Translate

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Οταν ο έρωτας κρατά ... χαρτί και μολύβι/// της ΛΟΥΙΖΑΣ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ








Για τίποτε άλλο δεν έχουν επιστρατευθεί τόσες λέξεις προκειμένου να το σχολιάσουν όσο για την απουσία του αγαπημένου ή της αγαπημένης. Τα ερωτικά γράμματα των μεγάλων συγγραφέων, καλλιτεχνών ή και πολιτικών δεν αποτελούν απλώς λογοτεχνικά έργα αλλά είναι και άκρως αποκαλυπτικά «Τι θα μπορούσε να εκφράσει μια επιστολή που δεν θα το εξέφραζε χίλιες φορές καλύτερα μια λέξη, ένα βλέμμα ή ακόμη και η σιωπή;» αναρωτιέται μία από τις ηρωίδες των «Επικίνδυνων σχέσεων» (1782) του επιστολογραφικού μυθιστορήματος του Γάλλου Σοντερλό ντε Λακλό. Η «ακούσια» απάντηση του Γκαίτε: «Γιατί ξανά καταφεύγω στη γραφή; / Αγαπημένη μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα / Γιατί είν' αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. / Αλλά, τ' αγαπημένα χέρια σου, όπως και να 'ναι, / θα δεχτούν το σημείωμα αυτό». Απαραίτητη προϋπόθεση για τη γένεση μιας ερωτικής επιστολής: η απουσία. Η ανάγκη για την καταγραφή των συναισθημάτων στο χαρτί (η αίσθηση κενού, ο πόνος, η αμφιβολία, αλλά και η αγάπη, η ελπίδα, η αναπόληση τρυφερών στιγμών) δεν γεννάται παρά μόνο όταν το αντικείμενο του πόθου δεν είναι άμεσα προσιτό.
Η ερωτική επιστολή παρουσιάζει έτσι μια ιδιόμορφη πρόκληση ­ πώς να βρει κανείς ποικίλους λεκτικούς τρόπους να πει ουσιαστικά ένα απλό πράγμα: «Μου λείπεις». Οσα άλλα στοιχεία ή πληροφορίες και να παρέχει ο γράφων (τι φοράει, πού βρίσκεται, τι είδε στο όνειρό του χθες βράδυ...) καταλήγει μοιραία στην ίδια ευχή: «Μακάρι τώρα να ήμουν δίπλα σου».
Είναι σίγουρα πολύ δύσκολο να κρίνει κανείς κάτι τόσο προσωπικό με αντικειμενικά κριτήρια. Σίγουρα όμως υπάρχουν κάποιες ερωτικές επιστολές που ξεφεύγουν από τα στενά εκφραστικά πλαίσια του μέσου επιστολογράφου και εκτοξεύονται σε ύψη λυρικά, ποιητικά. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περιπτώσεις αυτές συνήθως προκύπτουν από τα ασκημένα χέρια μεγάλων συγγραφέων ή καλλιτεχνών. Σας παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Χένρι Μίλερ - Αναΐς Νιν


Η ερωτική σχέση τους ήταν αλληλένδετη με τη... συγγραφική: εκείνος συμπεριελάμβανε αποσπάσματα από την αλληλογραφία τους στα ημιαυτοβιογραφικά μυθιστορήματά του (π.χ. «Ο τροπικός του καρκίνου», 1934), ενώ εκείνη κρατούσε αντίγραφα των γραμμάτων της για τον εμπλουτισμό του ημερολογίου της. Και οι δύο ήταν πρωτοποριακοί ­ τόσο σε σεξουαλικό επίπεδο όσο και σε λογοτεχνικό. «Ο Τροπικός του Καρκίνου» είχε απαγορευθεί επί σειρά ετών σε πολλές χώρες και «Ο Τροπικός του Αιγόκερω» δεν κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ παρά μόνο το 1962 (33 χρόνια μετά τη δημοσίευσή του στη Γαλλία). Τα ημερολόγια της Νιν ήταν τόσο «γλαφυρά» όσον αφορά τις εξωσυζυγικές περιπέτειές της, που απέφυγε να τα φέρει στη δημοσιότητα όσο ο σύζυγός της ζούσε. Τελικά εκδόθηκαν μετά θάνατον ­ όλα εκτός από έναν τόμο τον οποίο η ίδια περιέκοψε εκτεταμένα. Ηταν και οι δύο κυνηγοί των έντονων εμπειριών και ασπάζονταν το «πιστεύω» του Μίλερ ότι «πιο πρόστυχη από όλα είναι η αδράνεια».
«Αναΐς, με κάνεις απίστευτα ευτυχισμένο έτσι όπως με κρατάς αδιάσπαστο ­ με αφήνεις να είμαι ο καλλιτέχνης χωρίς να καταργείς τον άνδρα, το ζώο, τον πεινασμένο, ακόρεστο εραστή. Καμιά άλλη γυναίκα δεν μου έχει δώσει όλα τα προνόμια που έχω ανάγκη· και εσύ, που τραγουδάς τόσο χαρούμενα, ναι, με προσκαλείς να πάω μπροστά, να είμαι ο εαυτός μου, να διακινδυνεύω τα πάντα. Σε λατρεύω γι' αυτό. Εκεί είναι που ξεχωρίζεις από τις άλλες γυναίκες, εκεί είναι που είσαι μια βασίλισσα. Γελάω τώρα μόνος μου καθώς σε σκέφτομαι. Δεν φοβάμαι καθόλου τη θηλυκότητά σου. Και πόσο έκαιγες χθες ­ μου άρεσε αυτό ­, διαφορετικά δεν θα το ήθελα. Βλέπεις, παρά τις υποψίες μου, δεν ήμουν προετοιμασμένος για την καταιγίδα που ξεσήκωσες... Και σήμερα, παρ' όλο που σφύζω από υγεία, νιώθω μια γλυκιά παράλυση στα μπράτσα μου ­ είναι επειδή σε κρατούσα τόσο σφιχτά... Εύχομαι να μπορούσα να τη διατηρήσω» (10 Μαρτίου 1932, Hotel Central, Παρίσι).
Αναΐς Νιν - Τζουν Μίλερ
Η Νιν άρχισε να κρατά ημερολόγιο το 1914, όταν ήταν 11 χρόνων, και δεν σταμάτησε να γεμίζει τις σελίδες του σε καθημερινή σχεδόν βάση ως τον θάνατό της, το 1977. Αν και ασχολήθηκε με άλλα λογοτεχνικά είδη, θεωρούσε ότι το ημερολόγιό της αποτελούσε την πιο αυθεντική μορφή έκφρασης. Χάρη στο έργο αυτό μαθαίνουμε ότι εκτός από τον Χένρι Μίλερ, η Νιν ένιωσε έντονη ­ και μάλιστα εντονότερη ­ ερωτική έλξη για τη γυναίκα του συγγραφέα, την Τζουν. Η Νιν περιγράφει πως όταν γνώρισε την Τζουν για πρώτη φορά στο Παρίσι «ο Χένρι έσβησε. Εκείνη ήταν χρώμα, λάμψη, ιδιαιτερότητα... η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο». Πέρασαν μαζί τέσσερις εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων αντάλλασσαν δώρα και φιλιά. Δεν ολοκλήρωσαν σεξουαλικά τη σχέση τους και η Τζουν επέστρεψε τελικά στη Νέα Υόρκη. Η Νιν και ο Μίλερ συνέχισαν να είναι μαζί. Συχνά ο ένας κατηγορούσε τον άλλο ότι σκεφτόταν την Τζουν. Το ημερολόγιο της Νιν τελειώνει αινιγματικά (όσον αφορά το συγκεκριμένο τρίγωνο): «Ο Χένρι έρχεται σήμερα το απόγευμα και αύριο θα βγω με την Τζουν».
«Τζουν... Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν θα σε ξαναδώ να έρχεσαι προς το μέρος μου, ξεπροβάλλοντας από τα σκοτάδια του κήπου. Περιμένω μερικές φορές στο σημείο όπου συνηθίζαμε να συναντιόμαστε, προσδοκώντας να σε δω ξανά να περπατάς προς το μέρος μου, ξεμακραίνοντας από το πλήθος ­ εσύ, τόσο ξεχωριστή και μοναδική. Οταν έφυγες, το σπίτι άρχισε να με πνίγει. Ηθελα να βρεθώ μόνη μου με την εικόνα σου... Νοίκιασα λοιπόν ένα στούντιο στο Παρίσι, ένα μικρό, ετοιμόρροπο διαμερισματάκι και καταφεύγω εκεί τουλάχιστον λίγες ώρες την ημέρα. Ποια είναι όμως αυτή η "άλλη" ζωή που θέλω να ζήσω χωρίς εσένα; Μερικές φορές πρέπει να φαντασθώ ότι είσαι παρούσα, Τζουν. Νιώθω σαν να θέλω να γίνω εσύ. Ποτέ άλλοτε δεν θέλησα να γίνω κανένας άλλος εκτός από τον εαυτό μου. Τώρα θέλω να λιώσω μέσα σου, να έρθω τόσο απίστευτα κοντά σου που ο εαυτός μου να εξαφανισθεί...» (Φεβρουάριος 1932, Παρίσι).
Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ - Μαίρη Γουέλς
Η ερωτική ζωή του είναι σχεδόν τόσο γνωστή όσο και τα μυθιστορήματά του. Εκανε τέσσερις γάμους και η Μαίρη Γουέλς ήταν η τελευταία στη σειρά. Γνωρίστηκαν στο Λονδίνο, όπου εκείνη δούλευε ως ρεπόρτερ. Ο Χέμινγκγουεϊ ήταν τότε ακόμη παντρεμένος με την τρίτη γυναίκα του, τη Μάρθα Γκέλχορν, σκεφτόταν όμως σοβαρά να χωρίσει. Μια ημέρα, μπαίνοντας σε ένα λονδρέζικο εστιατόριο , συνάντησε ένα γνωστό του που έτρωγε με μια γοητευτική ξανθιά. Κάθησε στο τραπέζι τους και όταν έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις ο Χέμινγκγουεϊ δεν δίστασε να ζητήσει από τη συνοδό τού φίλου του να βγουν για φαγητό. Εκείνη, που δεν ήταν άλλη από τη μελλοντική κυρία Χέμινγκγουεϊ, δέχτηκε. Ετσι εν μέσω πολέμου ξεκίνησε μια ρομαντική ιστορία που διακόπηκε από την αναχώρηση του ήρωά μας για την Ευρώπη. Η σχέση ενδυναμώθηκε μέσα από την τακτική αλληλογραφία του ζευγαριού που δεν έβλεπε την ώρα να τελειώσει ο πόλεμος για να επανασυνδεθεί στο ρομαντικό Παρίσι. Τελικά το όνειρό τους πραγματοποιήθηκε: έμειναν στο δωμάτιο 31 του «Ritz», όπου, σύμφωνα με τη Μαίρη Γουέλς, τρέφονταν «σχεδόν αποκλειστικά με σαμπάνια Lanson Brut και το θαύμα της συνύπαρξής μας έπειτα από τόσο καιρό». Το γράμμα που ακολουθεί στάλθηκε από τη Γερμανία, όπου ο Χέμινγκγουεϊ ταξίδευε ως πολεμικός ανταποκριτής:
«Αγαπημένη μου, αυτό δεν είναι παρά μια υπενθύμιση του πόσο σ' αγαπώ. Δειπνήσαμε εδώ με τα παιδιά, αν και δεν υπήρχε τίποτε αλκοολούχο για να ολοκληρωθεί η βραδιά. Ο Στίβι γράφει ένα γράμμα στην κοπέλα του στην Αμερική... Μου διαβάζει αποσπάσματα και εγώ είμαι ευτυχισμένος και γουργουρίζω σαν ένα γέρικο θηρίο της ζούγκλας επειδή σε αγαπάω και με αγαπάς... Γι' αυτό να προσέχεις τον εαυτό σου για χάρη μου και για χάρη μας και μαζί θα δώσουμε την καλύτερη δυνατή μάχη ­ ενάντια στην μοναξιά, στην γκαντεμιά, στον θάνατο, στην αδικία, στην τεμπελιά (τον παλιό αυτόν εχθρό μας), στα υποκατάστατα, στους φόβους και όλα τα άλλα ασήμαντα πράγματα ­ για χάρη του τρόπου που κάθεσαι με την πλάτη ίσια στο κρεβάτι και είσαι πιο αξιαγάπητη από κάθε προτομή που στόλισε ποτέ την πλώρη καραβιού ή έγειρε στο πλάι από το φύσημα του αγέρα ­ και για χάρη της καλοσύνης, της σταθερότητας, της αγάπης μας και των αγαπημένων μερόνυχτων που περάσαμε στο κρεβάτι...» (13 Σεπτεμβρίου 1944).
Πάμπλο Νερούντα - Ματίλντε Ουρούτια
Γεννημένος στη Νότια Χιλή το 1904, ο Νερούντα ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς και παραγωγικούς ποιητές της Λατινικής Αμερικής, με περισσότερα από 30 βιβλία στο ενεργητικό του. Εκτός από ποιητής, αντιπροσώπευσε τη χώρα του και ως διπλωμάτης από το 1926 ως το 1938 σε διάφορα μέρη της Απω Ανατολής και της Ισπανίας, όπου έζησε από κοντά τον Εμφύλιο. Πίστευε ότι ο ποιητής οφείλει να συμμετέχει στα κοινά και δεν διαχώριζε την ποίηση από την πολιτική. Παράλληλα όμως με τα πολιτικοποιημένα ποιήματά του, ο Νερούντα έγραψε και μεγάλο αριθμό προσωπικών και οικείων ποιημάτων. Τα πιο ερωτικά από αυτά περιλαμβάνονται στη συλλογή «Εκατό ερωτικά σονέτα» και απευθύνονται στη Ματίλντε Ουρούτια, με την οποία άρχισε να συζεί το 1955.
«Αγαπημένη μου γυναίκα, υπέφερα όσο έγραφα αυτά τα σονέτα, μου προκαλούσαν πόνο και θλίψη, η ευτυχία όμως που νιώθω τώρα που σ' τα προσφέρω είναι τεράστια σαν μια σαβάνα. Οταν ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα, ήξερα πολύ καλά ότι πάνω στο σώμα των σονέτων οι ποιητές όλων των εποχών έχουν σμιλέψει ρυθμούς από ασήμι, κρύσταλλο ή μπαρούτι. Εγώ όμως ­ με μεγάλη ταπεινοφροσύνη ­ έφτιαξα τούτα εδώ τα σονέτα από ξύλο: τους έδωσα τον ήχο αυτής της στέρεης, αγνής ύλης και με αυτόν τον τρόπο πρέπει να φθάσουν στα αφτιά σου. Περπατώντας μέσα από δάση ή σε παραλίες, δίπλα σε κρυμμένες λίμνες, εσύ κι εγώ έχουμε κατά καιρούς μαζέψει κομμάτια από φλοιούς δένδρων, κομμάτια ξύλου που έχουν υποστεί τις μεταβολές του νερού και του καιρού. Πήρα αυτά τα μαλακά λείψανα και χρησιμοποίησα το τσεκούρι, τη ματσέτα και το σουγιά και έκοψα δεκατέσσερις σανίδες για το καθένα, για να χτίσω μικρά ξύλινα σπιτάκια, ώστε τα μάτια σου που λατρεύω και τους τραγουδάω να μπορέσουν να κατοικήσουν μέσα τους...» (Οκτώβριος 1959). [Σημ.: οι 14 σανίδες αναφέρονται στους ισάριθμους στίχους ενός σονέτου.]
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Σαλβαντόρ Νταλί


Οταν ο Λόρκα συνάντησε τον Νταλί το 1923, ο ψηλόλιγνος ζωγράφος φορούσε κομψά ρούχα και είχε τα μαλλιά του χτενισμένα πίσω σαν τον Ροδόλφο Βαλεντίνο. «Η προσωπικότητα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μου έκανε τρομερή εντύπωση» έγραψε ο Νταλί στα απομνημονεύματά του. «Το ποιητικό φαινόμενο στην ολότητά του παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά μου με σάρκα και οστά, κόκκινο σαν αίμα, ανάστατο, πηχτό και θεϊκό, τρέμοντας με χιλιάδες φωτιές τεχνασμάτων και υπόγειας βιολογίας, όπως κάθε ύλη προικισμένη με την αυθεντικότητα της μορφής της». Για τα επόμενα πέντε χρόνια οι δύο διακεκριμένοι αυτοί Ισπανοί απόλαυσαν μια δυνατή φιλία και καλλιτεχνική συνεργασία. Υπήρχε μόνο ένα πρόβλημα: ο Λόρκα ένιωθε για τον Νταλί μια ερωτική έλξη στην οποία ο τελευταίος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Κατά τη διάρκεια της φιλίας τους ο Λόρκα έγραψε αισθησιακά, σουρεαλιστικά ποιήματα που ξεχειλίζουν από ανεκπλήρωτο πόθο, ενώ ο Νταλί ζωγράφισε το πρόσωπο και το σώμα του Λόρκα σε ποικίλες εκδοχές ­ καμιά φορά και ως σκιά του εαυτού του. Δυστυχώς έχουν σωθεί ελάχιστα αποσπάσματα από τα γράμματα του Λόρκα προς τον Νταλί. Σε αυτό που ακολουθεί ο ποιητής αναπολεί στιγμές από τη διαμονή τους στο Καντακές, στην Κόστα Μπράβα. Το σπίτι όπου έμεναν απείχε μόλις μερικά μέτρα από τη θάλασσα. Σύντομα επήλθε ο χωρισμός και οι δυο τους δεν ξανασυναντήθηκαν παρά μόνο μία ακόμη φορά, ένα βράδυ στη Βαρκελώνη, ύστερα από επτά χρόνια.
«Το Καντακές έχει τη ζωτικότητα και τη σταθερή, ουδέτερη ομορφιά ενός μέρους όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη και όπου κανείς δεν μοιάζει να το θυμάται αυτό... Σήμερα είσαι μέσα. Από εδώ που κάθομαι ακούω (α, μικρό μου αγόρι, τι θλιβερό!) τον απαλό παφλασμό του αίματος της "Ωραίας κοιμωμένης του δάσους των συσκευών" (στον πίνακά σου με τον Αγιο Σεβαστιανό), καθώς και το κροτάλισμα δύο μικρών θηρίων ­ σαν τους ήχους ενός φιστικιού που σπάει ανάμεσα στα δάχτυλα. Η αποκεφαλισμένη γυναίκα (στον πίνακά σου "Το μέλι είναι γλυκύτερο από το αίμα") είναι το καλύτερο "ποίημα" με θέμα το αίμα που θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς ­ έχει περισσότερο αίμα από όλο όσο χύθηκε στον Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο ήταν καυτό αίμα και δεν εξυπηρετούσε κανέναν άλλο σκοπό από την άρδευση της γης και το καταλάγιασμα της συμβολικής δίψας για ερωτισμό και πίστη... Η εντύπωση που μου δίνει η Βαρκελώνη είναι ότι όλοι παίζουν και ιδρώνουν σε μια εναγώνια προσπάθεια να ξεχάσουν. Ολα είναι μπερδεμένα και επιθετικά σαν την αισθητική της φλόγας ­ όλα αναποφάσιστα και διαλυμένα... Τώρα καταλαβαίνω πόσα χάνω αφήνοντάς σε» (Ιούλιος 1927, Βαρκελώνη).
Σαρλ Μποντλέρ - Απολονί Σαμπατιέ
Ο μεγάλος έρωτας στη ζωή του γάλλου ποιητή ήταν η Ζαν Ντυβάλ, η εικόνα της οποίας αναδύεται συχνά από τους στίχους των «Λουλουδιών του κακού» (1857). Η ταραχώδης και επώδυνη σχέση τους διακόπηκε για αδιευκρίνιστους λόγους γύρω στο 1852, ύστερα από 14 χρόνια πάθους και οπίου. Συντετριμμένος από το τέλος ενός καταστροφικού έρωτα, ο Μποντλέρ προτίμησε να κρατήσει την επόμενη σχέση του σε... επιστολογραφικό επίπεδο. Το νέο αντικείμενο του (εγγράφου) πόθου του ήταν η Απολονί Σαμπατιέ, μια όμορφη εταίρα με πεδίο «δράσης» το επίκεντρο του καλλιτεχνικού κόσμου. Αρχισε να της στέλνει ανώνυμες επιστολές στα τέλη του 1852 και συνέχισε ως την άνοιξη του 1855. Οι επιστολές αυτές είναι γραμμένες σε επίσημο τόνο και γεμάτες εξάρσεις λατρείας. Κάποια στιγμή η Απολονί ανακάλυψε την ταυτότητα του αποστολέα και τον ερωτεύθηκε παράφορα. Ο Μποντλέρ έκανε πίσω:
«Ειλικρινά, κυρία, σας ζητώ συγγνώμη χίλιες φορές γι' αυτό το ανόητο, ανώνυμο παιχνίδι που θυμίζει παιδιάστικα καμώματα ­ αλλά τι να κάνω; Είμαι τόσο εγωιστής όσο ένα μικρό παιδί ή ένας ανάπηρος. Οταν υποφέρω, σκέφτομαι εκείνους που αγαπώ. Οι σκέψεις που αφορούν εσάς παίρνουν συνήθως τη μορφή στίχων και όταν οι στίχοι αυτοί ολοκληρώνονται, δεν μπορώ να αντισταθώ στην επιθυμία να τους δείξω στο πρόσωπο που τους ενέπνευσε. Την ίδια όμως στιγμή κρύβομαι, όπως κάποιος που φοβάται μήπως φανεί γελοίος ­ δεν υπάρχει πάντα κάτι το πραγματικά κωμικό στην αγάπη; ­ ειδικά για κείνους που δεν αναμειγνύονται. Σας ορκίζομαι όμως ότι αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα εκθέσω τον εαυτό μου στη γελοιότητα. Οσο παράλογα και αν σας φαίνονται όλα αυτά, να θυμάστε ότι υπάρχει μια καρδιά όπου η εικόνα σας είναι πάντα ζωντανή. Θα ήταν λοιπόν σκληρό να την κοροϊδέψετε» (9 Μαΐου 1853).
Αντον Τσέχοφ - Ολγα Κνίπερ
Ο μεγάλος ρώσος θεατρικός συγγραφέας (1860-1904) είδε για πρώτη φορά την Ολγα Κνίπερ τον Σεπτέμβριο του 1898, καθώς παρακολουθούσε μια πρόβα ενός έργου του Τολστόι, του «Τσάρος Φιόντορ Ιοάνοβιτς», όπου εκείνη έκανε την Ιρίνα, τη γυναίκα του τσάρου. «Η φωνή της, η ευγένειά της, η ειλικρίνειά της ­ όλα είναι τόσο φίνα που σου προκαλούν ένα σπασμό στον λαιμό... Αν έμενα στη Μόσχα, θα ερωτευόμουν οπωσδήποτε αυτή την Ιρίνα». Συναντήθηκαν ξανά και η Ολγα έπαιξε ένα ρόλο στον «Γλάρο» του. Παντρεύτηκαν το 1901. Οι βιογράφοι διαφωνούν σχετικά με τον αριθμό των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του Τσέχοφ πριν και μετά τον γάμο του με την Κνίπερ. Ολοι όμως συμφωνούν ότι το ζευγάρι αγαπιόταν με πάθος και τρυφερότητα. Συχνά αναγκάζονταν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων της Ολγας κι έτσι τους δινόταν η ευκαιρία να αλληλογραφούν. Τα γράμματά τους διακρίνονται για την ευρύτατη χρήση χαϊδευτικών ονομάτων: κουταβάκι, κροκοδειλάκι, κατσαριδούλα, χρυσόψαρο, πέρκα... Η Ολγα ήταν στο πλευρό του Αντον στη Γερμανία, όταν ξαφνικά ένα πρωινό του 1904 ο σφυγμός του έγινε αδύναμος και η αναπνοή του ακανόνιστη. Ο γιατρός ήρθε εσπευσμένα και παρήγγειλε ένα μπουκάλι... σαμπάνιας για να τον συνεφέρει. «Πεθαίνω» είπε ο Τσέχοφ, πίνοντας στην υγεία της γυναίκας του. «Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ήπια σαμπάνια». Στη συνέχεια ξάπλωσε και πέθανε.
«Τι απαίσιο όνειρο που είδα! Ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν στο κρεβάτι με κάποια που δεν ήταν εσύ ­ κάποια γυναίκα φοβερά απωθητική, μια ξιπασμένη καστανομάλλα ­ και το όνειρο αυτό κράτησε πάνω από μία ώρα. Τώρα αυτό πώς το ερμηνεύεις; Θέλω να σε δω, γλυκιά μου. Θέλω να μιλήσω με τη γυναίκα μου, τη μοναδική μου γυναίκα... Δεν έχω κανένα νέο. Το μόνο θέμα συζήτησης εδώ πέρα είναι οι Γιαπωνέζοι... Εύχομαι ο Θεός να σε έχει καλά και να σε προστατεύει. Μην γκρινιάζεις, μη δουλεύεις υπερβολικά και να είσαι ευδιάθετη... Σε αγκαλιάζω, μικρή κατσαριδούλα μου, και σου στέλνω ένα εκατομμύριο φιλιά» (Γιάλτα, 6 Μαρτίου 1904)
Λόρδος Μπάιρον - Λαίδη Κάρολιν Λαμπ


Οταν η Κάρολιν Λαμπ συνάντησε τον Λόρδο Μπάιρον, έγραψε στο ημερολόγιό της ότι ήταν «τρελός, κακός και επικίνδυνος». Συγχρόνως προφήτευσε: «Αυτό το όμορφο χλωμό πρόσωπο θα είναι η μοίρα μου». Και πράγματι ήταν ­ τουλάχιστον για τους τρεις μήνες που διήρκεσε η σχέση τους. Μετά εκείνος άρχισε να τη βαριέται. Οχι ότι ήταν καμιά αξιολύπητη γυναικούλα που έπεσε θύμα αυτού του άκαρδου καρδιοκατακτητή. Αντιθέτως, ήταν μια φημισμένη κοκέτα με πληθώρα κατακτήσεων. Ο ίδιος ο Μπάιρον την περιέγραψε ως «το πιο παράλογο, επικίνδυνο και σαγηνευτικό πλάσμα στη γη». Η Κάρολιν δεν φημιζόταν για τη διακριτικότητά της και έτσι τα κουτσομπολιά για τη σχέση της με τον Μπάιρον έφθασαν γρήγορα στα αφτιά του άντρα της, που της απαγόρευσε να βλέπει τον εραστή της. Ακολούθησαν πολλοί τσακωμοί, υστερίες, απειλές και γενικά η σύντομη αυτή ερωτική ιστορία δεν ήταν μία από τις πιο ευχάριστες. Ο Μπάιρον προτίμησε τελικά τη συντροφιά της πολυαγαπημένης ετεροθαλούς αδελφής του, της Αυγούστας, και έτσι εγκατέλειψε την Κάρολιν. Το 1814 η Αυγούστα γέννησε μια κόρη ­ πιθανότατα του Μπάιρον: όλη η Αγγλία σκανδαλίστηκε και εκείνος έφυγε από τη χώρα.
«Αγαπημένη μου Κάρολιν... Αν τα δάκρυα ­ τα οποία είδες και που ξέρεις ότι δεν συνηθίζω να χύνω ­, αν η αναστάτωση που με κατέλαβε όταν αποχωριζόμαστε ­ αν όλα όσα έχω πει και κάνει και είμαι ακόμη πανέτοιμος να πω και να κάνω δεν σου έχουν επαρκώς αποδείξει ποια είναι και πρέπει πάντα να είναι τα πραγματικά μου αισθήματα για σένα, αγάπη μου, τότε δεν έχω καμία άλλη απόδειξη να σου δώσω. Ο Θεός το ξέρει πόσο εύχομαι την ευτυχία σου και όταν σε εγκαταλείψω ­ ή μάλλον όταν εσύ με εγκαταλείψεις από αίσθηση καθήκοντος στον σύζυγό σου ­ τότε θα αναγνωρίσεις την αλήθεια αυτού που ξανά υπόσχομαι και ορκίζομαι, ότι δηλαδή καμία άλλη δεν θα πάρει ποτέ (με πράξεις ή με λόγια) τη θέση σου στην καρδιά μου, που θα είναι πάντα αφιερωμένη σε σένα, ώσπου να μην είμαι πια τίποτε... Δεν με ενδιαφέρει ποιος θα το μάθει αυτό... ήμουν και είμαι δικός σου ολοκληρωτικά για να σε υπακούω, να σε τιμώ, να σε αγαπώ ­ και να δραπετεύσω μαζί σου όποτε και όπως εσύ θα ορίσεις» (Αύγουστος 1812;).
Οσκαρ Γουάιλντ - Λόρδος Αλφρεντ Ντάγκλας
Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν ως συγγραφέα του «Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι». Ο Οσκαρ Γουάιλντ ήταν όμως και η πιο διάσημη εστέτ φυσιογνωμία της βικτωριανής Αγγλίας. Προκαλούσε όχι μόνο με τα έργα του, αλλά και με μια εκκεντρική εμφάνιση που συνδυαζόταν πάντα με τα επιγραμματικά, αφοριστικά και πνευματώδη σχόλιά του: «Το πρώτο καθήκον μας στη ζωή είναι να υιοθετήσουμε μια πόζα ­ ποιο ακριβώς είναι το δεύτερο κανείς δεν έχει ανακαλύψει ακόμη». Παρ' όλο που είχε σχέσεις με διάφορες καλλονές της εποχής (μάλιστα παντρεύτηκε μία από αυτές, την Κονστάνς Μαίρη Λόιντ), ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν ο νεαρός λόρδος Αλφρεντ Ντάγκλας. Το πάθος αυτό («η αγάπη που δεν τολμά να πει τ' όνομά της») οδήγησε τον Γουάιλντ στην καταστροφή: ο συγγραφέας ενεργοποίησε (παρακινημένος από τα εγωιστικά κίνητρα του εραστή του) μια νομική διαδικασία εναντίον του μαρκησίου του Κουίνσμπερι, πατέρα του λόρδου Ντάγκλας. Κατά τη διάρκεια της δίκης ξέσπασε το σκάνδαλο: η παράνομη σχέση ήρθε στο φως και ο Γουάιλντ καταδικάστηκε σε φυλάκιση για σοδομισμό. Οσο ήταν στη φυλακή έγραψε το «De Profundis» (1905), μια μακροσκελή επιστολή προς τον Ντάγκλας, η οποία αργότερα δημοσιεύθηκε ως ένα είδος απολογίας για τη συμπεριφορά του. Η επιστολή που ακολουθεί γράφτηκε όταν η σχέση τους ήταν ακόμη στο ξεκίνημά της:
«Αγόρι μου... Το σονέτο σου είναι αξιολάτρευτο, και είναι πραγματικά ένα θαύμα που αυτά τα κόκκινα, τριανταφυλλένια χείλη σου φτιάχτηκαν εξίσου για τη μουσική της ποίησης και την τρέλα των φιλιών. Είμαι σίγουρος ότι ο Υάκινθος, που ο Απόλλωνας αγαπούσε τόσο παράφορα, ήσουν εσύ στην αρχαιότητα... Γιατί είσαι μοναχός σου στο Λονδίνο και πότε θα πας στο Σάλισμπερι; Πήγαινε εκεί για να δροσίσεις τα χέρια σου μέσα στο γκρίζο λυκόφως των γοτθικών πραγμάτων και μετά έλα εδώ όποτε θελήσεις. Είναι πανέμορφα ­ το μόνο που λείπει είσαι εσύ. Πάντα, με αθάνατη αγάπη, δικός σου, Οσκαρ» (Ιανουάριος 1893, Βράχος του Μπάμπακομπ).
Κωστής Παλαμάς - Ραχήλ (Ελένη Κορτζά)
Οταν πρωτοσυναντήθηκαν σε ένα φιλικό σπίτι τα Χριστούγεννα του 1921, η Ελένη Κορτζά ήταν μια όμορφη, φιλομαθής κοπέλα γύρω στα 20. Παρ' ότι αγνοούσε την ύπαρξή του («Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά»), η Ελένη κατάφερε να εντυπωσιάσει τον εξηντάρη τότε Παλαμά, όχι μόνο με τη μορφή αλλά και με τη μόρφωσή της. Η συζήτησή τους γύρω από τον Μποντλέρ και τον Ουγκό αποδείχθηκε τόσο ενδιαφέρουσα που συμφώνησαν ότι πρέπει να συνεχιστεί. Ετσι, για τον σκοπό αυτόν άρχισαν, παρουσία και άλλων ενδιαφερομένων, να συναντιούνται κάθε Σάββατο στο ίδιο σπίτι ­ κάτι σαν κοσμικό φιλολογικό «σαλόνι» της εποχής. Ο Παλαμάς όμως δεν άντεχε την πολυκοσμία και ζήτησε από την Ελένη να τον επισκέπτεται στο Κελλί (το «ησυχαστήριο» και σπουδαστήριό του). Σιγά σιγά αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια ερωτική σχέση που έδωσε νέα πνοή στον κουρασμένο ποιητή: οι φόβοι, οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες καταλάγιασαν χάρη στο γεμάτο προσμονή και πίστη βλέμμα της Ελένης. Και εκείνη όμως με τη σειρά της ­ που έπασχε από φυματίωση και είχε μια μελαγχολική φύση ­ άντλησε δύναμη από την προσοχή αυτή που την κολάκευε τόσο. Συχνά, κυρίως τους χειμώνες, αναγκάζονταν να μείνουν χωριστά, εφόσον η άρρωστη Ελένη έπρεπε να αναζητήσει ηπιότερα κλίματα. Τα διαστήματα αυτά αλληλογραφούσαν εκτεταμένα. Στα γράμματά του ο Παλαμάς άρχισε να την αποκαλεί «Ραχήλ». Η σχέση συνεχίστηκε σίγουρα ως τον Αύγουστο του 1935 ­ τότε χρονολογείται το τελευταίο γράμμα που διασώθηκε. Από εκεί και πέρα δεν είμαστε σίγουροι. Η Ελένη ακολούθησε τον στρατηγό πατέρα της στην Αίγυπτο και μετά στη Νότιο Αφρική. Οταν επέστρεψε το 1944, ο Παλαμάς είχε πια πεθάνει.
«Η αλήθεια είναι πως τα γράμματά σου ­ και μάλιστα το τελευταίο σου ­ είναι σαν κάποια ωραία μάτια εκφραστικά που σε κοιτάζουν δακρυοπνιγμένα, μα χωρίς να στάζουνε τα δάκρυά τους, και χωρίς να χάνουν τίποτε από την ομορφιά τους τα μάτια αυτά. Μάλιστα γίνονται ομορφότερα. Μα η αλήθεια είναι πως θα τα ήθελα τα μάτια αυτά (παραμερίζοντας κάθε αισθητικό εγωισμό), πως θα τα ήθελα να μη πνίγονται δακρυσμένα, θα τα ήθελα ολοκάθαρα να λάμπουν και να χαμογελούν με το χαμόγελο εκείνο των ωραίων ματιών που κάποτε και πότε είναι εκφραστικώτερο και ποθητότερο από το χαμόγελο που ανατέλλει στα χείλη· κάποτε και πότε σημειώνω, γιατί δεν είναι τίποτε ωραιότερο ­ καθώς κάπου το παρατηρεί και ο Τολστόης ­ από το χαμόγελο του ανθρώπου· το μειδίαμα, βέβαια, που κέντρο του το στόμα είναι, μα που απλώνεται φωτίζοντας, με το φως μιας αυγής, ολόκληρο το πρόσωπο... Τα γράμματά σου πώς πονούν! Παλμός τους είναι η μελαγχολία, μια deception τα τρεμοσαλεύει κ' ένας φόβος τα κιτρινίζει. Αστείος και αφελής θα ήμουν αν προσπαθούσα να σε παρηγορήσω. Μα και δεν πρέπει να σου σιωπήσω δυο πράγματα: Πρώτα, πως μου δίνουν κ' εμένα ένα πένθος που όσο κι αν είναι δυσκολοέκφραστο, εύκολα θα μπορής να το εννοήσης. Επειτα και μαζί πως μου δίνουν μια χαρά. Το πένθος είναι από το πένθος σου, και η χαρά από τη σκέψη πως με θεωρείς άξιο της εμπιστοσύνης σου ώστε να γέρνης προς την ψυχή μου το πρόσωπο της θλίψης σου» (31 Αυγούστου 1924).
Γεώργιος Παπανδρέου - Σοφία Μινέικο
«Σπάνια δύο ερωτευμένοι είχαν την τύχη να ζήσουν τον προσωπικό τους μύθο στην πρώτη γραμμή της Πολιτικής μας Ιστορίας. Γεύτηκαν τα μεγάλα γεγονότα μαζί με τον μεγάλο έρωτα». Με αυτή τη φράση (που περιέχεται στο βιβλίο του «Ακριβή μου Σοφία») ο Φρέντυ Γερμανός συνοψίζει τη σχέση του Γεώργιου Παπανδρέου και της Σοφίας Μινέικο, πρώτης του γυναίκας και μητέρας του Ανδρέα. Γνωρίστηκαν το 1907 στην Αθήνα, όπου ήταν και οι δύο φοιτητές στο Πανεπιστήμιο: εκείνος σπούδαζε Νομική και εκείνη Φιλολογία. Τράβηξε πρώτη φορά την προσοχή της όταν ένα μεσημέρι είδε κάτι χωροφύλακες εφ' όπλου λόγχη να τον σπρώχνουν στα σκαλιά του Πανεπιστημίου: «Πόσο τον πόνεσα εκείνη τη μέρα. Πόνεσα τα νιάτα του ­ τη φλόγα του. Δεν άντεχα να βλέπω να τον κλωτσάνε εκείνοι οι χωροφύλακες...». Η Σοφία, κόρη ενός αυστηρού πολωνού στρατηγού, δεν μπόρεσε να αντισταθεί για πολύ στην πολιορκία του νεαρού Παπανδρέου, που άρχισε να τη βομβαρδίζει με φλογερά γράμματα: «Είμαι ένας παράξενος άνθρωπος, Σοφία μου. Δεν συλλογίζομαι τα μελλούμενα· ούτε την ένωσή μας ή τα γεράματα. Χαίρομαι μόνο την καρδιά μου που σπαρταράει· αγαπώ τον πόνο μου». Τελικά παντρεύτηκαν το 1913, λίγο πριν ο Γεώργιος αναχωρήσει ξανά για σπουδές στη Γερμανία. Εμειναν μαζί πολλά χρόνια, ώσπου ο Παπανδρέου, παράφορα ερωτευμένος με την Κυβέλη, την ντίβα της εποχής, την εγκατέλειψε. Η Σοφία δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά. Ενθυμούμενη την ημέρα που έλαβε τα νέα του θανάτου του (1 Νοεμβρίου 1968) είπε: «Μόνο τότε πίστεψα πως τον είχα χάσει».
«Παρηγορήσου, Σοφία μου, όσο μπορείς. Το μέλλον μας, το αύριο, είναι κοινό πια για μας· ό,τι και να γίνη ψηλά ή χαμηλά, σ' την άβυσσο ή σ' τα σύννεφα, με την κατάρα ή με την ευλογία των άλλων, εμείς, αν δεν προφθάση ο θάνατος, ενωρίς ή αργά, θα παρθούμε...» (απόσπασμα από γράμμα του Γ. Παπανδρέου, όταν ήταν ακόμη δεκανέας του Δωδέκατου Συντάγματος στην Πάτρα, το 1910).
«Αγάπη μου, αγάπη μου γλυκειά, δυο μάτια καρφωμένα μέσα μου μ' ακολουθούν παντού· από την ώρα που χωρίσαμε στο τραμ, τα μάτια σου, τα παρθενικά, τα τίμια κι αγαπημένα. Εφευγα κι η καρδιά μου ολάκερη γύριζε πάλι, Σοφία μου, σε σένα, αγάπη μου γλυκειά. Εμπαινα στον ηλεκτρικό, μπήκα στις βάρκες, ανέβηκα στο παπόρι κι ένας πόνος και μια ανησυχία βαθειά μου βάραινε την καρδιά!» (απόσπασμα από γράμμα του Γ. Παπανδρέου καθώς αναχωρεί τον Μάιο του 1911 για σπουδές στη Γερμανία).
Πηνελόπη Σ. Δέλτα - Ιων Δραγούμης
Γνωρίστηκαν σε κάποια επίσημη δεξίωση στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 1905. Συνέχισαν να συναντιούνται σε παρόμοιες εκδηλώσεις και σύντομα διαπίστωσαν την αμοιβαία έλξη τους. Επειδή η Πηνελόπη ήταν παντρεμένη (με τον Στέφανο Δέλτα), προσπάθησαν από νωρίς να σταματήσουν την εξέλιξη των πραγμάτων. Στάθηκε όμως αδύνατο να αντισταθούν. Το κοινωνικό και ηθικό κατεστημένο της εποχής σε συνδυασμό με την επιθυμία της Δέλτα να μείνει πιστή σε κάποιες προσωπικές της αξίες προκάλεσαν αλλεπάλληλα εμπόδια στη σχέση. Εκείνη δεν ήθελε να δημιουργήσει στην πράξη ένα «δεσμό» προτού χωρίσει με τον σύζυγό της. Αποφασίζοντας να είναι ειλικρινής μαζί του, του εξομολογήθηκε τον έρωτά της για τον Δραγούμη. Η ενέργειά της αυτή δυστυχώς δεν βοήθησε την κατάσταση: δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ένα διαζύγιο και οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Η σκέψη και η απόπειρα της αυτοκτονίας εμφανιζόταν συχνά ως η μόνη λύση. Ατέλειωτα δάκρυα, αγωνία και πόνος ήταν οι σταθερές συντεταγμένες αυτού του ανολοκλήρωτου έρωτα. Μοναδικές στιγμές ανάπαυλας οι κρυφές συναντήσεις των ερωτευμένων καθώς και η παθιασμένη αλληλογραφία τους. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το τελευταίο (χρονολογικά) γράμμα που έχει σωθεί:
«Μένω ακόμη ένα χρόνο, σου το έγραψα· αν με θέλεις ύστερα, αν δεν αλλάξεις, Ιων μου, αν θέλεις τότε, πάρε με... Και τώρα όμως αν με ήθελες δεν θα μπορούσα να σου πω πια όχι· τώρα δεν ξέρω πια τι θα πει τιμή και λόγος και όρκος· ξέρω πως στον κόσμο κάπου ζεις εσύ, πως μ' αγαπάς ακόμη, πως εσύ μπορείς να γίνεις δικός μου όποταν σε φωνάξω. Ιων μου, δεν σε φωνάζω· μα αν με θελήσεις ποτέ, ξέρεις πού είμαι· σε περιμένω πάντα και σ' αγαπώ σαν Μήδεια, είσαι το μόνο δίλημμα που ζει μέσα μου με φρικτή ένταση· τ' άλλα όλα πέθαναν, η αγάπη σου τα σκότωσε! Μη με φοβηθείς· αγαπώ άγρια, μα αγαπώ με φοβερή tendresse το χλωμό παιδί που με φίλησε στο στόμα εκεί στα πεύκα. Ιων μου, θα πεις πως είμαι τρελή, και το ξέρω, μα όπως εκείνο το βράδυ, που πρώτη φορά με ξανάβλεπες, ύστερα από την πρώτη απόπειρα, ήσουν "τρελός για μένα", έτσι κι εγώ είμαι τρελή για σένα... Και μεθώ και δεν ξέρω πια να λογαριάσω τι θα πει "τιμή" και "λόγος". Ξέρω μόνο πως σ' αγαπώ, τ' ακούς, Ιων; σ' αγαπώ άγρια και θέλω την αγκαλιά σου και το στόμα σου που φιλεί φρικτά, σε θέλω όλον, όλον, δικό μου για πάντα, και πονώ αλύπητα και ανυπόφορα, και μ' έρχεται να φύγω απόψε, πριν από το γράμμα μου, να μη σου μιλήσω πια, να μη σου γράψω "σ' αγαπώ", μόνο να έλθω εκεί, να ορμήσω στο σπίτι σου, να χυθώ στο λαιμό σου, και χωρίς λέξη, να πνίξω την αναπνοή σου, φιλώντας σε στο στόμα, ως που να κλείσεις τα μάτια σου και να πέσει το κεφάλι σου στον ώμο μου, χλωμό και αποκαμωμένο, μισοπεθαμένο από συγκίνηση και πόνο και χαρά που σκοτώνει. Το ξέρω πως είμαι τρελή· μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει...» (27 Ιουλίου 1906).
Αγγελος Σικελιανός - Αννα Σικελιανού
«Αυτά τα γράμματα είναι ένας πύρινος διάλογος με μένα, ή καλύτερα ένας μονόλογος και πολλές φορές μου εξομολογιέται τη βιολογική αναζήτηση του Είναι του, τον επίμονο πόθο του για την πληρότητα στην ένωσή του με το Θεό, με τη Ζωή και με το Θάνατο...» εκμυστηρεύεται η παραλήπτρια των εν λόγω γραμμάτων στον πρόλογο του βιβλίου «Γράμματα στην Αννα». Ο γνωστός ποιητής γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του την άνοιξη του 1938 (η πρώτη ήταν η Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ). Ο έρωτας ήρθε αμέσως: «Λίγες μέρες μετά τη συνάντησή μας, με συνόδεψε στο Βόλο με το τρένο... Αγόρασε τα εισιτήρια όλου του διαμερίσματος, για να μπορεί να μου μιλάει ελεύθερα. Μου μιλάει στον πληθυντικό, δεν μου αγγίζει ούτε το χέρι» περιγράφει η ίδια λίγο παρακάτω. Η Αννα ήταν ήδη παντρεμένη εκείνη την εποχή. Δεν δίστασε όμως να εγκαταλείψει τον σύζυγό της (που έπαθε νευρικό κλονισμό και την ανάγκασε να επιστρέψει κοντά του για πέντε ακόμη μήνες) και να παντρευτεί τον Σικελιανό το 1940. Εμειναν μαζί ως τον θάνατο του ποιητή, το 1951. Οπως φανερώνει η παρακάτω επιστολή, η σχέση τους ήταν ιδιαίτερα έντονη:
«Είσαι Δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη! Οι ρίζες του είναι μας είναι μπλεγμένες κάτου από το χώμα κι ολοένα μπλέχονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας κι ένας καημός ανοίγει αδιάκοπα σ' αυτό το χωρισμό την αγκαλιά μας!
Α, πώς δουλεύει μέρα - νύχτα μέσα μου, στο σώμα μου όλο, από τα νύχια στην κορφή, αυτή η αδιάκοπη αναζήτηση του νου μου για το νου Σου, των ματιών μου για τα μάτια Σου, της πνοής μου για την πνοή Σου, των ριζών μου για τις ρίζες Σου. Ούτε δευτερόλεπτο δεν σταματά η αδιάκοπη, η ακοίμητη αίσθησή της. Και μήτ' έχω μέσα μου άλλη αίσθηση ζωής! Να Σε ζητώ μ' όλες τις ίνες μου όλες τις στιγμές, να κολυμπάω αντίστροφα στο ρέμα της απόστασης για να Σε 'γγίξω. Αυτή είναι τώρα η φοβερή, η ακοίμητη, η απόλυτη ζωή μου. Και θα τη ζήσω, όσο που ρίζες, κλώνοι και κορμός θα γίνουν αιώνια Ενα κι η πνοή του Σύμπαντος στα φρένα μας μια μόνη Μουσική...» (2 Ιουλίου 1939, Αθήνα).

***Η φωτογραφία είναι παρμένη από το pixabay


''Ένα-αντί-όν'' του Ιορδάνη Κουμασίδη στη θεατρική σκηνή του ''21'' Public ·


Θεατρική σκηνή του 21, Πλατεία Αγίων Αναργύρων, Ψυρρή, Αθήνα.

σε σκηνοθεσία Αγγελικής Γκαλμπένη-Παπαγρηγορίου

με τον Λευτέρη Δημηρόπουλο


H εταιρεία καλλιτεχνικών θεαμάτων Scene 10- 7 παρουσιάζει το θεατρικό έργο του Ιορδάνη Κουμασίδη «Ένα-αντί-ον».
Μπροστά στα μάτια μας ξεδιπλώνονται εικόνες, από την παγωμένη ζωή ενός συγγραφέα. Εικόνες που κρύβουν την αποστροφή και την αηδία που αισθάνεται για τους γύρω του και την «προσομοίωση» ζωής που έχουν επιλέξει να ζουν.
Ζει μόνος, απομονωμένος, μακριά από όλους αυτούς που υπάκουσαν στην θέληση του και τον εγκατέλειψαν.
Έρωτας, πόνος, αγανάκτηση και σκέψεις που πληγώνουν χειρότερα από λεπίδα, εκσφενδονίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις και κυρίως προς την δική του, με διάθεση σκληρής αυτοκριτικής και σαρκασμού.
Η έμπνευση του τον έχει εγκαταλείψει. Η μοναξιά δεν είναι αχανές σημείο, σε οδηγεί κάπου. Σε μια αντίδραση, φωναχτή ή σιωπηλή, που γεννά συναισθήματα. Συναισθήματα και σκέψεις. Γέλιο. Ανησυχία. Ενθουσιασμό. Απογοήτευση. Θάνατο. Αναγέννηση.

Ένας άνθρωπος πέραν και υπό των καταστάσεων.

Ένα κείμενο πέραν και υπό των καταστάσεων.


Ένας μονόλογος πιο μόνος από ποτέ.


Η παράσταση θα παίζεται από 25 Φεβρουαρίου στη θεατρική σκηνή του «21» στο Ψυρρή (Πλατεία Αγίων Αναργύρων)

κάθε Δευτέρα και Τρίτη

Ώρα παραστάσεων: 21.15

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Προπώληση: 10,00 €

Κανονικό: 15,00 €

Μειωμένο: 10,00 € (άνεργοι, φοιτητές, πολύτεκνοι, άνω 65, κάτω των 25)

Τηλέφωνα κρατήσεων: 211-2269824, 6945-983264, 210 -5446523

Συντελεστές:

Κείμενο: Ιορδάνης Κουμασίδης


Σκηνοθεσία: Αγγελική Γκαλμπένη- Παπαγρηγορίου

Ερμηνεία: Λευτέρης Δημηρόπουλος

Μουσική: Χρήστος Στρατηγόπουλος


Σκηνογράφος/Ενδυματολόγος: Αίας Μακρής
Γλυπτά Μοντέρνας Τέχνης: Τζένη Κοσμίδου

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Mάσενκα///Η κρυφή γοητεία της αβεβαιότητας της ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

[ΜΆΣΕΝΚΑ του Βασίλη Λαλιώτη,Ενδυμίων,2012]


 Τόσες φορές έχω διαβάσει τη Μάσενκα,κι ακόμα δεν την έκανα δική μου.Ακόμα,εκείνη τρέχει και γω την κυνηγώ.Κι εχω την αίσθηση πως όσο πλησιάζω ,εκείνη απομακρύνεται.
''Από ένα κάτι πιο μακριά φεύγεις σαν τέχνη''.Λες κι έχει πολλά να κρύψει,ή αλλιώς πολλά που δεν θέλει  να αποκαλύψει.Αλλά αυτό είναι το γοητευτικό με αυτό το ποιητικό βιβλίο εν τέλει.
Είναι ένα βιβλίο για ένα κορίτσι,για τον έρωτα,για τη σιωπή,για τη φωνή,για την ποίηση,για την κατασκευή της ποίησης;Tί είναι απ΄ όλα αυτά;Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.Τείνω να πιστέψω πως είναι για όλα αυτά.Αλλά και πάλι δεν το λέω με βεβαιότητα.Εκείνο που λέω με βεβαιότητα είναι ότι διακατέχομαι από την διάθεση να βυθίζομαι αχόρταγα μέσα στις  σελίδες της Μάσενκα.Και έχω την ανάγκη να απευθυνθώ στον δημιουργό της  με τους ίδιους του τους στίχους:''...στην άκρη της φωνής σου η σιωπή του κόσμου/ή στην άκρη της σιωπής σου η φωνή του κόσμου...''Ο ποιητής/αφηγητής θέλει να γράψει ένα βιβλίο που να έχει μια ήρωίδα που να φέρει το όνομα Μάσενκα.Παλεύει μέρα νύχτα να δώσει σάρκα και οστά στην ηρωίδα του:''Tα ποιήματα έχουν ως εδώ μια καθαρή σωματική επίδραση πάνω μου.Συνεχίζονται στα όνειρα.Σκέφτομαι το κείμενο του Φρόυντ,για τον ποιητή και την φαντασίωση''.Θα τα καταφέρει άραγε;Για μας που παλεύουμε με την λευκή κόλλα το στοίχημα είναι μεγάλο.Δεν είναι διώλου εύκολη υπόθεση η δημιουργία  ενός γνήσιου ποιήματος.Ο Λαλιώτης στοχάζεται τίμια για την ιδια την Ποίηση ποιητικώ τω τρόπω και με αυτήν την έννοια όλη η Μάσενκα είναι αυτοαναφορικό ποιητικό αφήγημα(ας μου επιτραπεί ο όρος).Αλλιώς,στοχάζεται 

πάνω σε ζητήματα αναφορικά με την κατασκευή του  ποιητικού λόγου.

''Θέλω καινούριες λέξεις που να αφήνουν κάτι
από σκόνη πεταλούδας για τα δάχτυλα
συριστικά  και ένρινα και υγρά και χειλικά
που τους πήρε ο αέρας  τα φωνήεντα και πάει''

Ί
σως πάλι η Μάσενκα να συνεπάγεται,στην ουσία,έναν άλλο τρόπο  για να μιλήσεις για κάτι κοινότοπο,τον έρωτα ας πούμε...

''Μάσενκα είναι η εκτύλιξη ενός κόσμου μοναχά για να μιλήσω πάλι για σένα''


O
  ποιητής έχει οξεία παρατηρητικότητα,έχει  τις αισθήσεις του ανοιχτές στον κόσμο,έχει νοσταλγικότητα,καθαρότητα,διαύγεια.Ο ποιητής είναι ερωτευμένος ή υποδύεται τον ρόλο ερωτευμένου:

''Σε κοίταξα σαν ομορφιά που φεύγει
και ξανάγιναν ανώνυμα όλα εκείνα
τα μικρά πράγματα που αγγίξαμε
κι άφησε  πάνω τους η νοσταλγία μέλλον''

 ''Νιώθω μια θλίψη ,πως να σου το πω,
που απουσιάζω από τα παιδικά σου χρόνια
γι αυτο σου κάνω έρωτα με μιαν απόγνωση
παιδιού που αναίτια στέρησαν το παιχνίδι.
Ψάχνω το παιδικό σου βλέμμα σ΄ότι κοίταξες
το λαχάνιασμά σου σ΄ότι έτρεξες τη δίψα σου
εκεί που έπινες νερόκι έχω μονάχα εσένα και
λέξεις της απουσίας μου από τα παιδικά σου χρόνια.''


Βάζει τον έρωτα να συνομιλήσει με την τέχνη της γραφής:

''Kακά τα ψέμματα,από τα περισσεύματα του έρωτα
βρίσκω τις λέξεις σου που με οδηγούν στο ποίημα''



Ακόμα...θέλει να π λ ά σ ε ι   α γά λμα τα  ,ερωτευμένων στην περίπτωσή μας[η δημιουργία αγαλμάτων είναι ζητούμενο στη ποίηση  όπως και να΄χει]...:

''Θ α μου έδινα το όνομα Βάσιας
το δικό της θα ρωτούσα σ΄εκείνη:
Mάσενκα με φωνάζουν οι φίλοι
κι άπ΄τους ξένους όσοι με γνωρίζουν
και μοιράζονται έναν χορό μαζί μου''



''Σαν να ζούμε ενώ  έχουμε πεθάνει
μας διαβάζει  ένα παιδί σε βιβλίο
μόνοι πάντα και μάτια με  μάτια
κάποια Μάσενκα και κάποιος Βάσιας
που κοιτάζονται με μάτια  που έχουν σβήσει.''


Οι δυο ήρωες είναι σαν να έχουν βγει από τσεχωφικό έργο ,φέρουν μια θλιμμένη ομορφιά .'Ολο το ποιητικό αυτό αφήγημα  σε εισάγει σε μια ατμόσφαιρα ελαφρώς θλιμμένη,μέσα στην οποία κινούνται αβίαστα όλα τα ποιητικά ενδεχόμενα,οπου οι σιωπές  φλερτάρουν έντεχνα με τις λέξεις και τα νοήματα που μονιμως προσπαθούν να δραπετεύσουν.Και  τι ρόλο παίζει η Μάσενκα σε όλα αυτα;επιμένω.
Ο Λαλιώτης δίνει μερικές εκδοχές.Καλύτερα ,δημιουργεί ο ίδιος τις εκδοχές...

''Άργησες Μάσενκα,βγάλε τα ρούχα σου,
νυρίζουν κάρβουνο και πόλη εξεγερμένη
΄΄

''Μια επίκληση είσαι,όνομα Μάσενκα,σχεδόν
από ρώσικο διήγημα που σε διαβάζει μεσημέρι
ξαπλωμένο σε διαμέρισμα έναν αιώνα μετά
ένα παιδί φανατικό για γράμματα κι είσαι
ένα περίμενε στην Πατησίων,στη Σταδίου,
στην Αιόλου,στο Μουσείο ή στην Αρχαία Αγορά''




''Δεν θα τους πω πως μου είσαι
                                    μια μικρή δραπέτης βλέμματος...''


''Κορίτσι είσαι τόσο των αποχαιρετισμών ,κι άλλο
μη μου καταδεχτείς,όσο άπ΄το να έρχομαι''



''Η Μάσενκα τείνει προς ένα υπόγεια πολιτικό βιβλίο με ποιήματα''


''Μάσενκα πριν τον έρωτα είσαι δίψα και μετά ένα παρά-
θυρο που βλέπεις τη βροχή,ανάβω ένα τσιγάρο μες στη
ν'υχτα...Κάπου φυσάει ο χρόνος έρχονται,άλογα γεγο-
νοτα είναι,μα το ποίημα τα θέλει άλογα με οπλές που
θερίζουν ανθρώπινα κεφάλια.Μάσενκα σ΄αγαπώ και τε-
λειώνει ο κόσμος μας.''


 Απάντηση βέβαιη για την Μάσενκα δεν υπάρχει.Το μυστήριο που την περιβάλλει συνεχίζεται επ άπειρον.Μα νιώθω ευγνωμοσύνη στην Μάσενκα ,γιατί μου έδειξε φως κι όχι σκοτάδι εντούτοις,κι αυτό είναι μαγικό σχεδόν.Μάσενκα σημαίνει αυθεντική ποίηση .Μάσενκα σημαίνει στίχοι αληθινοί.Ταυτόχρονα Μάσενκα σημαίνει ''δοκιμή γραφής΄΄.Μάσενκα σημαίνει μύηση σε εμπειρίες μέσω των λέξεων.
Μάσενκα σημαίνει''μια απόπειρα στο αναπάντητο αυτό μ΄αγαπάς''.Σταματώ εδώ να αποτυπώνω σκέψεις στο χαρτί.Μέσα μου οι διεργασίες συνεχίζονται ωστόσο...όπως ,άλλωστε συνεχιζεται και η Μάσενκα...Συνεχίζεται αφού   δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα ...και δεν ξέρω αν θα ολοκληρωθεί ποτέ...Αλλά ,απ΄την άλλη ,γιατί να ολοκληρωθεί;Aυτη ειναι όλη η ομορφιά της...που κάνει ορατό το αόρατο.Κι ειναι  μια αίσθηση που σου αφήνει...πως δεν εχει κάν γραφτεί.


Ασημίνα Ξηρογιάννη

EΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ///Η ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ '' POEMA''

Ο Βασίλης Ρούβαλης και το Περιοδικο e-poema.[τευχος 18]..κάνουν αφιέρωμα στην Μάτση Χατζηλαζάρου...Συγχρονες ποιήτριες μιλούν για την  αισθαντική ποιήτρια από τη Θεσσαλονικη...
Διαβάστε εδώ:

http://www.poema.gr/afieroma.php

Eδώ είναι η δική μου συμβολή:
http://www.poema.gr/afieromatext.php?id=171&pid=

Ασημίνα ΞηρογιάννηΕρωτευμένη γυναίκα...


"Eρωτευμένη γυναίκα πρώτα"! Ξεκινώ τούτο το κείμενο με την τελευταία πρόταση ενός παλαιότερου κειμένου μου γι' αυτήν. "Ερωτευμένη γυναίκα πρώτα"! Ρυθμικό ρεφρέν που παραπέμπει σε μια μεγάλη αλήθεια: o έρωτας προς ένα συγκεκριμένο "εσύ" (τον Αντρέα Εμπειρίκο) αποτελεί την αιτία και την κινητήρια δύναμη της γοητευτικής ποιητικής της δημιουργίας. H Mάτση, η ποιήτρια που αγαπώ, είναι λειτουργική, ενεργειακή, τολμάει να ξοδεύεται και δεν φοβάται τίποτα. Στα ποιήματά της κάνει ξέφρενη χρήση του ρήματος. Είναι άκρως αισθαντική μέσα στη λιτότητα και την αμεσότητά της. "ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙ" κανονικότατα. Μου αποκαλύπτει ομορφιά μυώντας με σε εμπειρίες έρωτα, αφού έχει πετύχει να μετατρέψει το ατομικό το προσωπικό της βίωμα σε βίωμα καθολικό. (Αυτό δεν είναι η ποίηση άλλωστε;). Oπότε η γραφή της δεν αφορά μόνο τους ομότεχνούς της, αλλά κάθε ερωτευμένο άνθρωπο. Η ποίησή της αφορά όλους μας εν τέλει. Πάντα ανατρέχω στη Μάτση χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Και κολυμπώ στη θάλασσά της και την ανακαλύπτω απ' την αρχή, μπαίνοντας κάθε φορά σ' ένα άχρονο παρόν που με ηδονίζει. Ναι, η ποίηση ετούτη με συνδέει μαγικά με το άπειρο! Διαβάζω Μάτση σημαίνει ζητώ απεγνωσμένα κάποιον να με τραυματίσει. Διαβάζω Μάτση σημαίνει λατρεύω τις απογνώσεις και τα πάθη μου, σημαίνει ΕΙΜΑΙ ΖΩΝΤΑΝΗ! Η ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου είναι ο πιο προσφιλής υπαρξιακός μου τόπος. Είναι ο τόπος όπου μπορώ ακόμα να αναπνέω ελεύθερα. Και σωστά υποστηρίζουν κάποιοι ότι είναι άδικο η ποιήτρια να εντάσσεται σε κινήματα και σχολές,ακόμα και σε αυτό το κίνημα του υπερρεαλισμού που τη στιγμάτισε και συνετέλεσε ώστε να γεννηθεί ως ποιητικό υποκείμενο. Κάνει το "σε" επίγειο θεό, στήνει ιδιότυπα ερωτικά σκηνικά για το "σε" και το "εσύ", χωρίς να πέσει επ' ουδενί στην παγίδα της ανούσιας αισθηματολογίας που καταρρακώνει κάθε αληθινη τέχνη. Η Μάτση διαχειρίζεται συναισθήματα και εκφραστικά μέτρα με μαεστρία και είναι σαν να καταφέρνει αριστοτεχνικά να περπατά αγέρωχη πάνω στη θάλασσα, ακριβώς στο σημείο που ενώνεται με τον ουρανό. Η δική μου Μάτση καταστρατηγεί το συντακτικό και τους κανόνες, διαλύει τη γλώσσα,την αναποδογυρίζει,την αποδομεί. Eρχεται σε ρήξη με τις δομές και την ομαλότητα. Γκρεμίζει και ξαναρχίζει από την αρχή: "εσένα σ' έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς / εσένα σ' έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ' ωρίμασε η θάλασσα / σ' ερωτεύω /σε ζηλεύω / σε γιασεμί /σε καλπασμό αλόγουμες στο δάσος το φθινόπωρο / με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσυ [...]".
Η Μάτση μού βάζει στίχους στο στόμα, ξεχειλίζω από στίχους, γίνομαι στίχος, για λίγο, αφιερωμένος σε κείνην: "To ποίημα θέλω να 'ναι γκρέμισμα πρωτίστως / και μετά χτίσιμο φωτός" (Το ποίημα που σιωπά).


Ασημινα Ξηρογιάννη
minaxirogianni@hotmail.com

varellaki@gmail.com 

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Μικρή ασήμαντη στιγμή, εντός μικρής ασήμαντης ραψωδίας.////γράφει η Ειρήνη Βεργοπούλου


Ο  Κύκλωπας  στέκεται  ορθός    στη γωνία  του  δρόμου.  Θα  περιμένω  μερικά  λεπτά  και  μετά  θα  πάρω  τη  στροφή  στα  αριστερά,  για  να  μπω  στη λεωφόρο.  
Κάθε  μέρα,  εκατοντάδες   αναμονές  σε  στροφές.  Χιλιάδες  λεπτά  ξοδεμένα , από  το  άγνωστο  σύνολο που    μου είναι καθορισμένα  για  να  πορεύομαι.  Βαρύ  και  σκληρό νόμισμα  ανταλλαγής  ο  χρόνος , πολλά  και  ακριβά  τα  διόδια  σε  αυτήν  την τεμαχισμένη  πόλη.


Κάθε  φανάρι  και  ένας  .  Μονόφθαλμος,  πότε  με  το ένα  χρώμα,  πότε  με  το  άλλο.  ‘Απειροι    σε  νούμερα    οι σηματοδότες, μουγγοί  Κύκλωπες.    ‘Η,  μήπως,  έμπειροι;
‘Ιδιοι  σε  χιλιάδες  κόπιες.  Βλέπουν  τα  πάντα  μα  δε  μουγγρίζουν,  μόνο  καταγράφουν.  Αδιάφοροι. Ψυχροί.  Για  να  στα  αφηγηθούν  αυτά  που    γίνονται στην  πόλη,  χρειάζεσαι  δυνατή  καρδιά  ,   γερό  μυαλό,  ψυχή  αρχαίου  ταξιδευτή , και  αντοχές  ερημίτη   για  να  τα αντέξεις,  και  δεν  καταδέχονται  να  μπουν  στον  κόπο.  Εμείς, είμαστε  όλοι  για  αυτούς  ο  Κανένας,   σε  εκατομμύρια  κλώνους.


Τα  βράδια  όπως  τώρα,  οι    κινούμενες ανθρώπινες    φιγούρες  στις   διασταυρώσεις  και  τα  περάσματα   γίνονται  πιότερο  σκιές  και  από  πριν.  Ούτως  ή  άλλως  είναι  η  μορφή  τους  απροσδιόριστη,  ή,  μας  βολεύει  να  φαίνεται  απροσδιόριστη.  Για  να  μην  χρειάζεται  να  έχουν  υπόσταση,  όνομα,  αιτία   ύπαρξης.   Τη  νύχτα,  το  λίγο  φως  της  κακοφωτισμένης  πόλης  βοηθά  στο  να  σβήνονται,  αντί  να  διαγράφονται,  τα  κορμιά.



 Εξυπηρετεί να  σκέφτεσαι  ότι  είναι  επαγγελματίες,  ότι   επαιτούν  εκ  του  πονηρού,  ότι  φήμες  λένε  ότι  έχουν  χιλιάδες  ευρώ  κάπου  μαζεμένα  και  κρυμμένα.  Εξυπηρετεί  και  το  άναμμα  του  φαναριού,  για  να  ξεφύγεις  ,από  τις  παράπλευρες  αυτές  απώλειες :   από  τους   εξαθλιωμένους  ξένους  που  επιμένουν  να  σε  καθαρίζουν,  από  τους   σε  απερίγραπτα  σχήματα σακατεμένους   και  παραμορφωμένους ,που  τους  εκμεταλλεύονται  οι  ‘ιδιοκτήτες’  τους.  Και  από  τους  νεόπτωχους.   Από  πρώην  ‘φυσιολογικούς’  ,  ανθρώπους    της  διπλανής  πόρτας που  τώρα  ζητιανεύουν.
 Τι  κατηγορία  και  αυτή.  Τι  νέο  είδος,  τι  νέο  μέρος  του  λόγου.   ‘Μα,  υπάρχουν  στ’  αλήθεια;;  ναι;; ‘  με ρωτούν  κάποιοι  με  απορία  και  δυσπιστία καμιά  φορά,  όταν επειδή  οδηγώ  πολύ  , αποτολμώ  που  και  που    να  αναφερθώ  σε   ιστορίες   που  παρατηρώ στους  σηματοδότες.

Τι  ενοχλητική  αναφορά,  αλήθεια.


Τρία  λεπτά  περιμένω  στο  φανάρι  κοντά  στην  εθνική  για  να  ανάψει.  Απόψε,  περιφέρεται εκεί  ένας  ηλικιωμένος,  με  άσπρη  γενειάδα  και  έναν  σκούφο  μαύρο  να  καλύπτει   κολλητά το  κεφάλι  του.  Μου  φέρνει  παράξενα  στο  νου  πρωταγωνιστές  του  Ταρκόφσκι.
Κάνει  αρκετό  κρύο  έξω  και  βρέχει  με  στάλες  ξυραφάκια.


 Μπορώ  να  καταλάβω  ότι  θα  στέκεται  εκεί  πολλές  ώρες.  Κάθε  που  σταματούν  τα  αυτοκίνητα,  περπατά   χωλαίνοντας, δύσκολα , από  τον  ένα   οδηγό στον  άλλο,  όσο   προλαβαίνει,  σερνόμενος,  τείνοντας  το  χέρι.  Δεν  του  ανοίγει  και  δεν  τον  κοιτά  κανείς.  ‘Ερχεται  σε  μένα,  και  παρατηρώ  μέσα  από  το  τζάμι  τη  βαθουλωμένη  μορφή  του   κρανίου  του   και  το  ζαρωμένο  σκελετό  κάτω  από  το  βρωμερό  παλτό.   Ολόκληρη  ιστορία  ζωής  από  πίσω,  ποιος  ξέρει.  Πόσες  ταπεινές ραψωδίες  να  καταλάμβανε  η  δική  του  μικρή  Οδύσσεια. Πόσα  λάθη  δικά  του,  ή  όχι,  πόσες  ατυχίες,  ποιες  συνθήκες και  πώς  από  το  ξεκίνημα, ή  και  μετά,   μπορεί  να  πήγαν  όλα  στραβά….ποιές  επιλογές  πήγαν  λοξά,  ποιες  Κίρκες  τον  έχουν  πια  λησμονήσει  και  αδιαφορούν  να  τον  μαγέψουν.

 ( Ναι  μωρέ,  ηθοποιία  είναι,  μην  ασχολείσαι.)


Κατεβάζω  το  παράθυρο   και  του  δίνω  ένα  ευρώ.  Απομακρυνόταν  ήδη,  δεν  το  περίμενε.
 Ούτε και  εγώ  δίνω  συχνά.  Τι να  πρωτοκαταφέρεις.
Σταματάει     σαν  πετρωμένος.  Παίρνει  το  ευρώ  με  το  ένα  χέρι,  που  βρωμάει  και  είναι  κατάμαυρο.  Με  το  άλλο του  χέρι στηρίζεται  σε  ένα  μπαστούνι  της  κακιάς  ώρας  και  κουτσοπερπατά  με  μεγάλη  δυσκολία.
 Βάζει  το  ευρώ  στην  τσέπη,  φανερά  έκπληκτος.  Και  αμέσως,  μου  στέλνει  φιλιά,  με  το  χέρι,  στον  άερα, πολλά φιλιά. 
Ξεκινώ  γιατί  έγινε  πράσινο  και αυτός  ακόμα  στέλνει  φιλιά.  Δεν  είμαι  καλή,  άνθρωπέ  μου,  σκέφτομαι,  απλά  σε  εσένα  τώρα  έδωσα,  πιο  κάτω  ίσως  όχι.
(  ‘Ελα  μωρέ,  τι  ασχολείσαι,  επάγγελμα  είναι.  Μα,  γίνονται  αυτά;  Τους  πιστεύεις  βρε  χαζή  ;    ‘Ακου  νεόπτωχοι. Τι  μπανάλ  αφέλεια  που  έχεις).
Στον  καθρέπτη  του   οδηγού    στιγμιαία τον  βλέπω να   τρέμει  από  το  κρύο  πίσω  μου  και  να προσπαθεί  με  τη  δική  του  ταχύτητα  να  ανέβει  στο  πεζοδρόμιο  πριν  τον  χτυπήσουν τα  οχήματα.

‘Αναψε  από  ώρα  πια   ο  Κύκλωπας.  Ψυχρός  . Αδιάφορος.  ‘Εφυγα.


E.B.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Ποσό ρεκόρ για πίνακα του Μοντιλιάνι

Ένα πορτρέτο της Ζαν Εμπιτερν, που ζωγράφισε ο Ιταλός Αμεντέο Μοντιλιάνι ένα χρόνο πριν τον θάνατό του, το 1920, πωλήθηκε έναντι του ποσού-ρεκόρ των 42,3 εκατομμυρίων δολαρίων, σε δημοπρασία του οίκου Christie's. Ο Ιταλός ζωγράφος γνώρισε την Εμπιτερν στα τέλη της ζωής του και απέκτησε μαζί της ένα παιδί και όταν εκείνος πέθανε σε ηλικία 35 ετών, η αγαπημένη του, έγκυος τότε στο δεύτερο παιδί τους, έδωσε τέλος στη ζωή της.
Ο Μοντιλιάνι γεννήθηκε στο Λιβόρνο το 1884 και γνώρισε από νωρίς τον κόσμο της τέχνης, παρά την εύθραυστη υγεία του, λόγω φυματίωσης.
Σε ηλικία 14 ετών άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής. Το 1901 γράφτηκε στην Ελευθέρα Σχολή Μελέτης Γυμνού (Scuola libera di Nudo) της Φλωρεντίας. Ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 18 ετών, συνέχισε τα μαθήματα ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας, όπου εμβάθυνε στην ιστορία της τέχνης. Τρία χρόνια έζησε εκεί σπουδάζοντας και βελτιώνοντας την τεχνική του στην ζωγραφική. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση έργων του Νίτσε τον οδήγησαν να πιστεύει ότι ο μόνος δρόμος για την αληθινή δημιουργικότητα ήταν μέσω της ανυπακοής και της αταξίας.
Όπως όλοι οι φιλόδοξοι καλλιτέχνες της εποχής του, ήταν το όνειρό του να ζήσει στο Παρίσι. Πράγματι, στα τέλη του 1905, σε ηλικία 21 ετών, πήγε για να ζήσει στο Παρίσι. Εγκαταστάθηκε στο Λε Μπατό Λαβουά (Le Bateau-Lavoir), ένα κοινόβιο για τους αδέκαρους καλλιτέχνες. Σύντομα, άρχισε να απασχολείται έντονα με τη ζωγραφική, επηρεαζόμενος αρχικά από τα έργα του Ανρί ντε Τουλούζ Λοτρέκ έως ότου ο Πολ Σεζάν άλλαξε πολλές από τις απόψεις του. Τελικά, ο Μοντιλιάνι ανέπτυξε το δικό του ιδιαίτερο ύφος, το οποίο δύσκολα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με εκείνο άλλων καλλιτεχνών. Παρήγαγε τα έργα του σε σύντομο χρόνο και ποτέ δεν τα επεξεργαζόταν ξανά. Στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της Μονμάρτης, έζησε ο Μοντιλιάνι για περίπου τρία χρόνια, προσθέτοντας στις καταχρήσεις και αυτή του αλκοόλ. Η άσχημη, όμως, οικονομική του κατάσταση, τον ανάγκασε να επιστρέψει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην πατρίδα του το Λιβόρνο.
Στο Παρίσι εγκαταστάθηκε μόνιμα το 1909, σύμφωνα με το wikipedia. Η εγκατάσταση του Μοντιλιάνι στο Μονπαρνάς συνοδεύτηκε από την γνωριμία του με τον Ρουμάνο γλύπτη Κονσταντίν Μπρανκούζι. Στο εργαστήριο του Μπρανκούζι και με την καθοδήγησή του, ο Μοντιλιάνι αφοσιώθηκε στη γλυπτική. Τόσο πολύ τον απορρόφησε η τέχνη αυτή, που εγκατέλειψε σχεδόν ολοκληρωτικά την ζωγραφική για έξι ολόκληρα χρόνια ως το έτος 1915. Ο Μοντιλιάνι δεν έγινε ευρέως γνωστός ως γλύπτης, κυρίως γιατί σώζονται ελάχιστα έργα του, τα οποία όμως είναι θαυμάσια. Τα περισσότερα από τα έργα του τα κατάστρεψε ο ίδιος. Τα έργα του γίνεται φανερό ότι επηρεάστηκαν από την πρωτόγονη τέχνη της Αφρικής και της Καμπότζης.
Αν και μια σειρά γλυπτών του εκτέθηκε στο Φθινωπορινό Σαλόνι του 1912, εγκατέλειψε ξαφνικά τη γλυπτική και στράφηκε πλήρως στη ζωγραφική. Μέχρι να ασχοληθεί αποκλειστικά με την ζωγραφική από το 1915 και μετά, ο Μοντιλιάνι εκτός από γλυπτά έκανε και σχέδια. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε την απαραίτητη γι' αυτόν, καθημερινή ποσότητα αλκοόλ. Συνήθως έμπαινε σε ένα καφέ κρατώντας χαρτί και μολύβι, ζωγράφιζε επιτόπου τα σχέδια του και τα αντάλλασσε με μερικά ποτήρια κρασί.
Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μοντιλιάνι προσπάθησε να καταταγεί στο στρατό αλλά δεν στρατεύτηκε τελικά λόγω της επιβαρυμένης υγείας του. Τα δύσκολα αυτά χρόνια και κυρίως λόγω της βοήθειας του Λέοπολντ Ζμπορόφσκι, ενός εμπόρου τέχνης, έμελλαν να γίνουν τα πιο δημιουργικά για τον καλλιτέχνη. Σε διάστημα περίπου πέντε ετών, από το 1915 έως το 1920, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε πάνω από τριακόσιους πίνακες.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης -και τελικά μοναδικής όσο ζούσε- ατομικής έκθεσής του. Τις αίθουσες της γκαλερί κοσμούσαν γυμνά μεγάλου μεγέθους κι ένα από αυτά τοποθετήθηκε στη βιτρίνα. Η έκθεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και προκλήθηκε κοσμοσυρροή. Λόγω του σκανδάλου που προέκυψε η αστυνομία απαγόρευσε την έκθεση.
Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή έγινε πολύ δύσκολη στο Παρίσι λόγω της έλλειψης τροφίμων και ηλεκτροδότησης και του φόβου των αεροπορικών βομβαρδισμών. Ο 33χρονος Μοντιλιάνι αποφάσισε να φύγει μαζί με τη νέα του αγαπημένη, τη 19χρονη σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν (Jeanne Hebuterne). Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τους πιο δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένους πίνακές του. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν.
Πηγή: Pathfinder

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ο έρωτας παραμένει μια διττή και αρχέγονη δύναμη στην ζωή κάθε ανθρώπου, σε κάθε γωνιά της οικουμένης, σε κάθε εποχή…
Το αρχαιότερο ερωτικό ποίημα που έχει ανακαλυφθεί στον κόσμο πάντως βρέθηκε κατά τη διάρκεια ανασκαφής στα τέλη του 19ου αιώνα στην περιοχή Νιπούρ στην αρχαία Σουμερία, δηλαδή στο σημερινό Ιράκ.


Το ποίημα βρέθηκε γραμμένο πάνω σε πινάκιο μαζί με άλλες πινακίδες των Σουμερίων, όπου συνήθως καταγράφονταν ιστορίες και θρύλοι, δικαστικές αποφάσεις και κρατικά διατάγματα, καθώς και άλλες συμφωνίες.
Το πινάκιο ήταν φτιαγμένο από πηλό και χρονολογείται περίπου στο 2037 π.Χ. Θεωρείται λοιπόν το αρχαιότερο ερωτικό ποίημα που έχει βρεθεί ποτέ. Το έργο έχει εκτεθεί ήδη σε διάφορα μουσεία του κόσμου.

Διαβάστε το ποίημα 4050 ετών!

«Γαμπρέ, αγαπημένε της καρδιάς μου, σαν το μέλι γλυκιά είναι η ομορφιά σου.
Λιοντάρι, αγαπημένο της καρδιάς μου με μάγεψες. ‘Ασε με να σταθώ τρέμοντας, μπροστά σου, να σε αγγίξω με το χάδι μου. Το χάδι μου είναι ακριβό, πιο απολαυστικό είναι από την ομορφιά. Σαν το μέλι με το γάλα.
Γαμπρέ, πες στη μητέρα μου, θα σου δώσει λιχουδιές. Στον πατέρα μου, θα σου δώσει δώρα. Τη ψυχή σου να ζωντανέψω, ξέρω. Γαμπρέ κοιμήσου στο σπίτι μας ως την αυγή, τη καρδιά σου ξέρω πως να ευχαριστήσω. Λιοντάρι κοιμήσου στο σπίτι μας ως την αυγή. Εσύ, επειδή μ’ αγαπάς, κύριέ μου, κύριε προστάτη μου, Σουσίν μου, εσύ που ευφραίνεις τη καρδιά της Ενλίλ, άγγιξέ με, με το χάδι σου».

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

notationes////OKTΩΒΡΙΟΣ 2013/////ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ


 Σίγουρα υπάρχουν δεκάδες βιβλία που μιλούν για τον έρωτΑ...
Επιλέξαμε μερικά και σας τα προτείνουμε....




 

Ημερολόγιο 2013
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Εκδόσεις Μεταίχμιο Επιμέλεια: Ειρήνη Χριστοπούλου Σελίδες: 128




Σελίδες ερωτικές, γραμμένες από την πένα μεγάλων δημιουργών, που αναδίδουν πάθος και ένταση. Γράμματα, κείμενα και στίχοι αποτυπώνουν σχέσεις δυνατές που άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον έρωτα, που πέρασαν στην Ιστορία, που προκάλεσαν τα ήθη της εποχής τους, που ενέπνευσαν τη δημιουργία.




*********************












ΝΤΙΛΑΝ ΤΟΜΑΣ
Ερωτικές επιστολές

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Σελίδες: 168
 



Σε αυτό τον τόμο συγκεντρώνονται τα γράμματα που έγραψε στις γυναίκες της ζωής του. Μέσα σε αυτές τις σελίδες ο Ντίλαν Τόμας, Ποιητής, αρθρογράφος, φαλσταφικός γλεντζές, ερωτοτροπεί, χωρατεύει, μιλάει βαρύθυμα για την κλονισμένη του υγεία, παραληρεί αμέριμνα για τις χαρές της ζωής, οικτίρει τον εαυτό του και καταφεύγει σε γαλιφιές και σε συγγνώμες για να καλύψει τα ερωτικά του ακροβατικά κατορθώνοντας να διασφαλίσει μια θέση στην καρδιά της εκάστοτε αγαπημένης του και μια θέση στην καρδιά του αναγνώστη.




*********************













ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΚΣΙ
Ερωτικές επιστολές

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Επιμέλεια: Φρανσίν ντι Πλεσί Γκρέι
Μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Σελίδες: 136
 




Το χρονικό του αδιέξοδου έρωτα μεταξύ του επαναστάτη-ποιητή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι και της Τατιάνα Γιάκοβλεβα καταγράφεται μέσα από τις παθιασμένες επιστολές που έστειλε ο ποιητής στον μεγάλο έρωτά του, τη Ρωσίδα που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τα τελευταία ποιήματά του.




*********************














Ανθολογία ερωτικής ποίησης  

[Εισαγωγή-Μετάφραση :Xάρης Βλαβιανός]
 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ 

ΣΕΛ.160
 
 
Ο έρωτας και τα αντιφατικά συναισθήματα που προκαλεί –ευφορία, ζήλια, οδύνη, οργή, απώλεια, ματαίωση, απόλαυση, ηδονή– είναι ένα από τα κεντρικά θέματα της ποίησης. Από τη Σαπφώ και τον Κάτουλλο, τους τροβαδούρους και τον Σπένσερ ως τον Μπάυρον και τον Γκαίτε, τον Καβάφη και την Πλαθ, οι ποιητές ένιωθαν πάντα την ανάγκη να μιλήσουν γι’ αυτό το πάθος που, όπως λέει ο Σαίξπηρ στον Οθέλλο, «shakes our very frame». Φαντάζει εύκολο να ρωτήσει κανείς τον αγαπημένο του, «How do I love thee?», όπως ρωτάει η Ελίζαμπεθ Μπάρρετ Μπράουνινγκ στο γνωστό της ποίημα τον μέλλοντα σύζυγό της, και στη συνέχεια να βαλθεί όπως η ίδια να «μετρήσει τους τρόπους», αλλά δεν είναι. Γιατί το μέτρημα στην ποίηση γίνεται με λέξεις, αρμολογημένες με τέτοιον τρόπο στο χαρτί ώστε να φτιάχνουν ένα ποίημα? και οι λέξεις, όπως καλά γνωρίζουμε, είναι το πιο επισφαλές μέσο για να μιλήσει κανείς για κάτι τόσο δυνατό όσο ο έρωτας. 




*********************











Νίκος Σιδέρης

Ο ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ
ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ
Εικαστικές φαντασιώσεις

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Σελίδες: 408




Ο ερωτισμός είναι η πρώτη πατρίδα κάθε ανθρώπου. Η απαρχή κι ο τρόπος κάθε πόθου. Και οι μηχανές της ψυχής κινούνται πάντα με τη φλόγα της νοσταλγίας με όχημα, κυρίως, τις φαντασιώσεις. Η δημιουργία, πάλι, ισοδυναμεί με αναδιατύπωση της φαντασίωσης του δημιουργού στη γλώσσα μιας συγκεκριμένης τέχνης. Balthus, Goya, Schiele, Dali, Picasso είναι πέντε ξεχωριστοί ζωγράφοι, που με το έργο τους επέτρεψαν μια γεμάτη μαγεία και έκπληξη εξερεύνηση στον κόσμο του ερωτισμού: στις φαντασιωτικές του καταβολές και στην εικαστική τους αναδιατύπωση, μέσα σε καθορισμένες ιστορικές και προσωπικές συνθήκες. Ένα ταξίδι που μιλά και για την τέχνη και για τον ερωτισμό και για τη φοβερή συνάντηση με τέτοιες τιτάνιες δυνάμεις.



*********************








Ζακ Αταλί
Στεφανί Μπονβισινί

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μετάφραση: Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη
Σελίδες: 240





Ένα ταξίδι μέσα στην υπέροχη και απειλούμενη ιστορία των σχέσεων. Συνυπάρχουν εδώ οι πολυανδρικές φυλές της Κίνας και οι ομοφυλοφιλικές τελετουργίες της Νέας Γουινέας∙ οι γυναίκες των χαρεμιών της Αραβίας και οι πολλαπλοί σύζυγοι του Θιβέτ∙ οι πόρνες της Αμερικής και οι γκέισες της Ιαπωνίας∙ οι δάσκαλοι του ινδικού ερωτισμού και οι ομαδικοί γάμοι του Κονγκό∙ οι αστικές οικογένειες και τα αμφιφυλόφιλα τρίο∙ οι μηχανές ηδονής και οι ερωτικές χίμαιρες. Όλες και όλοι τρέφουν την πιο υψηλή ανθρώπινη φιλοδοξία: να ξεπεράσουν τον εαυτό τους για να φτάσουν να αρέσουν στον άλλο, ώστε να αρέσουν στον εαυτό τους. Ώστε να αγαπηθούν.






*********************










Ντ. Χ. Λόρενς

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΤΣΑΤΕΡΛΙ


Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μετάφραση: Γιώργος Τζήμας
Σελίδες: 496


Το γνωστό, πολυσυζητημένο (και απαγορευμένο για χρόνια) αριστούργημα, η ερωτική ιστορία μιας αριστοκράτισσας και ενός άντρα της εργατικής τάξης. Μια τολμηρή διερεύνηση του σεξουαλικού πάθους ως του μόνου ζωτικού και αληθινού στοιχείου της ζωής, μια διεισδυτική αποτύπωση της γυναικείας ιδιοσυγκρασίας.



*********************












Πολίν Ρεάζ

 Η  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ Ο


Εκδόσεις Μεταίχμιο  

Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη
Σελίδες: 230
 


Μια τολμηρή, σαδομαζοχιστική ιστορία που γράφτηκε το 1954 και έμελλε να γίνει από τα πιο πολυδιαβασμένα έργα της γαλλικής λογοτεχνίας.






*********************











Μαρία Πολυδούρη

ΜΟΝΟ ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ
Τα ποιήματα



Εκδόσεις Μεταίχμιο

Επιμέλεια: Γιάννης Η. Παππάς
Σελίδες: 240




Η Μαρία Πολυδούρη (1902-1930), εμβληματική ρομαντική μορφή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, ύμνησε με αμεσότητα και γνήσιο λυρισμό τον παθιασμένο, χωρίς ανταλλάγματα έρωτα, τον έρωτα-αντάρτη που πάει κόντρα σε κοινωνικές συμβάσεις και κατεστημένες αξίες.
Στις σελίδες αυτού του βιβλίου περιλαμβάνονται οι δύο ποιητικές συλλογές που εξέδωσε (Οι τρίλλιες που σβήνουν, Ηχώ στο χάος) και τα ανέκδοτα ποιήματά της, ενώ ο αναγνώστης επίσης θα βρει μια κατατοπιστική εισαγωγή του επιμελητή του τόμου Γιάννη Η. Παππά και εργοβιογραφία της ποιήτριας.




*********************









ΕΠΕΙΔΗ Σ ΑΓΑΠΗΣΑ ΚΑΙ Σ ΑΓΑΠΩ ΑΚΟΜΗ


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
ΣΕΛ 248
Ιανουάριος 2013


 Ο πατρινός φιλόλογος Γιάννης Παππάς επιλέγει αντιπροσωπευτικά ποιήματα από όλες τις περιόδους της ελληνικής ποίησης σε έναν συνοπτικό τόμο.



*********************








ΑΝΑΙΣ ΝΙΝ

XENΡΙ ΚΑΙ ΤΖΟΥΝ

Μετάφραση-Επίμετρο

Γιώργος Ικαρος Μπαμπασάκης
Μεταίχμιο, 2011
396 σελ.
ISBN 978-960-501-336-3, [Κυκλοφορεί]
 



 "Ο Χένρι παραβλέπει την ηδονή που υπάρχει στο να μην τα ξέρεις όλα, στο να μην τα έχεις δικά σου όλα, στο να σκύβεις επικίνδυνα πάνω απ’ την άβυσσο, στο να μην φτάνεις σε μια συγκεκριμένη κορύφωση. Και οι δυο, και ο Χένρι και η Τζουν, κατέστρεψαν τη λογική και την ισορροπία της ζωής μου. Είναι καλό αυτό. Το πρότυπο είναι νεκρό. Τώρα, μπορώ πια να ζήσω. Δεν είμαι εγώ για πρότυπα." (Αναΐς Νιν).

Η Αναΐς Νιν θα γνωρίσει τον Χένρι Μίλερ και τη σύζυγό του την Τζουν, στο Παρίσι της δεκαετίας του 1930. Aυτές οι ημερολογιακές σελίδες καταγράφουν το χρονικό ενός ερωτικού τριγώνου, αποτελούν τη μαρτυρία μιας γυναίκας που βρέθηκε ανάμεσα σ' έναν άντρα που την απελευθέρωσε σεξουαλικά και σε μια γυναίκα που της ξύπνησε ένα ασίγαστο πάθος.




*********************












Anais Nin και Henry Miller


Αλληλογραφία


μετάφραση: Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης
επιμέλεια: Γκάνθερ Στούλμαν

Μεταίχμιο, 2007
274 σελ.
 

  ΄Ενας τόμος στον οποίο περιλαμβάνονται  περισσότερες από 100

επιστολές που αντάλλαξαν η Αναίς και ο Χένρυ στη διάρκεια των

 δυο  σημαντικότερων δεκαετιών της σχέσης τους{1932-1953}

 

*********************

 

 

 

 

 

 

 

Μικρή φιλοσοφία του έρωτα
Συγγραφείς:   Αλαίν ντε Μποττόν
Θέμα:  Ξένη πεζογραφία
Εκδότης: Πατάκης
Μετάφραση:  Γιάννης Ανδρέου
Επιμέλεια:  Γιώργος Κασαπίδης
Σελίδες:  315
ISBN: 9789601610160
Ημ. Έκδοσης: 01/06/2008

 

*********************

 

 

 

 

 

 Στη σκιά μιας άλλης. Ο μοιραίος έρωτας της Άσσια Ουέβιλ με τον Τεντ Χιουζ

 εκδ.Πατάκη

 Συγγραφέας : Koren Yehuda,Negev Eilat
Μεταφραστής : Φακίνου Μαρία


<Η Άσσια ήταν η πραγματική μου σύζυγος και η καλύτερη φίλη που είχα ποτέ» έγραψε συντετριμμένος ο Τεντ Χιουζ έπειτα από την αυτοκτονία της Άσσια Ουέβιλ και της τετράχρονης κόρης τους στο διαμέρισμά τους στο Λονδίνο, τον Μάρτιο του 1969. Η απώλεια ήταν διπλά τραγική, αφού η Άσσια είχε επιλέξει να φύγει από τη ζωή όπως και η Σύλβια Πλαθ: ανοίγοντας το γκάζι και εισπνέοντας τις αναθυμιάσεις. Η μόνη διαφορά ήταν ότι η Άσσια πήρε μαζί της στο θάνατο και τον καρπό του δεσμού της με τον ποιητή, την τετράχρονη κόρη τους.

«Ντίβα, «διαβολογυναίκα», «ξελογιάστρα», «μούσα»: η εκπάγλου ωραιότητας Άσσια Ουέβιλ προκάλεσε αυτούς και άλλους τόσους χαρακτηρισμούς στη σύντομη αλλά πολυτάραχη ζωή της. Ωστόσο, το πεπρωμένο της, που θα την οδηγούσε σε τρεις γάμους και σε μια αδιάκοπη περιπλάνηση από το ζοφερό προπολεμικό Βερολίνο στην ταραγμένη Παλαιστίνη και από εκεί στο «εύθυμο» Λονδίνο της δεκαετίας του ’50, μάλλον δικαιώνει, καλύτερα από κάθε άλλον, το χαρακτηρισμό που αναγράφηκε στον τάφο της: «Εδώ αναπαύεται μια ερωμένη του παραλόγου και μια εξόριστη».


Η αφήγηση της περίπλοκης σχέσης της Σύλβιας Πλαθ και του Τεντ Χιουζ –του πιο διάσημου ζευγαριού ποιητών του 20ού αιώνα– κατά κανόνα αποδίδει τις ευθύνες για την τραγική αποτυχία του γάμου τους πότε στη μία πλευρά και πότε στην άλλη. Όμως, για τέσσερις και πλέον δεκαετίες, παραλείπεται η τρίτη διάσταση αυτής της αποτυχίας, εξίσου σημαντική και συναρπαστική: η παρουσία της τραγικής ερωμένης του Τεντ Χιουζ, Άσσια Ουέβιλ.

Το βιβλίο αυτό είναι η πρώτη βιογραφία της Άσσια Ουέβιλ. Παρακολουθώντας το ταξίδι που διαμόρφωσε τη ζωή της, οι συγγραφείς ρίχνουν ταυτόχρονα νέο φως στο γάμο Πλαθ και Χιουζ. Όμως, επίκεντρο του βιβλίου είναι η σύνθετη και αντιφατική ιστορία της, Άσσια, που ταλαντεύτη-κε αναπόδραστα ανάμεσα στη μοιραία έλξη και την έμμονη αγάπη, την πίστη και την προδοσία, τη σκληρότητα και τη στοργή, την εξάρτηση και την εξέγερση, το φθόνο και την αυτοθυσία.

Οι δύο δημοσιογράφοι ερεύνησαν τη ζωή της Άσσια Ουέβιλ για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια, φέρνοντας στο φως προσωπικά αρχεία, τα ημερολόγια και την αλληλογραφία της, και συζητώντας με όλους τους μάρτυρες-κλειδιά, πολλοί από τους οποίους μιλούν εδώ για πρώτη φορά.  

 

*********************

 

 

 

 

 CAROLE SEYMOUR -JONES

Επικίνδυνη σχέση

εκδ.Άγκυρα

Η νέα αποκαλυπτική βιογραφία της Σιμόν ντε Μποβουάρ

και του Ζαν -Πολ Σάρτρ 

Μετάφραση:Bίκυ Δέμου 

 

«Το εύρος της έρευνας που προηγήθηκε, αλλά και η ευαισθησία με την οποία γράφτηκε αυτή η “διπλή” βιογραφία, φωτίζουν τις σκοτεινές ρωγμές ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο… αδύνατον να αντισταθείς σ’ ένα τέτοιο ανάγνωσμα» – Μάικλ Χολρόιντ

Όταν η Σιμόν έδωσε όρκο αιώνιας πίστης στον Ζαν-Πολ, ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε συναντήσει ως τότε τον οποίο μπορούσε να θεωρήσει «ομόλογό» της σε επίπεδο σκέψης. Ο δεσμός τους, που κράτησε μια ολόκληρη ζωή, αποδείχθηκε πιο βιώσιμος από πολλούς γάμους. Η δύσκολη παιδική ηλικία και των δυο τους, τα ιδεολογικά «πυροτεχνήματα» που τόσο καλά γνώριζαν να κατασκευάζουν, αλλά και η ενστικτώδης ανάγκη που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο, αποτέλεσαν τον συνεκτικό ιστό μιας σχέσης που λάμπρυνε τον 20ό αιώνα. Η περίφημη «συμφωνία» τους που συμπεριλάμβανε και την ελευθερία να συνάπτουν σχέσεις με τρίτα πρόσωπα, κατάργησε εξαρχής κάθε σύμβαση του αστικού γάμου. Έμελλε να διαρκέσει μισόν αιώνα. Ωστόσο, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν κατορθώθηκε χωρίς πόνο, πράγμα που και οι δύο φρόντιζαν να συγκαλύπτουν επιμελώς, προς χάρη του κοινού τους μύθου.
Μόνο που, με τα χρόνια, η αντίφαση ανάμεσα στον μύθο και τη σκοτεινή πραγματικότητα μετατράπηκε σε αληθινή άβυσσο…