Translate

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ-ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ-ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΣΕΛ11-13,[απόσπασμα]

Τριγυρίζω μέσα σ΄ένα σπίτι άδειο.Μόνη.Σέρνομαι από δωμάτιο σε δωμάτιο,ψηλαφίζοντας μνήμες.Κλείνω τα μάτια.Αφήνομαι στο σκοτάδι.Προσπαθώ ν΄αυτοσυγκεντρωθώ ,μήπως και ανακαλέσω λίγη χαρά από το παρελθόν.Δεν τα καταφέρνω.Φαίνεται πως τα κύταρρά μου έχουν πια νεκρωθεί.Ανεπανόρθωτα.Ο εγκέφαλός μου αχρηστεύθηκε ερήμην μου.Γερνάει και αυτός ,όπως και γω.Φθίνω,γιατί δεν μπορώ να νικήσω τον χρόνο που με υπερβαίνει.Το σώμα μου έχει αλλάξει σχήμα,έχει βαρύνει.Κι όμως,κοίτα που θα κατοικώ μέσα σ΄αυτό μέχρι το τέλος της ζωής μου!Είμαι σαράντα χρονών.Και θα συνεχίσω να υπάρχω και να συναναστρέφομαι φαντάσματα.Όποιος έχει γευτεί την ευτυχία και την ομορφιά,αρνείται μετά να συμβιβαστεί με την δυστυχία και την ασχήμια.Δεν έχω μάθει να συγκατατίθεμαι στη μιζέρια.Μα θα αναγκαστώ να πορευτώ όπως μπορώ,να μαζέψω τα κομμάτια μου,να βουλιάξω μέσα σε ένα αδιάφορο παρόν.Διαφορετικά θα χάσω εκείνη.Θα μου την πάρουν άνεμοι μακριά,θεριά θα την κατασπαράξουν ,αν την αφήσω...Είναι τόσο μικρή και ανέμελη,τόσο τρυφερή.Νοιώθω βρώμικη κάθε που την ακουμπώ,που κρατώ το χέρι της...Φοβάμαι,μήπως άθελά μου της μεταδώσω θλίψη.Δεν θέλω η κόρη μου να φέρει το στιγμα της λύπης.Δεν της αξίζει αυτή η μοίρα.Το χαμόγελό της κλείνει όλη την ουσία του κόσμου τούτου.Το κορμί της λιτό,άυλο σχεδόν,λικνίζεται σε μουσικές ουράνιες.Αβίαστα ζωγραφίζει αρμονικές κινήσεις και ξεχνιέται σε αέναους ρυθμούς.΄Εχει μέσα της μια περιουσία κλειδωμένη καλά σε κάθε της ίνα,σε κάθε ιστό...Φέρει το σπέρμα ενός ατέρμονου κάλλους.Μια άγια τράπεζα το σώμα της.'Ενα θησαυροφυλάκιο το είναι της.Τρομάζω στη σκέψη ότι εκείνη το αγνοεί.Ασυναίσθητα κάνω γκριμάτσες αποδοκιμασίας.Τα μάτια μου πρέπει να έχουν πάρει παράξενη έκφραση.Ψάχνω να βρω καθρέφτη.Μα είναι σκεπασμένοι όλοι με λευκά σεντόνια.΄Ασπρα υφάσματα καλύπτουν τα έπιπλα.Σα φαντάσματα κοιμισμένα ή σε νάρκη.Λες,να βγω γρήγορα έξω,μήπως και ξυπνήσουν και μ΄αρπάξπυν ,και δεν μ΄αφήσουν ν΄αποτινάξω το παρελθόν...Το κακό παρελθόν...Το καλό,ας το θυμάμαι...Αν δεν έχω μνήμη ,θα πεθάνω νωρίς.Εγώ είμαι η μνήμη μου...Η μνήμη μου παραπέμπει στην ύπαρξή μου...Της δίνει υπόσταση,της δίνει Λόγο.Η σκέψη μου είναι μπερδεμένη.Αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μονοπάτια άγνωστα,σε μυστικές ροές και ξεχασμένα περάσματα.Η σκέψη μου νοσεί,το μυαλό μου πονάει.Μου΄ρχεται ν΄άνοίξω την πόρτα,να πάρω τους δρόμους,τα λιμάνια ,τους σταθμούς,να εξαφανιστώ,να αράξω κάπου στην ακρη του κόσμου,σε μια μικρή γωνιά ξεχασμένη,να κουρνιάσω ανάμεσα σε αγνώστους,να περιμένω τον θάνατο να΄ρθει.Και θα΄ρθει.Γιατί θα παρακαλώ μέρα νύχτα.Κι αν υπάρχει θεός,θα μου τον στείλει,για να με λυτρώσει,να με αδειάσει απ΄το βαρύ φορτίο,αυτό το μολύβι που εγκαταστάθηκε στη ψυχούλα μου.Θα κάνω φτερά,θ΄ανεβώ ίσως ως τον ουρανό,θα γίνω πανσέληνος και θα εμπνέω στους ποιητές στιχάκια για τον ειλικρινή και ατελείωτο έρωτα.Σαν ολόκληρο φεγγάρι που θα είμαι,όλοι θα με σέβονται και θα με υμνούν.΄Αλλοι θα ζηλεύουν ,γιατί θα είμαι αθάνατο:δεν θα ανήκω στην χορεία των ταπεινών και απλών και γήινων και ασήμαντων πραγμάτων...

Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω.Από στιγμή σε στιγμή θα πεταχτώ στη μαύρη άσφαλτο και,καθώς ξημερώνει,θα με ρουφήξει η ανατολή και θα με στείλει πολύ μακριά.Μα δεν κουνιέμαι.Προσηλωμένη,βλεπω την ψυχή μου να πετά,ενώ το σώμα μου είναι καθηλωμένο στο ξύλινο πάτωμα του τεράστιου σπιτιού μου.Ακούω τις φωνές της μικρής στ΄αυτιά μου,τα τραγούδια,τις μουσικές,τους κύκνειους χορούς της.Βλέπω τα τεράστια μάτια,το λευκό της δέρμα,τα ρόζ χειλάκια που χαμογελούν.Δεν έχω περιθώρια.Θα μείνω.
Αυτός ο δρόμος είναι μονόδρομος.

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

ΤΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΤΗΣ ΜΑΤΣΗΣ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ-από την Ασημίνα Ξηρογιάννη

<Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.>
Η ευαίσθητη ποιήτρια από τη Θεσσαλονίκη.Η αιώνια ερωτευμένη με τον Αντρέα Εμπειρίκο,στον οποίο σταθερά αναφέρεται σε όλο της το έργο,αφού αυτός φαίνεται να αποτελεί την αιτία της ποιητικής της παραγωγής ,καθώς και το ποιητικό της Υποκείμενο.
Αυτή που<απλώνει την αγκαλιά της και συνάζει όλα τα μάτια,και τους καημούς,τα βράχια κια τα ακρογιάλια>.Συνάζει τον λυρισμό όλου του κόσμου- κι ας την κατατάσσουν οι κριτικοί στον υπερρεαλισμό-χωρίς να τον τσακίζει από εμμονές.Οχι πως αυτές της λείπουν:<Θα΄θελα μα πόσο θα΄θελα ναι θα΄θελα αμέσως τώρα τώρα/θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο την σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως/έμαθα στο Παρίσι/εσένα σ΄εχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς/εσένα σ΄έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τα΄ωρίμασε η θάλασσα/σ΄ερωτεύω/σε ζηλεύω/σε γιασεμί.../[Αντίστροφη Αφιέρωση>,Ποιήματα,εκδ.Ικαρος,1989].Απλά ξεπερνά τις εμμονές της τελικά και μιλά θαρραλέα για τον έρωτα:<...Σκέπτομαι μια ζωή που θα΄τανε βαριά σαν σήμερα,/Μονάχα αν έλειπες ταξίδι.Το πρωί σκέπτομαι τα μέλη σου σφιχτοδεμένα-εκεί κάπως εντοπίζω/Την αγκαλιά σου.Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν/Το δαγκωμένο φρούτο.../Ελα η μέρα είναι τόσο ωραία-τα ποιήματα που/Αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου...>[Μάης ,Ιούνης και Νοέμβρης]
Η Μάτση και η Δραματικότητα.Η Δραματικότητα δια μέσου της Μάτσης.Η ανάγκη για απεύθυνση στο ΣΕ, στο άλλο πρόσωπο που την έχει αγγίξει ψυχικά και την εμπνέει.
<Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή
Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες τα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ΄αγροικώ με την ίδια διάθεση που ο ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω,για να ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου..>
<Ζωή μου ,δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων>
<Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια..>
<Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες,μαβιές και άσπρες,θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου,που΄ ναι σαν χόρτα στην άκρη του ποταμού.>
Μια τρυφερότητα νοσταλγική και <ζωντανή> μαζί.Που σε παει πέρα,σε ένα άχρονο ερωτικό παρόν.Το εδώ και τώρα του έρωτα.Η ίδια η ποιήτρια κραυγάζει το ΣΕ της:<Σήμερα νομίζω τελευταία φορά θα σε τραγουδήσω γιατί εσύ είσαι ο οίστρος και ο σφιγμός κι η βραχνή φωνή του έρωτα...> Και το πρόσωπο αυτό είναι το ιδανικό για αυτήν<υπάρχουν ανάμεσά μας χρόνοι τέτοιας πληρότητας που μου είπες οι αρμοί των στιγμών χάσκουνε..>
Η Μάτση η αέρινη που <καταπίνει τα χαμόγελά του> και τα σκορπά γενναιόδωρα μέσα στο ποιητικό της έργο .Ζητάει πάντα πιο πολλά από αυτά που της δίνονται:<μα αλίμονό μου αγαπάω τα μαλλιά σου χωρίς να μαι η χωρίστρα σου ούτε για μια μέρα...>΄Εντιμα ερωτευμένη,γλυκιά καρτερική και σίγουρη για τα δικά της αισθήματα μόνο,παραπέμπει σε εικόνες εκστατικής γαλήνης και αρμονίας.Κάτι μέσα της παντα σιγοβράζει μα το ελέγχει και έτσι αυτό ποτέ δεν γίνεται πυρκαγιά ,αν και έχει κάθε προδιαγραφή.
< Eσύ που το μάτι σου είναι χείλι
.................................
αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας
...............................
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρύφαλο
................................
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου
...........................
πόσο κάθετος είσαι
..............................
μ΄έχεις γοργόνα ακρόπλωρη
..............................
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου>

Μακριά από κυνισμούς και <δηθεν-ισμούς>.
Ποιητική κατάθεση αυτού που είναι:μια ερωτευμένη γυναίκα πρώτα.

ΑΣΗΜΊΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΗΛΗ : THE ARTMANIACS /// ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ //// ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΩΝ

Με αφορμή την συνέντευξη που παραχώρησε στο varelaki o Γ.Παναγιωτίδης ΑΝΑ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ από το blog του το http://yiorgospanagyiotidis.blogspot.com/t 4 αποσπάσματα από το έργο του Ερώτων και Αοράτων.




Ερώτων και αοράτων
μυθιστόρημα[βραβείο περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ 2008]


εκδόσεις Γαβριηλίδης 2007



τέσσερα αποσπάσματα

α.

...Ύστερα σφύριξε το τρένο δυο τρεις φορές και πάλι κύλησε πάνω στις ράγες. Ο σιδηρόδρομος χανόταν μετά από μια στροφή μέχρις εκεί που μαύριζαν των βουνών οι ράχες κι όλο ανηφόριζε, πότε κάνοντας ατελείωτες στροφές κυκλώνοντας κάποια πλαγιά και πότε περνώντας μέσα από κάποια άλλη. Το φεγγάρι λιγοστό κι η νύχτα σκοτείνιαζε τον τόπο και μόνο όπου περνούσε το τρένο φωτίζονταν λίγο τα γύρω μέρη, βράχια τραχιά, ακίνητα μεγάλα δέντρα, γκρεμνά, στοές μακριές κι αναγνωρίσιμες με την αντήχηση της μηχανής και πηγαίναμε.

Ένα μεταλλικό σκουλήκι, αφύσικου μεγέθους, έσκαβε στα βουνά τις τρύπες του ακούραστο, έτρωγε το χώμα και γίνονταν από το χώμα άνθρωποι που φαίνονταν να κάθονται και να σκέφτονται μέσα στη διαφανή κοιλιά του. Σκύβω κι εγώ να δω αν κάτι φαίνεται έξω, πέρα από το φως του τρένου, απόλυτο σκοτάδι κι όσο κι αν πηγαίναμε ατελείωτο. Λες κι ήταν δίχως έξοδο η τελευταία στοά που μπήκαμε πριν από πόση ώρα και μας κατάπινε ο οισοφάγος του βουνού στο χωματένιο του στομάχι. Μύρισαν τα βαγόνια από της γης το μέσα, ασφυξία και αποσύνθεση που ζωντανεύει πλάσματα καταχθόνια κι απλώνουν μέσα της τα ξύλινα πλοκάμια τους τα δέντρα. Σπρώχνω το μαλακό παράθυρο με του προσώπου μου την αγωνία, να δω ίσως καλύτερα και βλέπω αντί για πέτρες πως είναι η στοά χτισμένη από κόκαλα και κρανία και μέσα στις μαύρες κόχες τους βλέπω τα παλαιά τους μάτια να με κοιτούν με θλίψη ακίνητη. Κάποτε πολεμιστές που έσκαβαν τάφρους πολέμου, αγρότες που άνοιγαν ακούραστοι σειρές σειρές αυλάκια, παιδιά που έσκυβαν σε λάκκους για να παίξουν κι εργάτες που παίδευαν σε ορύγματα τη ζωή τους, τώρα οστά, κάποτε όμορφα και λευκά με σάρκα τρυφερή ντυμένα και τώρα από της γης τη χώνεψη κιτρινισμένα. Πόσοι επί πόσων άνθρωποι στο χώμα μέσα κι ακόμα πόσες σκέψεις από την κούραση του ταξιδιού, στου κεφαλιού μου την τόση ταλαιπωρία μέσα. Μονάχα τους τα μάτια μου έκλειναν κι άλλοτε νόμιζα ακίνητο το συρμό και το τοπίο να περπατάει κι άλλοτε πάλι δεν ήξερα αν πηγαίναμε εμπρός ή πίσω, αν στρίβαμε δεξιά, αν ήταν αλήθεια ανηφόρα, όλα τούτα τα κάποτε δεδομένα μπερδεύονταν πια με του μυαλού μου τη ναυτία.

β.

...Θέλαμε παραπάνω από ώρα έως το σταθμό του προορισμού μας. Έτσι αφήσαμε τη ζάλη και μας πήρε, ανάμεσα στον ξύπνιο και τον ύπνο κι όπως πολέμαγα με τη νύστα και του συρμού το πέρα δώθε, αναίτια σταμάτησε το τρένο καταμεσής στα όρη. Σταθμό δεν είχε εκεί κοντά κι η μηχανή ακουγότανε σα να τραβούσε ακόμα. Όλοι κοιμόντουσαν πλην από μένα γιατί άμα κατέβηκα να δω τι γίνεται, βρέθηκα μόνος κι ούτε άλλον περίεργο επιβάτη είδα ούτε οδηγό ή μηχανικό να ψάχνουν για κάποια βλάβη. Τότε προβάλλει πίσω από τα δέντρα ένας νέος γυμνός πάνω σ’ άλογο ανήμερο κι ήταν των οπλών η πλαταγή όπως κτυπούσανε το χώμα που μ’ έκανε να το νομίσω έτσι, κοιτάζοντας τα πόδια του ζώου πρώτα μα γρήγορα ανακάλυψα πως η νύχτα ήθελε να με συγχύσει. Ο αναβάτης αχώριστος με τ’ άλογο, ήταν μέχρι τη μέση άνθρωπος και είχε αλογίσιο σώμα. Σκύβει και με παρατηρεί. Σφιχτοδεμένος κι όμορφος με μακριά μαλλιά αχτένιστα και λίγα γένια. Κινιότανε απότομα κι όμοια στρεφόταν το κεφάλι του εδώ κι εκεί σα να το τίναζε. Ύστερα λες και πάλευε με το δισταγμό του θέλοντας κάτι να μου πει, με πλησίαζε κι απομακρυνόταν, μια στα δεξιά και μια στ’ αριστερά μου, σα να χόρευε μα δεν τον άκουγα πια κι ούτε μουσική ή θόρυβος άλλος έφτανε στα αυτιά μου, λες κι ήταν έδαφος ο αέρας ή όλα γύρω μας αέρας πια κι η γη παρμένη από τα πόδια μας.

γ.

...Εμείς, λέγανε τα δέντρα, πιασμένοι στης γης το χωματένιο δέρμα, εμείς που δίχως ν’ ανασαίνουμε ολόκληρους βαρείς χειμώνες δίνουμε στα ζωντανά όλες τους τις ανάσες, εμείς που μαλακώνουμε στων ημερών τη ράχη το δύσκαμπτό μας σώμα, εμείς που βλέπουμε μαζί τα υποχθόνια ν’ ανοίγουνε ανάμεσα στις ρίζες μας ανάερες διόδους και τα φτερωτά καθώς ξαπλώνουνε στα στρώματα του αέρα που λούζουνε τα κλαδιά μας, εμείς που βλέπουμε τα χρόνια γύρω μας να γονατίζουνε νικημένα το ένα μετά το άλλο, εμείς οι αγέρωχοι επί της γης κι απ’ όλους πιο ψηλά ορθωμένοι, σα νιώθουμε το θάνατο, σα βλέπουμε να ξεραίνονται σώματα ζωντανά, ν’ αδειάζουνε την ουσία τους, να επιστρέφουνε το γλυκό χυμό τους, τότε λυγίζουμε και μέσα μας ραγίζουνε οι πράσινές μας φλέβες.

Στάθηκα τότε για μια στιγμή να δω στα δεξιά μου, τα διπλανά του δρόμου δέντρα κι όπως στρίβονταν με βάσανο οι κορμοί τους κι όπως έτειναν τα μακριά τους χέρια, μου έμοιασαν μ’ ανθρώπους κακόσχημους, φτιαγμένους από ξύλο κι είδα που ακουμπούσανε με τ’ ακρινά τους φύλλα τους ώμους των ανθρώπων κι άκουσα καθαρά τα όσα λέγαν. Πλησίασα μετά και είδα πάνω τους τις κάμπιες που σέρνονταν σαλιώνοντας τους τρυφερούς βλαστούς κι άλλες που κάθονταν πιασμένες στα νέα φύλλα με τα πολλά τους πόδια κι ακόμα τους μικρούς άρπαγες, όσους φτερούγιζαν γύρω από τα δέντρα, είδα όλα τούτα τα πλάσματα τα ελάχιστα να έχουν στρέψει τα κεφάλια τους κι ασάλευτα να κοιτούν την κάσα όπως πήγαινε στις πλάτες των χωρικών φορτωμένη κι είχε η στάση τους, το βλέμμα τους μες στα μικρά τους μάτια, κάτι σα σεβασμό να δείξει στο θάνατο τον εγκιβωτισμένο, στα λυπημένα βήματα που έσερνε η μαύρη του συνοδεία. Ξεχάστηκα κι έτσι τάχυνα να φτάσω πάλι τους χωρικούς που είχανε στο μεταξύ μακρύνει.

Κι ακολουθώντας τη ζοφερή των ζωντανών με το νεκρό συνοδοιπορία, συνέχιζα την ίδια ώρα να ρίχνω λοξές ματιές στους πράσινους κατοίκους αυτού του τόπου και προς στιγμή μου φάνηκε πως απευθύνανε τις ερωτήσεις τους σε μένα. Τούτο το περιδιάβασμα είναι λοιπόν ο ύστατος ρεμβασμός του πεθαμένου ανθρώπου; Κι αν τού ’μεινε στο στόμα από το σάλιο του μια σταλιά που δεν κατάπιε, το αχ μες στα πνευμόνια του δίχως να το εκπνεύσει, στα χέρια του που έσφιξε ιδρώτας παγιδευμένος, η αίσθηση ενός φιλιού πάνω στο μέτωπό του, μέσα στη μύτη του η μυρωδιά του σώματός του την ώρα που καταρρέει, το πιο ασήμαντο που πρόλαβε να δει ακίνητο μες στο μυαλό του, κι αν σκάλωσε τ’ όνομά του που κάποιος φώναξε στο βάθος των αυτιών του και πίσω από τα σφαλισμένα μάτια του αν έμειναν δυο δάκρυα τελευταία που δεν προλάβανε να τρέξουν; Τα παίρνει το σώμα τούτα τα λιγοστά μαζί του ή του τα κλέβει η ψυχή να τά ’χει για να θυμάται;

δ.

...περίμενε κοιτώντας το γαλάζιο θεραπευτήριο, τη ζωντανή θάλασσα που σα να της μίλαγε με του νερού της το περπάτημα, το πάνω κάτω, το μέσα έξω και του αφρού της την καθησυχαστική επανάληψη, της έτυχε τότε να σταθεί δίπλα της η πεθαμένη μάνα της. Σχεδόν μίση, όπως τη θυμόταν από το νοσοκομείο όταν την είχανε πάει για τελευταία φορά, τότε που είχε κάμει τον τελευταίο περίπατό της με πόνους όμως να την ραπίζουν και ξάπλωσε στο κρεβάτι όπου θα την έτρωγε ο θάνατος για να τη σβήσει. Έτσι την είδε πάλι τη μάνα της. Αδύνατη πολύ και με μαλλιά αραιωμένα, σκυφτή, με το δέρμα της άνυδρο τόπο και κάπως χαλασμένο, σα να της θύμιζε μ’ αυτό πως ήταν πεθαμένη κι ας στεκόταν όρθια δίπλα της με το οικείο βλέμμα της όπου ήταν μαζί μπερδεμένες η κούραση κι η αγάπη.

Τι θέλεις μάνα μου και με κατατρέχεις, αναρωτήθηκε από μέσα της και μέσα στο βουβό λυγμό της, άπλωσε τα χέρια και μάζεψε τα δικά της τα ξερακιανά και κρύα χέρια και τά ’βαλε στο κεφάλι της πάνω όπως τ’ ακούμπαγε η μάνα της για να τη χαϊδέψει όταν ακόμα ζούσε. Κι όπως από το έρεβος είχε ανοίξει μια πόρτα κι ήρθε η πεθαμένη και σα να έφεγγε η ωχρότητά της μέσα στο σκοτάδι που ήτανε ντυμένη, έτσι λες και κουβάλησε μαζί της λίγο από τον κάτω κόσμο κι ο τόπος συννέφιασε ολόγυρά της, σκοτείνιασαν και τα ρούχα της κόρης της, μαύρισαν πάλι όπως μαύρα ήταν τόσα χρόνια. Ποιος άραγε Θεός το θέλει ν’ ανακατεύεις με το χώμα τη μήτρα που σ’ έφερε από το πουθενά, να την εγκαταλείπεις στη βουλιμία της αποσύνθεσης και να κάνουν γιορτή στο ναό της γέννησής σου σκουλήκια και πλάσματα ζοφερά να καταλύουν τη Θεά αυτή που σ’ έπλασε από τα σπλάχνα της και τώρα χάνεται και μόνο τα κόκαλά της ασπρίζουν πια μέσα στη σαπισμένη της σαρκοφάγο.

Θα καθίσω κοντά σου, της είπε η μάνα της, γιατί είσαι μόνη κι εδώ που απέμεινες μόνο τα δέντρα σ’ ακουμπούν και μόνο τα σύννεφα χαϊδεύουν τη ψυχούλα σου μικρή μου κόρη, ερειπωμένη μέσα στο μέγα πλήθος του κόσμου τούτου όπου φουσκώνουν υπερφίαλες οι πόλεις του κι υψώνουν τα σπίτια τους πάνω από τους ανθρώπους και φεύγουν οι δρόμοι τους πέρα από τους τέσσερις ορίζοντες, τόσοι και τόσοι άνθρωποι, φιάλες αδειανές κι όλοι τους σ’ αγνόησαν καλή μου, μονάκριβή μου θυγατέρα. Μα εγώ σε γέννησα να χαίρεσαι, η σάρκα σου είναι σάρκα μου κι οι πόθοι σου παρηγοριά μου, εγώ που μ’ έμελε ν’ αποστραφώ το κρέας και πόνεσε η κοιλιά μου τρεις φορές στη μια ζωή μου, για τα παιδιά μου δυο κι ύστερα απ’ την αρρώστια, ίδια πονά η ψυχή μου τώρα με την ήσυχη ζωή σου. Γιατί μπορούσαν λιγάκι να σ’ αγαπήσουν κι αυτοί δε γύρισαν ούτε να σε κοιτάξουν μια φορά και σ’ άφησαν μονάχη να παλεύεις με το θηρίο της μοναξιάς και της ανεραστίας το τέρας να σε πατά στο στήθος. Έλα να κάτσεις στα πόδια μου να σε ταχταρίσω όπως παλιά και να φιλήσω τα χεράκια σου όπου μου κάνανε αγκαλιές και χάδια όταν σ’ ανάθρεφα, όταν ετραβολόγαγαν τους δυο μαστούς μου και γέλαγα καθώς γέμιζες το στοματάκι σου με το γάλα μου, νέκταρ και αμβροσία.

Παραδομένη σε τούτα τα καλέσματα, έγειρε η Ερημιά σα παιδί βυζανιάρικο στο στήθος της κι έκλεισε τα μάτια της μ’ έναν ανασασμό που τράβηξε από μέσα της το συνοδό της πόνο. Έχω εσένα μάνα μου, της απάντησε κι όσο ζω θα δέρνεσαι μαζί μου πάνω σ’ αυτή τη γη κι εγώ απ’ την αγάπη σου θα τρέφομαι να στέκομαι στα δυο μου πόδια και θά ’σαι και ουρανός και γη για μένα και με τα λόγια αυτά ησύχασε η μάνα της και σα να χαμογέλασαν τα σκοτεινά της μάτια. Τώρα θα φύγω της είπε μετά με τόνο κατευναστικό να μη τη συνεπάρει φόβος, τη φίλησε στο μέτωπο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα του παραδείσου. Έμεινε η Ερημιά γαληνεμένη σα τη θάλασσα του πρωινού κι έτσι ξημέρωσε μέσα της κι η συννεφιά που ήταν σκυμμένη πάνω απ’ τα κεφάλια τους ταξίδεψε μακριά απ’ το μικρό κοτρόνι όπου καθότανε αγναντεύοντας πέρα απ’ της θάλασσας το τέλος, τη θάλασσα της ψυχής της.

γιώργος παναγιωτίδης

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Φιλοξενούμενος στη στήλη <ΤΗΕ ΑRΤΜΑΝΙΑCS > o Γ.Παναγιωτίδης....



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Αν σου έλεγαν να αλλάξεις κάτι από την σημερινή<λογοτεχνική πραγματικότητα>...τί θα ήταν αυτό;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ: Πιστεύω στους νόμους της αγοράς. Η προσφορά ως επακόλουθο της ζήτησης ισχύει και στη λογοτεχνία. Μας χρειάζονται όλα τα κείμενα, ακόμα και τα μέτρια ή τα δεύτερα - αυτά της "υποκουλτούρας" όπως τα αποκαλούν κάποιοι. Το ζήτημα είναι πώς κερδίζει κάποιος τους αναγνώστες του. Κι αυτό το κάνει ιδιαίτερα δύσκολο η αντιμετώπιση της λογοτεχνίας στα σχολικά προγράμματα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η λογοτεχνία στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι αντιπαθητική από τον πολύ κόσμο γιατί είναι συνυφασμένη με άχαρες σχολικές αναλύσεις και επιπλέον γιατί χρησιμοποιείται ως αφορμή για γραμματικές και συντακτικές ασκήσεις. Οι δάσκαλοι και οι φιλόλογοι δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Και αυτό το λέω όντας δάσκαλος.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Δικές σου λογοτεχνικές επιρροές....και πρότυπα. ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Ο λόγος είναι ένας, ενιαίος ζωντανός οργανισμός. Πρότυπα δεν έχω. Διαβάζω τα πάντα. Από το Διονύσιο Σολωμό μέχρι τον Εμπειρίκο. Από τον T.S. Eliot έως τον Charles Bukowski. Θεωρώ μάλιστα αποτυχημένο το "από... έως". Όσοι γράψαν στο παρελθόν, όσοι γράφουν και όσοι θα γράψουν στο μέλλον υπηρετούν όλοι μαζί το Λόγο.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Λογοτεχνία και Διαδίκτυο.Για πες... ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Το Διαδίκτυο έχει επαναφέρει μια λογοτεχνικότητα και μάλιστα πιο ανοιχτή στο προσκήνιο. Υπάρχει μια δυναμική που δεν έχει μάλιστα δείξει ακόμα τα δόντια της. Πιστεύω οι άνθρωποι γράφουν περισσότερο στην εποχή μας χάρη στο Διαδίκτυο, περισσότερο από κάθε προηγούμενη εποχή. Ο παθητικός δέκτης της τηλεόρασης και η τηλεόραση νομίζω πως είναι είδη προς εξαφάνιση.



ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Η γνώμη σου για το ηλεκτρονικό βιβλίο... ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι το μέλλον του βιβλίου. Καθώς εξελίσσεται η τεχνολογία, κάποια στιγμή θα είναι σίγουρο περισσότερο εύχρηστο και λιγότερο δαπανηρό από το έντυπο. Βέβαια εμείς μεγαλώσαμε με τα έντυπα και εδώ υπάρχει συναισθηματική εμπλοκή. Για τις γενιές που έρχονται όμως δε νομίζω πως θα τίθεται θέμα.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιά άλλη μορφή τέχνης σε γοητεύει.... ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Η τέχνη με γοητεύει σε κάθε της μορφή. Ομολογώ πάντως ότι πολλές φορές έχω ζηλέψει τους μουσικοσυνθέτες. Η μουσική έχει ομολογουμένως μια πολύ μεγάλη αμεσότητα και μαζικότητα συγκριτικά με κάθε άλλη μορφή τέχνης. Εξάλλου θεωρώ ευτυχισμένη την ποίηση που είχε την τύχη να μελοποιηθεί και να τραγουδηθεί. Μ' αυτόν τον τρόπο άγγιξε και αγγίζει περισσότερους.


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Διαβαζουν οι Ελληνες σήμερα ή ειναι τόσο βαθιά χωμένοι στα <προβλήματά τους> που το διάβασμα μοιάζεi ονειρο θερινής νυκτός; ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Αν δε διαβάζουν οι Έλληνες νομίζω ότι μερίδιο ευθύνης έχουν και οι γράφοντες. Η ανάγνωση εξάλλου δεν είναι άλλο ένα πρόβλημα. Είναι ένα καταφύγιο που μάλιστα όχι μόνο δεν μας απομακρύνει από τα προβλήματά μας αλλά μπορεί ίσως να μας προσφέρει και λύσεις. Πάντως επαναδιατυπώνοντας το συγκεκριμένο ερώτημα θα έλεγα πως οι γυναίκες διαβάζουν σίγουρα και μαζί με τα παιδιά αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό του αναγνωστικού κοινού. Οι άντρες δεν ξέρω γιατί δεν διαβάζουν. Ίσως δεν το θεωρούν "ανδροπρεπές".


ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Γράφεις κάτι τώρα;Aμεσα σχέδιά σου ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ:Γράφω συνεχώς. Έχω ένα μυθιστόρημα για το οποίο δουλεύω πάρα πολύ. Η βράβευση του προηγούμενου με έκανε ν' ανεβάσω τον πύχη ψηλότερα. Είναι προσωπικό κατ΄ αρχήν το στοίχημα. Πιστεύω πως ο καθένας που δημιουργεί θα πρέπει ν' ανταγωνίζεται ανηλεώς τον ίδιο του τον εαυτό κάθε φορά με σκοπό να τον ξεπερνάει. Έχω και μια ποιητική συλλογή έτοιμη προς έκδοση. Πατώ βλέπεις το ίδιο επίμονα τόσο στον πεζό όσο και στον ποιητικό λόγο.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ-της Ασημίνας Ξηρογιάννη

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ,απόσπασμα ΣΕΛ:58-59
Απρίλιος 1987.Νύχτα.
Κάποιοι άνθρωποι έχουν αστέρι.Είναι στη μοίρα τους να ζουν αιώνια στις συνειδήσεις των ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν,όπως τα φύλλα των δέντρων που κιτρινίζουν και πέφτουν και χάνονται.Είναι μακάριοι όσοι απέκτησαν δόξα παντοτινή,κι ας μην κυκλοφορούν η σάρκα και τα οστά τους πάνω στη γη για να την απολαύσουν.Ψηλαφίζω το κορμί μου,ακούω τους κραδασμούς του,έχω τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος δεν θα το σεβαστεί κι αυτό με πληγώνει.Ειμαι γυμνός...Αφόρητα ευάλωτος απέναντι στον χρόνο.Φέρνω συχνά στο μυαλό μου τον Φάουστ.Μπαίνω στη διαδικασία να σκεφτώ τί θ΄απαντούσα σε μια πιθανή <ανήθικη > πρόταση κάποιου Μεφιστοφελή.Η νεότητα είναι ανυπέρβλητο θέλγητρο και ,στην κατάστασή μου,μπορεί και να υπέκυπτα.Κι όμως,τούτοι οι συλλογισμοί,αν και τολμηροί,με αθωώνουν.Είμαι μια ανίσχυρη ψυχή που τρέμει μη φθαρεί ολοσχερώς και τότε θα΄ναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.Είμαι ένα τόσο δα συρρικνωμένο σωματάκι,που απεγνωσμένα αναζητεί την συνέχεια,την γαλήνια εκείνη ολοκλήρωση που υπερνικά την ασχήμια.Μέχρι τώρα τίποτα άλλο δεν γνώριζα ,μόνο ν΄αγωνίζομαι για την ομορφιά και την αρμονία.Μα σε λίγο αποδεικνύομαι μικρός και ασήμαντος για έναν τέτοιο αγώνα.Κι αυτό με πικραίνει,γιατί θα σημάνει την ακινησία,τον θανάσιμο εχθρό μου για τη ζωή.Αποκτώ ικανή υπόσταση μονο όταν χορεύω πάνω στη σκηνή.Αλλιώς,μοιάζω με ψάρι έξω από το νερό.
Ένας εφιάλτης με ξυπνά βίαια τα βράδυα:κατά τη διάρκεια μιας παράστασης φορώ κόκκινο ένδυμα και οι διαστάσεις μου αλλάζουν ραγδαία και αλλόκοτα όπως σε παραμορφωτικό καθρέπτη.Ξαφνικά τα ούλα μου ματώνουν,τα δόντια μου αρχίζουν ανα πέφτουν το ένα μετά το άλλο κι εγώ σκύβω μέσα σε μια λεκάνη,σαν να κάνω εμετό.Είμαι ολόκληρος ένα πύρινο αίμα,μια μάζα από ούλα και δόντια κόκκινα,και γίνομαι φωτιά,ενώ μάτια ξεφυτρώνουν από παντού και με παρακολουθούν με αγωνία,μου ψιθυρίζουν,μου φωνάζουν μανιασμένα,με εκλιπαρούν και μ΄αποστρέφονται.Και γω θέλω πολύ να πιάσω το κεφάλι μου που στριφογυρίζει,αλλά δεν έχω χέρια,μόνο ένα κόκκινο τεράστιο στόμα,μια πληγή.Πετάγομαι λουσμένος στον ιδρώτα.Περνά λίγη ώρα μέχρι να ξαναβρώ τις αισθήσεις μου.Η γλυκιά ΄Ελσα πάντα δίπλα μου...
-Πάει πέρασε πια..πάει ..μου ψιθυρίζει.
Εκείνες τις ώρες η φωνή της είναι το γιατρικό μου...
-Πάει...πέρασε...πάει...

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ της Ασημίνας Ξηρογιάννη[απόσπασμα]



                                                   



....απόσπασμα,σελ:53-56[προδημοσίευση]

Mάιος 1987,Νύχτα.

Απαρνήθηκα τον έρωτα,ασφαλίστηκα στην αγάπη.Τώρα είμαι σχεδόν σίγουρος.Μού ήταν αδύνατο να απαρνηθώ την Τέχνη.Για χάρη της ξεπούλησα τη ζωή,τους μικρούς καθημερινούς πόνους,το πάλεμα με τις άλλες ανθρώπινες ψυχές και τα σώματα που τις ντύνουν...Αφέθηκα στην Έλσα μου,στα μάτια της διέκρινα,από την πρώτη στιγμή,μια μοναδική στωικότητα και τρυφερότητα που ξεπερνούσε αυτήν της μητέρας,αλλά την εμπεριείχε κιόλας.΄Ηταν ο άνθρωπός μου και τον κράτησα καλά,να μην μου φύγει...Τώρα που κάθε ανατολή με βρίσκει ξύπνιο να κάνω την ηλίθια και καθυστερημένη πια αυτοκριτική μου,μέσα στο διχασμένο μου μυαλό δεσπόζει η ίδια ερώτηση,απέραντα βασανιστική:γιατί να ζεις,αφού όλα τελειώνουν με τον θάνατο;Πάνω στην απόγνωσή μου λέω πως ακόμα κι η Τέχνη πεθαίνει.Αυτοστιγμεί το αναιρώ πάλι.Τελείωσα μαζί της οριστικά,γι΄αυτό είμαι απαρηγόρητος και πικραμένος.Κάθε ξημέρωμα ήρεμα ζυγίζω την παράξενη διαφορά που χωρίζει την Τέχνη από τη ζωή και συμπεραίνω ότι η Τέχνη είναι ένας σκληρός κυρίαρχος που απαιτεί τα πάντα,ενώ ο ερωτευμένος άνθρωπος παραιτείται από όλα στη ζωή.Όπως και να΄ναι ,βρίσκομαι εδώ χωρισμένος και ακινητοποιημένος,μακριά από την τέχνη μου και σκέφτομαι πως μόνο μορφίνη μού χρειάζεται για να με ανακουφίσει από τους πόνους της ψυχής,γιατί γρήγορα θα απλωθούν σε όλο το σώμα μου και θα με διαλύσουν.Νόμιζα πως, αν η τέχνη μου ήταν ένας σκληρός τύραννος,ήταν ωστόσο,εκατό φορές πιο ευχάριστος άπ΄τους ανθρώπους,γι΄αυτό και τον προτίμησα.Και τώρα που τον χάνω,είναι σαν να μην έζησα,σαν η θυσία μου να εξανεμίστηκε και στα σαράντα μου πρέπει ν΄αρχίσω από την αρχή.Απέφυγα τις ευθύνες που γεννούν οι στενές ανθρώπινες σχέσεις,επιδερμικά τις άγγιξα μόνο,και σήμερα,που η Τέχνη με παρατά,γιατί αποβάλλει τα γέρικα στοιχεία και κρατά μόνο τα νέα και υγιή,είναι σαν αν κάνω βουτιά στο κενό.΄Ισως το μέλλον να είναι ένας μακρύς δρόμος που φοβάμαι να περπατήσω ,γιατί δεν είμαι εξοικειωμένος.Πώς είναι η ζωή όταν δεν χορεύεις;Μια παράξενη κατάθλιψη με κυριεύει,ένα είδος απαίσιου προαισθήματος με ξυπνά τη νύχτα και αρχίζω να φοβάμαι.Δεν έχω πια τις ελπίδες του καλλιτέχνη,κι ας είναι σχεδόν πάντα αυτές όνειρα απραγματοποίητα.Ξέρω ότι δεν έχω πια τη δύναμη να δημιουργήσω ομορφιά,επειδή άσχημα ένστικτα με έχουν κυριεύσει.Η ζωή μου υπήρξε σκοτεινή,μελαγχολική,τραγική,αλλά έδωσε το φωε,το άσπρο μάρμαρο,απ΄όπου ξεπηδάνε οι υψηλόφρονες επιδιώξεις του ανθρώπου.Και τώρα;Ποιά ζωή θα έχω;Tί θα είμαι;Ένας απόμαχος καλλιτέχνης που θα καταλήξει να γίνει δάσκαλος,επειδή το σώμα του θα φθίνει μέχρι που κάποτε θα σαπίσει;Δεν παραγνωρίζω τη σπουδαιότηατ των δασκάλων ,αλλά εμένα αυτός ο ρόλος δεν μου ταιριάζει.Με απωθεί η ιδέα και μόνο.Δεν μπορώ να σχεδιάζω την τέχνη,αν δεν την περνλω εκστατικά μέσα από το σώμα μου,όσο εγωιστικό κι αν φαίνεται
αυτό.Τελικά,ποιό το λάθος που αδυνατώ να συλλάβω;Υποτίμησα τη ζωή ή υπερεκτίμησα την τέχνη;Και γιατί δεν μπορώ να βρω ησυχία;Ίσως δεν έχω τη δύναμη,τώρα που θα χάσω την τέχνη ,ν΄αντιμετωπίσω το χάος και την παραφωνία της ζωής.΄Ισως πάλι,ακριβώς αυτά να νοσταλγώ,επειδή δεν ξοδεύτηκα,δεν έγινα ένα με το πλήθος,δεν γεύτηκα κοριτσίστικα σώματα και γυναικεία χάδια.Γνώρισα πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες,αλλά ούτε έναν που να μπορείς να τον πεις ευτυχισμένο,αν και μερικοί μπορεί να με εξαπάτησαν.Μπορεί και να μην υπάρχει ευτυχία.Στιγμές μόνο...Συνάντησα κι άλλους εραστές του ίδιου υψηλού ιδανικού,μεθύσαμε μαζί,μα χαθήκαμε μες στα οράματά μας.
Τα βράδυα έχω την τάση να βγαίνω έξω,να περπατώ στους δρόμους,να μπλέκομαι στην κίνηση,ν΄ακούω ξέφρενες μουσικές και ρυθμούς αλλόκοτους.Προσπαθώ να αισθανθώ λίγο άνθρωπος,βυθίζομαι στο ποτό και χαλαρώνω με τα θολά φώτα των μπαρ.Δεν είμαι για λίγο ο καλλιτέχνης που όσο αγωνιά,τόσο ψηλότερη έκσταση νοιώθει,που βυθίζεται στονπόνο ,για να πετάξει έπειτα ψηλότερα στη χαρά.Είμαι ο άνδρας που μαγεύεται άπ΄τα γυναικεία κορμιά που λικνίζονται.Και τα ανδρικά σώματα διεγείρουν την συγκίνησή μου.Ίσως κρύβω και γω τη θηλυπρέπεια που χαρακτηρίζει τους πιο πολλούς του είδους-σε μικρές δόσεις.Αλήθεια πάλι,τί μυστήριο η αίσθηση της ζωής του κορμιού μας σ΄αυτό το αλλόκοτο ταξίδι πάνω στη γη!Εγώ δεν το άφησα να με ταξιδέψει στον κόσμο του αισθησιασμού.Το περιχαράκωσα μέσα σε μια καθαρότητα,το θυσίασα στον βωμό της τέχνης που την τοποθέτησα πιο ψηλά και από τη ζωή.Η άλλη φωνή μέσα μου μουρμουράει ότι καλώς έπραξα.Αυτή η αμφιταλάντευση μόνο σε ένα τέρμα οδηγεί.

[Από το Ημερολόγιο του ΄Αγγελου]

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ-ΑΘΩΕΣ ΓΡΑΦΕΣ

..βραδύτητα...



Καθυστερούμε την συνάντησή μας.

Στην αρχή την καθυστερούσαμε τυχαία.

Τώρα πια ηθελημένα.

Και διασκεδάζουνε στη σκέψη ότι ηθελημένα καθυστερούμε.

Και ηδονιζόμαστε στη σκέψη ότι-όταν βρεθούμε-

μπορεί και να αρέσουμε ο ένας στον άλλο.

Αρέσουμε ήδη.Ήδη αδημονούμε.

Κι είναι τόσο όμορφα!

Αν είναι αυτό να αλλάξει,

ποτέ να μην βρεθούμε.

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΑΝΟΣ ΝΙΑΒΗΣ:Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ <Προφητείας του Ανέμου>

Είναι η ομιλία του Πάνου Νιαβή στην παρουσίαση του βιβλίου <Η Προφητεία του Ανέμου>.Πρόκειται για έναν από τους τρεις ομιλητές της βραδιάς[οι άλλοι δύο ήταν ο συγγραφέας Δημήτρης Φύσσας και ο Καθηγητής Πανεπιστημίου Γιώργος Τσουρβάκας].Ο Πάνος Νιαβής μιλάει για την ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη και για την Ποίηση γενικά,κάνοντας και μια συντομη αναφορά -αναδρομή στην Ιστορία της Ποιήσεως.


Καλή Ανάγνωση








-1-







Όταν η Μίνα Ξηρογιάννη μου ζήτησε να είμαι ένας εκ των παρουσιαστών της παρούσης ποιητικής συλλογής ένοιωσα μια τεραστία έκπληξη . Η αιτία δεν ήταν άλλη από την ιδιότητά μου : Θα σας μιλήσω ως αναγνώστης και ως λάτρης της ποίησης.
Αμέσως το μυαλό μου , μετά την πρώτη ανάγνωση των ποιημάτων της Μίνας ήταν ότι ήταν υποχρέωσή μου να αποδεχτώ αυτή την τιμητική πρόταση. Η πρώτη ανάγνωση μου έδωσε να καταλάβω πως η Μίνα Ξηρογιάννη έχει τη στόφα μιας ποιήτριας ενταγμένης μες στην κοινωνική πραγματικότητα των ημερών μας που σχεδόν όλες οι συλλογικές μας πραγματώσεις έχουν κατασταλεί και η ερημία της ατομοποίησης ως ο πρώτος πλανητικός κοινωνικός σχηματισμός που αποκλήθηκε παγκοσμιοποίηση καταδυναστεύει τις ζωές μας και φυσικά αυτό αντανακλάται και σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Σχεδόν σε όλο το εύρος του βιβλίου η ηρωίδα θυμάται , αναλογίζεται, αναπολεί ή συνομιλεί με τον ήλιο , το φεγγάρι , το ποθούμενο σώμα που απουσιάζει παρμένο από ποτάμια που μισήθηκαν . Όλα ειδομένα μες σε μαύρους καθρέφτες , με μυρωδιά πεθαμένων λουλουδιών . Κι ο χώρος της ποιήτριας είναι : οι σταθμοί είναι έρημοι , κι άνθρωποι εκτός οπτικού πεδίου, γιατί , … έχασα εσένα μα κέρδισα την ποίηση , μας λέει εισαγωγικά . και η θαλπωρή της βρίσκεται μες στις μνήμες του παρελθόντος της αφοπλισμένη, τελείως , και τέλεια αφοπλιστική , ποιητική της γλώσσα ενδύεται μια απροσδόκητης ωριμότητας αποκαλυπτική γυμνότητα.
Η γραφή της , μοιάζει να έχει επιρροές από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία έχει ωστόσο εντάξει στο προσωπικό της ποιητικό όραμα , ενός χρόνου που έχει φύγει αλλά που η ποιητική της στόφα της επιτρέπει να τον επαναφέρει σε παρόντα χρόνο αφηγουμένη το τότε στο τώρα μέσω μιας υπερ ρεαλιστικής πραγματικότητας που την διαμορφώνει για λογαριασμό μας με την ελλειπτική γραφή της .
Το επόμενο ερώτημα και συνάμα αγωνία , ήταν πως εγώ ένας μέσος αναγνώστης θα συγκροτήσω ένα λόγο που καλείται να κρίνει , να αισθανθεί , να αφουγκραστεί να ερμηνεύσει και να αποκωδικοποιήσει τις ποιητικές καταβολές της ποιήτριας .
Έθεσα ως πρώτη προτεραιότητα να διερευνήσω για λίγο , εισαγωγικά τον ρόλο μου ως αναγνώστη .



Α) Πρέπει να αναζητήσω μέσα σ αυτά τα ποιήματα αυτό που ήθελε να πει η ποιήτρια ;



2

Β) πρέπει να αναζητήσω στα ποιήματα αυτό που το ίδια τα ποιήματα λένε, ανεξάρτητα από τις προθέσεις της ποιήτριας ;



Εκ των πραγμάτων σας λέγω ότι είμαι υποχρεωμένος να αναζητήσω στην παρούσα ποιητική συλλογή αυτό που τα ίδια τα ποιήματα λένε ως προς την συμφραστική τους συνεκτικότητα μέσω των συστημάτων σημασιοδότητης.
Και στην οποία πρέπει να ανατρέξω αναζητώντας στα ποιήματα αυτό που εγώ ως αποδέκτης- αναγνώστης βρίσκω βασιζόμενος στα δικά μου συστήματα σημασιοδότησης και φυσικά τις επιθυμίες μου τις παρορμήσεις μου και τις προαιρέσεις μου.
Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε για λίγο τί ακριβώς έκανε η ποιήτρια , την υποψιάζομαι να γράφει κάτω από το κράτος της υποκειμενικής της διάθεσης ,με εκείνη την απαραίτητη φόρτιση που έλκει την καταγωγή της από την συμπιεσμένη ενέργεια ενός ζέοντος φορτίου αισθημάτων, επιθυμιών και ενορμήσεων . Μιας διάθεσης απελευθερωτικής και εκείνης και των πιθανών εραστών της ποίησής της με την μετατροπή της σε λιτά λεξιακά μορφώματα.
Αυτή η λιτή και ελλειπτική γραφή με την άνετη φαινομενολογική της αφήγηση αφήνει σχεδιασμένα ( με τον τρόπο που το κάνει και η μεγάλη Κυρία της ποίησης μας - Κική Δημουλά - ) αναπάντητα ερωτήματα : Ποιος είναι ο λόγος και η βαθύτερη αιτία που η ενέργεια αυτή είναι μετατρέψιμη επιλεκτικά σε αυτά τα συγκεκριμένα γλωσσότυπα ;
Κι ακόμη τί είναι αυτό « που χωλαίνει» στο είναι της και καθιστά τη γλωσσική της ύλη ευαίσθητη σε τόσο βαθιές πυκνώσεις με τόσο βαρύ ποιητικό δυναμικό ;
Σαν ένας από εκείνους που αναζητούν το χαμό τους μες στην ανάγνωση και έχοντας το δικαίωμα και την πρόσβαση στις ηδονές της ποίησης , γιατί η ποίηση είναι ένα όχημα εκ βαθέων, που παραβιάζει τα σύνορα του ορθού λόγου και μας αναγγέλλει τον παφλασμό του θαύματος μέσα από δρόμους επικοινωνίας με ιδιωτικές σημασίες. Και Γιατί , « μόνο οι ποιητές μπορούν να προτείνουν και να ιδρύσουν μιαν άλλη πραγματικότητα» , όπως λέγει ο μεγάλος ποιητής μας Έκτωρ Κακναβάτος. Η Μίνα Ξηρογιάννη , με την ποίηση της εκφράζει με επάρκεια την πάλη ανάμεσα στα πάθη της και το Λόγο : τα πάθη της πιέζοντας το λόγο της που βγαίνει παθιασμένος κι ο λόγος πιέζοντας τα πάθη τα αναγκάζει να εκβάλουν άλλοτε σαν λεξιακή λάβα κι άλλοτε ως λεξιακά νεφελώματα.
Αυτή η διαρκής διαλεκτική τριβή στα εντός της ποιήτριας είναι ο σπινθήρας -ποίημα που πυροδοτεί τη φαντασία μας ως αναγνώστες για να πάμε πέρα απ το ανέφικτο.
Γιατί το ανέφικτο είναι αυτό που μας δαιμονίζει ,μας δείχνει πόση στενότητα κρύβουν τα όρια μας . Κι ποίηση και η φαντασία μας δόθηκε για να
αναζητούμε το ανέφικτο …. Γιατί δεν είναι που είναι τα πράγματα έτσι που υπάρχουν αλλά που μπορούν να είναι και αλλιώς χάρη στους ποιητές.
Και η Μίνα με την παρούσα ποιητική της συλλογή προτείνει και ιδρύει μιαν άλλη πραγματικότητα που μας καλεί να την ανακαλύψουμε και να γίνουμε κοινωνοί της .



Θα είχε όμως αξία εδώ να καταπιαστούμε για λίγο παρενθετικά και εν συντομία με τον Ερώτα και τον ερωτισμό και με την ιστορία και την διαδρομή της ερωτικής ποίησης .



Η σχέση μεταξύ Έρωτα και ποίησης είναι μια σχέση για την οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο έρωτας και ο ερωτισμός είναι η ποιητική του σώματος ενώ την ποίηση θα την αποκαλούσαμε δίκαια την ερωτική διάσταση του Λόγου.
Η σχέση της ποίησης με τη γλώσσα είναι εκείνη η σχέση του ερωτισμού με τη σεξουαλικότητα . Όπως στο ποίημα που γλωσσική αποκρυστάλλωση παρεκκλίνει από τον αρχικό της σκοπό και τον προορισμό που είναι η επικοινωνία , έτσι και η σεξουαλική πράξη δηλώνει πάντα το ίδιο : αναπαραγωγή , σε αντίθεση με τον ερωτισμό εκεί όπου η ηδονή εκτρέπεται και γίνεται αυτοσκοπός ή έχει σκοπούς διαφορετικούς από την αναπαραγωγή .
Με τον ίδιο τρόπο η γραμμική διάταξη , ένα βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας , όπου οι λέξεις διαδέχονται ή μία την άλλη σαν τρεχούμενο νερό , στην ποίηση η γραμμικότητα αυτή δεν είναι αυτονόητη , γιατί η γραμμικότητα συστρέφεται , πισωγυρίζει , προχωρά ελικοειδώς. Το αρχέτυπο της ευθείας αναιρείται και την θέση της παίρνει ο κύκλος ή σπείρα. Στο ποίημα πολλές φορές τα σημαινόμενα παγώνουν ή διαλύονται και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτοαναιρούνται . Οι λέξεις σε ένα ποίημα δεν λένε τα ίδια πράγματα όπως στον πεζό λόγο. Γιατί , το ποίημα δεν επιδιώκει να λέει ,αλλά να είναι . Η ποίηση βάζει σε δεύτερη μοίρα την επικοινωνία , όπως ο ερωτισμός την αναπαραγωγή.
Η Ποίηση κι ο ερωτισμός μπορεί να γεννιούνται από τις αισθήσεις αλλά δεν σταματούν εκεί , στη πορεία και στη διάβα τους εφευρίσκουν φανταστικά σχήματα : ποιήματα και ιεροτελεστίες .
Αν ο άνθρωπος είναι μια «κυματιστή» ύπαρξη , η θάλασσα πάνω στην οποία ταξιδεύει ταράσσεται από τα κύματα του ερωτισμού . Πρόκειται για μία ακόμη διαφορά της σεξουαλικότητας και του ερωτισμού . Τα ζώα ζευγαρώνουν πάντα με τον ίδιο τρόπο , ενώ οι άνθρωποι , είπε ο μεγάλος ποιητής Οκτάβιο Πάθ , κοιτάζονται στον μεγάλο καθρέφτη της συνουσίας του σύμπαντος . τα ζώα μπορεί να γουργουρίζουν , να είναι τρυφερά ή άγρια ,το αλογάκι της παναγίας να καταβροχθίζει το αρσενικό , όμως η λειτουργία τους είναι σε κάθε είδος σταθερή και μονότονη που ο άνθρωπος την μετέτρεψε σε έναν ξεχωριστό κόσμο με απίστευτη ποικιλία, που αποτελείται από ένα σύνολο πρακτικών , θεσμών , τελετουργικών που συνοπτικά ονοματίσαμε πολιτισμό . Έτσι ο ερωτισμός δάμασε το σέξ και το ενσωμάτωσε στην κοινωνία .
Σε αυτή τη διαδρομή οι θρησκείες έπαιξαν η καθεμία το δικό της ρόλο ανάλογα με την οπτική και τις κοινωνικές ανάγκες . Η δημιουργία της ψυχής στο δυτικό πολιτισμό είναι το στάδιο , χάρη στον έρωτα ( έρως ) που από τη θνητή της υπόσταση περνά στην θεϊκή αθανασία.



4



Μία από τις πρώτες εμφανίσεις του έρωτα , είναι στο μύθο του Έρωτα και της Ψυχής που παραθέτει ο απουλήιος στο ΧΡΥΣΟ ΟΝΟ . Ο Έρως θεότητα άσπλαχνη δεν σέβεται ούτε το Δία , και τα βέλη του τον κάνουν να ερωτευτεί μια κοινή θνητή την ψυχή . η παρουσία της ψυχής σε μια ερωτική ιστορία είναι η αναζήτηση της αθανασίας , την οποία πετυχαίνει μέσω της ένωσης της με μια θεότητα.



Είναι γνωστό πως η φιλοσοφία του Έρωτα εμφανίστηκε αρχικά στην Ελλάδα όπου η φιλοσοφία είχε διαχωριστεί πολύ νωρίς από την θρησκεία

Η Ελληνική σκέψη ξεκίνησε με την κριτική των προσωκρατικών φιλοσόφων έναντι των μύθων . Σε αντίθεση με τους Εβραίους προφήτες που επιχείρησαν την κριτική της κοινωνίας τους με αφετηρία τη θρησκεία . Ενώ οι Έλληνες στοχαστές προχώρησαν στην κριτική των θεών τους με αφετηρία τη Λογική.

Έτσι ξέρουμε ότι ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος του Έρωτα , ο Πλάτωνας , υπήρξε και ποιητής . Η ιστορία της ποίησης είναι άρρηκτα δεμένη με την ιστορία του Έρωτα. Βέβαια πρέπει να ξεκαθαριστεί εδώ πως παρ ότι η έννοια της ψυχής κατέχει κεντρική θέση στην φιλοσοφία του πλατωνικού έρωτα δεν έχει την έννοια που συναντάμε αργότερα στον Δάντη , τον Πετράρχη και στην Προβηγκία. . Η φιλοσοφία του Πλάτωνα είναι μία εξιδανικευμένη μορφή του ερωτισμού.



Διαφωτιστικοί επ’ αυτού είναι 2 διάλογοί του αφιερωμένοι στον Ερώτα , τον Φαίδρο και το Συμπόσιον .

Ειδικά το Συμπόσιον αποτελείται από επτά λόγους ή ύμνους για τον Έρωτα που τους εκφωνούν 7 συνδαιτυμόνες .

Απ αυτούς θα σταθώ σ αυτόν που ξεχωρίζει τον ωραίο λόγο του Αριστοφάνη , για να εξηγήσει το μυστήριο της οικουμενικής έλξης καταφεύγει στο μύθο του αρχέγονου ανδρόγυνου.



Πριν υπήρχαν 3 φύλα : το αρσενικό , το θηλυκό και το ανδρόγυνο , αποτελούμενο από διπλά όντα. Το ανδρόγυνο ήταν δυνατό και έξυπνο και απειλούσε τους θεούς . ο Δίας για να το υποτάξει αποφάσισε να το διαιρέσει. Έκτοτε να χωρισμένα μισά αναζητούμε το συμπληρωματικό μας. Βέβαια μέσα στο μύθο «βλέπει» κανείς πως είμαστε όντα ατελή και ο έρωτας και η ερωτική επιθυμία είναι μια διαρκής δίψα για τελείωση. Χωρίς εκείνη ή εκείνον δεν θα είμαι ο εαυτός μου. Αυτός ο μύθος κ εκείνος της εβραϊκής Εύας που γεννιέται από τα πλευρά του Αδάμ χωρίς να εξηγούν στην ουσία τίποτα , λένε τα πάντα για τον έρωτα.

Αλλά ο λόγος του Σωκράτη αποτελεί τον πυρήνα του Συμποσίου η συζήτηση του με μια σοφή ξένη ιέρεια τη Διοτίμα από τη Μαντινεία



Η Διοτίμα αρχίζει λέγοντας ότι ο Έρως δεν είναι ούτε θεός ούτε άνθρωπος . είναι ένας δαίμονας , που ζει μεταξύ θεών και θνητών . Εν μέσω της μιας και της άλλης πραγματικότητας , αποστολή του είναι να φέρνει σε επικοινωνία και να ενώνει τα έμβια όντα. Γι αυτό τον συγχέουμε με τον άνεμο και τον αναπαριστούμε με φτερά . Είναι γιός του Πόρου και της Πενίας , φέρνει σε επικοινωνία το φως με τη σκιά , τον αισθητό κόσμο με τις ιδέες . Ως γιός της



5

Πενίας αναζητά τον πλούτο . Ως γιός του Πόρου , μοιράζει αγαθά , είναι ο «έρων» που ζητά το « ερώμενον» που δίνει. Ο Έρως δεν είναι ωραίος ποθεί την ομορφιά. Όλοι μας ποθούμε , ο πόθος είναι η αναζήτηση κι η απόκτηση του καλύτερου . Ο στρατηγός ποθεί την νίκη, ο ποιητής συνθέτει ένα ποίημα ανυπέρβλητης ομορφιάς . ο έμπορος συσσωρεύει αγαθά και χρήματα . Τι ποθεί ο εραστής ; Αναζητά την ομορφιά ,το ανθρώπινο κάλλος . Ο Έρωτας γεννιέται στην θέα του ωραίου προσώπου .Παρ ότι ο πόθος είναι καθολικός ο καθένας ποθεί κάτι διαφορετικό . Και συνεχίζει η Διοτίμα , ο έρωτας είναι κάτι περισσότερο από την έλξη για το ανθρώπινο κάλλος , το οποίο υπόκειται στο χρόνο , το θάνατο , τη φθορά . Όλοι οι άνθρωποι , λέει , ποθούν το καλύτερο, ξεκινώντας από αυτό που δεν έχουν . Οι άνθρωποι ποθούν την ευτυχία και την ποθούν για πάντα. Δηλ με παντοτινή κατοχή , απόλαυση και αθανασία .Όλοι ποθούν την διαιώνιση κι ο Πλάτων λέει πως η αναπαραγωγή είναι θείο πράγμα, τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους . Όσον αφορά τον άλλο τρόπο αναπαραγωγής είναι ανώτερος , γιατί η ψύχη γεννάει μιαν άλλη ψυχή άφθαρτες ιδέες και αισθήματα.



Αυτοί που «εγκυμονούν εις την ψυχήν » συλλαμβάνουν μέσω της σκέψης, είναι οι Ποιητές !!!

Ο λόγος της Διοτίμας και τα σχόλια του Σωκράτη συνιστούν ένα είδος ανοδικής περιπλάνησης σε κλίμακα , χαμηλά ο έρωτας ενός ωραίου σώματος

, ύστερα ο έρωτας πολλών ωραίων σωμάτων, κατόπιν ο έρωτας της ενάρετης ψυχής και τέλος ό έρωτας της άϋλης ομορφιάς. Και η Διοτίμα καταλήγει « Όστις λοιπόν εις την σπουδήν της τέχνης της ερωτικής οδηγηθή εις τούτο το σημείον… όταν προχωρήσει πλέον προς το τέρμα της ερωτικής μυσταγωγίας , θ αντικρύσει εξαφνικά ένα κάλλος θαυμάσιας φύσεως .. το κάλλος χάριν του οποίου κατεβλήθηκαν και οι προηγούμεναι ταλαιπωρίαι όλαι , το οποίον πρώτον μεν υπάρχει αιώνιον και δεν υπόκειται ούτε εις γένεσιν ούτε εις αφανισμόν , ούτε εις αύξησιν ούτε εις ελάττωσιν…. ‘’.



Είναι λοιπόν αναγκαίο εδώ να σας πω πως ο Πλάτωνας μάλλον θα σκανδαλιζόταν μ αυτό που εμείς ονομάζουμε έρωτα. ,οι ιδανικοί έρωτες του Δάντη για τη Βεατρίκη ή του Πετράρχη για την Λάουρα θα ήταν για τον Πλάτωνα ασθένειες της ψυχής .



Οι πλατωνικοί εραστές όπως τους παρουσιάζει το Συμπόσιον , είναι σπάνιοι , όμως θα συναισθήματα που γεννά η ενατένιση του αγαπημένου προσώπου τα οποία μας περιγράφει μέσα σε λίγες γραμμές η Σαπφώ :



Θεός μου φαίνεται στ αλήθεια έμενα εκείνος ο άντρας που κάθεται αντίκρυ σου κι από κοντά τη γλύκα της φωνής σου απολαμβάνει

Και το γέλιο σου αχ που ξελογιάζει και που λιώνει στο στήθος την καρδιά μου σου τα ορκίζομαι ‘ γιατί μόλις που πάω να σε κοιτάξω νοιώθω ξάφνου μου κόβεται η μιλιά μου

Μες στο στόμα η γλώσσα μου στεγνώνει ‘ πυρετός κρυφός με σιγοκαίει κι ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω

Μα μου βουίζουν τα αυτιά μου κι ένας κρύος ιδρώτας το κορμί μου περιχάει ‘





6

Τρέμω σύγκορμη αχ και πρασινίζω σαν το χόρτο και λέω πως λίγο ακόμη ‘λίγο ακόμη και πάει να ξεψυχήσω . ( Ανασύνθεση και απόδοση Οδυσσέας Ελύτης 1984 ).

Ποιήματα αυτής της συγκινησιακής φόρτισης δεν συναντώνται στην αρχαία ελληνική γραμματεία . Η πλειονότητα αναφέρονται στον έρωτα παρά στην Αγάπη . Το ίδιο ισχύει και για την Παλατινή ανθολογία . Μερικά από αυτά τα μικρά ποιήματα είναι αξέχαστα , πχ τα ποιήματα του Μελέαγρου , κάποια που αποδίδονται στον Πλάτωνα , ορισμένα του Φιλόδημου . Σε όλα αυτά βλέπουμε - και κυρίως ακούμε- τον εραστή στις διάφορες ψυχικές του καταστάσεις – πόθο , ηδονή , απογοήτευση , ζήλια , εφήμερη ευτυχία - αλλά ποτέ εκείνον ή εκείνη , τα αισθήματα ή τις συγκινήσεις τους . Δεν υπάρχουν στο αρχαίο ελληνικό θέατρο ερωτικοί διάλογοι όπως στον Σαίξπηρ. Τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα τους ενώνει το έγκλημα και όχι ό έρωτας . Είναι συνένοχοι και όχι εραστές .

Το μοναχικό πάθος κατασπαράσσει τη Φαίδρα και η ζήλεια κατατρώει τη Μήδεια.



Για να βρούμε προεικονίσεις και προμηνύματα του έρωτα όπως τον εννοούμε σήμερα πρέπει να φτάσουμε στην Αλεξάνδρεια και στη Ρώμη . Ο έρωτας γεννιέται στο άστυ . Το πρώτο μεγάλο ερωτικό ποίημα , φαρμακεύτρια , γράφτηκε από το Θεόκριτο στ ο πρώτο τέταρτο του 3ου αιώνα π.Χ. . Το ποίημα είναι μακρύς κατάλογος της Σιμαίθας , της εγκαταλειμμένης ερωμένης του Δέλφι .

Αρχίζει με μια επίκληση στη Σελήνη υπό την τριπλή της διάσταση: Άρτεμις, Σελήνη , και η Εκάτη η φοβερή. Συνεχίζει την διήγηση της Σιμαίθας που διακόπτεται κάθε τόσο καθώς δίνει εντολές στην υπηρέτριά της για να εκτελέσει διάφορα τελετουργικά μαύρης μαγείας στην οποία επιδίδονται και οι δύο. Καθένα από τα μάγια κλείνει με την επωδό : Ω μαγικό εσύ πουλί , φέρε αυτόν στο σπίτι… Καθώς η υπηρέτρια χύνει στο έδαφος καμένο αλεύρι , η Σιμαίθα λέει , «σκορπώ του Δέλφι κόκαλα» και καίγοντας ένα κλαδί δάφνης που καίγεται τριζοβολόντας χωρίς να αφήνει στάχτη , καταριέται τον άπιστο : « έτσι κι εκείνου η σάρκα να λειώσει μες τη φλόγα» . Προσφέρει 3 φορές σπονδές στην Εκάτη και μετά πετά στην φωτιά ένα κομμάτι από τη χλαίνη που ο Δέλφις ξέχασε σπίτι της και φωνάζει : « Αλίμονο μου Έρωτα που μ’ έφερες τη θλίψη και σαν την βδέλλα ρούφηξες το μαύρο μου το αίμα» Μίσος και Έρωτας είναι ένα. Είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται στη λογοτεχνία - και περιγράφεται με τόση βιαιότητα και δύναμη - ένα από τα μεγαλύτερα ανθρώπινα μυστήρια : το αξεδιάλυτο μίγμα έρωτα και μίσους , πόθου και οργής . η Σιμαίθα είναι στο ποίημα ένα συνηθισμένο άτομο , μια συνηθισμένη νεαρή σαν αυτές που υπάρχουν χιλιάδες σε όλες τις πόλεις του κόσμου.



Βλέπω στα ποιήματα της Μίνας μια σύγχρονη Σιμαίθα που αντί να μας προσκαλεί σε λιτανεία της Αρτέμης , όπως έκανε η Σιμαίθα , μας προσκαλεί στην παρουσίαση των ερωτικών της ποιημάτων .



Και τελειώνει το ποίημα με πόνο γιατί ο Δέλφις ερωτεύτηκε μιαν άλλη ως εξής αποχαιρετώντας την Σελήνη και εμάς : « Απάνω στον ωκεανό τα άλογά σου στρίψε , ω θεϊκή Σελήνη μου, και άφησε εμένα τον πόθο που υπέφερα ακόμη να τον φέρνω . Χαίρε Σελήνη λαμπερή, χαίρετε εσείς αστέρια , σεις σύντροφοι παντοτινοί εις της Νυχτιάς το άρμα» .

Η αλεξανδρινή εποχή έχει αρκετές ομοιότητες με σήμερα οι γυναίκες κάνουν την εμφάνιση τους στο προσκήνιο της κοινωνίας γιατί οι αρχαίες πόλεις γίνανε

7

κοσμοπόλεις , στην Παλατινή ανθολογία μεταξύ των ποιητών της ελληνιστικής περιόδου πολλοί είναι ξένοι όπως ο Μελέαγρος ο Σύριος. Σ αυτή την εποχή το ερωτικό μέχρι τότε αντικείμενο μετατρέπεται σε υποκείμενο . Η προϊστορία του έρωτα στη Δύση ανήκει στην Αλεξάνδρεια και στη Ρώμη . Μητέρες, αδελφές ,σύζυγοι , θυγατέρες ερωμένες , εταίρες έχουν θέση δίπλα στον ρήτορα, τον πολεμιστή ,τον πολιτικό ή τον αυτοκράτορα. Ελεύθερες κυρίως , γιατί πρώτη φορά

έχουν την δυνατότητα να δέχονται ή να απορρίπτουν τους εραστές τους . Είναι κυρίες του κορμιού τους και της ψυχή τους .



Καλό παράδειγμα η ποίηση του αλεξανδρινού Κάτουλλου γραμμένα για την διάσημη για την ομορφιά της την κοινωνική της θέση και τον έκλυτο βίο της , την Κλωδία . Η ποίηση του Κάτουλλου κατέχει μοναδική θέση στην ιστορία του έρωτα για την ακριβή και οξυδερκή οικονομία με την οποία εκφράζει το πλέον πολύπλοκο : την ταυτόχρονη παρουσία στην ίδια συνείδηση του μίσους και του έρωτα , του πόθου και της περιφρόνησης.

Ερχόμενος στα ποιήματα της Μίνας συναντώ στο ίδιο ποίημα , πχ στην ματαιότητα στην σελίδα 19 τους 3 χρόνους (παρελθόν παρόν μέλλον ) να γίνονται χρόνος αδιαίρετος και εντός του να αντιπαλεύουν τα ανθρώπινα πάθη της μέσα σε εικόνες πικρού λυρισμού.



Συνεχίζοντας την αναδρομή και επειδή πρέπει να συντομεύω , κάνοντας ένα μεγάλο άλμα ιστορικό φτάνω στην προβηγκιανή ποίηση .Τότε ακριβώς εμφανίζονται οι απαρχές αυτών που έμελλε να αποτελέσουν τις μεγάλες δημιουργίες του πολιτισμού μας , μεταξύ των οποίων διακρίνονται : η ποίηση και αντίληψη του έρωτα ως μορφή ζωής.

Οι ποιητές εφηύραν τον ιπποτικό έρωτα και λέω τον εφηύραν γατί αποτελούσε μια λανθάνουσα επιθυμία της κοινωνίας εκείνης .

Τα βασικά χαρακτηριστικά της προβηγκιανής ποίησης είναι τρία : έχουν ως θέμα τον έρωτα , β) έρωτα που εκδηλώνεται μεταξύ άντρα και γυναίκας κ γ) είναι γραμμένα στην κοινή γλώσσα. Τα
ποιήματα γραφτήκαν για ακουστούν συνοδεία μουσικής στην αυλή του άρχοντα , και όχι για να διαβαστούν . Η ιστορική συγκυρία , σταυροφορίες , ακμάζουσα γεωργία , εμπορική δραστηριότητα και με την Ανατολή , τους έφεραν σε επαφή μέσω του αραβικού πολιτισμού με τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα. και με νεοπλατωνικά συγγράμματα.

Ως επίσης και με την Κόρδοβα των Ομμεϋάδων με βασικό εκφραστή τον ποιητή και φιλόσοφο Ιμπν Χάζμ , οποίος γράφει ένα μικρό δοκίμιο για τον έρωτα , « το περιδέραιο της περιστέρας» , στο πρώτο κεφάλαιο γράφει : ο έρωτας από την φύση του είναι συμβεβηκός και συνεπώς δεν μπορεί να είναι βάση για άλλα συμβεβηκότα. . Η επιρροή του είναι δεδομένη και στους προβηγκιανούς αλλά και στο Δάντη .

Η κοινωνική πραγματικότητα, πόλεμοι, επαναστάσεις , τεχνολογική εξέλιξη άλλαξαν δραματικά τον κόσμο μας σε σχέση με τον κόσμο των προβηγκιανών , 8 αιώνες πριν , όμως συνεχίζουν να είναι παρόντα 4 χαρακτηριστικά του ιπποτικού έρωτα σε όλο το βάθος της λογοτεχνίας μέχρι σήμερα : Έλξη/ επιλογή , ελευθερία/υποταγή ,πίστη/προδοσία ,ψυχή/σώμα .







8

Σαίξπηρ , Φρόυντ , Νίτσε , Φλωμπέρ, Προύστ, Ντε Σάντ , Μπαλζάκ μέχρι στον Χέγκελ βρίσκουμε διάφορες απόψεις αλλά αν θα μπορούσα να τις συνοψίσω σε μια σύντομη θα διάλεγα την φράση του Χέγκελ « Ο Έρωτας

αποκλείει όλες τις αντιθέσεις γι αυτό ξεφεύγει από το χώρο της λογικής … Καταργεί την αντικειμενικότητα και κατ αυτόν τον τρόπο βρίσκεται επέκεινα της σκέψης… Στον έρωτα , η ζωή αυτοανακαλύπτεται και απαλλάσσεται πλέον από κάθε έλλειψη πληρότητας» .



Με συνδετικό κρίκο την ρήση του Χέγκελ περνώ στον επίλογό μου και στην ποίηση της Μίνας Ξηρογιάννη είναι απόγονος και γνήσιο πνευματικό τέκνο αυτής της μακράς ιστορικής παράδοσης που συνδέει την ιστορία του έρωτα και της ποίησης. .



Είναι μια ποίηση που αποτυπώνονται η ηθελημένη ή αθέλητη στάση δύο βλεμμάτων που διασταυρώθηκαν κάτω από το φώς , κι έρχεται η ποίηση να δώσει ζωή στο παρελθόν σήμερα , για να θυμάται το αύριο χαμόγελα , φωνές χειρονομίες , κινήσεις σωμάτων , πυροδοτήσεις αναμνήσεων . Κι έρχεται το φώς της ψυχής της να φωτίσει την ανάμνηση ενός χαμόγελου , ενός κλάματος , μιας αστραπής, ενός προορισμού που χάθηκε … Κι είναι η ποίησή της ένα ράγισμα φωνής σαν ακούς τα όνομά σου στα χείλη του Άλλου .

Κι όσο διαρκούσε ο έρωτας η φωνή της έρχεται με αμεσότητα με την κατάργηση του χρόνου και της συνάφειας των γεγονότων να δίνει αθανασία στη χάρη της κίνησης , στο ρυθμό του κάλλους , με συνεσταλμένη χορευτική διάθεση μικρών λέξεων , μια άϋλη συγχορδία , μια διαβάθμιση τόνων προσωπικών εκμυστηρεύσεων.

Μέσα σ αυτά τα ποιήματα διαβάζουμε τον έρωτα ή την προδοσία του , στο βλέμμα , στο χαμόγελο , στην πίκρα, στην αγωνία , με μια εσωτερική ενδημική διάθλαση ενός πόθου πολυποίκιλου σε μια διαθλαστική εκτροπή ιδιοτέλειας και συνάμα ανιδιοτέλειας .
Φλερτάροντας , λέει , η Μίνα , ασύστολα με την αιώνια ελευθερία , Την Ηδονή» συναντούμε την εκδοχή μιας οντολογικής προσέγγισης που λέμε για το λόγο ή το ερώτημα για το πραγματικό , το βήμα εξόδου στην διακινδύνευση , εκεί που παλεύεται ο φόβος με τον πόθο και την ηδονή , εκεί που η ηδονή διαστέλλει την επιθυμία και την ταυτίζει με την ελευθερία .


Επειδή ο έρωτας δεν χωράει στη γλώσσα η Μίνα συχνά σιωπά και αποσιωπά αφήνοντας να ψάχνουμε στο αναπόδειχτο . τον εξωραϊσμό του φόβου για την αγλωσσία του θανάτου , «…. από φόβο μήπως γίνω μάσκα θανάτου…».
Κι είναι η εμπειρία του ερώτα και η προδοσία του , πράξης απαραίτητη προκειμένου η έγκλειστη ψυχή σε μια ασυνείδητη παρθενικότητα να μυηθεί στο μυστήριο της ζωής , όπως λέει , και ο Άλντο Καροτενούτο , στο βιβλίο του «Αγάπη και προδοσία»
Επειδή εκεί στο μύχιο του πυρήνα της ύπαρξής μας , ο έρωτας που τον υμνούν οι ποιήτριες ( και οι ποιητές ) από την Σαπφώ έως την νεαρή Μίνα γιατί σ αυτόν τον Δίβουλο θεό , τον έρωτα , εναποθέτουμε , οι άνθρωποι την φενάκη μας πως υπάρχει -τάχα - ελπίδα αθανασίας .

9
Κι έρχονται οι ποιητές και οι ποιήτριες , έκθαμβοι ονειροποιοί , κι από μια τιποτένια για τους άλλους υπόθεση, την μεταμορφώνουν σε κάτι πολύτιμο κι αυτό το πολύτιμο ανήκει σε όλους γιατί μας αφορά όλους ο έρωτας , Μίνα



Νοιώθω λοιπόν την ανάγκη να σε ευχαριστήσω γιατί μας μαθαίνεις εδώ απόψε με την πρώτη σου ποιητική συλλογή « να μετράμε την ουσία της ύπαρξης» .

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

Σε σχέση με τίποτα


Απλά γέλα
Όταν θα κλάψεις θα είναι αργά

Τα τσιγάρα νοστιμίζουν γράφοντας
Μη γράφοντας

Εδώ σε κάποιο χαρτί
Πιο πέρα

Είναι κάποια πράγματα που σημαίνουν
Σε σένα

Αοριστίες που μπάζουν

Λες και το καλό είναι ένα μαλακό ρούχο
Με μπατίκ ινδονησίας

Οι άνθρωποι γονατίζουν σαν άνθρωποι
Και τρέχουν όπως στα όνειρα

Γελάω τραντάζομαι γιατί είμαι μόνος
Σε σχέση με τίποτα.


"Κέφια" (Από ταξιδιωτικό σημειωματάριο)

Ταξιδεύοντας με το Beni Ansar
έχω στο νου μου πράγματα
που ταξιδεύουν
πιο εύκολα από μένα
είμαι κόκαλο και ζωγραφίζω
φράσεις πάνω στο κατάστρωμα
συνεχίζω σκίζω
πάμε λέω
αυτά τα πλοία είναι και κάτι
άλλο σαν
καταφέρνουν να χωρέσουν
μια σκέψη που κάνω
πως κάνω
(την ίδια στιγμή:)
μια μικρούλα σουλουπώνει
το σουτιέν της
από μέσα η σβούρα του στήθους της
και πιο μέσα ένας
καθεδρικός του ονείρου
μας σπρώχνουν
στο Μαρόκο
πορεία με κρανίο ανάποδα
με τραβάει ένας γλάρος
από το μανίκι
αυτό δεν θα γίνει
πιστευτό από κανέναν
όλα από κάπου βγήκαν
του άλλου
του παράλλου
και μόνο που το σκέφτεσαι
το χαλάς
άνθρωπέ μου.



Σ’ ΑΓΑΠΩ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ

Σ’ αγαπώ στις περιφέρειές σου το σκοτάδι
Σ’ αγαπώ μαντρότοιχος του νεκροταφείου του Μονπαρνάς
Σ’ αγαπώ μεγάλη Τετάρτη νηστικός και χαμένος

Θα περπατήσω μέχρι την άλλη άκρη των λέξεων
Σ’ αγαπώ

Στη φοινικιά που φύτρωσε μέσα στο κοχύλι
Σ’ αγαπώ

Είμαι το μαύρο τρένο στο Μπερσύ κάθε ξημέρωμα
Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ πλεξούδα της νύχτας της αγκαλιάς
Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ σημαίνει ή ακολουθώ ή αφήνω
Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ στους λοβούς των αυτιών σου κάτι

Σ’ αγαπώ είσαι Σ’ αγαπώ

Βραδινή φούρια στο Μπελβίλ
Σ’ αγαπώ
Εκεί άρχισα να ζω αυτό το ποίημα του αποχωρισμού

Σ’ αγαπώ είμαι εγώ.



Abattoir

Καμιά φορά αρπάζεις τα μάτια μου

σαν άγρια φρούτα από τα δέντρα

που για μας καρποφόρησαν σε στίβους σκιερούς·

ανάβω ετούτο το τσιγάρο

και φυσάω κάμποσο απ’ τον καπνό της ποίησης.

Δεν με περιμένει κανείς

παρά μόνο το μολύβι.

Η ρουτίνα είναι μια μορφή αγιοσύνης

μα όχι για όλους.




ΕΙΜΑΙ ΠΛΑΙ Σ΄ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ


Είμαι πλάι σ’ αυτόν που γράφει


Δεν γράφω

Παρουσιάζομαι μέσα από

Παρατάξεις εκφράσεων κινήσεων

Δοκιμών.


Απ’ όπου κι αν περάσει

Θα το πιάσω το ποίημα –


Οι παρατηρήσεις μου

Πάνε κι έρχονται

Δεν χρειάζονται παρατηρήσεις


Το κλίμα ξάφνου

Μας απέρριψε


Ένα minor blues –


Είμαι πλάι σ’ αυτόν που γράφει,

Έχει τα δικά μου χέρια.





ΟΚ

Μέσα μου είναι του ποιητή
Και ξέρεις καλά ότι μισώ το γράψιμο
Αλλά μ’ αρέσει η ποίηση.
Μέσα μου είσαι εσύ
Και κατά πως φαίνεται κι εσύ.
Κάποτε ίσως χρειαστεί να επιλέξω
Το αγαπημένο μου ζώο.
Κι αυτό μέσα μου είναι
Του ποιητή.


Egot
Το δουλεμπόριο των αναγνωστών είναι η απόδειξη
Της ποίησης.




ΠΡΙΝ ΑΠ΄ΤΑ ΓΕΛΙΑ

Ο πόνος εκεί.

Η νύχτα απογίνεται καμιά φορά

Βρωμιά μέσα στα νύχια του εφιάλτη.


Αποτελείσαι από μοναξιά.

Τα παίζεις όλα για όλα.

Είναι ακόμα πιο αργά.


Τέτοια πράγματα έλεγα.


Τώρα πρώτη Μαρτίου γελάω

Με το ποίημα που γράφω.

Και δεν λέω τίποτα.


Σκαλιά πάνω σε πόδια

Ράγες πάνω σε τρένα.

Η ερχόμενη σύναξη των αμφιβολιών

Σ’ εκείνο το καφενείο στο Μονπαρνάς.


Τι θέλω και ταλανίζω.

Ο πόνος είναι το κράτημα

Πριν απ’ τα γέλια.

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ<...Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού...>

ΠΕΡΑΣΜΑ


Στέκομαι σε απόσταση
Ικανή.
Με βλέπω να περπατώ
Ανάμεσα άπ΄το πλήθος
Να περνώ...

Χωρίς να γυρίσουν να με κοιτάξουν
Τα χαμηλωμένα βλέμματα
Οι πόνοι οι κρυμμένοι πίσω από μαύρα γυαλιά
Όλοι την ίδια ηλικία μοιάζουν να΄χουν
Έτσι περνώντας...

Στέκομαι σε απόσταση
Ικανή.
Να με ψάξω μες τους ανθρώπους
Να με βρω
Να με ρωτήσω
Για τον προορισμό,την ταυτότητα,
Την ποιότητα,την ομοιότητα,
Το λάθος,το άλλοθι...

Μα να μη θυμάμαι ούτε το όνομά μου;


Eπιθυμία

Δεν θα΄θελα να είμαι λέξη.
Να μη συρθώ σαν πόρνη από στόμα σε στόμα.
Να μην με σπαταλήσουν ασυλλόγιστα ασυνείδητοι δημαγωγοί του έρωτα.
Να μην μ΄αλλοιώσουν πένες προδομένων εραστών και μετά γυρνώ στους δρόμους
Ψάχνοντας να δώσω νόημα στην υπόστασή μου
Γυρεύοντας να τρυπώσω παράνομα στα κιτάπια κάποιου διάσημου ποιητή...
Μήπως και σώσω κάτι από την υπόληψή μου.
Δεν θα ήθελα να είμαι λέξη.


Αντίθεση

Είναι φτωχές οιλέξεις μου,
γιατί έτσι είναι τα χρόνια,η περιουσία,τα ταξίδια μου.
Τα πλούσια όνειρα μόνο με κρατούν στη ζωή.


Αυτογνωσία

Λέξεις σε λευκή κόλλα...αυτό είμαι γω.
Τίποτα και όλα.
Ειλικρινά,μόνο αυτό.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ

Στην Δέσποινα

<Να περάσεις το ποτάμι.
Να ανακυκλώσεις τη ζωή που σπατάλησες.>

Μα εγώ...καρφωμένη στη μία όχθη,
αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη.



Σ΄όσους με αγαπάνε

Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού.
Να σε πηγαίνει η σκέψη σε ό,τι αγαπάς κα σου αρέσει.
Και να μην είναι ανάγκη να επιστρέψεις
Αυτά κοντά σου πάντα είναι
Μέσα σου εικόνες αληθινές
Σα να πήγες...
Αναμνήσεις χωρίς χρονικότητα
Σα να πήγες...
Σα να γύρισες...