συλλογή, προστίθεται και η έλλειψη της οπτικής εικόνας, της όσφρησης, των αγγιγμάτων. Κι αν το skype έρχεται να αναπληρώσει την οπτική επαφή, συχνά επιτείνει την έλλειψη της εγγύτητας, τον σπαραγμό της απουσίας.



 H δική σου Πηνελόπη γράφει "Λείπεις. Αλλά τί Οδυσσέας  θα' σουν αν δεν έλειπες; Γίνεται Οδυσσέας σπιτικός;'' Κι όμως κάποιοι ομώνυμοι δεν γύρισαν ποτέ.


Εδώ τίθεται το θέμα του μεσοδιαστήματος.  Πάντα υπάρχει ένα μεσοδιάστημα, μεσοδιάστημα σε αφίξεις, σε αναχωρήσεις, που το κερδίζουμε, έστω κι αν κάποια πράγματα χάνονται  στη συνέχεια ή έστω αλλάζουν/μεταβάλλονται.

«Κι αν ξαναφύγεις θα’ χω κερδίσει το μεσοδιάστημα».

Εξάλλου, και η ίδια η Πηνελόπη φαίνεται να σκέφτεται κάποια στιγμή τη φυγή/απομάκρυνση/αναχώρηση. Και την επιστροφή κάτω από ορισμένους όρους:

«Τώρα ξέρω./ Κι αν ξαναφύγεις θα’ χω κερδίσει το μεσοδιάστημα./ Κι αν πάλι φύγω,/ θα ’χω ένα λόγο να επιστρέψω/ αν περιμένεις με μάτια πρησμένα».


Kάπου γράφεις: ''Mια λέξη είναι πράξη, λένε''. Γίνεται στ' αλήθεια τίποτα όταν γράφουμε;


Ύστερα από όσα προαναφέρθηκαν, να μη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πρόκειται για βαριά, σκοτεινά ποιήματα. Οι αναγνώστες λένε ότι το χιούμορ και ο τρόπος της γραφής αλαφραίνουν το κλίμα. Να προσθέσω κι εγώ ότι, στα θέματα της σύγχρονης πραγματικότητας που αναδύονται μέσα από τα ποιήματα, στα αδιέξοδα κοινωνικών πλαισίων και ανθρώπινων σχέσεων εν γένει, υπάρχουν οι εκάστοτε διαφυγές όπως ροδακινί σύννεφα και γλυκιά μελαγχολία, όπως μηνύματα που στέλνει το νεαρό χαμόγελο ενός ώριμου προσώπου, όπως λέξεις που μπουμπουκιάζουν. Κι επειδή «Μια λέξη είναι πράξη, λένε», πιστεύω πως μπορεί να λειτουργήσουν επιτελεστικά οι στίχοι:

«επιμένω να κρατώ τη δυσβάσταχτη αγάπη»

«σφίγγω στο χέρι μου μια μοβ χάντρα, που βρήκα ζωντανή σε μια γωνιά».



                                                   
Κούλα  Αδαλόγλου

*****

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ /// Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ


                                    
ΛΕΥΤΕΡΗΣ  ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
                   

Aπό τον θάλαμό του στο νοσηλευτήριο ηλικιωμένων
Βασιλάκειον της οδού Τενέδου και πολύ κοντά στο μικρό
διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης όπου ζούσε τα τελευταία
είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του μόνος και εντελώς
μέσα στη δική του περιοχή από την παιδική του ακόμα
ηλικία ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και καθώς όλη τη
νύχτα βογκίζαν άγρια σκυλιά στο προσκεφάλι του
περνούσαν ελάφια είδε εξαίφνης το ποίημα που έβλεπε σε
όλη του τη ζωή όμως τώρα πια δεν μπορούσε δεν
προλάβαινε καν να γύρει στο πλάι για να το γράψει κι
έβγανε μέσα στον ύπνο του και μέσα στον ξύπνο του μια
κραυγή γεμάτη οργή και πόνο και μίσος και πάθος και
ανάγκη και μεγάλο θυμό που την ακούσαν όλοι οι
θάλαμοι σε όλες τις πτέρυγες και όλο το νοσοκομείο της Κυψέλης


Το περιστατικό μαρτυρείται διαδοχικά από τρεις
διαφορετικούς ανθρώπους πού ξαγρυπνούσαν εκείνο Κυψέλης
το βράδυ από τρεις πηγές η πλέον αξιόπιστη σήμερα 
29 Μαρτίου 2007 ημέρα Πέμπτη δύο χρόνια ακριβώς από την
αναχώρησή του προέρχεται από την αδερφή νοσηλεύτρια
Ευδοξία - Μαρία Νικολάου Ρεμπάπη από το χωριό
Παλαιοφάρσαλος νομού Λαρίσης είκοσι οχτώ χρονών τότε
στο καμαράκι της βάρδιας καθώς την έπαιρνε ο ύπνος
στην καρέκλα της και πεταγόταν κάθε τόσο και λιγάκι
άκουσε την κραυγή που όμοιά της κανένας άνθρωπος
δεν έχει ξανακούσει ποτέ του στον κόσμο όλο

Σχίστηκαν στα δυο ανοίχτηκαν οι ουρανοί για να περάσει
ο ποιητής και από εκεί ξεπρόβαλε για μια ακόμη φορά για
μια ακόμη τελευταία φορά ξεπρόβαλε το ποίημα το
καλύτερο ποίημα που άκουσε ποτέ και είδε ποτέ σε
ολόκληρη τη βασανισμένη ζωή του ο Μίλτος μόνο που
τώρα πια δεν μπορούσε δεν προλάβαινε καν στα ογδόντα
έξι του χρόνια κατάκοιτος να σκύψει στο πλάι στο λευκό
κομοδίνο να πάρει το κόκκινο μπικ και να το γράψει 




(Από το βιβλίο : ''ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ  '', Γαβριηλίδης  2014)






                                                           

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ //// ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ //// μ_otherpoem: μόνο λόγος [ΝΕΦΕΛΗ 2014]






                                               



BΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ 
 


Για το «μ_otherpoem: μόνο λόγος»: 

7 «ορισμοί» και 5 «εξόριστα» 




* Η δομή των βιβλίων ποίησης, που ώς τώρα έχω γράψει, είναι άλλοτε υβριδική και ασυνεχής, και άλλοτε πιο κλασική και ισόρροπη. Γιατί; Ίσως επειδή το Χάος, η Μορφή και η μεταξύ τους ταλάντευση είναι οι μόνοι τρόποι και τελικά το μόνο θέμα της τέχνης. 


* Κάθε βιβλίο μου είναι μια διάνοιξη –θα έλεγα, μάλιστα, σφαιρικού– Χώρου. Μου αρέσει να σκέφτομαι μισοειρωνικά πως είναι Πλανήτες περιφερόμενοι γύρω από το Ηλιακό μου Σώμα, ναι, το δικό μου, του ποιητή τους. Η εξωφρενική αυτή σκέψη κάπως με βολεύει, γιατί τούτο σημαίνει πως όλα μου τα βιβλία (τα παρελθοντικά, μα και τα ενδεχόμενα μελλοντικά μου) υπάρχουν κάπου ήδη ταυτόχρονα, σε διάφορες τροχιές και αποστάσεις από το “σώμα” μου. Σε ένα τέτοιο αυτιστικό ηλιακό σύστημα, το “7: ποίηση για video games” μου είναι, ας πούμε, ο παγωμένος και μακρινός Πλούτωνας (που επιπλέον τελευταίως δεν θεωρείται πια πλανήτης, όπως και το βιβλίο εκείνο δεν το αποκαλείς κι εύκολα βιβλίο ποίησης), ενώ το «μ_otherpoem: μόνο λόγος» είναι, ας πούμε, η Γη. Αλλά μία Γη υπερθερμασμένη (σχεδόν Ερμής), που αρχίζει σιγά σιγά να επιστρέφει σε θερμοκρασίες ευνοϊκές για την ανεμπόδιστη ανάπτυξη ζωής. Τώρα, ότι εγώ είμαι ο Ήλιος των πλανητών και πλανημένων βιβλίων μου είναι ασφαλώς είδος πραγματικότητας (αφού χωρίς εμένα δεν υπάρχουν), αλλά και μέγιστης ανοησίας (αφού δεν είναι παρά μία μεταφορά τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά ή –γιατί όχι;– από πύρινες χαίτες). 


* Το «μ_otherpoem: μόνο λόγος» χτίζεται κυρίως γύρω από τα ακόλουθα δράματα: Στην Ελλάδα μένουμε με τους γονείς μας συχνά μέχρι να γεράσουμε.Στις μεσογειακές χώρες η Πατριαρχία είναι συνηθέστερα μια καλυμμένη Μητριαρχία. Τούτα δημιουργούν στίφη προβλημάτων ως προς τις ταυτίσεις που κάνουμε, τις ταυτότητες που φέρουμε, τις ελευθερίες και τις εξαρτήσεις μας, κοντολογίς δημιουργεί πρόβλημα παντού. 


* Στο «μ_otherpoem: μόνο λόγος», η ατομική περίπτωση γίνεται σχήμα ευρύχωρο, σχεδόν ένα αρχέτυπο. Και, τελικά, ποιος μιλά εδώ; Ένα κακομαθημένο παιδί προς μια ιδιότυπα διπολική μητέρα; Ένα κακοποιημένο θύμα προς την πρόγονο που άθελά της το κακοποίησε; Ένας θύτης που διαστρεβλώνει τα επιχειρήματά του προς όφελός του; Ο ποιητής; Κομμάτια του; Όλοι; Ένα έθνος σύσσωμο προς μια μητέρα-χώρα που το «εγκατέλειψε» υπερπροστατεύοντας και ευνουχίζοντάς το; Ωστόσο, το ποιος έχει δίκιο και άδικο εδώ δεν έχει σημασία. Η κίνηση προς την ομολογία μόνο. Η μετατόπιση προς μια ρήξη που μπορεί και να συνιστά βήμα αποδοχής και συμφιλίωσης. 


* Γνωρίζω πως το βιβλίο μου αυτό μερικοί αναγνώστες το φαντάστηκαν, κατά περίπτωση, ως παράσταση θεατρική, ως δυνάμει χορευτικό έργο, ως ταινία, ως video art, ακόμη και ως ποίημα-μυθιστόρημα. Αυτό με ικανοποιεί. Σημαίνει πως ο αναγνώστης οικειοποιείται το βιβλίο, προβάλλοντας πάνω του αυτά που εκείνος αγαπά. Κι ίσως και να σημαίνει πως το βιβλίο μου παραμένει δημιουργικά ανοιχτό, δηλαδή λείπει από μέσα του το στοιχείο εκείνο που θα του προσφέρει ο κάθε δημιουργικός αναγνώστης του, ώστε να ολοκληρωθεί. Τα έργα ολοκληρώνονται όταν διαθέτουν ρωγμές που θα τις σοβατίσει ο αναγνώστης. (Αποκαλώ τις ρωγμές ελευθερία, και το σοβάτισμα συμμετοχή και ενσυναίσθηση.) 


* Και μία παράκαμψη: Ξαναδιαβάζοντας πρόσφατα το «Η ζωή είναι αλλού», που είχα πρωτοδιαβάσει στα δεκατέσσερα, ξαναθαύμασα το ύφος του Μίλαν Κούντερα, τη σάρκα του σαρκασμού του, μα και την απόλυτα κυνική τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζει τον κακομοίρη Γιάρομιλ, αυτόν τον μοναδικά σχεδιασμένο ήρωά του:
τον απόλυτα απλοϊκό νεαρό ποιητή, πιασμένο στο δόκανο μεταξύ μητρικού θαυμασμού, σεξουαλικών ορμεμφύτων και της αδιανόητης μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ιστορίας. Το βιβλίο περιέχει δε μερικές από τις πιο καίριες παρατηρήσεις για τον μητρικό ρόλο στον αρσενικό καλλιτεχνικό ψυχισμό. Κι είναι κι εδώ -όπως και αλλού- που ο Κούντερα θα είχε τόσα και τόσα να πει με τον αγαπημένο του (και μου) Βίτολντ Γκομπρόβιτς. Δείγμα: "[...] η μαμά συνάμα έπιανε τον Γιάρομιλ απ΄ τον ώμο με επιείκεια, αποκαλώντας τον μικρό της ανικανοποίητο – έτσι τον έθαβε πάλι μέσα στην παρθενιά του, στην παιδική του ηλικία, στα σπάργανά του. (Αχ, τι όμορφα που είναι να βλέπεις αυτούς τους δυο να στέκονται αντικριστά και να σπρώχνει ο ένας τον άλλο: αυτή τον σπρώχνει προς τα σπάργανά του κι αυτός τη σπρώχνει προς τον τάφο της, αχ, τι όμορφα που είναι να βλέπεις αυτούς τους δυο...)". 


* Υπό πολλές έννοιες, λοιπόν, το «μ_otherpoem: μόνο λόγος» θέλησε να έχει γραφτεί και από τον Γιάρομιλ του Κούντερα, όπως και από το παιδί το οποίο ποτέ δεν θα κάνω. Επιθύμησε δηλαδή να μιλήσει για κάτι μεγαλύτερο: για μια δομή και για έναν προαιώνιο τρόπο συσχέτισης. Να ψαύσει το περίπλοκο πλέγμα των μηχανισμών ανάπτυξης της αγάπης, της εξουσίας, της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας και της ταυτότητας. Για να το προσπασθήσει αυτό, το βιβλίο χρησιμοποίησε τον πρότυπο δοκιμαστικό σωλήνα της οικογένειας. 






Ακολουθούν πέντε πολύ μικρά ποιήματα, από τα πολλά που εν τέλει δεν βρήκαν τη θέση τους μέσα στη σύνθεση του «μ_otherpoem: μόνο λόγος», μα κάθε τόσο τα ανασύρω απ’ τα ψηφιακά μου συρτάρια, ξανακοιτώντας τα, έστω σαν λείψανα ενός καθαγιασμένου πλέον αγώνα (αγάπης): 




01. [ υποθετικός μονόλογος της μητέρας ] 


«Οι άνθρωποι είναι νησιά.
Εγώ είμαι περισσότερο. Είμαι πολύ νησί.
Κι όλα τα πλοία γύρω να έχουν απεργία.
Το λένε Εαυτόνησο.
Αυτό είναι το όνομά μου.
Κι εμείς οι δυο μοιάζουμε πολύ –
να το θυμάσαι». 





02. [ αστερητικό ] 


Ώστε να μη νιώσουμε το στερητικό του άγονου,
οι απόγονοι γινόμαστε πρόγονοι
προτού καν
γίνουμε
γόνοι.

Ναι. Μα ας πάμε
τώρα παρακάτω. Αν
και πού;

Παρακάτω πού; 





03. [ υπόθεση συνομιλίας 01 ] 


“Μου χρηματοδοτήσατε
την επανάστασή μου.
Σας είμαι
αιώνια υπόχρεος”.
“Παρακαλώ παιδί μου. Ήταν
καθήκον μου

– μας – μου...”

“Ναι,
μαμά,
ήταν”. 





04. [ υπόθεση συνομιλίας 02 ] 


“Πότε θα μεγαλώσεις;”
“Πότε θα μου το επιτρέψεις;” 





05. [ η μητέρα ομολογεί κάτι ] 


«Η μητέρα μου με αρνήθηκε,
αρνήθηκα τη μητέρα μου.
Έγινα όλη άρνηση,
αρνήθηκα και την άρνηση.
Ενδύθηκα την κατάφαση,
πίστεψα την ένδυση.
Τώρα καταφάσκω ισχυρά,
μόνο, ακατάδεκτα.
Είμαι η κατάφαση
του αρνητή». 











Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Τούμας Τράνστρεμερ

πηγή:tovima




Ο σουηδός ποιητής ήταν 83 ετών
 
 
 
Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Τούμας Τράνστρεμερ



 
Ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας Σουηδός ποιητής Τούμας Τράνστρεμερ άφησε χθες Πέμπτη την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 83 ετών, ανακοίνωσε ο εκδοτικός οίκος Bonnier με τον οποίο συνεργαζόταν.
Το ίδρυμα Νόμπελ, το οποίο διευκρίνισε ότι ο λογοτέχνης απεβίωσε την Πέμπτη, εξέφρασε τη μεγάλη του θλίψη.
Ο Τούμας Τράνστρεμερ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2011. Η υγεία του ωστόσο ήταν ήδη σε κακή κατάσταση από πολλά χρόνια, καθώς το 1990 είχε υποστεί αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Η φήμη του Σουηδού ποιητή στον αγγλόφωνο κόσμο όφειλε πολλά στη φιλία του με τον Αμερικανό ποιητή Ρόμπερτ Μπλάι, ο οποίος μετέφρασε στα αγγλικά μεγάλο μέρος του έργου του.
Γεννηθείς στις 15 Απριλίου του 1931 στη Στοκχόλμη, ο Τράνστρεμερ μεγάλωσε με τη μητέρα του μετά την απώλεια, πολύ νωρίς, του πατέρα του.

Το 1956, αφού πήρε το πτυχίο του στην ψυχολογία, διορίστηκε στο Ψυχοτεχνολογικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, προτού ασχοληθεί το 1960 με ανήλικους παραβάτες σε ειδικό κέντρο.

Παράλληλα με ένα πλούσιο ποιητικό έργο, ο τιμηθείς με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, εργάστηκε με άτομα με ειδικές ανάγκες, καταδικασθέντες και τοξικομανείς.

Την περίοδο των σπουδών του, σε ηλικία 23 ετών, δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο 17 ποιήματα, στον μεγαλύτερο σουηδικό εκδοτικό οίκο, τον Bonniers.

Έγραφε από την εφηβική του ηλικία και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «17 ποιήματα», σε ηλικία 23 ετών. Το 1966 τιμήθηκε με το βραβείο Bellman και ακολούθησαν πολλές άλλες διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το βραβείο Petrarque (Γερμανία, 1981) και το Neustadt International Prize (ΗΠΑ, 1990).
Το 1997, η εργατική πόλη Βέστεραας, όπου έζησε τριάντα χρόνια προτού επιστρέψει στη Στοκχόλμη τη δεκαετία του 1990, δημιούργησε το βραβείο Transtromer για να τον τιμήσει.
Το 1990 κι αφού έχει δημοσιεύσει δεκάδες συλλογές, ο ποιητής υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο του προκάλεσε μερική παράλυση και αφασία.
Το πρώτο έργο που δημοσίευσε μετά το εγκεφαλικό, έξι χρόνια αργότερα, ήταν η συλλογή υπό τον τίτλο «Πένθιμη Γόνδολα», η οποία πούλησε 30.000 αντίτυπα. Ο αριθμός των αντιτύπων που πωλήθηκαν θεωρείται περισσότερο από τιμητικός για μια ποιητική συλλογή.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, τον κέρδισε η μουσική. Έπαιζε πιάνο καθημερινά, με το αριστερό χέρι, καθώς το δεξί του ήταν παράλυτο μετά το εγκεφαλικό, και περνούσε τα πρωινά του ακούγοντας κλασική μουσική, όπως είχε αναφέρει σε μια συνέντευξή της η σύζυγός του, Μόνικα, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν οι συλλογές του «Τα Ποιήματα» (εκδόσεις Printa) και «Πένθιμη Γόνδολα» (εκδόσεις Νεφέλη).