Translate

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 /// e.e.cummings /// ΛΟΙΠΟΝ ΑΣ ΦΙΛΗΘΟΥΜΕ /// ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ




                                    





                                                             


xvi

ανάμεσα στα στήθη
της κτηνώδους 
Μαρτζ πλαγιάζουν  μεγαλόσωμοι
άντρες που υμνούν

της Μαρτζ το σμιλεμένο χαδιάρικο
κορμί     των ανδρών αυτών
τα δάχτυλα εκσφενδονίζουν κορμούς
μεταφέρουν τσουβάλια περιστρέφουν βαρέλια

τυλίγονται
ερωτικά 
γύρω 
από μπίρες

               τα χέρια αυτών των ανδρών

ανήκουν στον κόσμο αλλά
τα σώματά τους μεγάλα και σουρωμένα
ανήκουν
στη Μαρτζ
της οποίας το λεπτοπράσινο πουγκί
του προσώπου της κάνει
έναν παχυλόχρυσο


μορφασμό
που λέει ζήτω
ζήτω για τους μεγαλόσωμους άντρες
που πλαγιάζουν

ανάμεσα στα στήθη
της κτηνώδους Μαρτζ
για  τους δυνατούς άντρες 
που

κοιμούνται ανάμεσα στα πόδια της Λιλ


******










ii

όταν σε φέρνω στο νου μου κάπως
υπερβολικά και γίνομαι τέλεια και 
απλά Φιλήδονος... αισθάνομαι τη βαθμιαία έξαψη
του μυ που φουσκώνει ,και τί θα μου κάνει
προτού χαλαρώσει...καταλαβαίνω
ότι  σ ' αγαπώ...νιώθω το σώμα σου ξαφνικά να τρέχει
να με συναντήσει με ταχύτητα λευκού λόγου

(η απλή στιγμή της τέλειας πείνας
Ναι)

       τι όμορφα που κολυμπά
ο κατεργάρης κόσμος στο τεράστιο αίμα μου,
σπάζοντας κεφάλια Ένα  ταχυπελώριο φως
-και μέσα από μανιωδώς αινιγματικά,πρισματικά,νάζια,
ο  τιτιβίζων εαυτός αντιλαμβάνεται με τρόμο υστερικό

έναν κωμικό γυρίνο να κυλιέται σε λαχταριστή λάσπη



 ******



 vii

μ 'αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το
σώμα σου.  Είναι  κάτι εντελώς πρωτοφανές.
Μύες καλύτεροι και νεύρα περισσότερα.
μ' αρέσει το σώμα σου. μ 'αρέσει αυτό που κάνει,
πώς το κάνει. μ' αρέσει να νιώθω τη σπονδυλική σου
στήλη και  κάθε κόκαλο του σώματός σου,και την 
                                                                τρεμουλιαστή
-σφιχτο- απαλό τητα και αυτήν που εγώ θα
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω,  μ 'αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο πάνω σου,
μ' αρέσει,να  χα ι δεύω αργά το, ανασηκωμένο χνούδι
της ηλεκτρικής σου γούνας,κι αυτό -που έρχεται
μέσα από σάρκα που ανοίγει...Και μάτια μεγάλα
                                                    ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μ 'αρέσει η συγκίνηση

κάτω από μένα εσύ πρωτοφανής





 ******



 16.

να τ' αγγίξω είπε αυτός
(θα τσιρίξω είπε αυτή
μια φορά είπε αυτός)
απαλά είπε αυτή

(να το δαγκώσω είπε αυτός
πόσο είπε αυτή
δυνατά είπε αυτός)
με πονά είπε αυτή

(έλα πια είπε αυτός
όχι βαθιά είπε αυτή
τι μου ζητάς είπε αυτός
να με κοιτάς είπε αυτή)

να συνεχίσω είπε αυτός
(θα σε μισήσω είπε αυτή
αν σε φιλήσω είπε αυτός
θα σε αφήσω είπε αυτή)

παίρνεις χάπι είπε αυτός
είναι αγάπη είπε αυτή
είσαι αναμμένη είπε αυτός
(είμαι θλιμμένη είπε αυτή


θα μου ' ρθει ίλιγγος είπε αυτός
ναι αλλά η σύζυγος είπε αυτή
σιγά τώρα είπε αυτός)
κοιτάς την ώρα είπε αυτή


(πως βογκάς είπε αυτός
μη σταματάς είπε αυτή
πιο δυνατά είπε αυτός)
πιο αργά είπε αυτή




 ******



 vii




καθώς
έχουμε πλαγιάσει ο ένας πλάι στον άλλο
τα μικρά στήθη μου γίνονται δύο αιχμηροί υπέροχοι
                                               καμαρωτοί πύργοι και 
σπρώχνω ξαναμμένη την τρυφερότητα της κοιλιάς μου πάνω σου

τα χέρια σου είναι
νέα '
τα χέρια σου θα με πείσουν,μέσα στην έσχατη σιωπή μιλώντας
πάνω στο σώμα μου
με την απόλυτη λεπτή τους γλώσσα.

μη γελάς με τους μηρούς μου.

υπάρχει  ανάμεσα στα μεγάλα πόδια μου μια τραγανή πόλη.
όταν μ' αγγίζεις
είναι 'Ανοιξη στην πόλη' οι δρόμοι όμορφα διακλαδώνονται,
το κάνουν  για σένα 'μην τους φοβίσεις,
όλα τα σπίτια σφίγγονται τρομερά
με τον ερχομό σου:

και είναι χαρούμενα
καθώς γεμίζεις με παιδιά τους δρόμους της πόλης μου.

αγάπη μου είσαι ένα φωτεινό βουνό που αισθάνεται.
είσαι ένα πρόθυμο βουνό κι  ανυπόμονο νησί του οποίου
οι ζωηρές πλαγιές εδράζουν πάντα στο εγώ που 
                                    ανασηκώνεται,που βρίσκεται
από κάτω σου και γύρω σου και πάντα:είμαι η θάλασσα
που αγκαλιάζει.Ω βουνό δεν μπορείς να μου ξεφύγεις
οι ρίζες σου αγκυροβολούν στη σιωπή μου' συνεπώς Ω βουνό
με τέχνη δολοφονείς τα στήθη μου,ακόμη και πάντα

με επισημότητα μέσα στην αγκαλιά μου θα σε πάρω.




 ******


 xvii.


Κυρία,θα σε αγγίξω με τον νου μου.
Θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω
ώσπου να μου δώσεις
ξαφνικά ένα χαμόγελο,συνεσταλμένα άσεμνο

(κυρία θα σε
αγγίξω με τον νου μου.)Θα σε αγγίξω,
αυτό είναι όλο,

απαλά κι εσύ ολότελα θα γίνεις
με απέραντη ευκολία

το   ποίημα που δεν θα γράψω.

 

**** Ερωτικά ποιήματα


Λοιπόν ας φιληθούμε

e.e. cummings
μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, Γιάννης Δούκας

Εκδόσεις Πατάκη, 2014
168 σελ.

















__________________________________________________





notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014,/// ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ //// Για την ποιητική πορεία της Ασημίνας Ξηρογιάννη



Παίρνοντας υλικό από την διάλυση…: 
Για την ποιητική πορεία της Ασημίνας Ξηρογιάννη 




Η πρώτη συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη είχε τίτλο Η προφητεία του ανέμου και εκδόθηκε το 2009. Χωρίζεται σε δύο ενότητες με 21 ποιήμα-τα η πρώτη και 24 η δεύτερη. Η πρώτη ενότητα φέρει τον τίτλο Η σκέψη μου βυθίστηκε στα χέρια σου, ενώ η δεύτερη Τα ωραιότερα ταξίδια εί-ναι του μυαλού. Από τα 45 ποιήματα της συλλογής τα 17 αντί για τίτλο έχουν μια βινιέτα, ενώ 4 από αυτά είναι μονόστιχα, έχοντας κατά κά-ποιον τρόπο υποκαταστήσει τον ίδιο τον τίτλο, ή αξιώνοντας για τον εαυτό τους μια γνωμική, αξιωματική λειτουργία.
Η ποιητική συλλογή διαπνέεται από μια μελαγχολική νοσταλγική διά-θεση για έναν έρωτα που τελείωσε, για μια απώλεια όχι όμως σπαρα-κτική παρά τρυφερή, γεμάτη ήρεμη σχεδόν γλυκιά θλίψη, με μια στωική ευγνωμοσύνη για ό,τι ωραίο βιώθηκε κι ας ήταν βραχύβιο κι ας ήταν σε πραγματικό επίπεδο θνησιγενές. Γιατί στο χώρο του φαντασιακού το βίωμα θα υπάρχει πάντα και η δίψα άσβεστη θα καλεί ξανά και ξανά την μνήμη να την παρηγορεί, μια που ξέρει ότι ποτέ δεν θα κορεστεί.
Τα χέρια σου έχουν ωραία γεύση/…/Με βασανίζουν έτσι που λείπουν τα βράδια και τα πρωινά/Τα φωτογράφισα με τη μνήμη τότε που τα φι-λούσα για ώρες1
Απόψε δε θα σε σκεφθώ/Θα κάνω στον εαυτό μου αυτή τη χάρη2
Μες στη μνήμη του χρόνου σ’ ανιχνεύω/…/Λατρεμένο μου φεγγάρι αχ Με λησμόνησες3
Στοιχειώνουν μέσα μου οι λέξεις που θα σου’λεγα/Αγγίγματα που τα προόριζα για σένα4
Οι μέρες του πόθου πέρασαν/Τα μάτια δε στυλώνονται στον ουρανό την νύχτα5

                                                              





Η πρώτη ενότητα ξεκινά δηλωτικά της ποιητικής πρόθεσης και της ανά-γκης έκφρασης της απώλειας: Έχασα εσένα μα κέρδισα την ποίηση. Ο χώρος των ποιημάτων είναι κυρίως ο εξωτερικός φυσικός χώρος ενός απροσδιόριστου τοπίου που σηματοδοτείται περισσότερο από αφηρη-μένα ονόματα φυσικών στοιχείων φεγγάρι ήλιος θάλασσα, δέντρα λου-λούδια ή τα επί μέρους συστατικά τους κορμός, φύλλα, ανθός. Η θά-λασσα συσχετίζεται με το ταξίδι, με την διαδρομή, την απώλεια. Περισ-σότερο μοιάζει να είναι η σκηνοθεσία μιας ποιητικής μυθοπλασίας πα-ρά ένα αληθινός φυσικός χώρος με αναγνωρίσιμα και προσδιορισμένα χαρακτηριστικά. Παρόλο που το πρώτο ουσιαστικά ποίημα της συλλο-γής αναφέρεται στο αναλωμένο σε ηδονικούς έρωτες σώμα, το ηδονικό πάθος, ο αισθησιακός συγκλονισμός απουσιάζει. Κυρίαρχο σωματικό στοιχείο είναι τα χέρια ως φορέας επικοινωνίας και προσέγγισης του άλλου, ως εργαλείο έκφρασης τρυφερότητας.
Τα χέρια σου έχουν ωραία γεύση/…6
Χάρτης ειν’ η παλάμη σου…και δείχνει όλο τον κόσμο7
Η δεύτερη ενότητα περιέχει ποιήματα υπαρξιακού στοχασμού πάνω στον θάνατο, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα σε μια πιο θεωρητική διάσταση αλλά και την ίδια την ποίηση και την λειτουργία της, την δυ-σκολία και την ανακούφιση που προσφέρει.
Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού-/μη μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη8
Δεν θα’θελα να είμαι λέξη9
Στο κλειστό δωμάτιο/με τους μαύρους καθρέφτες/εκεί. Υπάρχει μια αί-σθηση/Θανάτου…10
Δεν είναι άρνηση η σιωπή11
Είναι μια πρωτόλεια, νεανική ποιητική συλλογή που δείχνει ευαισθησία και ευγένεια, λεκτική αθωότητα και ποιητική πίστη. Έχει την δροσιά, την τρυφερότητα και τη μελαγχολία του νέου ανθρώπου που πρωτοδοκιμά-ζεται με κάτι που αγαπά και σέβεται. Ο τρόπος που χειρίζεται η Α.Ξ. την ποιητική της έμπνευση, μού θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Καζαντζά-κης περιγράφει τον Ζορμπά να αγγίζει το σαντούρι του
το τύλιγε με προσοχή όπως σκεπάζεις αγαπημένο σώμα μη σού κρυώ-σει12
Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη έχει τίτλο Πλη-γές, εκδόθηκε το 2011 και αποτελείται από 36 ποιήματα. Από αυτά μό-νον τα 7 τιτλοφορούνται. Επίσης υπάρχουν 2 μονόστιχα, όπως και στο πρώτο της βιβλίο και 4 δίστιχα με μια προσπάθεια διατύπωσης επι-γραμματικού χαρακτήρα.
Κι εδώ κυριαρχεί ένας λυπημένος τόνος απώλειας,, απουσίας, ακύρω-σης. Ο τόνος των ποιημάτων ελαφρύς, δεν βαραίνει με δραματικότητα αλλά παραμένει ένας λυρισμός ανάλαφρος σαν νοτιάς που υγραίνει τα μάτια, ωστόσο κλάμα δεν γίνεται. Ποτέ η θλίψη δεν διαβρώνει κυριαρ-χικά τον ψυχισμό της ποιήτριας, παρά μόνο λες και την καθαίρει, την ανακουφίζει, για να μπορεί να συνεχίζει με στωικότητα να ζει και να στοχάζεται πάνω στα ανθρώπινα, να αισθάνεται και να γεύεται. Γεύσεις που δεν ξαφνιάζουν, δεν τρομάζουν, δεν προκαλούν.
Την άρνησή σου την έκανα καράβι/που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα’ ρθουν13
Αγαπώ τα σκοτάδια μου/Και κείνα μ’ αγαπάνε14
Δε σε είδα όταν έφευγες/Τώρα σωπαίνω/Και πενθώ15

                                       
                                        




                           

Στη δεύτερη αυτή συλλογή η κλίμακα του πόνου ανεβαίνει κατά έναν τόνο, η ερωτική ματαίωση της πρώτης μαζί με την υπαρξιακή αναρώτη-ση του δεύτερου κυρίως μέρους της, εδώ μεταλλάσσεται στην ενδο-στρέφεια της μοναξιάς, κάτι που φαίνεται και από τις δηλώσεις της μο-νήρους ζωής όσο και τον βασανισμό της αϋπνίας ενός ανθρώπου που ζει ή βιώνει μόνος, όσο και με την σμίκρυνση του εξωτερικού χώρου ως χώρου της ποιητικής σκηνοθεσίας ή εκδραμάτισης των ψυχικών βιωμά-των ή ακόμα και προβολής των προσωπικών συναισθημάτων και ταύτι-σης με τον ποθούμενο Άλλον. Εδώ ο χώρος είναι το εσωτερικό ενός σπι-τιού ή ακόμα πιο στενά, ενός μόνο δωματίου, όπου το ποιητικό υποκεί-μενο μένει εγκλεισμένο και σκέπτεται, βασανίζεται ή προσπαθεί να εκ-φραστεί.
Το τοπίο αλλάζει/οι γραμμές μικραίνουν/κι ο χρόνος άλλος μοιάζει16
Συχνά τις νύχτες δεν κοιμάμαι/Φαντάζομαι πως ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις17
Ώρες ακίνητη πάνω σ’ ένα κρεβάτι/ να τον περιμένεις18
Από τότε που έφυγες/τα βράδια/σβήνω τα φώτα/βυθίζομαι19
Εντός του σπιτιού συνομιλώ με ίσκιους/Πένθιμες άριες χορογραφώ πια20
Στην τρίτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Εποχή μου είναι η ποίηση η Ξηρογιάννη κάνει μια στροφή στην θεματική της. Η συλλογή αποτελεί-ται από 41 ποιήματα εκ των οποίων τα 19 έχουν τίτλο ενώ τα υπόλοιπα παραμένουν άτιτλα. Δεν υπάρχουν πια μονόστιχα ποιήματα, ωστόσο υπάρχουν δίστιχα και τρίστιχα, 4 στον αριθμό, που λειτουργούν ως επι-γράμματα με ένα και πάλι αποφθεγματικό χαρακτήρα.
Εκεί όμως που παρατηρείται η στροφή είναι στον θεματικό τους πυρή-να και στον σκηνοθετικό τους χωροχρόνο. Η πορεία του ποιητικού υπο-κειμένου  στρέφεται και πάλι έξω, αλλά ο εξωτερικός χώρος δεν έχει κα-
μιά σχέση με το φυσικό μυθοπλαστικό τοπίο της πρώτης συλλογής. Εδώ ο τόπος είναι ο αστικός χώρος και μάλιστα της σύγχρονης πόλης. Ενώ στις προηγούμενες ποιητικές συλλογές ελάχιστες αναφορές υπήρχαν σε έναν τόπο που θα μπορούσε να είναι αναγνωρίσιμος(εκτός από την πε-ρίπτωση της Αίγινας), τώρα ο τόπος είναι η απόλυτα αναγνωρίσιμη πό-λη της ελληνικής πραγματικότητας και μάλιστα της Αθήνας
Η Αθήνα καίγεται στις φλόγες/και συ στοχάζεσαι πάνω στο ποίημα21
Περπατώ μέσα στην πόλη…/Η Αθήνα μαραζώνει22
Και ενώ ο χρόνος στις προηγούμενες συλλογές εξαφανιζόταν κάτω από την διάχυση ενός διαχρονικού προβληματισμού, μιας αναρώτησης και ενός βασανισμού πάνω στα προαιώνια πάθη ή τη σχέση του ανθρώπου με την τέχνη και την ίδια την ύπαρξη, εδώ απασχολεί την ποιήτρια η σύγχρονη εποχή με τις δυσκολίες, τον πόνο, τα κοινωνικά της συμφρα-ζόμενα.
Σύνδεσε τη λέξη/ με την εποχή23
Η γλώσσα σου έγινε/ σκληρή και τραχιά./Δεν μιλάς για έρωτα πια24
Κάθε τοίχος κι ένα σύνθημα/Αυτή είναι η ποίηση που διαθέτουμε σήμε-ρα25
Ο κόσμος σού προσφέρει/ απλόχερα τις πληγές του./Έλα λοιπόν διάλεξε μία/και κάνε την ποίημα26
Η πορεία επομένως της ποιήτριας στις τρεις συλλογές της είναι
>έξω: φύση-έρωτας-ύπαρξη>
ένδον: δωμάτιο, μοναξιά, έρωτας, ακύρωση >
έξω: πόλη, σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα- η ποιητική στράτευση 

Άλλοτε ο κόσμος μου ήταν τα ποιήματα/ μα δεν αρκούν πια27







                                             









Σε τέτοιους καιρούς/αναζητάς μια άλλη ποίηση/πιο δυνατή28
Πάρε υλικό από τη διάλυση/και χτίσε ένα ακέραιο ποίημα29
Υπάρχει πολύ έντονος ο προβληματισμός του ποιητικού χρέους, η στρά-τευση του καλλιτέχνη σε μια κοινωνική αποστολή, στο καθήκον που αι-σθάνεται να έχει συμπάσχοντας, σε έναν κόσμο ανακατατάξεων, μεγά-λων ανισοτήτων και κοινωνικής αναταραχής, να μιλήσει για τα επικαι-ρικά του συμφραζόμενα, να ψαύσει τις πληγές του και να τις χαρτο-γραφήσει. Υπάρχει μια νεανική παρορμητική πίστη στην ανανεωτική αναπλαστική και ανατρεπτική δύναμη της ποίησης, στην δυνατότητα που έχει να γίνει όπλο αλλαγής, σημαία αναδημιουργίας. Αν και λανθά-νει μια επιφυλακτική αμφιβολία, που προφυλάσσει από την ευφορία της ευκολίας
Καμιά φωτιά δεν ανάβει με στίχους μόνο30
Σε δύσκολους καιρούς/δεν αναζητούμε/τη μεγάλη ποίηση/αλλά την ε-πείγουσα31
Κι ελπίζεις να γράψεις μια μέρα ποίηση αληθινή/ποίηση επικίνδυνη32
Ο κίνδυνος βεβαίως που υποκρύπτεται είναι να μείνει σε ένα επίπεδο διαπιστωτικών παραδοχών, σε μια προπαγανδιστικού τύπου δεοντολο-γική διαχείριση. Όπως έχει αναφέρει και ο Αλέξης Ζήρας μιλώντας για την κυπριακή ποιητική γενιά που βίωσε τα γεγονότα της τουρκικής ει-σβολής
…ήταν όλοι τους σπαταλημένοι και κυριευμένοι από την πυρά της επι-καιρότητας, από την παρατεταμένη οδύνη του διαμελισμού και της ορ-φάνιας… χωρίς να έχουν την πολυτέλεια να μπορούν να κρατήσουν α-ποστάσεις από τα γεγονότα33
Η ποιητική ευαισθησία της Ξηρογιάννη ωστόσο την κρατά σε επαγρύ-πνηση, έτσι ώστε να μη μείνει εγκλωβισμένη στον πόνο ή τον ενθου-σιασμό του επικαιρικού, στην απλοϊκότητα μιας διαπίστωσης ή στην παραφωνία μιας σπασμωδικής κραυγής. Όπως παραδέχεται και η ίδια σε μια τέτοια εποχή σαν την σημερινή
Το ποίημα περιπλανιέται αδιάκοπα/στους δρόμους της πόλης που ξα-γρυπνά/Απεγνωσμένα ζητά/απ’ τους μετανάστες, τις πόρνες και τους ζητιάνους/ να το γράψουν/Μα εκείνοι σιωπούν34


1 Ασημίνα Ξηρογιάννη, Η προφητεία του ανέμου, Δωδώνη, 2009, σελ.14

2 Ό.π. σελ.17 3 Ό.π. σελ.22 4 Ό.π. σελ.33 
3 Ό.π. σελ.22 

4 Ό.π. σελ.33 

5 Ό.π. σελ.27 
6 Ό.π. σελ.14 
7 Ό.π. σελ.18
8 8 Ό.π. σελ.42 
9 Ό.π. σελ.44 
10 Ό.π. σελ.38 
11 Ό.π. σελ.46 
12Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Ν.Καζαντζάκη, σελ11
13 Ασημίνα Ξηρογιάννη, Πληγές, Γαβριηλίδξς, 2011 σελ.7 
14 Ό.π. σελ.8 
15 Ό.π. σελ.9 
16 Ό.π. σελ.30
17 Ό.π. σελ.36 
18 Ό.π. σελ.41
19 Ό.π. σελ.10 
20 Ό.π. σελ.25 
21 Ασημίνα Ξηρογιάννη, Εποχή μου είναι η ποίηση, Γαβριηλίδης 2013 σελ.14 22 Ό.π.σελ 21
23 Ό.π.σελ 24 
24 Ό.π.σελ 11
25 Ό.π.σελ 27
26 Ό.π.σελ 33 
27 Ό.π.σελ14 
28 Ό.π.σελ 28 
29 Ό.π.σελ 39
30 Ό.π.σελ 20
31 Ό.π.σελ 22
32 Ό.π.σελ 23
33 Εισαγωγή στην Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης, Μανδραγόρας, 2011, σελ.13 
34 Ό.π.σελ47




Πρώτη Δημοσίευση στα ΠΟΙΗΤΙΚΑ,τεύχος 15













notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 /// ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ, ΠΟΙΗΣΗ 1963 -2011




Πρώτη δημοσίευση :http://www.vakxikon.gr/content/view/2016/604/lang,el/





                                      




 

 
Ποίηση 1963 - 2011, Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, Εκδόσεις Καστανιώτη 2014


 ...ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ


Γράφω αυτό το κείμενο στις τρεις τα ξημερώματα. Κοιτώ μια φωτογραφία της που είναι στην Αίγινα, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου. Απεικονίζεται να ξεπροβάλει από το παράθυρο του κόκκινου σπιτιού, σοβαρή αλλά γλυκύτατη, όπως πάντα. Και οι στίχοι της που ταιριάζουν στην περίπτωσή μου είναι ακριβώς αυτοί:' Ποιά είναι η ώρα κοντά στα ξημερώματα/που με τ' όνειρο φτάνω στον γκρεμό/ και πέφτω, πέφτω χωρίς το σώμα μου;'

Είναι η ώρα που η ψυχή δεν κοιμάται, βρίσκεται σε  εγρήγορση και αναζητά απεγνωσμένα ό,τι την έλκει. Mπροστά μας, στο ελληνικό ποιητικό τοπίο, απλώνεται  το συνολικό έργο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Δεν χρειάζονται συστάσεις για κανέναν λόγο. Η ποιήτρια είναι ίσως από τους λεγόμενους 'ζωντανούς μύθους. Υπάρχει και δημιουργεί στο παρόν και απολαμβάνει το θαυμαστό, την αγάπη και την αφοσίωση των αναγνωστών της. Όλη η γλυκύτητα και η καλοσύνη της είναι αποτυπωμένες στο  πλατύ και ευγενικό της χαμόγελο. Η σπιρτάδα και η ευρηματικότητα στα μάτια της. Μάτια που μιλάνε και γελάνε. Βλέμμα που έχει τη δύναμη να σε κερδίζει. Όπως και με τα εύστοχα και λειτουργικά ποιήματά της, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στοχεύει στην καρδιά της ύπαρξης.

Το σπουδαίο έργο της αντέχει στις αντιξοότητες των καιρών, όσο αντιποιητικοί κι αν είναι αυτοί, και ανταποκρίνεται με συνέπεια και γοητεία, παράλληλα, στις επιταγές του παρελθόντος, στο παρόν που βιώνουμε ως αναγνώστες και πολίτες αυτού του τόπου, αλλά και σε αυτό που περιμένουμε να ‘ρθεί. Μίλησαν για έντονη σωματικότητα και την ιδιοφυή διαχείρισή της ως σταθερό μοτίβο που υιοθετείται από την ποιήτρια. Μίλησαν για την πετυχημένη δημιουργία πολλαπλών ποιητικών προσωπείων πριν την αποκάλυψη του ποιητικού εγώ. Βαθιά εξομολογητική και των θλίψεων ακόμα, όμως σε καμία περίπτωση μελοδραματική. Λόγος με έντονο ρυθμό, που ρέει άφθονος και γενναιόδωρος, διαθέτοντας την απαιτούμενη μουσικότητα, χωρίς να εκπίπτει σε ανούσιο  βερμπαλισμό ή άσκοπη φλυαρία. Γραφή που ελίσσεται και εξελίσσεται. Θερμή γραφή που έλκει την ψυχή να την παρακολουθήσει σε όλες της τις διαδρομές.

Αισθησιακή ποιήτρια, ερωτική, αναπλάθει ποιητικά τα βιώματα του έρωτα, καθώς και αυτά της επαφής με του φυσικό περιβάλλον. Ξαναζεί μέσα από αναμνήσεις  που κυριαρχούν μέσα στο ποιητικό της σύμπαν, αλλά τις οποίες ξέρει καλά να διαχειρίζεται, φιλτράροντάς τες με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ο πόνος, η θλίψη και το πάθος για τα πράγματα, τoν έρωτα και τους ανθρώπους γίνεται ποίηση. Οι αισθήσεις είναι διάχυτες, ζωντανές και πανταχού παρούσες. Παρόλα αυτά δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα γλυκερό, βαρετό ή ανούσιο λυρισμό. Αντίθετα, η ποιήτρια χαλιναγωγεί με μαεστρία και σωστή οικονομία το αχανές υλικό της, αγγίζοντας τόσο την διανοητική, όσο και την συναισθηματική μας νοημοσύνη. Μας κάνει να αισθανθούμε και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα.

Η Ρουκ αφηγείται ποιητικά, παράλληλα μας προσφέρει μια θεώρηση του κόσμου μοναδικά βαθιά. Προφέρει με μουσικότητα πράγματα, καταστάσεις, αφηγήσεις, συναισθήματα, ανεβάζοντας την θερμοκρασία του αναγνώστη. Εύγλωττα καταθέτει ότι, καμιά ζωή/δεν είναι πιο δυνατή από τον πόθο/καμιά πράξη πιο τελειωτική/από την ποίηση/(Στο δάσος,1982). Δεν σταματά να ρωτά και να αναλογίζεται: Θεέ μου τί θα γίνουμε; Πώς θα πορευτούμε; / Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε; / M’ αυτήν την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων/των ψυχών από δίπλα μας; /

«To σώμα που έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» και «η ψυχή ανεμοστρόβιλος» είναι το σώμα και η ψυχή της ποιήτριας που γίνεται «θεατής του φωτός». Κι από φως χτίζει το ποιητικό της σύμπαν, που η υφή του όλους μας αφορά, επειδή ακριβώς μας φέρνει κοντά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην «ουσία του εαυτού» μας. Η περσόνα της «ράβει τα πάθη της», «ακούει τη σιωπή» και τραγουδά την απουσία -και την παρουσία εντέλει, «λησμονώντας με πάθος κάθε μέρα» τον άντρα που νοσταλγεί. Εγώ απολαμβάνω πόσο θαυμαστά μέσα από τις λέξεις και τον αριστοτεχνικό συνδυασμό τους η Ρουκ καταφέρνει όχι απλά να υπάρξει, αλλά να ανορθώσει και το ανάστημά της. Εξοικειωμένη με τους φόβους και τις ατέλειες και ευλογώντας τις ελλείψεις της.

«Τι δίνει η ποίηση /και τί παίρνει;» To παν είναι το πάθος να γίνει πίστη. Και η μεγάλη ποίηση μπορεί να το πετύχει αυτό. Να το απτό παράδειγμα, εδώ μπροστά μας. τι καμιά ζωή / δεν είναι πιο δυνατή απ' τον πόθο / καμιά πράξη πιο τελειωτική / από την ποίηση.» (Στο δάσος, 1982)

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 /// ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΙΩΤΗΣ /// ΈΝΑ ΠΟΙΗΜΑ





                                                            
                                  φωτό Α.Ξηρογιάννη




Σε κελί


Σα να εκτίουμε ποινή κατοικούμε σε κελί
και πως δεχόμαστε το μέλλον επισκέπτη
τίτλους διαβάζουμε δίχως καν να εννοούμε,
μια απάτη η οθόνη, −αίσθηση αφηρημένη·
είναι το μέλλον χώρα μακρινή, η στολή του
το στήθος μας στενεύει, στερεύει την ψυχή μας
αργά και σιωπηλά· κρέμονται στα δάχτυλα
σκοτάδια υγρά.

Και γονατίζουμε σαν προσευχή σα να μας τυφλώνει
μια αναλαμπή, πως δε μπορεί, η χάρη που ζητήσαμε
θα ’ρθει− τώρα ξεκινά η αγορά περιστροφή
θα ’ρθει το μέλλον με κλειδί, με δείχτη τα διπλώματα
φουλάρουμε ντεπόζιτα, μπροστά μας χρωματίζεται
η αρχή. Σα να εκτίουμε ποινή κατοικούμε σε κελί. 


Πρώτη Δημοσίευση

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 /// ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ /// ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ




                                   



*



Μαθαίνεις να είσαι όμορφη. Να σου πληρώνουν
τα γεύματα. Να συνδυάζεις τακούνι με τσάντα.
Μαθαίνεις να φιλάς κι έπειτα να πηδιέσαι
χωρίς φιλί στο στόμα. Μαθαίνεις να βλέπεις τιβί,
ταυτοχρόνως να μιλάς στο κινητό και να τσατάρεις
στο fb. Μαθαίνεις PIN, IBAN, ID, PASSWORD,
ΑΦΜ και ΑΜΚΑ. Μαθαίνεις να κοιμάσαι αγκαλιά

και να σκέφτεσαι μονίμως κάποιον άλλον. 



*


Μισή περιστροφή δεξιά μπροστά στον καθρέφτη.
Μισή περιστροφή αριστερά τσιτώνοντας το στήθος,
τουρλώνοντας τον ποπό και αλλαγή φορέματος.
Το προηγούμενο συνολάκι, με μαύρα μποτάκια
αυτή τη φορά. Μια πλήρης περιστροφή του σώματος
γύρω από τον άξονά του, σαν περιστρεφόμενη
μπαλαρίνα του λούνα-παρκ. Ανεξάντλητες όλες

οι πιθανές χρήσεις μιας όμορφης από έναν άντρα. 



*



Κρέμεται το δεξί της χέρι από την πολυθρόνα.
Το τσιγάρο ισορροπεί ανάμεσα μέσου και δείκτη
σκορπάει τη στάχτη γύρω από το σταχτοδοχείο,
με τον αδρό τρόμο των δακτύλων της. Κοκέτα
με φρέντο καπουτσίνο: φρεσκοβαμμένο
μαλλί, λαιμός λαίμαργος στα φιλιά, δυο μάτια
μεγάλα ψυχοφάρμακα. Μαύρες κάλτσες

καλτσόδετες μετά τα δεσίματα στα Ψυχιατρεία. 




*

Από άντρες μόνο δεν ξέμεινα.
Συγκατοίκησα με καναδυό από δαύτους
-ως ερωμένη τα καταφέρνω καλύτερα.
Στο μπαρ τους μιλάω για ποίηση.
Για το μεγάλο έρωτα που ζούμε. Για το φιλμ
που δίχασε κοινό και κριτική αλλά όχι εμάς.
Έχουμε ένα ολόκληρο μισάωρο ακόμα
δεμένοι στο δεύτερο μπαρ μετά το σινεμά

πριν πάρει ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του. 



********



Ο Σωτήρης Παστάκας (ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, εκδότης, ραδιοφωνατζής, παραμυθάς και αγκιτάτορας), γεννήθηκε το 1954 στη Λάρισα όπου και ζει. Σπούδασε Ιατρική στη Ρώμη. Για 30 χρόνια εργάσθηκε ως ψυχίατρος στην Αθήνα. Το 2004 ίδρυσε την ηλεκτρονική επιθεώρηση ποιητικής τέχνης ΠΟΙΕΙΝ και το 2013 τη ΘΡΑΚΑ. Έχει εκδώσει μεταφράσεις ιταλικής ποίησης, δοκίμια και 11 ποιητικές συλλογές. Το τελευταίο του βιβλίο Τριλογία-(Χαμένο Κορμί, Συσσίτιο, Ροή Ρακής) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παρουσία το 2012. Το 2013 οραματίστηκε και διοργάνωσε το Α΄Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης
(Β’ 2014), καθώς και το ποιητικό εργαστήρι 12 ποιητών, Οι Ολύμπιοι στη Ραψάνη (2014). Έχει μεταφραστεί σε 11 γλώσσες κι έχει διαβάσει ποιήματα σε διάφορα διεθνή ποιητικά φεστιβάλ (San Francisco, Sarajevo, Izmir, Roma, Napoli, Siena, Cairo, Istanbul κλπ). Τον Οκτώβριο 2014 κυκλοφόρησε η δωδέκατη ποιητική συλλογή «Τόποι τόπι» από τις εκδόσεις bibliotheque κι αναμένονται μέσα στο χρόνο οι ιστορίες του από το μαγαζάκι της  Ψυχιατρικής «Ο Δρ.Ψ και οι ασθενείς του» από τις εκδόσεις Μελάνι.

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 /// ΣΟΝΙΑ ΖΑΧΑΡΑΤΟΥ /// 'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ



                                      




Τρίωρη ευκαιρία 



Τρεις ώρες σας δίνουμε τους νεκρούς σας να θάψετε∙
ελεύθεροι είστε να θάβετε τρεις ώρες κάθε ημέρα.
Απομένουν εικοσιμία σε εμάς∙
φτάνουν εικοσιμία ώρες για μια γενοκτονία; 


Τρεις ώρες για να κλάψετε χωρίς ασχήμιες και φωνές
που λερώνουν τον ωραίο θάνατό σας∙
εμείς φροντίσαμε χωρίς αμοιβή
μάρτυρες να σας κάνουμε ενώπιον του θεού σας. 


Τρεις ώρες ολόκληρες
για να μαζέψετε από τα ερείπια τους νεκρούς,
να σφουγγίσετε τα αίματα,
να συμμαζευτείτε∙
ντροπή έτσι λερωμένοι και κλαμένοι να δείχνετε.
Τι θα λέει ο κόσμος… 


Μη κοιτάτε τον τρόμο στα μάτια των παιδιών,
μην ακούτε τις κραυγές του πανικού
και τις φωνές της πείνας τους μην τις ακούτε∙
-παιδιά είναι και παίζουν.
Μη κοιτάτε τα σώματα χωρίς πνοή,
τα σώματά τους τα διαμελισμένα∙
κι αυτό παιχνίδι είναι. 


Βιαστείτε, τρέξτε, κλάψτε, σκάψτε, θάψτε,
αγκαλιαστείτε όσο καιρό σας δίνουμε,
αυτές τις τρεις μεσημεριανές ώρες του δικού μας ύπνου.
Απομένουν εικοσιμία, κάθε ημέρα, σε εμάς·
φτάνουν εικοσιμία ώρες για μια γενοκτονία;

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 /// ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ /// ΜΑΚΕΤΑ




                                                            





'Ισως να μην υπάρχει άλλο άνοιγμα στο σπίτι, παρά μόνο ένα παράθυρο.
Αυτό, από το οποίο τώρα βλέπουμε ξεχασμένους βοστρύχους εφήβων να κυματίζουν πεισματικά, καθώς αρνούνται να χωρέσουν στο ξύλινο δοχείο τους. Το ιπτάμενο προς ουρανούς, ενδόξως ρυμοτομημένους.
Και είναι να αναρωτιέται κανείς. Κουρασμένο το χώμα από λαιμαργία. Μάτια, παλάμες, πέλματα. Πόσες ακόμα μνήμες της σάρκας αντέχει να χωνέψει. Και να πεις ότι δεν το ταΐζει συχνά του απόβροχου η σιωπή.
Αν ο χρόνος αποφάσιζε να εμπλακεί σε υπολογισμούς, θα αποφαινόταν με ευκολία πως επρόκειτο για το πέρας μιας ζωής. Μιας ολόκληρης, γεννημένης από τα πράσινα φύλλα που με το χρόνο χάνουν κάθε σχήμα και άλλοτε τείνουν προς το μαύρο, άλλοτε έχουν συντροφιά το πέτρωμα του βράχου.
Αυτή είναι η αρχή, ένα προσχέδιο. Αργότερα τελούνται τα μνημόσυνα. Ερήμην.

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014, ΣΠΥΡΟΣ Λ. ΒΡΕΤΤΟΣ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ




                                                                      
 ΥΠΕΡΕΡΜΗΝΕΙΑ

Θα σ’ ερμηνεύσω πιο πολύ απ’ όσο χρειάζεται.
Θα πάω πιο πέρα κι έξω από τις λέξεις σου,
πιο πέρα κι έξω από τα όποια συμφραζόμενά σου.
Τόσο, που κάποιοι θα μου πουν
(μπορεί κι εσύ)
πως έτσι ήμουνα και στην υπόλοιπη ζωή μου,
ότι ερμήνευα τα πράγματα αλλιώς και παραπάνω.



Μα ευτυχώς, παρόλα αυτά,
κατά καιρούς κρατιόμουνα
από τις άκρες των πραγμάτων.
Το χέρι μου τις κράταγε
το σώμα αιωρούνταν.
Κι όταν το σώμα επέστρεφε
μου κόβανε τα χέρια.
Μα ευτυχώς τότε προλάβαινα
του καραβιού την άκρη'
τα δόντια μου το κράταγαν
το σώμα μου πλανιόταν
κι όπως χτυπούσε στο νερό
το ’κανε να σου μοιάζει.



Θα σ’ ερμηνεύσω πιο πολύ.
Σου το ’πα.



(από τη συλλογή "Τα δεδομένα"
)



 
*****************


 
ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ


Για επινόησε τώρα ένα γεγονός
και κάν’ το ιστορία σου,
ώστε σ’ αυτό διαρκώς να αναφέρεσαι
και απ’ αυτό να παίρνεις δύναμη για τη ζωή σου.


Αλλ’ επειδή, όπως μου λες,
δεν γίνεται εξ αρχής κι ολοκληρωτικά
να το επινοήσεις,
πάρε κάτι ελάχιστο κι αληθινό
και βάλ’ του πρόσθετα πολλά,
ώστε και την ψευδαίσθηση θα έχεις
ότι ετούτο όντως σου συνέβη,
αλλά και κάθε τι που πρόσθεσες
με τον καιρό θα σου φανεί ότι υπήρχε πάντα.


Εδώ έθνη και έθνη φτιάχνονται
και στήνονται μ’ αυτόν τον τρόπο,
σ’ εσένα θα χαλάσει η συνταγή;


Κι αν θέλεις όλ’ αυτά στην πράξη να τα δεις,
για επινόησε
ή μάλλον πίστεψε πως τότε
όντως αγαπήθηκες.




(Από τη συλλογή "Συνέβη")


 
**************




Η ΠΑΡΑΜΑΝΑ


Τράβηξε Μήδεια το μαχαίρι απ’ το τραπέζι.
Μην προσποιείσαι πως το κάρφωσες
για το ψωμί.
Εγώ δεν γίνεται σαν όταν ήσουνα μικρή
να σε κρατάω από το χέρι.
Στο παιδί που ήσουν κάποτε, μην το ξεχνάς,
προστέθηκαν τα χρόνια των παιδιών του.


Πέταξε Μήδεια το μαχαίρι από το χέρι.
Και να ’θελα να σε κρατήσω δε μπορώ.
Το χέρι που είχες, κοίτα το:
μεγάλωσε σαν δίκοπο
και ανεξάρτητα απ’ το σώμα.


Εάν την ηλικία Μήδεια
τη δείχνουνε τα χέρια,
τότε εγώ είμαι μικρή
γιατί στα χέρια μου κρατάω τα παιδιά σου.
Όμως εσύ! Τι δισταγμός ακόμα και στην ηλικία.
Μία τα θέλεις
και μία τ’ απωθείς
τα χέρια και τα χρόνια των παιδιών σου.


Σαν μάνα σου ήμουν Μήδεια.
Θυμάσαι την Κολχίδα;
Τώρα τι θέλεις; Τι ζητάς;


Aντί στα χέρια τα παιδιά
παίζεις στα δάχτυλα τα μαγικά σου.


Και τάχα αθωώνεσαι απ’ το παιδί που τάχα είσαι.


(Τα δεδομένα, 2012)




***************





Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ



Η σημασία αυτής της μέρας ας μη χαθεί,
αφού όσα εγίνηκαν
δεν έγιναν στα βιαστικά
και η φωνή καθώς μιλούσε
ήταν σε ώρα ανοιχτή
και όλα εισακούγονταν,
ενώ από απέναντι
σάμπως ατόφιο ν' ανέβαινε το γεγονός
κι όλο ξεφτίδια πίσω του
να ωρύονταν κακές γριές οι αιτίες:


"Η σημασία της ημέρας να χαθεί
και να χαθούν οι σημασίες.
Τι σόι κακίες κουμαντάρουμε
ώστε ν' αφήνουμε τα πράγματα
να θυσιάζονται καλά
και ίσιοι καπνοί να φεύγουνε
πλάι στα κυπαρίσσια;"


Σαν Κάιν τότε
μέσα απ' τους λόγγους πετάχτηκε
η πρώτη αιτία
και μ' ένα μάτσο ασπάλαθους
έγδαρε την ημέρα.



(Ανιστόρητο, 1999)







*************



ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΑΚΡΙΝΗ



Μια τον κοιτά
και μια τη θάλασσα.
Γυναίκα μακρινή
ή του σπιτιού γνωστή,
που πάντοτε σα να 'φευγε
ή και σα να 'ρχόταν.


Μια με τα πόδια
και μια πιο πάνω από το χώμα.
Και με την τρίτη τη στερνή
περνούσε από μέσα του
χωρίς να μένει.



(Ακίνητα μάτια, 1992)

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014/// ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ /// ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΟΣΑ ΠΕΦΤΕΙ Η ΣΚΙΑ



                                                      





«Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά» του Νίκου Ερηνάκη. Εκδ. «Γαβριηλίδης»



 Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη
 

Είναι μεγάλη η διαδρομή μέσα μου αναφορικά με την ποίηση του Νίκου Ερηνάκη. Μια διαδρομή που συνεχίζει πάλι και πάλι, ώσπου να με βρουν οι λέξεις. Σημειώνοντας για τη γραφή του και σκεφτόμενη για τη ροή του λοιπόν. Γιατί είναι ίσως θέμα ροής με τον Νίκο Ερηνάκη και ροπής προς την ομορφιά. Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά γράφονται ιστορίες και λέγονται πράγματα που δεν θα μπορούσαν σε άλλες συνθήκες να ειπωθούν. Σα να” ναι τέσσερις μεγάλοι μονόλογοι με ενιαίο ύφος και ενδιάμεσες παύσεις. Η απεύθυνση στην αγαπημένη. Ρήματα, ρήματα, ρήματα. Ορίζουν κινήσεις του νου και της ψυχής. Και μετοχές πολλές. Έχει ο στίχος λειανθεί. Στίχος ωραίος μέσα στη μελαγχολία του. Στίχος γυμνός. Σκέψη σε έξαρση. Λέξεις που πετάνε. Και σε πετάνε. Όλα με αρετή. Μανιφέστο. Ο έρωτας παρών ανάμεσα στις γραμμές, υμνείται και αυτός, είναι μέρος του οράματος του ποιητή. Ιερή ανησυχία νέου δημιουργού που παθιασμένα φλερτάρει με το ανείπωτο. Πάθος. Θάλασσα οι στίχοι χύνονται στις συνειδήσεις και τις ταξιδεύουν. Αγριεμένη θάλασσα κάποτε. «Άγρια Αθωότητα». Πώς να μεταφράσεις τον αιθέρα; Και γιατί να τον μεταφράσεις; Έχω την αίσθηση πως ώρες-ώρες είναι μεταφυσικό το πέταγμά του στους στίχους «όμορφα και επικίνδυνα». Επικίνδυνη γραφή. Κι είναι η φωνή του σκληρή και τρυφερή μαζί, αλλά και διεισδυτική συνάμα και κουβαλάει μια «εκλεπτυσμένη ευαισθησία». Ξεσπάσματα. «Κατοικήσαμε την οργή». Ταλάντευση ανάμεσα στην αιωνιότητα και τη ζωή. «Θέλω να σε φιλήσω εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος». Γροθιά στο στομάχι. Σωματοποίηση των λέξεων. Έτσι, μια τάση να θέλεις να χορέψεις, λέει, την κραυγή. Ιδρώνω, άρα οι στίχοι του υπάρχουν. Και κρύβουν μέσα τους τη μουσική. Βρίσκομαι σε απόγνωση με τούτη την ιδιόρρυθμη κοσμογονία, την εμποτισμένη με έναν λοξό έρωτα. Θα” θελε να ναι το ποίημα; «Θα προτιμούσα να είμαι πηγή έμπνευσης για κάποιον που γράφει, παρά να γράφω». Είναι το ποίημα, όσο κι αν ψάξεις. Είναι το ποίημα. Με Θράσος. Λες και με τη γραφή του ξορκίζει το θάνατο. «Θάνατε πήδα/ θα σε πιάσω». Με έντονη φιλοσοφική διάθεση. Έντεχνα και γοητευτικά κάνει ποίηση τον στοχασμό. Τον φιλτράρει με ιδιαίτερο λειτουργικό τρόπο, ώστε να σε διαπερνά, να σε ταράσσει. «Μόνο μέσα από τάφους ξέρεις να έρχεσαι άνοιξη». Με αλήθεια. «Ό,τι πετάει / Να το εμπιστεύεσαι/ Γνωρίζει πως να πέφτει». Mε σοφία. «Για να εξηγήσεις λοιπόν τον θάνατο/ πρέπει να παρεξηγήσεις τη ζωή». Με νοσταλγία. «Είμαι ακόμα κρυφά ερωτευμένος/ Με όσα γνωρίζω πως δεν συνέβησαν ποτέ». Με στοχασμό. «Κι αν πάλι βρίσκεις ερωτεύσιμες τις πλάνες». Με πίστη. «Πιστεύω ακόμα στην ομορφιά». Με τρυφερότητα. «Δεν έχει πια γωνίες η αγάπη μας’/εξημερώθηκε». Με έρωτα: «Έχουμε υπάρξει μαζί Κύματα σε θαλασσογραφίες Έχουμε υπάρξει Αμήχανες σιωπές μετά από εξεγέρσεις Έχουμε υπάρξει μαζί Με λευκά πρόσωπα σε ανάσες που δεν κατεβαίνουν Έχουμε υπάρξει Ερωτευμένοι και με άλλους Κι αν δεν φύγουμε μαζί Τουλάχιστον θα ξέρουμε πως κανείς δεν έμεινε πίσω Δεν θα γράψω ξανά από απόσταση Όσα θα ήθελα να σου πω με τα μάτια».
Αυτοαναφορικός στα σημεία:
«Όπως για να γράψεις ποίηση πρέπει πρώτα/ Να πεθάνεις ή να σκοτώσεις/ κι εγώ πεθαίνω εύκολα/ σαν τον βασιλικό».
Συμπυκνώνει, ενορχηστρώνει, διεγείρει τον νου, ελέγχοντας τα εκφραστικά του μέσα. Συνδιαλέγεται με το μεγάλο παίγνιο, μπαίνει σε ρόλο προφήτη, ξεδιπλώνοντας παράλληλα μια μυθολογία που αγγίζει απόλυτα ,πιστεύω, το συλλογικό αίσθημα ,ακριβώς γιατί συνδιαλέγεται βαθιά με την ύπαρξη. Η υπαρξιακή αναζήτηση, ο στοχασμός και η αισθαντικότητα συναντιούνται και αλληλεπιδρούν μαγικά μέσα στο έργο του Νίκου Ερηνάκη. Σπουδαίος.

notationes /// NOEMBΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014, Edgar Allan Poe /// Annabel Lee /// ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Μαρία Ιωαννίδου




                                 



 

It was many and many a year ago,

   In a kingdom by the sea,

That a maiden there lived whom you may know

   By the name of Annabel Lee;

And this maiden she lived with no other thought

   Than to love and be loved by me.



I was a child and she was a child,

   In this kingdom by the sea,

But we loved with a love that was more than love—

   I and my Annabel Lee—

With a love that the wingèd seraphs of Heaven

   Coveted her and me.



And this was the reason that, long ago,

   In this kingdom by the sea,

A wind blew out of a cloud, chilling

   My beautiful Annabel Lee;

So that her highborn kinsmen came

   And bore her away from me,

To shut her up in a sepulchre

   In this kingdom by the sea.



The angels, not half so happy in Heaven,

   Went envying her and me—

Yes!—that was the reason (as all men know,

   In this kingdom by the sea)

That the wind came out of the cloud by night,

   Chilling and killing my Annabel Lee.



But our love it was stronger by far than the love

   Of those who were older than we—

   Of many far wiser than we—

And neither the angels in Heaven above

   Nor the demons down under the sea

Can ever dissever my soul from the soul

   Of the beautiful Annabel Lee;



For the moon never beams, without bringing me dreams

   Of the beautiful Annabel Lee;

And the stars never rise, but I feel the bright eyes

   Of the beautiful Annabel Lee;

And so, all the night-tide, I lie down by the side

   Of my darling—my darling—my life and my bride,

   In her sepulchre there by the sea—

   In her tomb by the sounding sea.




Άνναμπελ Λη




Ήταν εδώ και πολλά χρόνια και καιρό,
σε βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό,
που ένα κορίτσι ζούσε εδώ,
μπορεί να σας είναι και γνωστό
με τ΄ όνομα Άνναμπελ Λή∙
Και ζούσε η κοπέλα αυτή με μία σκέψη και μοναδική

Να την αγαπώ και να με αγαπάει κι αυτή.

μουν παιδί, κι αυτή παιδί,
στο βασίλειο αυτό στην ακτή∙
Μα η αγάπη η δική μας ήταν από αγάπη πιο πολλή
εγώ και η δική μου ΄Ανναμπελ Λη∙
Με μια αγάπη τέτοια που του παράδεισου οι φτερωτοί σεραφείμ
να φθονούν κι εμένα κι αυτή.

Και για τον λόγο αυτό, εδώ και πάρα πολύ καιρό,
Στο βασίλειο αυτό κοντά στο θαλάσσιο νερό,
νεμος φύσηξε από ένα σύννεφο και πάγωσε
την όμορφη, δικιά μου Άνναμπελ Λη∙
Έτσι που ήρθε ο δικός της ευγενής συγγενής
και μου την πήρε μακριά
Σε φέρετρο την έκλεισε
Σ΄εκείνο το βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό.

Του παραδείσου οι άγγελοι χάσανε τη μισή χαρά,
Αρχίσαν να ζηλεύουνε κι εμένανε και αυτήν-
Ναι! - Ο λόγος ήτανε αυτός (όπως ο κόσμος όλος ξέρει
Στο βασίλειο κοντά στο θαλάσσιο νερό)
Πως φύσηξε από σύννεφο ο άνεμος τη νύχτα
Παγώνοντας, σκοτώνοντας την Άνναμπέλ μου Λη


Αλλά η αγάπη η δική μας μακράν πιο δυνατή
Εκείνων που ήταν πιο μεγάλοι από μας
 - και των μακράν πολύ σοφότερών μας-
Και ούτε και οι άγγελοι ψηλά του παραδείσου,
Ούτε και οι δαίμονες στης θάλασσας τα βάθη
Ποτέ δεν θα μπορέσουνε να την αποσπάσουν τη δική μου ψυχή από τη ψυχή

Της όμορφης δικής μου Άνναμπελ Λη

Γι΄ αυτό η σελήνη δεν λάμπει ποτέ χωρίς όνειρα νάρθουν
Της όμορφης Άνναμπελ Λη
Και τα άστρα δεν βγαίνουν αν δε νοιώσω τη λάμψη απ΄ τα μάτια
της όμορφης Άνναμπελ Λη∙
Κι έτσι όλη τη νύχτα στο πλευρό ξενυχτώ
Της αγάπης, δικής μου αγάπης της ζωής, και της νύμφης
Στο φέρετρο εκεί κοντά στην ακτή
Στον τάφο της μέσα, κοντά στο θαλάσσιο νερό που ηχεί.