Translate

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

NΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ-ΠΟΙΗΣΗ

Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος

Ποτέ στ΄αλήθεια δεν το΄μαθα
τί είναι τα ποιήματα
Είναι πληγώματα
ειν΄ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;

Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τί είναι τα ποιήματα;
Eίν΄εκδορές απλά γδαρσίματα;
Eίναι σκαψίματα;
Eϊναι ιώδιο;Eίναι φάρμακα;
Eίναι γάζες επίδεσμοι
παρηγοριά ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

*****
ΗΧΗΡΟ

Σύρματα τιμημένα της ζωής μου
οπού με ζώνετε τόσα χρόνια
σκλάβος ανέβηκα ως τ΄αστέρια
τη ζωωδία των ανθρώπων έχοντας ακυρώσει
μέσ΄στην ορμή για ποίηση
μέσ΄στην ορμή για έρωτα
σύρματα της ζωής μου.

*******

ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΕΙΣ ΥΨΟΣ

Ευτύχησα μόνος μου.
Χωρίς ιερότητα χωρίς υγεία.
Μερίζοντας τρόμους
ανώφελα μεγάλα κομμάτια
σήμερα πεθαίνω
αύριο πεθαόινω
Στον άγιο αριθμό των ανέργων
είμαι πάντοτε μέσα.
Διεθνής κι ακάθεχτος
υποφέρομαι
στη θρησκεία του σκούληκα.
Επώνυμο:Πλήρης.

********


Νίκος Καρούζος

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε α'ι'τό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα...
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.

Κάτι παλιά χρωστούμενα του Ντίνου Λυρικού





  1. Τον είχαν σαπίσει στο ξύλο, αλλά αυτός τίποτα, άχνα δεν έβγαζε από το στόμα του.
    - «Πες ρε αρχίδι, ρε παλιόπουστα του κερατά, ποιοι άλλοι κοπρίτες ήταν μαζί σου;»
    Κουβέντα ο Μητράρας, τους άκουγε και μια ανέκφραστη λύπη, ανάμεικτη με οργή ζωγραφιζόταν στα μάτια του, γεγονός που τον έκανε να αποφεύγει να τους κοιτάζει κατάματα αφού διακρίνονταν ανάγλυφα στο βλέμμα του η περιφρόνηση που ένιωθε, πράγμα που τους ερέθισε, με αποτέλεσμα να τον κτυπάνε ακόμη πιο δυνατά. Για πρώτη φορά στη ζωή του συνειδητοποίησε τότε πως οι θρασύδειλοι, όταν δεν τους φοβάσαι, ταράζονται και αυτό τους κάνει ακόμη πιο επιθετικούς.
    - «Θα υπογράψεις ρε;», φώναζαν μέσα στο αυτί του και οι μπουνιές έσκαγαν με γδούπο στο πρόσωπο, στο σώμα του και ιδιαίτερα στη ψυχή του.
    Τη νύχτα, αποκαμωμένος πια απ’ το ξύλο, αναρωτιόταν αν είναι το μοίρασμα της ενοχής που κάνει τόσους πολλούς να βασανίζουν κάποιον τόσο πολύ και μάλιστα έναν δεμένο πισθάγκωνα.

    Την επόμενη μέρα μπήκαν στο κελί και το μπουνίδι άρχισε με την επίδειξη ενός χαρτιού που του ζήταγαν να υπογράψει.
    - «Σήμερα ή υπογράφεις παλιόπουστα ή πεθαίνεις», είπε αυτός που φέρονταν ως αρχηγός της μικρής ομάδας των “καλών παιδιών”. Τα μάτια του είχαν πρηστεί, δεν έβλεπε ούτε δέκα πόντους μπροστά του.
    - «Θα υπογράψω», ψέλλισε ξαφνιάζοντάς τους, «δώστε μου το στυλό».
    Μια παγερή σιωπή σκέπασε το μικρό κελί. Ούτε οι ίδιοι μπορούσαν να πιστέψουν στα αυτιά τους αυτό που μόλις είχαν ακούσει. Ο “αρχηγός” επειδή του άλλαζε τους όρους της δρομολογημένης ανάκρισης και οι άλλοι επειδή τους χάλαγε το προγραμματισμένο πάρτι ξυλοδαρμού.
    - «Κιότεψες παλίοπουστα, ε;» ακούστηκε η φωνή του αρχηγού, «φέρτε ένα στυλό ρε», συμπλήρωσε φωναχτά.
    Τόσο απρόσμενη τους φαίνονταν αυτή η κατάληξη που ούτε στυλό δεν είχαν φροντίσει νάχουν μαζί τους. Του έπιασαν το χέρι και το τοποθέτησαν πάνω στο χαρτί. Εκείνος έβαλε με κόπο κάτι σαν τζίφρα στη κάτω άκρη του χαρτιού και τις σκαπουλάρισε κείνη την ημέρα με μια κλωτσά μόνο στο στήθος. Έπεσε αναίσθητος.

    Ένα χρόνο μετά, μπροστά στον πρόεδρο του στρατοδικείου με την παλάμη πάνω στο ευαγγέλιο, έλεγε «Ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια…».
    - «Τί έχεις να απολογηθείς κατηγορούμενε;» ρώτησε ο πρόεδρος του δικαστηρίου.
    - «Όλα είναι ψέματα κύριε πρόεδρε», απάντησε με παρρησία εκείνος.
    - «Μα πώς είναι ψέματα;» επανήλθε ο πρόεδρος, «εδώ έχει την υπογραφή σου».
    - «Ποια υπογραφή μου, για κοιτάξτε καλά κύριε πρόεδρε», απάντησε ο Μητσάρας.
    Φέρνει ο πρόεδρος το έγγραφο (το χαρτί) μπροστά στα χοντρά του γυαλιά και διακρίνει έκπληκτος ότι στο μέρος της υπογραφής ήταν γραμμένη η φράση “Όλα Ψέματα”. Γυρίζει προς τον κύριο μάρτυρα κατηγορίας, τον “αρχηγό”, που παρίστατο στη δίκη και του λέει: «Τί είναι αυτό κύριε υπομοίραρχε;»
    Ο τελευταίος, σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, κοίταζε μία τον κατηγορούμενο, μία τον πρόεδρο και μία χαρτί. Κάγκελο!
    Ο Μητσάρας αγέρωχος με ένα αδιόρατο ειρωνικό μειδίαμα στα χείλη και τη λύπη να μην μπορεί να αποφασίσει μεταξύ θλίψης και συγκαλυμμένης οργής, απευθυνόμενος στον υπομοίραρχο-μάρτυρα που τα είχε χαμένα, τον ρωτάει «…δεν θα απαντήσεις κυρ υπομοίραρχε;»
    - «Μην παραφέρεστε, κατηγορούμενε», τον επανέφερε ο στρατοδίκης εισαγγελέας. Χαμογελώντας αμήχανα δε, έγειρε το μέτωπό του στον πρόεδρο του δικαστηρίου και κάτι του ψιθύρισε στο αυτί. Το λόγο πήρε ευθύς αμέσως ο πρόεδρος.
    - «Το δικαστήριο απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες και του επιβάλλει να παρουσιάζεται κάθε πρώτη και δεκάτη έκτη του μηνός στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς του. Λύεται η συνεδρίασις», ανακοίνωσε με λύπη, ενώ το «γκουπ» από το ξύλινο σφυρί ακούστηκε άψυχο αυτή τη φορά, σαν επιστέγασμα μιας παρωδίας που η έλλειψη χιούμορ την έκανε απελπιστικά θλιβερή.

    Αποχωρώντας ο Μητσάρας, υπό φρούρηση και με τις χειροπέδες ακόμα, στάθηκε μπροστά στον αποσβολωμένο βασανιστή, τον “αρχηγό”, τον κύριο υπομοίραρχο και σουφρώνοντας τα χείλη σαν ήθελε να του δώσει ένα φιλί στη μούρη, τον ρώτησε χαμογελαστά «…λοιπόν, κυρ υπομοίραρχε;»
    - «Έξυπνο, αλλά δεν τελειώσαμε ακόμα παλιόπουστα» του απαντάει εκείνος χαιρέκακα.
    - «Ναι! Ελπίζω να ξαναβρεθούμε, δεν ξέρεις πως θα το χαρώ», ανταπάντησε ο Μητσάρας.

    Πέρασαν δώδεκα χρόνια έκτοτε, ίσως και παραπάνω. Μεταπολίτευση, δημοκρατία και άλλα αχτένιστα και κατσαρά. Ήταν Πάσχα. Ο Μητσάρας πίσω από τον πάγκο του χασάπη έκοβε παϊδάκια. Ξαφνικά το χέρι που κράταγε τη χατζάρα σαν αμείλικτη ρομφαία έμεινε μετέωρο στη θέα ενός μεσόκοπου πελάτη που φόραγε ένα παλιό κουστούμι και μια κακοδεμένη αταίριαστη γραβάτα στο λαιμό και που, με σιχασιάρικο τρόπο, σαν να ακουμπάει μίασμα, διάλεγε τα καλύτερα κομμάτια κρέατος από τον πάγκο του Μητσάρα.
    - «Είναι φρέσκο;» τον ρωτάει.
    - «Φρεσκότατο, όπως η μνήμη μου», του απαντάει ο Μητσάρας.
    - «Και ντόπιο;» ξαναρωτά αυτός.
    - «Καμάρι της “πατρίς” κι αυτό σαν κι εσένανε κυρ υπομοίραρχε μου» του απαντάει ο Μητσάρας.
    Ακούγοντας το “υπομοίραρχε” ο πελάτης έστρεψε με απορία το βλέμμα του στο πρόσωπο του Μητσάρα.
    - «Δεν με θυμάσαι;» τον ρώτησε ο Μητσάρας και πλησίασε τη μούρη του κοντά, κρατώντας ακόμα στο χέρι του τη μεγάλη χαντζάρα.
    - «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε, προσπαθώντας να θυμηθεί ο υπομοίραρχος.
    - «Σκύψε να σου πω στο αυτί το μυστικό για το καλό κρέας», συνέχισε ο Μητσάρας και στο πρόσωπό του κόχλαζε η εκδίκηση.
    Εύπιστα και αφελώς ο τέως υπομοίραρχος και νυν πελάτης έσκυψε προς τον πάγκο και τότε ο Μητσάρας με μια κίνηση τον αρπάζει από τη γραβάτα και τον φέρνει σούρνοντας πάνω στο κούτσουρο.
    - «Είμαι ο παλιόπουστας» του λέει, «δεν με θυμάσαι;» και με μια κίνηση απόλυτης ακρίβειας του γραπώνει τον καρπό, σα να χούφτωνε μπούτι χοιρινό για να το πετσοκόψει και, σηκώνοντας τη χαντζάρα ψηλά, τη κατέβασε με δύναμη ένα χιλιοστό μακριά από τα απελπισμένα δάκτυλα του πελάτη, του υπομοίραρχου, του “αρχηγού” που εντωμεταξύ σε κλάσματα του δευτερολέπτου είχε θυμηθεί τα πάντα και ήδη έτρεμε από το φόβο του.
    - «Μα σε παρακαλώ…», ψέλλισε, μυξοκλαίγοντας.
    - «Α, με παρακαλάς τώρα, ε;», απάντησε ατάκα ο Μητσάρας, εν μέσω συναδέλφων χασάπηδων που παρακολουθούσαν το συμβάν χωρίς (ούτε κατά διάνοια) να τολμήσουν να παρέμβουν.
    Έπειτα, αφήνοντας τη χαντζάρα καρφωμένη στο κούτσουρο να συμβολίζει μια διαθέσιμη απειλή, σήκωσε τον πελάτη από τον πάγκο, τον ίσιωσε, τον καθάρισε από τα αίματα των κρεάτων, έπιασε μια χασαπόκολα, τη γέμισε με τα παϊδάκια, αυτά που είχε διαλέξει ο υπομοίραρχος και, γυρίζοντας προς το μέρος του, βγάζει από το θηκάρι του το μικρό κοφτερό μαχαίρι και με μια απότομη κίνηση του κόβει τη γραβάτα, σύρριζα στο λαιμό. Την τεντώνει, την απλώνει νευρικά γύρω από την κόλα με τα παϊδάκια και τη δένει φιόγκο.
    - «Με θυμήθηκες λοιπόν κύριε υπομοίραρχε, ε;», επισήμανε, ρωτώντας καθώς το μάτι του γυάλιζε εφιάλτες. «Στο είχα πει πως θα ξαναβρεθούμε».
    - «Ναι, ναι, ναι!... Θυμήθηκα… συγνώμη…», συνέχισε να ψελλίζει αυτός.
    - «Μπράβο καμάρι της πατρίς. Αυτό το πακέτο κρέας είναι δώρο από μένα να το κάνεις ψητό στο φούρνο. Άντε τώρα να σκουπίσεις τα σκατά σου και καλή ανάσταση», συμπλήρωσε, χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο, σπρώχνοντάς προς την έξοδο του κρεοπωλείου.

    - «Τί έγινε ρε Μήτσο; τί ήταν αυτός;» τον ρώτησε ο συνέταιρός του, ο Κώστας.
    - «Κάτι παλιά χρωστούμενα.., μη δίνεις σημασία», απάντησε ο Μητσάρας. «Άντε να δουλέψουμε τώρα, να βγάλουμε και κάνα φράγκο, μέρες που είναι. Ξεχρεώσαμε Κώστα, πάει κι αυτό!».
    Επιστρέφοντας πίσω από το πάγκο του, σαν να μη είχε προηγηθεί τίποτα και με την ικανοποίηση να αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, αλλά και με φωνή δόκιμου ντελάλη άρχισε φωνάζει: «Έσπασε η πατρίς σήμερα κύριοι! Περάστε, τζάμπα τα δίνουμε, τσάμπα! Έσπασεεε… άντε και καλή ανάσταση!».

    Ανήμερα του Πάσχα ο Μητσάρας με το αρνί στη σούβλα μισοφαγωμένο, το κοκορέτσι και τη γαρδουμπά (που κρατούσε πάντα για το τελευταίο κρασί), χόρεψε μερακλωμένος ζεμπέκικο στην πίσω αυλή του σπιτιού, σπάζοντας πιάτα στο κεφάλι του, λεβέντικα και επιδεικτικά όπως έκανε πάντα όταν μεράκλωνε. Μόνο που αυτή τη φορά, ασυνήθιστο γι αυτόν, μέθυσε και άρχισε ξαφνικά να κλαίει γοερά, επαναλαμβάνοντας μονότονα και πνιγμένος σε λυγμούς «έ, όχι και παλιόπουστας ρε παιδιά… εγώ; ο Μητσάρας με το όνομα… είναι άδικο ρε, έγκλημα είναι…»._

Ν.Λ.

[Αφιερωμένο στον Περικλή Κοροβέση, στο Χρήστο Μίσιο και στον πατέρα μου]



Τσιγάρα βερεσέ...του Αλεξη Καζαντζίδη

Μια ζωή ίσα βάρκα-ίσα νερά στα οικονομικά του ο κ. Σπύρος, αλλά στα μάτια του κόσμου γύρω του: «ευκατάστατος» καθ' ότι όπως έλεγε η μάνα του η Λάκαινα «ας με λένε Βοϊβοντίνα κι ας πεθαίνω από την πείνα». Της ίδιας σχολής λοιπόν και ο κ. Σπύρος, πάντα αξιοπρεπής και στην τρίχα περπάτησε στον βίο του καθαρός και λουσμένος, ώστε αν τον βρει η στραβή να μη ρεζιλευθεί, αλλά ωραίος ως Ελλην «απιέναι».

Ωσπου, συνταξιούχο πλέον, τον κ. Σπύρο τον μπάταρε (και) αυτή η κυβέρνηση! Περικοπές από 'δώ, φόροι από 'κεί, τέλη, έκτακτες εισφορές, καπάκι νέοι φόροι, κλονίσθηκε ο κ. Σπύρος.

Βεβαίως δεν ήταν η πρώτη του, δεν ήταν άμαθος, στην πιάτσα (εργαζόμενος) από φοιτητής κι ύστερα στην αγορά ιδιωτικός υπάλληλος, κι άλλες φορές στο παρελθόν είχε ζορισθεί ο κ. Σπύρος, αλλά πάντα καβαντζάριζε, έκανε τα κουμάντα του, υπήρχε προοπτική, ξεκεφάλωνε.

Τώρα ο κ. Σπύρος δεν βλέπει αλλά και δεν έχει καμιά προοπτική. Οι απώλειες που υφίσταται είναι τελεσίδικες και το αργό πετσόκομμα στο οποίο υποβάλλεται ατελείωτο. Κι επί πλέον -το χειρότερο- ες μάτην! Ο κ. Σπύρος αισθάνεται και πια γνωρίζει ότι το υστέρημά του δεν συμβάλλει στο κοινό καλό και στην ανόρθωση της πατρίδας, αλλά ότι υπεξαιρείται από τους ίδιους χρυσοκάνθαρους που συνεχίζουν να πλουτίζουν, ενώ συνεχίζουν επίσης να οδηγούν στην πτώχευση τα πάντα, και τους ανθρώπους και τα πράγματα, της πολιτείας τα πράγματα.

Σύννους ο κ. Σπύρος. Κατηφής. Κι ίσως για πρώτη φορά απόμακρος απ' τη χαρά της ζωής -ενίοτε τρίζει τα δόντια του- «για έναν μαλάκα ρε γαμώτο» συχνά μονολογεί.

Ο κ. Σπύρος για πρώτη φορά στη ζωή του, στα 65 του ψώνισε τσιγάρα βερεσέ από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς του στα Σεπόλια. Δανεικά από φίλους δεν υπήρχαν πια να πάρει -δάνεισαν όλοι ο ένας τον άλλον οι φίλοι ό,τι είχαν και δεν είχαν- δεν είχαν πλέον, στον άσσο ο κ. Σπύρος, έκανε την ανάγκη για το τσιγάρο μισή ντροπή δική του μισή του ψιλικατζή, ζήτησε απ' τον κ. Γιώργο τον Αλβανό, δυο πακέτα Μάλμπορω βερεσέ, «αμέσως, γκύριε Σμπύρο», του είπε ο κ. Γιώργος, του έδωσε τα τσιγάρα κι άνοιξε ένα μαύρο μακρουλό τεφτέρι όπου τα έγραψε (εις άπταιστον αλβανική, υποθέτω, «γκυριος Σμπυρος, Μαλμπορο δύο»).

Την επομένη και τη μεθεπομένη ο κ. Σπύρος πλήρωσε τα δύο πρώτα πακέτα, αλλά πήρε βερεσέ τα επόμενα -ώσπου προς το τέλος της βδομάδας με τα πακέτα πια στα οκτώ, λέει ο κ. Γιώργος ο ψιλικατζής στον κ. Σπύρο τον νεόπτωχο:

«Ομως, γκυρίε Σμπύρο, θα τα πληρώσεις τα τσιγάρα στο τέλος, ε;»...

Εως θανάτου η θλίψη του κ. Σπύρου...

ENA ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗ

Φαντάσου


Φαντάσου.

Μια πεταλούδα από σκοτάδι

θανατωμένη με αψέντι και τριαντάφυλλα,

καρφιτσωμένη στην καρδιά σου από έναστρες σιωπές.

Στο Κιλιμάντζαρο στήσαμε τις παντιέρες των ονείρων.

Δείξαμε σε ήλιους με Αλτσχάιμερ , πως να ανατέλλουν.

Στου δέρματος την αυτοκρατορία η αφή βγήκε απόψε με το βραδινό σου άρωμα,

για να θυμάμαι,

τον κεραυνό που κέρναγαν τα δυο σου χείλη,

τα ολοκαυτώματα της ευτυχίας,

το κάτι που απομένει πίσω σαν πεθαίνουν οι πυροτεχνουργοί

Χαλάσματα συναισθημάτων.

και το γαλάζιο σου μακό που αρπάξανε οι ουρανοί.

Θα τους πεθάνω με του σπαραγμού μου τη βροχή.

Φαντάσου.

Να εκδικούμαι ένα χελιδόνι.

Μίας φυγής το φτεροκόπημα.

Τέλος.

Μια λέξη που αγαπά η λησμονιά.

Φαντάσου σημαίες να ανεμίζουν πάνω από τη σαβάνα.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ Θ.ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟ του Πανου Σταθόγιαννη

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ - "Δεν έχω άλλον τρόπο λύτρωσης παρά τις ιστορίες που αφηγούμαι..."


ΠΗΓΗ:Πάνος Σταθόγιαννης – ‘‘ΠΕΡΙΣΤΥΛΟΝ’’. Περιοδική έκδοση του Π.Ο.Υ. στο Υπουργείο Πολιτισμού, τεύχος 06, Δεκέμβριος 2008./



Συζητήσαμε κοντά τρεις ώρες με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο – έναν από τους ελάχιστους ‘‘παγκόσμιους’’ Έλληνες. Μαζί μου ήταν και η Ντοστένα Λαβέρν από το γαλλικό περιοδικό ‘‘Les saisons d’ Alsace’’, που ετοιμάζει ένα αφιέρωμα σ’ αυτόν και το έργο του. Λύθηκε γρήγορα. Μίλησε για χίλια πράγματα. Για τη ζωή του, τις ταινίες του, τις μνήμες του, το όραμά του ως δημιουργού– σκέψεις, βιώματα, μικροπεριστατικά. Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. Αργότερα, στο σπίτι μου, απομαγνητοφωνώντας τον για τις ανάγκες του περιοδικού, είχα την αίσθηση ότι έπρεπε να χειραγωγήσω έναν ωκεανό. Αδύνατον. Είχα στα χέρια μου περισσότερο υλικό για βιβλίο, παρά μια απλή συνέντευξη. Ίσως το κάνω κάποτε. Να κάποια ‘‘πρώιμα’’ κι ανεπεξέργαστα αποσπάσματα.

Πώς άρχισε να κάνει κινηματογράφο στην Ελλάδα

Ήταν καλοκαίρι του 1964. Είχα τελειώσει τις σπουδές μου στη Γαλλία και επέστρεψα στην Ελλάδα για να δω τους δικούς μου. Το λεωφορείο από το αεροδρόμιο με άφησε στο Σύνταγμα. Κατευθύνθηκε με το σάκο στον ώμο προς το σπίτι μου. Έπεσα πάνω σε μια φοιτητική διαδήλωση. Η αστυνομία είχε πέσει πάνω στα παιδιά και τα έδερνε. Εγώ δεν είχα καμία σχέση με αυτά που συνέβαιναν, έτσι συνέχισα το δρόμο μου. Ε, έφαγα ξύλο. Μου σπάσανε τα γυαλιά. Γύρισα στο σπίτι μου πολύ αναστατωμένος. Ένιωσα σαν να βρισκόμουν μπροστά σ’ ένα δίλημμα – ‘‘σ’ ενδιαφέρει αυτός ο τόπος ή όχι;’’ Είχα πει στη φίλη μου την Τώνια Μαρκετάκη που μου είχε προτείνει να κάνω κριτική κινηματογράφου στην εφημερίδα ‘‘Αλλαγή’’ ότι είχα έρθει στην Ελλάδα για να φύγω. Την άλλη μέρα την τηλεφώνησα και της είπα ότι θα μείνω. Κι έμεινα. Για να καταλάβω. Έκανα τις πρώτες μου ταινίες (‘‘Αναπαράσταση’’, ‘‘Μέρες του ’36’’ και ‘‘Θίασος’’) για να καταλάβω την Ελλάδα

Πώς γνώρισε την Ελλάδα.

Ναι. Την έμαθα σχεδόν χωριό-χωριό κάνοντας ρεπεράζ για τις ταινίες μου. Μέχρι τότε δεν τη γνώριζα καθόλου. Ήμουν παιδί του άστεως και των καυσαερίων. Ξεκίνησα ταξίδια μου στην ‘‘μέσα’’ Ελλάδα με την ‘‘Αναπαράσταση’’, μια ταινία που μιλάει για μια χώρα όπου οι άντρες έχουν φύγει στη Γερμανία και στα ερείπια των χωριών κυκλοφορούσαν μόνο γυναίκες. Πήγα στην Κέρκυρα για να διαβάσω τη δικογραφία. Μετά πήγα στο χωριό όπου είχε γίνει το έγκλημα. Κάθισα στο καφενείο. Οι ντόπιοι που ντρέπονταν γι’ αυτό που είχε συμβεί στο χωριό τους μαζεύτηκαν και με κοίταζαν ακίνητοι. Κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να ψάξω άλλο μέρος. Έφτασα απόγευμα και με ψιλόβροχο στη Ζίτσα, στα Ζαγόρια. Κανείς στους δρόμους. Μόνο κάτι μαυροφορεμένες γυναίκες χάνονταν σαν οπτασίες μέσα στους τοίχους των σπιτιών που από την υγρασία ήταν κατάμαυροι. Το μαύρο πάνω στο μαύρο. Εκπληκτικό πράγμα. Στο καφενείο, ένας γέρος μόνος του τραγουδούσε – ‘‘Μωρή κοντούλα λεϊμονιά, με τα πολλά λεμόνια…’’ Αυτό το ταξίδι μου στην Ελλάδα συνεχίζεται ακόμα.

Το ελληνικό κοίταγμα του κόσμου.

Νομίζω ότι το βλέμμα μου είναι ελληνικό. Ίσως γι’ αυτό να είναι και παγκόσμιο. Όταν μιλάει κανείς για μία χώρα με έναν τρόπο που δεν είναι αποκλειστικός, μιλάει για κάτι περισσότερο από μία χώρα. Ό Όμηρος, για παράδειγμα, μιλάει για μια ιστορία που αφορά την Ελλάδα, αλλά στην πραγματικότητα φτιάχνει μια ιστορία του κόσμου. Το ίδιο κάνουν και οι μεγάλοι συγγραφείς. Ο Ντοστογιέφσκι, ας πούμε, το γεγονός ότι είναι Ρώσος δε σημαίνει ότι δεν αφορά και εμένα. Μας αφορά όλους. Είναι φωνή του κόσμου.

Με ποιον τρόπο είναι Έλληνας.

Κατ’ αρχήν, έχω μια βαθιά σχέση με αυτό που λέγεται γλώσσα. Έχει δίκιο ο Χάιντεγκερ, όταν λέει ότι ‘‘η μόνη μας ταυτότητα είναι η γλώσσα’’. Κι εννοώ τη γλώσσα έτσι όπως την άκουγα από τη μητέρα μου και τη γιαγιά μου. Αυτή η τελευταία, μάλιστα, δε μου έλεγε ποτέ παραμύθια. Μου έλεγε ιστορίες από την Τουρκοκρατία που την είχε ζήσει και η ίδια. Θυμάμαι ακόμα τον τρόπο που μιλούσε, τον τρόπο που μεθόδευε τον λόγο της, δίνοντάς του μια μουσική χροιά. Δε μου έλεγε ιστορίες, μου τραγουδούσε ιστορίες. Ιστορίες που δεν είχαν τίποτα το ρεαλιστικό και γίνονταν μύθοι.

Οι μύθοι στο έργο του.

Ζούμε σ’ έναν τόπο που είναι γεμάτος πέτρες και σπασμένα αγάλματα. Και μύθους που κυκλοφορούν από αιώνες, σημαδεύουν τη λογοτεχνία, σημαδεύουν την τέχνη, σημαδεύουν και τη ζωή των ανθρώπων, γιατί διαρκώς αναπαράγονται. Η ‘‘Αναπαράσταση’’ δεν είναι τίποτε άλλο από μια καταγραφή ενός μύθου που ξαναπαίχτηκε και στις μέρες μας. Δεν μπορώ να απαλλαγώ από αυτούς. Κάποτε με νανούριζαν, σήμερα με τρέφουν ακόμα. Οι Ατρείδες, ο Οδυσσέας, η Ελένη…

Οι έννοιες ‘‘επιστροφή’’, ‘‘σύνορα’’, ‘‘σπίτι’’ που επανέρχονται σχεδόν εμμονικά στις ταινίες του.

Στο ‘‘Μετέωρο βήμα του πελαργού’’ λέει ένας ήρωάς μου – ‘‘πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε για να πάμε σπίτι μας;’’ Για μένα τα σύνορα έχουν μια διάσταση υπερβατική. Μιλάω για τα σύνορα της γνώσης, της αγάπης, του είναι. Το σπίτι, πάλι, είναι ένα σημείο ισορροπίας, ένα σημείο αρμονίας ανάμεσα στον εαυτό μας και τον εαυτό μας, ανάμεσα στον εαυτό μας και τον κόσμο. Το σπίτι μπορεί να είναι κάτι άλλο από εκεί που είμαστε, από αυτό που είμαστε, από αυτό που είναι η ζωή μας. Η καινούργια μου ταινία ‘‘Η σκόνη του χρόνου’’ τελειώνει με την αποστροφή – ‘‘Γυρίζουμε σπίτι’’. Δε λέει – ‘‘Γυρίζουμε στην Ελλάδα’’. Το σπίτι είναι ένα ‘‘κάτι’’ κι ένα ‘‘κάπου’’ που δεν το ξέρουμε ακόμα. Το σπίτι είναι ένα ‘‘κάτι’’ που δεν το έχουμε βρει ακόμα. Γι’ αυτό και δε σταματάμε να το ψάχνουμε. Το σπίτι είναι το ‘‘αληθινό’’ και ταυτόχρονα η ‘‘αναμονή του αληθινού’’.

Η τέχνη του κινηματογράφου.

Παλιότερα ο κινηματογράφος εθεωρείτο η τέχνη που συγκέντρωνε και ανακεφαλαίωνε χαρακτηριστικά από τις υπόλοιπες τέχνες – τη ζωγραφική, την ποίηση, τη μουσική, την αρχιτεκτονική κλπ. Ένα είδος σούμας. Δεν νομίζω ότι είναι έτσι. Κάνει, βέβαια, αναφορές στις άλλες τέχνες, αλλά μόνο αναφορές. Ο Παζολίνι χώριζε τον κινηματογράφο σ’ αυτόν της ποίησης και σ’ αυτόν της πρόζας. Αν υποθέσουμε ότι ισχύεις αυτός ο διαχωρισμός, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο Φελίνι ανήκει στον κινηματογράφο της ποίησης και ο Αντονιόνι σ’ αυτόν της πρόζας. Όσον αφορά εμένα τώρα – η προηγούμενη ταινία μου (‘‘Το λιβάδι που δακρύζει’’) έχει μια καθαρά ποιητική ματιά, ενώ αυτή που κάνω τώρα είναι καθαρά αφηγηματική.

Η απουσία ‘‘ελληνικής σχολής’’ στον κινηματογράφο.

Η Ελλάδα έχει σημαντική ποίηση, μεγάλα επιτεύγματα στο χώρο της μουσικής, λιγότερα στο μυθιστόρημα και στη ζωγραφική και λίγα στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Είμαστε ένας λαός που οι μεγάλες του ‘‘εκρήξεις’’ έγιναν στη μουσική και την ποίηση. Εκεί ανοίξαμε πραγματικά καινούργιους δρόμους, γίναμε παγκόσμιοι. Ο κινηματογράφος είναι ίσως δυσκολότερη υπόθεση. Δε χρειάζεται απλώς μολύβι και χαρτί. Χρειάζεται υποδομή, εργαστήρια και μεγάλα κεφάλαια για να κάνεις κάτι. Γι’ αυτό και άνθισε σε χώρες ανεπτυγμένες, που είχαν τη δυνατότητα μέσα από τη βιομηχανία τους να βγει και η τέχνη. Πάρτε για παράδειγμα τη Γαλλία με τους αδελφούς Λυμιέρ. Υπήρχε μια προϊστορία εκεί. Στην Ιταλία, πάλι, ο πρώτος μεγάλος κινηματογραφιστής, ο Παστρόνε, εμφανίζεται το 1914. Αλλά και οι λεγόμενες ‘‘Ανατολικές χώρες’’ ανέπτυξαν κινηματογραφικές σχολές τον καιρό της εκβιομηχάνισής τους και του σοσιαλισμού. Να μην ξεχνάνε πώς όταν στην Ιταλία είχαμε Αναγέννηση, εδώ είχαμε Τουρκοκρατία. Όταν εμφανίστηκε ο κινηματογράφος, στην Ελλάδα δεν υπήρχε ούτε καν αστικός πληθυσμός. Χωριάτες ήταν και οι Αθηναίοι. Αλλά και αργότερα, με το 1922, την προσφυγιά, τα σύνορα να πάνε πέρα-δώθε, τη γενικευμένη αβεβαιότητα, η χώρα μας δεν μπορούσε, δεν είχε την πολυτέλεια να παράγει σινεμά.

Οι κινηματογραφικοί του προπάτορες.

Όταν ήμουν στο Παρίσι, δούλευα στην ταινιοθήκη. Είχα δει τα πάντα. Τότε ήταν η μεγάλη περίοδος της ‘‘νουβέλ-βάγκ’’. Έτσι, έχω όλες τις επιρροές που μπορεί κανείς να φανταστεί. Αν, όμως, πρέπει να ξεχωρίσω κάποιους, θα έλεγα τους Όρσον Ουέλς, τον Φρίντριχ Βίλελμ Μουρνάου και τον Καρλ Ντράγιερ. Έχω βάλει μια σκηνή στο ‘‘Βλέμμα του Οδυσσέα’’ όπου δύο δημοσιογράφοι πίνουν και τους μνημονεύουν. Η Αγία Τριάδα. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι είχα άμεσες επιρροές, με την έννοια της μαθητείας. Μιλάω περισσότερο για τη στάση τους απέναντι στον κινηματογράφο ή το πώς έλυναν κάποια προβλήματα. Ήταν για μένα κάτι σαν δρόμος. Όταν περπατάς σ’ έναν δρόμο, δεν κάνεις το ίδιο που έκαναν ή κάνουν και οι άλλοι που τον περπάτησαν ή τον περπατούν. Μπορεί να πει κανείς για τα ‘‘πλάνα-σεκανς’’, τα συνεχή, χωρίς άλλα εμβόλιμα πλάνα, που έκανε ο Αντονιόνι. Όμως το πρώτο ‘‘πλάνο-σεκάνς’’ το έκαναν πρώτοι οι αδελφοί Λυμιέρ. Μια εποχή τα έκανε και ο Γιάντσο. Όμως αυτό που κάνω εγώ είναι πιο ‘‘σπρωγμένο στην άκρη’’. Το ζήτημα είναι και παραμένει το πώς χρησιμοποιεί κανείς το χώρο, τον χρόνο και την αφήγηση για πράγματα που οι άλλοι μιλούν με άλλους τρόπους. Ο Προυστ έγραφε με μεγάλες προτάσεις. Ο Ντος Πάσος με κοφτές και σύντομες. Δεν έχει σημασία αν αφηγείσαι έτσι ή αλλιώς. Σημασία έχει τι σύνθεση παράγεται με αυτό. Και, σε τελική ανάλυση, ποια μουσική.

Ο κινηματογράφος σήμερα.

Ζούμε στη εποχή της ταχύτητας. Αυτό, όμως, σημαίνει μικρότερες δυνατότητες απορρόφησης. Έχει δημιουργηθεί μια πολύ παράξενη αμφίδρομη σχέση. Από τη μία όλοι ζητούν κάτι γρήγορο και εύπεπτο κι από την άλλη έχουν βαρεθεί το γρήγορο και το εύπεπτο. Αλλά δεν αναζητούν και το πιο σύνθετο, το πιο περίπλοκο. Πιστεύω ότι σιγά-σιγά ο κινηματογράφος θα γίνει κάτι όπως η όπερα. Δηλαδή, ένα γεγονός κλειστών χώρων, που θα παίζεται ως γεγονός. Όταν οι ταινίες περάσουν ακόμα και στα κινητά τηλέφωνα, θα έχει χαθεί για πάντα η έννοια τού παρακολουθώ μια ταινία, μέσα στην οποία μπαίνω μαγικά και ο ίδιος. Όταν καταργηθεί η σκοτεινή αίθουσα και η οθόνη, η μαγεία θα έχει χαθεί. Θα είναι απλώς μια πληροφοριακή ιστορία. Μια ανεκδοτολογική ιστορία.

Η κρίση της τέχνης, η κρίση της κοινωνίας.

Δεν υποφέρει μόνο ο κινηματογράφος, υποφέρει και η λογοτεχνία, υποφέρει και η μουσική, υποφέρουν τα πάντα. Σήμερα, στην Αμερική των μεγεθών του Στάινμπεκ και του Φόκνερ, μεγαλύτερος συγγραφέας θεωρείται ο Ροθ. Τι να πούμε... Τα πάντα σήμερα είναι εναντίον της τέχνης. Κι όταν λέμε ότι ο κινηματογράφος βρίσκεται σε κρίση, είναι επειδή παύει να είναι τέχνη. Σήμερα έχει χαθεί αυτό που παλιότερα ονομάζαμε ‘‘σημείο αναφοράς’’. Φτωχαίνουν τα σημεία αναφοράς – γίνονται αυτά που προτείνει η τηλεόραση και οι εφημερίδες. Φτωχαίνει η δημόσια ζωή. Φτωχαίνει η πολιτική. Δεν υπάρχει χειρότερη στιγμή στην πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τη σημερινή, έτσι όπως η πολιτική ασκείται από τους Μπερλουσκόνι, Σαρκοζί, Μπράουν, για να μην αναφερθώ στους δικούς μας εδώ… Δεν είναι πλέον ζήτημα Αριστεράς-Δεξιάς. Δεξιός ήταν κι ο Ντεγκόλ. Είχε όμως ένα μέγεθος. Είναι ποτέ δυνατόν η Ιταλία –ποια; η Ιταλία!– να ψηφίζει Μπερλουσκόνι; Καταργήσαμε τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά από τα σχολεία. Χαλάσαμε έτσι τη σχέση μας με το παρελθόν. Πώς θα μάθει ο σημερινός Έλληνας τη μεγάλη του διαδρομή στο χρόνο. Όλα γίνονται ένα παρόν. Ένα ‘‘τώρα’’. Όμως, το ‘‘τώρα’’ είναι φτωχό.

Η αριστερά.

Παραμένω αριστερός, αλλά τώρα πια δεν ξέρω τι είναι Αριστερά. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι αυτή τη στιγμή η Αριστερά έχει ταυτότητα. Στην καινούργια μου ταινία (‘‘Η σκόνη του χρόνου’’) ένας από τους κεντρικούς της ήρωες ταυτίζεται με έναν από τους δικούς μας που δεν μπόρεσε να αντέξει την έκπτωση της Αριστεράς. Μιλάω για τον Δεσποτίδη. Ήταν τραγική η τελευταία φορά που τον είδα. Ήταν στη μέση της Σταδίου και προσπαθούσε να σταματήσει ένα ταξί. Λιώμα στο μεθύσι. Ουσιαστικά ο Δεσποτίδης αυτοκτόνησε. Το ίδιο δεν έγινε και με τον Νίκο Πουλαντζά, που ήταν συμφοιτητής μου στο πανεπιστήμιο. Πήγαινε να κάνει μάθημα, μαρξισμό, όμως από κάτω οι φοιτητές του ήταν πια διαφορετικοί. Είχαν αρχίσει να τον ειρωνεύονται. Είχε χάσει τη βάση πάνω στην οποία είχε στηρίξει όλη του την καριέρα κι όλη του τη ζωή. Κι αυτή η βάση ακόμα δεν έχει ξαναστηθεί.

Μνήμες από άλλους σκηνοθέτες.

Όλο κάτι ‘‘γέροι’’ μ’ αγαπούσαν.

…Ο Κουροσάβα με λάτρευε. Αλληλογραφούσαμε, μου έστελνε τις καινούργιες του ταινίες. Όταν στην Ιαπωνία παίχτηκε ο ‘‘Μεγαλέξαντρος’’ αυτός με υποδέχτηκε. Καθόμαστε και μιλούσαμε με τις ώρες για την ποιότητα του άσπρου και του μαύρου και πώς μπορούμε να το πετύχουμε στις ταινίες μας…

…Ο Μπέργκμαν έλεγε για τον ‘‘Μελισσοκόμο’’ ότι θα μείνει στην αιωνιότητα, γιατί είναι μια παραβολή πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία, όπου στο τέλος ο καλλιτέχνης πεθαίνει δολοφονημένος από το ίδιο του το έργο…

…Όταν πρωτοσυναντήθηκα με τον Φελίνι, μου έσφιξε το χέρι και μου είπε – ‘‘Έλπιζα ότι θα ήσασταν λιγότερο νέος’’…

…Ο Αντονιόνι ήταν ντροπαλός. Καθόμαστε σ’ ένα τραπεζάκι και συζητούσαμε. Εκείνος δε με κοίταζε. ‘‘Από μακριά, μοιάζατε σαν ερωτευμένοι’’, μου είπε μετά η γυναίκα μου. Ήρθε άρρωστος να δει το‘‘Μετέωρο βήμα του Πελαργού’’ στη Ρώμη. Στη σκηνή του γάμου, με τη νύφη από τη μία πλευρά του ποταμού και τον γαμπρό από την άλλη, δάκρυσε…

Αναδράσεις θεατών.

…Στο Μουσείο της Χιροσίμα με πλησίασε ένας Κορεάτης φυγάς και κλαίγοντας και φωνάζοντας μου είπε ότι ο ‘‘Θίασος’’ ήταν η ιστορία του, η ιστορία της δικής του ζωής…

…Ένα πρωί, καθώς πήγαινα στο γραφείο μου, στα Εξάρχεια, με πλησίασε ένας νεαρός, ένα ντρογκάκι, με κοίταξε με κάτι μελαγχολικά μάτια που δε θα ξεχάσω ποτέ και μου είπε – ‘‘Ευτυχώς που υπάρχετε’’…

…Ψάχναμε σ’ ένα χωριό της Πίνδου με τον Φίλο μου Μικέ Καραπιπέρη το χωριό του ‘‘Μεγαλέξαντρου’’. Σ’ ένα καφενείο, μου είπε ο καφετζής ότι είχε δει στην Πρέβεζα όλες μου τις ταινίες. Μετά στράφηκε σ’ έναν παππού. ‘‘Μπάρμπα’’, του λέει, ‘‘θυμάσαι που πήγαμε και είδαμε εκείνη την ταινία με μια γυναίκα που σκότωσε τον άντρα της;’’ ‘‘Ναι’’, έγνεψε εκείνος. Τρελάθηκα. Τι να κατάλαβε άραγε, αναρωτήθηκα. Τον ρώτησα. ‘‘Δεν κατάλαβα και πολλά’’, μου απάντησε εκείνος, ‘‘αλλά είναι δικό μας πράμα’’…

Μετά την ‘‘Τριλογία της Ελένης’’.

Κάποτε διάβαζα πολύ. Κυριολεκτικά κατάπινα τα βιβλία. Τώρα διαβάζω λίγο. Έχω αρχίσει να ψάχνω εμένα. Προσπαθώ να με διαβάσω. Έχω την αίσθηση ότι δεν έχω πει ακόμα αυτό που θα ’θελα να πω, δεν έχω πει ακόμα βαθιά προσωπικά μου πράγματα. Δεν ξέρω αν θα προλάβω, αλλά είναι ώρα να το κάνω. Δε μιλάω για κάποιον απολογισμό, αλλά για την ανάγκη που νιώθει κανείς να μιλήσει πράγματα που πρέπει να πει. Σαν να έχεις κάτι στην άκρη του στόματος και να θέλεις πολύ καιρό να το πεις, αλλά δεν το λες, και κάποια στιγμή βγαίνει. Λέει κάπου ο Σεφέρης – ‘‘Είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά’’.

Μια τελευταία φράση.

Στην ταινία που κάνω τώρα, ο Ουίλιαμ Ντεφόε που παίζει τον ρόλο του σκηνοθέτη συναντιέται με την πρώην σύζυγό του επ’ ευκαιρία των γενεθλίων της κόρης τους. Εκείνη τον μέμφεται, λέγοντάς του – ‘‘Τι ήμουνα για σένα; Μια σκιά που σε ακολουθούσε…’’. Εκείνος της απαντάει – ‘‘Το ήξερες απ’ την αρχή. Εγώ δεν έχω άλλο τρόπο λύτρωσης παρά τις ιστορίες που αφηγούμαι. Είναι το μοναδικό μου σπίτι Ειδάλλως χάνομαι…’’

/Πάνος Σταθόγιαννης – ‘‘ΠΕΡΙΣΤΥΛΟΝ’’. Περιοδική έκδοση του Π.Ο.Υ. στο Υπουργείο Πολιτισμού, τεύχος 06, Δεκέμβριος 2008./

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ- ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν΄ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας

κοκκικίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;
******

ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση ,να μη είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη,να μην είμαι ράκος.
Να σου δώσω συντριβή ,να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη,να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα ποδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.

******

1. Σάββατο βράδυ
χωρίς δουλειά
μπατηρημένο κορμί
Σάββατο βράδυ
Χωρίς έρωτα


2. Το φιλί
ενώνει πιο πολύ
απ΄το κορμί
γι΄αυτό το αποφεύγουν
οι πιο πολλοί.

3. Το γατί μου
δε χορταίνει μόνο με χάδια
θέλει και φαί.
Το κορμί μου
δεν χορταίνει μόνο με φαί
Θέλει και χάδι.

****

ΕΡΩΤΑΣ

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ
πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων
στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ
δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Αρνήθηκε το κρατικό βραβείο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος

Αρνήθηκε το κρατικό βραβείο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Δε θέλω ούτε τα βραβεία, ούτε τα λεφτά τους»

Την πρόθεσή του να μην παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού αλλά ούτε και το χρηματικό έπαθλο που το συνοδεύει γνωστοποίησε ο γνωστός ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η αντίδραση του ποιητή ήταν άμεση μόλις έγινε γνωστή η είδηση της βράβευσής του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του.

«Ούτε θα εμφανιστώ ούτε θα απλώσω το χέρι για να το πάρω. Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Κατ' αυτόν τον τρόπο σχολίασε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ τη διάκρισή του, ο 81χρονος ποιητής της Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος, παραπέμποντας σε παλιότερο κείμενό του (1979) με τον εμβληματικό τίτλο «Εναντίον».

«Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ' όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο "υπείροχον έμμεναι άλλων", που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου …» αναφέρει, μεταξύ άλλων, σ' εκείνο το κείμενό του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.


Πηγή: TVXS, fairbooks.gr

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2011

Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2011 (αφορούν στις εκδόσεις έτους 2010) στα οποία κατέληξε η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας από τον «βραχύ κατάλογο» των υποψήφιων προς βράβευση έργων. Παράλληλα, όπως επιτάσσει η νέα νομοθεσία που διέπει τον θεσμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας (ν. 3905/2010), δίνεται στη δημοσιότητα το σκεπτικό βράβευσης της αρμόδιας Επιτροπής για κάθε κατηγορία.

ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Ντίνο Χριστιανόπουλο για το σύνολο του έργου του.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
Απονέμεται ομόφωνα στον Θωμά Κοροβίνη για το έργο του με τίτλο «Ο γύρος του θανάτου», εκδόσεις Άγρα.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ - ΝΟΥΒΕΛΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Χρήστο Οικονόμου για το έργο του με τίτλο «Κάτι θα γίνει, θα δεις», εκδόσεις Πόλις.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα στον Γιώργο Μαρκόπουλο για το έργο του με τίτλο «Κρυφός κυνηγός», εκδόσεις Κέδρος.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ - ΚΡΙΤΙΚΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στην Γεωργία Γκότση για το έργο της με τίτλο «Η διεθνοποίησις της φαντασίας - : Σχέσεις της ελληνικής με τις ξένες λογοτεχνίες τον 19ο αιώνα», εκδόσεις Gutenberg και στην Βενετία Αποστολίδου για το έργο της με τίτλο «Τραύμα και μνήμη - : Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων» εκδόσεις Πόλις.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ - ΧΡΟΝΙΚΟΥ - ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Το Βραβείο Χρονικού - Μαρτυρίας απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Χ. Θεοχάρη για το έργο του με τίτλο «Δίστομο - : 10 Ιουνίου 1944 - Το ολοκαύτωμα», εκδόσεις Σύγχρονη Έκφραση.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Mιχάλη Γεννάρη για το έργο του με τίτλο «Πρίγκιπες και δολοφόνοι», εκδόσεις Ίνδικτος και στον Θοδωρή Ρακόπουλο για το έργο του με τίτλο «Φαγιούμ», εκδόσεις Μανδραγόρας.
ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΟΑΓΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Δεν απονέμεται.
Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή απαρτίζεται από τους κ.κ.: Νίκο Δαββέτα, Συγγραφέα και Κριτικό Λογοτεχνίας (Πρόεδρος) Λίζυ Τσιριμώκου, Καθηγήτρια Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκη (Αντιπρόεδρος) Χρίστο Αστερίου, Συγγραφέα, Δημήτρη Καργιώτη, Επίκουρο Καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Τίνα Μανδηλαρά, Κριτικό Λογοτεχνίας, Δημήτρη Μίγγα, Συγγραφέα, Ανδρέα Μήτσου, Συγγραφέα, Λίνα Πανταλέων, Κριτικό Λογοτεχνίας.

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Ν. Γ. Λυκομήτρος -ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ζήτημα επιλογής

Ο έρωτας είναι ένας οδοστρωτήρας
που ισοπεδώνει τα πάντα στο διάβα του.
Αν του αντισταθείς, θα σε κάνει να το μετανιώσεις.
Κι αν ενδώσεις, θα υποφέρεις περισσότερο όταν τον χάσεις.
Τελικά τι είναι προτιμότερο:
Να βουτήξεις στο ηφαίστειο και να σε κάψει η λάβα
ή να στέκεσαι αιωνίως πάνω απ' τον κρατήρα;

από τη συλλογή Ιχνηλάτες του τέλους, 2010

Καταδίκη

Λιγοστό το φως σε μια γωνιά του δωματίου.

Ατελείωτες διαδοχικές εικόνες στην οθόνη.

Ο ήχος του αυτοκινήτου που απομακρύνεται.

Βιβλία,σημειώσεις,γράμματα,ευχετήριες κάρτες.

Απομεινάρια ενός μακρινού παρελθόντος.

Μακάβριος ο ύπνος των ανθρώπων.

Σέρνεις το κουρασμένο σου κορμί μέχρι το κρεβάτι.

Αναπνέεις αργά και σταθερά μα κυρίως αθόρυβα.

Προσπαθείς να ουρλιάξεις αλλά σωπαίνεις.

Σου πήρε καιρό να καταλάβεις ότι

η δική σου καταδίκη είναι η μοναξιά.


από τη συλλογή Ιχνηλάτες του τέλους, 2010

ΔΕΛΤΙΟ ΘΥΕΛΛΗΣ

Οι μικροαστοί συνεχίζουν να ζουν
τους ανούσιους έρωτές τους.
Απορώ πώς αντέχουν ο ένας τον άλλο.
Η δυσοσμία του πλαστικού τους φιλιού
φτάνει μέχρι εδώ.
Μέσα στα γυαλιστερά τους κουτάκια με ρόδες
περιφέρονται στους δρόμους της πόλης αγκαλιασμένοι
-μια επίφαση συντροφικότητας-
ενώ το τέλος τους είναι προδιαγεγραμμένο.
Τώρα κείτονται νεκροί στην άσφαλτο.
Το αίμα τους
ειναι η μοναδική τους προσφορά στο βωμό του έρωτα.

από τη συλλογή Ιχνηλάτες του τέλους, 2010




Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

AΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ

500 ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΣΑ

Οι αποστάσεις,

στενός κορσές

στ’ αθλητικά μας παπούτσια’

κοψοχρονιά

μας δώσαν τη ζωή


κοψοχρονιά μας τήνε πήραν.

Καρφωμένοι

πια

στο ίδιο βήμα

αβάδιστο.


Τομές

‘Ατμητο

το μεσοκάραβο

σηματωρός ονείρων

υγρού και σκότους

ασέληνο στερέωμα

\
η αράγιστος μνήμη

Χωρίς κλύδωνα

χωρίς υπογεγραμμένη

χωρίς επικλήσεις

κλιτικής

Χωρίς εμάς.../_

Ή

μ’ εμάς; -/

με

τους βοστρύχους

υγραμένους

και μακρυσμένους

στις στροφάδες των καιρών;-/ ·

Των καιρών;/?
Ιαν.2012
©ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ/AMALIA ROUVALIS
***************
Kόκκινο

Μπρος μου κόκκινο

Βαθυκόκκινο

Βάραθρο

Επιβίωση;

Στο βάθος του

αίμα

βαθυκόκκινο αίμα

μικρές φουσκάλες

κραυγάζουν.

Αιφνιδιασμός:

Είδα κόκκινο,

βαθυκόκκινο

σαν αίμα

σαν επιβίωση.

Εξακολουθώ να επιμένω:

Τα πράγματα είναι κόκκινα

ή δεν είναι.

Τα πράγματα είναι μαύρα

ή δεν είναι.

Εγώ, γιατί είμαι άσπρη;

Φεβ. 2010

****************

Παιχνίδια του νου

Αγγίζω
απαλά
το πνεύμα
του είναι.
Πλησιάζω
ισχνά
την εικόνα
του εσύ
Κοιτάζω
δειλά
το χρώμα
της ευγλωττίας
στα χέρια.
Μυρίζω
αχνά
την οσμή
του εμείς.

Ένα πέπλο
πυκνό
μου υπαγόρευσε
την απόσταση.
Οκτ. 2011


Αναρωτιέμαι
Σκαμμένες
κόγχες
χυμένα
μάτια
Αναρωτιέμαι
Γιατί γκρεμίζεται ο κόσμος
όταν το
σύμπαν
μου
προμηνύει
τα
καλούδια τ’ ουρανού.
Αναρωτιέμαι
πώς
αδειάσαν οι κόγχες ξαφνικά
πριν να
έρθει καν ο καταρράκτης.
Αναρωτιέμαι
γιατί
δεν επαρκεί ο εαυτός μου
για ν’
αστράψει ο ήλιος.
Χυμένα
μυαλά
στην
άσφαλτο.
Αναρωτιέμαι
γιατί
πάμε του χαμού.
Όταν οι
ουρανοί
ανοίξαν
στο απόλυτο γαλάζιο
για να
υποδεχτούν
το
είναι
περιμάζεψα
τα μυαλά
χώθηκα
στην άσφαλτο
κι
αναδύθηκα
στους
ουρανούς.
Ακόμα
αναρωτιέμαι.
Ιούλης
2011
Αραχτή

Με παίρνω αγκαλιά
για να παρηγορήσω
τις αδυναμίες μου.
Παράτησα την ύπαρξή μου
αραχτή στον χρόνο

Τώρα πια, κανείς δεν έρχεται να μου πει:

«είσαι ολόκληρη».
(από την υπό έκδοσιν συλλογή "Ποίηματα αδέσποτα, ατάκτως ερριμμένα).

©ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ/AMALIA ROUVALIS