Translate

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

ΠΟΙΗΣΗ ΕΣΥ////ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ποίηση Εσύ,
ξεγύμνωσέ με,
ξύσε τις πληγές μου,
φώτισε τα σκοτάδια μου,
γιάτρεψε τα σακατιλίκια μου
ομόρφυνε τ΄ασχημά μου.
Σου ζητώ...σε ξορκίζω...
Μην μ αφήσεις αιώνια να κοιμάμαι.
Τρέλανέ με

Μέθυσέ με,
Χτύπησέ με,
Σοκάρισέ με,
Αποπλάνισέ με
Κάνε με να ουρλιάξω.
Μην μ΄αφήσεις αιώνια να κοιμάμαι.
Ποίηση,
Ανακάτεψέ με,
Ανάτρεψέ με,
Χαστούκισέ με,
Αφόρισέ με ,
Αποδόμησέ με,
Πόνεσέ με...
Σε εχω ανάγκη
στον κόσμο
για να ζω.

[Πρώτη δημοσίευση]
Ασημίνα Ξηρογιάννη

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

ARTMANIAC 22-ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

VARELAKI: Εχει κάτι καλό να επιδείξει σήμερα η λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα;
Γ.ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ:H σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία έχει να δείξει σημαντικά δείγματα γραφής. Ωστόσο, πολλά καλά βιβλία δεν φθάνουν στους αναγνώστες, γιατί δεν διαγωνίζονται επί ίσοις όροις ως προς την προβολή τους. Κι αυτό είναι πολύ μεγάλο ζήτημα, γιατί ακόμη και στην περίπτωση που διαβαστούν, χάνουν πολλά από τις αξίες τις οποίες περιέχουν. Με άλλη, δηλαδή, προσέγγιση και βαρύτητα αντιμετωπίζουν οι αναγνώστες το βιβλίο που φέρει την υπογραφή ενός φημισμένου συγγραφέα και με άλλη εκείνο του οποίου ο δημιουργός δεν έχει τύχει της προβολής των μέσων και της προσοχής των κριτικών. Θα έλεγα, εν κατακλείδι, ότι υπάρχει μια πλαστή εικόνα στον κόσμο περί της νεοελληνικής λογοτεχνίας, γιατί προβάλλονται αρκετά βιβλία χωρίς καμιά λογοτεχνική και αισθητική αξία.

VARELAKI:Παρακολουθείς τις λογοτεχνικές τάσεις στο εξωτερικό [κυρίως Αμερική -Ευρώπη];
Γ.ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ:Όσο είναι δυνατόν για έναν άνθρωπο που εργάζεται κανονικό ωράριο σε μια εργασία με μεγάλες ευθύνες και απαιτήσεις, έχει οικογένεια και βέβαια ματώνει πάνω από τα δικά του γραπτά. Δυστυχώς δεν την παρακολουθώ όσο θα ήθελα. Γιατί η γραφή είναι συνεχές σχολείο, άσκηση και μαθητεία κι όπως έχω γράψει στη ποιητική συλλογή μου «Το παραμιλητό των σκοτεινών θεών» - …το αίμα, με αντίφοβο αίμα μπολιάζεται και ανθίζει. Γιατί κι ο ποιητής, δένεται από δυο μεριές με τη θάλασσα της ποίησης. Καταθέσεις. Αναλήψεις, του αίματος… - κι αυτό ισχύει και για τον πεζογράφο και κάθε δημιουργό.

VARELAKI: Για πες μου τώρα για το προσφάτως βραβευθέν βιβλίο σου!!! Λεπτομερώς παρακαλώ!!!
Γ.ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ:Εξελίσσεται στην οθωμανοκρατούμενη Άρτα από το 1854 μέχρι το 1882, όμως θα μπορούσε να τοποθετηθεί οπουδήποτε υπήρχε αντίστοιχο πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό ανθρώπινο περιβάλλον, μιας και στην περιοχή ζούσαν Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι. Ένα ελληνόπουλο κι ένα τουρκόπουλο γεννιούνται την ίδια νύχτα, η μοίρα τούς κάνει ομογάλακτους και το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή τους με φόντο την ιστορία της περιοχής, και όχι μόνο. Διηγούνται διαδοχικά σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση όσα έζησαν ο καθένας από τη δική του σκοπιά σε ήρεμους καιρούς αλλά και σε περιόδους εντάσεων και επαναστάσεων, για να φανεί και η αλήθεια του «άλλου» κι όχι μόνο η δική μας μονοδιάστατη αντίληψη.
Ξεκινά με μια δολοφονία που παραμένει μυστήριο για πολλά χρόνια και στη συνέχεια το μυθιστόρημα κινείται σε ό,τι περιλαμβάνει αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινο στοιχείο από τη γέννηση μέχρι το θάνατο, κι ό,τι μπορεί να αναπαραστήσει την εποχή εκείνη. Παιδικές σκανταλιές, έρωτες, συγκρούσεις, επαναστάσεις, ανταγωνισμοί εμπόρων, η «μικρή» ακόμη Ελλάδα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η θυμοσοφία των απλών ανθρώπων, η συνύπαρξη των τριών φυλών, οι φανατισμοί, η καθημερινή ζωή, οι χοροεσπερίδες, τα Καφέ Αμάν, ο πετροπόλεμος, οι Απόκριες, το Ραμαζάνι, τα χαμάμ, ο μπερντές του τούρκικου Καραγκιόζη, οι αφορισμοί, το λαθρεμπόριο, οι κολίγοι, οι τσιφλικάδες, ο πλούτος και η εξαθλίωση, η γλυκιά και η πικρή ζωή. Μαζί, η περιπέτεια, η δράση, οι κωμικές και οι τραγικές καταστάσεις.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Πέρα από την τοπιογραφία και ανθρωπογεωγραφία της περιοχής, και το ταξίδι στην ονειρική πολιτεία του λόγου και της φαντασίας, το «Ιμαρέτ» λειτουργεί, κατά τη γνώμη μου, ως μια κατάθεση στην διατήρηση και λειτουργία της κοινωνικής ιστορικής μνήμης. Μιας μνήμης, που χωρίς να αποστασιοποιείται εντελώς από αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε επίσημη καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, καταδύεται στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, αφουγκράζεται τον παλμό των ιστορικών περιπετειών έτσι όπως βιώθηκαν από απλούς καθημερινούς ανθρώπους, αγγίζει μνημεία-σύμβολα μιας άλλης εποχής μακρινής, μα όχι ανοίκειας με τη δική μας και επισημαίνει το ζήτημα της συνύπαρξης και της ανάγκης να υπάρχουν ανοικτές και ανεκτικές κοινωνίες. Τέλος φιλοσοφεί πάνω στο πέρασμα του πανδαμάτορος χρόνου, καταδικάζοντας την ύβρη, με την αρχαιοελληνική έννοια της αλαζονείας, και την υπερφίαλη συμπεριφορά του ανθρώπινου είδους, που λησμονώντας τη μοναδική βεβαιότητα της ζωής, το θάνατο, δηλητηριάζει την έτσι κι αλλιώς σύντομη ύπαρξή του με μικροπρεπείς συμπεριφορές, αδικίες, έχθρες και πάθη.

VARELAKI: Αν έκανες μια λίστα από βιβλία που θα έπρεπε κάποιος φανατικός αναγνώστης να διαβάσει οπωσδήποτε... ποια θα ήταν αυτή;
Γ.ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ:Η έννοια του φανατικού με απωθεί ακόμα κι όταν πρόκειται για αναγνώστες. Οποιαδήποτε λίστα θα αδικούσε πολλά περισσότερα. Άλλωστε για τον καλό και ψαγμένο αναγνώστη είναι σημαντικό να αναζητεί και να ανακαλύπτει μόνος του τα βιβλία που θα διαβάσει.
VARELAKI: Aσχολείσαι με κάτι άλλο πέρα από τη συγγραφή; Aκόμα, σε γοητεύει κάποια άλλη τέχνη πέρα από την τέχνη του λόγου;
Γ.ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ:Όπως ανέφερα και πριν εργάζομαι. Συγκεκριμένα στο Υπουργείο Οικονομικών. Έχω ασχοληθεί για μερικά χρόνια με το στίχο για τραγούδι, αλλά κι εκεί πάλι ο λόγος είναι το αντικείμενο της τέχνης μου, αν και σε πολύ αυστηρή δομή και διαφορετικό τρόπο γραφής. Πέραν του λόγου με γοητεύει η μουσική και το θέατρο. Αν οι συνθήκες στη ζωή μου ήταν διαφορετικές πολύ πιθανόν να είχα γίνει ηθοποιός. Βέβαια ο συγγραφέας και ο ποιητής εν κρυπτώ, με την έννοια ότι κανείς δεν τον βλέπει την ώρα της δημιουργίας, είναι ο υπέρτατος ηθοποιός που υποδύεται δεκάδες ρόλους, οι οποίοι εναλλάσσονται ταχύτατα και τους βιώνει ως ζώσα πραγματικότητα.

VARELAKI:Λες να έρθει μια εποχή που όλοι θα διαβάζουμε ηλεκτρονικά μυθιστορήματα;
Γ.ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ:Νομίζω πως θα συμβεί αλλά όχι άμεσα, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Σε είκοσι, τριάντα χρόνια το πολύ θα διαβάζουμε μυθιστορήματα σε ηλεκτρονική μορφή. Η ουσία ωστόσο παραμένει ο λόγος. Έντυπος ή ηλεκτρονικός, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι ζήτημα εποχής και εξέλιξης.

VARELAKI: Γράφεις κάτι τώρα;
Γ.ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ:Καταγίνομαι από τον Μάιο ξανά με το κοινωνικό μυθιστόρημα με φόντο την ιστορία. Όμως σε άλλο χρόνο και με άλλη σημειολογία. Ανυπομονώ κι εγώ να δω που θα με οδηγήσουν οι ήρωες μου. Όμως η περιπέτεια της γραφής είναι απρόβλεπτη. Μπορεί ξαφνικά να με οδηγήσει σε άλλα μονοπάτια και λεωφόρους. Είδομεν.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

...Γιορτή για την Ποίηση!!!

...21 Μαρτίου!!!Εχει οριστεί ως η παγκόσμια ημέρα της Ποίησης...!Το varelaki γιορτάζει την Ποίηση και περιμένει τα ποιήματα των φίλων του και μη φίλων του ποιητών στο minaxirogianni@hotmail.com ώστε να τα αναρτήσει στο blog ....να ειστε όλοι καλά!!!

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

VARELAKI:Παρακαλώ,απαρίθμησέ μου τα έργα που παρουσίασε η ομάδα από το ξεκίνημά της μέχρι σήμερα...με ένα μικρό σχόλιο για το καθένα.
Γ.ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ:Τα έργα μας:
α) "Εκεί, εκεί στην Κόλαση", θα ανέβαινε για 10 βράδια σε ένα bar theatre και κατέληξε να παίζεται για πάνω από 2,5 χρόνια. Ήταν η παράσταση που μας διαμόρφωσε και συγχρόνως ένα υπέροχο ταξίδι.
β) "Με αγάπη AbOvo" Δοκιμή για μια πραγματικά interactive φόρμα. 6 δωρεάν παραστάσεις στο Guru. Αποτέλεσε την πρώτη ύλη του "Ζελόβ"
γ) "Ζελόβ" Η δεύτερη μεγάλη μας παράσταση. Θέμα η αγάπη. Μια πιο ευαίσθητη και προσωπική παράσταση με την οποία προσπαθήσαμε να δούμε και λιγότερο "αστείες" καταστάσεις.
δ) "Ελλάδα είσαι Πρέζα" η πρώτη ύλη του πιλότου μας και των "Μαμάδων..."
ε) "Ο Πλανήτης" οι AbOvo στο εξωτερικό! Φτιάξαμε μια παράσταση χωρίς λόγια με την οποία ελπίζουμε κάποια στιγμή να συμμετέχουμε σε κάποιο διαθνές φεστιβάλ.
στ) "Μαμά Ελλάδα" Πώς να ξεχειλώσεις ένα επιτυχημένο performance (Ελλάδα είσαι πρέζα) και να το μετατρέψεις σε μια μέτρια παράσταση.
ζ) "Μαμά Ελλάδα 2" Πώς να μετατρέψεις μια μέτρια παράσταση και μια κακή χρονιά σε μια μεγάλη (για τα δεδομένα μας) επιτυχία! Με αυτήν την παράσταση ξαναζήσαμε στιγμές... Κόλασης!
VARELAKI:Γενικά,γίνονται όμορφα πραγματα σήμερα στο θέατρο;Υπάρχουν στην Αθήνα μαζεμένα τόσα θέατρα!Νέες ομάδες,πολλές ομάδες,μοντέρνες δουλειές,συντηρητικές δουλειές...όλα.Βγαίνει κάτι καλό,κάτι θετικό και ελπιδοφόρο από όλη αυτήν την υπερδραστηριότητα ή απλά ανακυκλώνονται ιδέες και δράσεις;Eίναι κάποια παράσταση που σε έχει καθηλώσει τα τελευταία χρόνια;
Γ.ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ:Υπάρχει ένα νέο θέατρο στην Αθήνα το οποίο εκφράζεται και εκπροσωπείται όλο και από περισσότερες ομάδες που κάνουν σωστή και έντιμη δουλειά. Αυτό προσπαθούμε να υποστηρίξουμε κι εμείς διοργανώνοντας το Bob Theatre Festival (για 3η συνεχόμενη χρονιά φέτος).
Το καλοκαρι είδα την παράσταση του Γιαν Φαμπρ "Το όργιο της ανεκτικότητας" η οποία με ενθουσίασε. Ένα βαθύ, κοινωνικό έργο παρουσιασμένο με πανέξυπνο χιούμορ και άψογη τεχνική. Τι άλλο να ζητήσεις;
Όσο για τα δικά μας, ξεχωριστή εντύπωση μου έκανε η Golfw, για τα ευρήματά της, για το πόσο συντονισμένη παράσταση ήταν, αλλά και για την παρουσία του Σίμου Κακάλα τον οποίο δεν χόρταινα να βλέπω.
<θεατρικά πρότυπα>>;
Γ.ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ:Θεατρικά πρότυπα.... Μου αρέσει πολύ ο Μπέκετ και ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζει το χιούμορ, την πλάκα με τη φιλοσοφία, ο Eddie Izzard, ένας άγγλος κωμικός και ο Derren Brown (ποιος;).

ΣΤΗΛΗ THE ARTMANIACS //////ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΑΡΛΑΣΗ

 




Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη


Πώς ξεκίνησες να γράφεις;

Γράφω από τότε που με θυμάμαι, από τότε που έμαθα να γράφω. Μάλιστα αυτό τον καιρό, βρίσκεται υπό έκδοση από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, μια ιστορία μου, Το δέντρο που είχε φτερά, η οποία βασίζεται σε ένα παραμύθι που είχα γράψει όταν ήμουν 6-7 χρονών. Αν πιστέψουμε ότι κάθε άνθρωπος κάπου βαθιά μέσα του γνωρίζει για το τι είναι προορισμένος να κάνει, εγώ ένιωθα ότι αυτό ήταν η συγγραφή. Μπορεί να με γοήτευσε για κάποιο καιρό το θέατρο αλλά τελικά μέσω θεάτρου επέστρεψα στο γράψιμο. Και λέω μέσω θεάτρου γιατί, από θεατρικά έργα ξεκίνησα την «επίσημη» διαδρομή μου ως συγγραφέας: η αρχή έγινε με τη Μυστική συνταγή της Φραντσέσκα Ντρίμερ και το Πόλη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και τα δύο γραμμένα με αφορμή διαγωνισμούς θεατρικών έργων – όπου και διακρίθηκαν. Και μετά απλά δεν μπορούσα, δεν μπορώ κι ούτε θέλω να σταματήσω να γράφω.


Μίλησέ μου για το πρώτο και για το τελευταίο σου βιβλίο... 

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν οι Ονειροφύλακες. Ξεκίνησε ως διήγημα, στη συνέχεια το επεξεργάστηκα θεατρικά για την Ομάδα Πάροδο (πάλι αυτό το «μέσω θεάτρου» που σου έλεγα). Αισθάνθηκα όμως ότι δεν είχα τελειώσει μ’ αυτή την ιστορία κι έτσι την ξανάγραψα ως μυθιστόρημα, εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Πατάκη και… κέρδισε το Κρατικό βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας. Κι ενώ τα χρόνια περνούν αποδεικνύεται σταθερό long seller. Κι όσο για την υπόθεση: Σε μια χώρα που μοιάζει με τις δικές μας ζουν οι φύλακες-προστάτες των ονείρων του κόσμου οι οποίοι δεν έχουν οι ίδιοι δικαίωμα να ονειρεύονται. Η Έρση μια Ονειροφύλακας που θα ονειρευτεί χάρη στην αυτοθυσία των γονιών της, ανατρέπει τα ως τότε δεδομένα. Πρόκειται για ένα αλληγορικό παραμύθι, αφού το βασικό του θέμα είναι το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και τελικά το δικαίωμα που έχουμε και που πρέπει να έχουμε όλοι στο όνειρο και τελικά στη ζωή. Το δεύτερο είναι το «μωρό μου» μόλις 4 μηνών. Ο τίτλος του είναι Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο (εκδόσεις Πατάκη) και η υπόθεσή του είναι αυτό που λέει ο τίτλος. Κατά τα άλλα θα μπορούσα να το περιγράψω ως μια “road” ιστορία με πρωταγωνιστές 3 παιδιά κι έναν άγγελο(;). Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από σχεδόν κινηματογραφικό σασπένς, και ιδιαίτερη δομή (διαρκής εναλλαγή πρωτοπρόσωπης - τριτοπρόσωπης αφήγησης) αφού την ιστορία την παρακολουθούμε τόσο από τα μάτια των παιδιών όσο κι από την οπτική των μεγάλων. Κι είμαι χαρούμενη που οι ως τώρα πολύ καλές κριτικές, στέκονται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι πρόκειται στην ουσία για ένα cross-over βιβλίο, αφού για διαφορετικούς λόγους, θα το ευχαριστηθούν τόσο τα παιδιά κι οι έφηβοι, όσο κι οι ενήλικες

Στην Τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ποιά τα λογοτεχνικά σου πρότυπα;

 Φυσικά και δεν υπάρχει παρθενογένεση. Και για να δανειστώ το γνωστό στίχο του Σεφέρη: «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Ξεχωρίζω πολλούς λογοτέχνες. Και μόνο ενδεικτικά μνημονεύω κάποιους (σίγουρα ξεχνώντας πολλούς άλλους): τον Παπαδιαμάντη και τον Λουντέμη (για τον βαθύ ανθρωπισμό και την αφηγηματική τους δεινότητα), το Βιζυηνό (για την εικονοκλαστική δυναμική της γλώσσας του) τον Σαίξπηρ και τον Μπρεχτ (για την ποιητική θεατρικότητά τους), τον Μπέκετ (για την κοσμογονική απλότητά του), τον Τσέχωφ και τον Ευριπίδη (για την ουσιαστική και σε βάθος ικανότητα ανάδειξης της ανθρώπινης ψυχολογίας), τον Άντερσεν (για τη δεινότητά του να δημιουργεί παραμύθια απ’ την καθημερινότητα). Δεν ξέρω αν έχω επηρεαστεί από όλους αυτούς αλλά… πολύ θα το ήθελα. Επίσης αγαπώ ιδιαίτερα τους λατινοαμερικάνους λογοτέχνες Μαρκές, Γιόσσα, Ρούλφο. Νομίζω ότι η επιρροή μου, από τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και το μαγικό ρεαλισμό είναι, ολοφάνερη στο Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο. Τιμής ένεκεν μάλιστα στο Μπόρχες που με έχει σημαδέψει ως αναγνώστη, ένας από τους ήρωες στο συγκεκριμένο βιβλίο μου λέγεται Χόρχε, είναι γέρος τυφλός ποιητής που συχνάζει στη βιβλιοθήκη και...κλέβει βιβλία προκειμένου… (δε θα αποκαλύψω περισσότερα, ήδη είπα πολλά).


Ποιά άλλη Τέχνη σε γοητεύει πέρα από την Τέχνη του Λόγου;

Έτσι ειδικά όπως το θέτεις. Παλιότερα θα σου έλεγα το θέατρο. Αλλά τώρα θα σου πω: η μουσική. Συχνά γράφω με συγκεκριμένη μουσική υπόκρουση. Πολλές φορές μόνο και μόνο η ακρόαση μιας μουσικής μου δίνει ερέθισμα να ξεκινήσω να γράψω. Ένα από τα λίγα πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει είναι το ότι σταμάτησα τις μουσικές μου σπουδές. Κι έτσι αφού δεν έγινα μουσικός … παντρεύτηκα συνθέτη, και μαζί, εκτός από 2 παιδιά, αποκτήσαμε και την ανεξάρτητη δισκογραφική Puzzlemusik (στη συγκεκριμένη περίπτωση βλ. η «γυναίκα πίσω από τον άντρα» και πολύ το ευχαριστιέμαι). 

Αμεσα σχέδια... 

Άμεσα σχέδια… μαζί με το συνθέτη (και σύζυγο μου) Χρήστο Αλεξόπουλο γράφουμε ένα μουσικοθεατρικό έργο για bar-theatre καθώς και μια «μουσικο-θεατρική» διασκευή της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων για cd. Κι έχω ξεκινήσει ήδη το επόμενο μυθιστόρημα που ελπίζω να τελειώσει μέσα στο 2010. Σε προσωπικό επίπεδο αυτό που ονειρεύομαι είναι να είμαι καλά, να ζω μαζί με τους αγαπημένους μου, να χαίρομαι τα παιδιά μου και ν’ ανακαλύπτω μαζί τους τον κόσμο από την αρχή, και να ταξιδεύω όσο πιο πολύ γίνεται. Επαγγελματικά ονειρεύομαι να γράψω όλα όσα θέλω και στο μέλλον θα θελήσω. Κι όπως κάθε γονιός και δημιουργός, ονειρεύομαι για τα παιδιά μου (φυσικά και πνευματικά) να ζήσουν χρόνια πολλά και καλά και ν’ αγαπηθούν πολύ!


Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

anamoni....artmaniac 20

ΣΤΗΛΗ ΤΗΕ ARTMANIACS ΛΑΚΗΣ ΦΟΥΡΟΥΚΛΑΣ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


 ...συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη

Τα βιβλία σου – Μύθοι και ιστορίες

Το πρώτο μου βιβλίο κυκλοφόρησε τον περασμένο αιώνα και ήταν μια μικρή σε μέγεθος συλλογή με τίτλο «Αιώνια Αγαπημένη» (Εκδόσεις Γη, Λευκωσία). Αυτή περιελάμβανε τα διηγήματα «Το Υπόγειο» και «Έρωτας στη Βενετία» καθώς και τα πρώτα κεφάλαια της νουβέλας «Το λάθος πάθος». Το «Έρωτας στη Βενετία» ήταν το πρώτο μου διήγημα που δημοσιεύθηκε σε ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, το «να ένα μήλο» της Λώρης Κέζα. Τόσο αυτό όσο και «Το Υπόγειο» τα έχω ξαναγράψει και ελπίζω να συμπεριληφθούν σε κάποια μελλοντική συλλογή.

Το 2000 κυκλοφόρησε το «Λάθος πάθος» και πάλι από τις Εκδόσεις Γη στη Λευκωσία. Πρόκειται για την ιστορία ενός καταδικασμένου έρωτα με βασικούς ήρωες τις μετεμψυχώσεις κάποιων ποιητών: Τον Κώστα Καρυωτάκη, την Μαρία Πολυδούρη, την Έμιλι Ντίκινσον και τον Ουίλιαμ Μπλέικ. Μια ιστορία με τραγική και αισιόδοξη ταυτόχρονα κατάληξη, γραμμένη με κάποια αθωότητα ίσως, που μοιάζει πια να έχει για τα καλά χαθεί στο πέρασμα του χρόνου.

Η «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου» ήταν το δεύτερό μου μυθιστόρημα (το προηγούμενο περιφέρεται αδέσποτο κι ανέκδοτο στο λαβύρινθο του κυβερνοχώρου) και το πρώτο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Διόπτρα. Είναι η ιστορία της Μίρας και του Δημήτρη, μιας κοπέλας από την πρώην Γιουγκοσλαβία και ενός νέου από τα Χανιά, τους οποίους ένωσαν ανεξίτηλα ο πόλεμος, ο έρωτας και ο θάνατος. Μια τραγική ιστορία, λίγο μελό μα πολύ ανθρώπινη, που μιλά για το μεγαλείο των ψυχών, αλλά και για τα σκοτάδια στα οποία πολλές φορές αυτές βουλιάζουν. Στη διάρκεια της πρόσφατης, μακράς ως συνήθως, παραμονής μου στην αγαπημένη μου πόλη της Ασίας, την Τσιανγκ Μάι, κάθισα και το έγραψα ξανά από την αρχή κάνοντας πολλές αλλαγές σε ό,τι αφορά την αφήγηση, επεκτείνοντας κάποια κεφάλαια, διορθώνοντας λάθη παλιά. Η Μίρα είναι πραγματικό πρόσωπο.

Την ίδια χρονιά με τη «Μίρα», το 2003 δηλαδή, κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γη στη Λευκωσία και το «Γαλανή & Λεύκιος», μια συλλογή με διηγήματα που μοιάζουν με παραμύθια ή με παραμύθια που μοιάζουν με διηγήματα. Πρόκειται για δεκατρείς ιστορίες οι οποίες κινούνται κατά κύριο λόγο στον κόσμο της φαντασίας, εμπνευσμένες από εικόνες, όνειρα, σκηνές της καθημερινής ζωής. Μια από τις αγαπημένες μου είναι αυτή της «Σάριτα» την οποία εμπνεύστηκα από ένα μάτι που είδα ζωγραφισμένο σ’ ένα κορμό δέντρου στη Ρόδο και το όνομα το οποίο άκουσα σε κάποιο όνειρο. Τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται σε κάποια ανώνυμη χώρα της λατινικής Αμερικής. Αγαπημένο επίσης είναι και «Το χωριό φάντασμα», το οποίο σκέφτομαι να δουλέψω ξανά μετατρέποντάς το σε μια παραμυθητική νουβέλα.

Ακολούθησαν πέντε χρόνια εκδοτικής σιωπής μέχρι που ήρθε ο Δημήτρης από το «Μίρα, το λουλούδι του πολέμου» να στοιχειώσει και πάλι τα όνειρά μου. Στο «Οι γυναίκες της συγνώμης» που κυκλοφόρησε το 2008 από τις εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική, τον βλέπουμε να βγαίνει από τη φυλακή, στην οποία ξόδεψε τα τελευταία εφτά χρόνια και να προσπαθεί να φτιάξει ξανά τη ζωή του. Στην προσπάθεια αυτή θα σταθούν δίπλα του κάποιες γυναίκες δυνατές, όπως η αιώνια ερωτευμένη μαζί του Χριστίνα, αλλά και ο Καπετάνιος, ο φίλος του ο Γιώτης που γνώρισε στη φυλακή. Καθώς αυτός θα δίνει τις μάχες με τους μέσα του δαίμονες, πράγματα και καταστάσεις θ’ αλλάζουν συνεχώς γύρω του, επηρεάζοντας και τη δική του ζωή χωρίς καλά-καλά να το καταλαβαίνει. Το ταξίδι προς τη λύτρωση θα αποδειχτεί μακρύ κι επίμονο. Κάτι μου λέει ότι δε θα ησυχάσω από δαύτονε. Ψέματα λέω, το ξέρω πολύ καλά ότι δε θα με αφήσει στην ησυχία μου ακόμη, αφού δεν πρόλαβε να ξοφλήσει όλα της ζωής τα γραμμάτια.

Αλλά δε θα ξεφορτωθώ εύκολα ούτε κι εκείνο τον γεροσάλιαγκα τον Καπετάνιο, που από τη στιγμή που πήρε σάρκα και οστά στη φαντασία μου έγινε ο μπαλαντέρ που έψαχνα απεγνωσμένα να βρω ώστε να κλείσω τους λογαριασμούς μου με κάποιες παλιές ιστορίες. Μια απ’ αυτές ήταν κι εκείνη της Αγγελικής. Την ιστορία της την εμπνεύστηκα από ένα άρθρο του διάβασα σε μια εφημερίδα το μακρινό 2001. Η πρώτη εκδοχή της ήταν γραμμένη σαν θεατρικός μονόλογος και έφερε τον τίτλο «Της τύχης τα γυρίσματα». Την έδειξα σε μια φίλη, νέα τότε ηθοποιό, η οποία μου είπε ότι περισσότερο αφήγημα θύμιζε παρά θεατρικό. Δύο χρόνια μετά λοιπόν την ξανάγραψα, υπό τη μορφή ενός εκτενούς διηγήματος. Αλλά και πάλι δεν ήμουν ευχαριστημένος. Την άφησα λοιπόν στην άκρη και άρχισα να ασχολούμαι με άλλα μέχρι που, μεταξύ του χειμώνα του 2007 και του καλοκαιριού του 2008, και καθώς βρισκόμουν και πάλι στην Τσιανγκ Μάι, μου ήρθε η επιφοίτηση. Άρχισα λοιπόν να την γράφω από την αρχή, προσθέτοντας νέους χαρακτήρες και αληθινά επεισόδια, τα οποία γνώριζα από πρώτο χέρι και ρίχνοντας μέσα σαν τζόκερ τη φιγούρα του Καπετάνιου, του ήρωα δηλαδή που χρειαζόμουνα για να λύσω το γόρδιο δεσμό της αφήγησης. Κι αυτός ο μπαγαπόντης έκανε καλά τη δουλειά του! Όταν τέλειωσα με τη δεύτερη γραφή της τρίτης εκδοχής αυτής της ταλαίπωρης ιστορίας είχα δώσει στο κείμενο τον τίτλο «Πωλείται Γυ(μ)νή», ο οποίος τελικά δεν εγκρίθηκε, έτσι από τον περασμένο Δεκέμβρη κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις Ιβίσκος σαν «Αγγελική. Το ημερολόγιο μιας πόρνης».

Συγγραφείς που θαυμάζεις και σε επηρέασαν.

Είναι πολλοί οι συγγραφείς που θαυμάζω, αλλά κατά πόσο με έχουν επηρεάσει δεν μπορώ σίγουρα να πω. Πολλές φορές οι επιρροές βγαίνουν ασυνείδητα στην επιφάνεια, άλλες απλά θέλεις να γράψεις με τον τρόπο που γράφει κάποιος συγκεκριμένος συγγραφέας. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι διαβάζοντας ξανά, χρόνια μετά την έκδοσή του, το «Λάθος πάθος» βρήκα μέσα αυτούσια μια πρόταση που «έκλεψα» από τον Τολστόι, ενώ τώρα, καθώς επιχειρώ μια στροφή στη θεματολογία μου εντοπίζω κάποιες επιρροές από τη Σώτη Τριανταφύλλου. Η τελευταία είναι μια από τις συγγραφείς που θαυμάζω. Μου αρέσουν επίσης οι μακαρίτισσες Λιλή Ζωγράφου και Μαργαρίτα Καραπάνου και η πολύ ζωντανή Ρέα Γαλανάκη. Ο Καζαντζάκης είναι πάντα στο μυαλό μου, ενώ απολαμβάνω τον Σουρούνη και τον Αλέξη Σταμάτη. Από τους ξένους, οι κλασσικοί: Τολστόι, Ντοστογιέφσκι και Τόλκιν εξακολουθούν να με ταξιδεύουν. Από τους σύγχρονους θαυμάζω τους λυρικά τραγικούς χιουμορίστες ιρλανδούς: Ρόντι Ντόιλ, Τζον Μπάνβιλ και Σεμπάστιαν Μπάρι. Ο Μπόρχες κάνει επίσης καλό στην υγεία, ενώ είμαι αθεράπευτα ερωτευμένος με τις γραφές των σύγχρονων γιαπωνέζων συγγραφέων: Μπανάνα Γιοσιμότο, Ρίου και Χαρούκι Μουρακάμι, Νάτσουο Κιρίνο, Γιόκο Όγκαβα και Γιόκο Τάβατα. Για τις μουντές μέρες του χειμώνα δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από μια μυθική περιπέτεια του Ουίλμπουρ Σμιθ ή κάποια φανταστική του Φίλιπ Πούλμαν. Καταβροχθίζω επίσης μετά μανίας αστυνομικά μυθιστορήματα από όπου κι αν προέρχονται αυτά.

Διαδίκτυο και λογοτεχνία

Από την αρχή είχα μια πολύ καλή σχέση με το διαδίκτυο η οποία δε χάλασε στο πέρασμα του χρόνου. Πιστεύω ότι η δημιουργία του έκανε τη ζωή μας πιο εύκολη και πολύ πιο πλούσια. Τώρα μπορούμε πια να παρακολουθούμε τις εξελίξεις άμεσα όπου κι αν βρισκόμαστε και να ερχόμαστε σ’ επαφή καθημερινά με τις νέες τάσεις, εξερευνώντας την ίδια ώρα τις παλιές. Μας βοηθά επίσης να κάνουμε νέους φίλους και να τους χάνουμε. Μέσω του διαδικτύου γνώρισα καινούριους συγγραφείς, εκδοθέντες και μη, και ανακάλυψα κάποιους παλιούς αξιόλογους άγνωστους τότε για μένα (όπως τον εξαιρετικό διηγηματογράφο Σάκι και τις ποιήτριες Έμιλι Ντίκινσον και Κριστίνα Ροσσέτι), ενώ τις πρώτες δημοσιεύσεις πολλών κειμένων μου την έκανα εκεί. Κατ’ ακρίβεια η σχέση μου μαζί του παραείναι στενή αφού διαθέτω έξι μπλογκς, ενώ έχω φτιάξει και σελίδες για τις: Σώτη Τριανταφύλλου, Λιλή Ζωγράφου, Μαρία Πολυδούρη και Μυρτιώτισσα, και μπλογκ-σελίδες για τις Μαργαρίτα Καραπάνου και Μπανάνα Γιοσιμότο. Σήμερα, καθώς ξοδεύω τον περισσότερο χρόνο μου στην Ασία, αποτελεί την κυριότερη πηγή ενημέρωσης για μένα. Ένα χρήσιμο μέσο το οποίο δίνει την ευκαιρία στον καθένα να εκφραστεί όπως ακριβώς θέλει, κάτι που αποτελεί ευλογία και κατάρα μαζί, αφού όπου υπάρχει χρήση υπάρχει και κατάχρηση.

Πολλοί συγγραφείς, πολλές τάσεις, πολλές προσπάθειες...Τελικά γράφονται πράγματα που ενδιαφέρουν και συγκινούν τον Έλληνα; Mήπως διαθέτουμε απλά ποσότητα και έχουμε ξεχάσει την ποιότητα;
Πιστεύω ειλικρινά ότι παρά την γκρίνια υπάρχουν πολύ καλοί έλληνες συγγραφείς. Το πρόβλημα είναι ίσως ότι κάποιοι προτιμούν να τους υποτιμούν. Π.χ. παρατηρούμε πολλές φορές τους κριτικούς να εφαρμόζουν δύο μέτρα και δύο σταθμά όταν κρίνουν ένα βιβλίο. Ας πούμε θεωρούν καθήκον τους να «θάβουν» τα μπεστ σέλερ, απλά και μόνο επειδή είναι τέτοια, ή τα λεγόμενα βιβλία της «γυναικείας λογοτεχνίας», έστω κι αν είναι καλογραμμένα και έχουν κάτι να πουν. Για να το πω απλά: τις προτιμήσεις τους τις ορίζουν οι παρωπίδες τους. Ένα πρόσφατο παράδειγμα που θυμάμαι ήταν αυτό ενός κριτικού που έγραφε ότι το νέο βιβλίο του Νταν Μπράουν είναι χειρότερο από το προηγούμενο προτού καν κυκλοφορήσει και το πάρει στα χέρια του. Ο ίδιος, σε άλλο φύλλο, έγραφε ύμνους για το μισοτελειωμένο βιβλίο της αγαπημένης του συγγραφέως. Σε τέτοιους καιρούς που ζούμε ευτυχώς που υπάρχουν τα βιβλιογραφικά μπλογκς τα οποία υποκαθιστούν αξιοπρεπώς το λειτούργημα της κριτικής, αφού οι «συντάκτες» τους δεν έχουν πάρε-δώσε με εκδοτικούς οίκους και «συντεχνιακές» προτιμήσεις. Το παράδοξο είναι ότι οι συγγραφείς είναι πολύ πιο πρόθυμοι να εκφραστούν θετικά για ένα συνάδελφο και ανταγωνιστή τους απ’ ό,τι οι δήθεν αντικειμενικοί κριτικοί. Κι αυτό δεν το λέω από πικρία αφού κανένας κριτικός δεν ασχολήθηκε ακόμη μαζί μου (αλλά ούτε και ελπίζω να το κάνει).

Όνειρα και μελλοντικά σχέδια

Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, οι θεοί γελάνε. Δε θυμάμαι που το διάβασα αυτό. Όχι πώς έχει σημασία. Τα όνειρά μου έχουν πιότερο να κάνουν με τα ταξίδια. Θέλω να πάω σε κάποια μέρη που δεν πάτησα ακόμη, να γνωρίσω κάποιους ανθρώπους ξεχωριστούς που οι μοίρες (στάθηκαν μαζί τους ευγενικές κι έτσι) δεν πρόλαβαν να τους φέρουν στο δρόμο μου. Σχέδια; Πολλά τα σχέδια. Το ίδιο μεγάλα με τα όνειρα. Αλλά το βασικό είναι η συγγραφή. Να γράψω και να εκδώσω πολλά-πολλά βιβλία. Έχω ένα κεφάλι γεμάτο ιστορίες, που περιμένουν να γραφτούν, και έξι τόμους (τρεις συλλογές διηγημάτων, μια νουβέλα και δύο μυθιστορήματα) που περιμένουν να εκδοθούν. Και οι ιδέες, αυτές εξακολουθούν να με επισκέπτονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Κλείνοντας με μια εύθυμη μακάβρια νότα θα έλεγα ότι κανονικά στα σχέδιά μου θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται και η αυτοκτονία, αλλά την άφησα στην άκρη σαν ανέφικτη, αφού είμαι πολύ περίεργος να δω τι θα γίνει μετά. Ή για να το θέσω με τον τρόπο της Μαργαρίτας Καραπάνου: Αν αυτοκτονήσω εφτά με οκτώ το πρωί, οκτώ με εννιά τι θα κάνω;

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

ARTMANIAC 18-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ






ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΣΣΑ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

VARELAKI:«City Lover» Πες μου γι΄ αυτό. Πώς σου γεννήθηκε η ιδέα για  τη στήλη;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Συνεργαζόμουνα από καιρό με την "Athens Voice" και πρότεινα μια στήλη για την πόλη. Έγραψα μια δυο δοκιμαστικές, αρέσανε, είπαμε να γράφω σε εβδομαδιαία βάση.  Πρότεινα διάφορα πιθανά ονόματα και καταλήξαμε σ΄ αυτό: όχι βέβαια με την έννοια «ο γαμιάς της πόλης» (δεν είμαι κανένα ψώνιο), μα αυτός που αγαπάει την πόλη. Κάθε στήλη έχει πάντα 1. ένα "Γιατί το λένε έτσι", που εξηγεί κάποιο τοπωνύμιο τη Αθήνας 2.κάποιο ταβερνάκι / ουζερί / κρασοπουλιό / καφενείο / σινεμά / παλαιοβιβλιοπωλείο / γήπεδο κλπ 3. ποικίλα τρέχοντα θέματα σχετικά με την πόλη (εκδηλώσεις, παρατηρήσεις, θεάματα του δρόμου κλπ).

VARELAKI: Υπάρχουν φανατικοί της Ποιήσεως σήμερα; Mήπως αυτό το κομμάτι της Λογοτεχνίας έχει παραγκωνιστεί κάπως στις μέρες μας;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Το 19ο αιώνα, η ποίηση είχε περισσότερη απήχηση απ΄ ό,τι η πεζογραφία (άλλωστε, πεζογράφοι άργησαν να εμφανιστούν). Αλλά ήταν ποίηση πολύ χαμηλής ποιότητας και διαδίδονταν κυρίως προφορικά, σ΄ ένα λαό κατά βάση αγραμμάτων. Τον εικοστό αιώνα, η πεζογραφία ξεπέρασε κατά πολύ την ποίηση. Αλλά από δημιουργούς, η ποίηση εξακολούθησε να έχει περισσότερους. Σήμερα, από αναγνώστες υπάρχουν όσοι υπήρχαν πάντα, δηλαδή λίγοι. Οι ποιητές όμως που παρουσιάζουν το έργο τους είναι πολύ περισσότεροι από παλιά, εξαιτίας της ευκολίας ν΄ ανεβούν οι στίχοι στο διαδίκτυο ή να τυπωθεί ένα βιβλίο (εγώ το ποιητικό βιβλίο μου «Οι αστικοί χώροι είναι ποίηση από μόνοι τους» το τύπωσα μόνος μου και το χαρίζω ο ίδιος, ενώ έχω ανεβάσει τα στιχάκια μου και στο διαδίκτυο στο www.dimitrisfyssas.gr. Αντιθέτως, τα πεζογραφικά βιβλία μου κυκλοφορούν κανονικά στα βιβλιοπωλεία). Η ποιότητα όμως είναι πολύ συζητήσιμη, πρέπει να ψάξεις πάρα πολύ για να βρεις καλούς στίχους. Τα λογοτεχνικά περιοδικά και οι κριτικοί παίζουν σημαντικό ρόλο, γιατί κάνουν ένα πρώτο ξεσκαρτάρισμα της ήρας από το στάρι, όποτε δεν λειτουργούν με βάση κάποια δουλεία. Οι βιβλιοπώλες δεν δέχονται ποιητικά βιβλία, παρά μόνο 10-20 γνωστών ονομάτων. Δεν έχουν άδικο, γιατί δεν πουλάνε. Όμως, ούτε παλιά δέχονταν. Συμπέρασμα: κανένας παραγκωνισμός της ποίησης δεν υπάρχει. Μόνο χαμηλή ποιότητα στο σύνολο, αλλά γι΄ αυτό φταίνε οι ίδιοι οι ποιητές.   

VARELAKI:Διαβάζουν οι σύγχρονοι νέοι; Ποια αναγνώσματα προτιμούν;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Κρίνοντας από μαθητές μου, φίλους μου μικρής ηλικίας και παιδιά φίλων μου, διαβάζουν όσοι διάβαζαν πάντα και μάλλον λίγο περισσότεροι, δηλαδή και πάλι λίγοι. Είναι μύθος ότι παλιά ο κόσμος διάβαζε περισσότερο. Σήμερα οι εγγράμματοι είναι πολύ περισσότεροι, οι εκδοτικοί οίκοι περισσότεροι, τα βιβλία που κυκλοφορούν περισσότερα. Είναι χρέος του καθενός, εφόσον ενδιαφέρεται, να βρει και να διαβάσει λογοτεχνία της προκοπής. Μεγαλύτερη σημασία κι από τον κριτικό, κι από το λογοτεχνικό περιοδικό κι από την καλή κουβέντα – σύσταση του φίλου, έχει το δικό σου τριγύρισμα στο βιβλιοπωλείο και στο παλαιοβιβλιοπωλείο, ο χρόνος που θα ξοδέψεις διαβάζοντας οπισθόφυλλα και πρώτες σελίδες, η εξάσκησή σου ν΄ απορρίπτεις το κακό βιβλίο ήδη από τη γραμματοσειρά του, το στήσιμο του εξωφύλλου, τις λέξεις – κλειδιά κλπ. Ένα σύγχρονο βιβλίο που ο τίτλος του έχει γραμματοσειρά με ουρίτσες, «γυναικείες» λέξεις όπως «αγάπη», «έρωτας», «φεγγάρι», «σκλάβα», «χίμαιρα», «μάγισσα», «τακούνια», «φιλί» κλπ, ή, αντίστροφα, «στρατοκαυλικές» λέξεις όπως «τιμή», «πόλεμος», «αγώνας», «ανδρεία», «πρόγονοι», «αναμέτρηση», «θάρρος», «πατρίδα» κλπ, ή αντίστοιχες εικόνες (είτε δαντέλλες, καρδούλες, γυαλικά κλπ, είτε ασπίδες, ελληνικές σημαίες, σατυροί κλπ)- ένα τέτοιο βιβλίο είναι κατά πάσα πιθανότητα χαμηλής ποιότητας.
Όσο για το τι διαβάζουν οι νέοι ειδικά, δεν έχω ιδέα.

VARELAKI:Ποια είναι τα μελλοντικά συγγραφικά σου σχέδια;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Ελπίζω να βρουν εκδότη τα εξής τελειωμένα βιβλία μου: «Τα σινεμά της Αθήνας 1896 – 2010» (έρευνα), «Ο ποιητής είναι ένας αναγνώστης» (μυθιστόρημα), «Ο κηπουρός κι ο καιροσκόπος» (μυθιστόρημα). Έχω στα σκαριά: τα «Τοπωνύμια και κτίρια της Αθήνας» (έρευνα), «Τραγούδια της φυλακής» (έρευνα), ένα «Σεξουαλικό λεξικό της νέας ελληνικής» (λεξικό) και την «Πρέφα για αρχαρίους» (διδακτικό βοήθημα).

VARELAKI:Συμφωνείς με τη γνώμη ότι, στον τόπο μας, όσοι συγγραφείς προβάλλονται είναι υπερεκτιμημένοι, ενώ όσοι έχουν πραγματικά αξία μένουν άγνωστοι;
Δ. ΦΥΣΣΑΣ:Σε γενικές γραμμές δε συμφωνώ.. Υπάρχουν συγγραφείς 1. που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή με το σπαθί τους (Βουτυράς, Παπαδημητρακόπουλος, Τριαρίδης, Δούκας, Ιωάννου, Χάκκας, Σκαμπαρδώνης, Μπεράτης, Θεοδωρόπουλος, Πατρίκιος, Αισχύλος, Καρυωτάκης, Δούκα, Θεοτόκης, Ηρόδοτος, Καβάφης, Θουκυδίδης, Ρωμανός, Σεφέρης, Ροϊδης, Βαλτινός, Βιζυηνός, Χατζής, Παπαδιαμάντης, Τσίρκας, Βασιλικός, Ευριπίδης, Δούκας, Κουμανταρέας, Ρωμανός κλπ). Αυτοί οι συγγραφείς είναι οι περισσότεροι 2. που βρίσκονται (ακόμα;) στο προσκήνιο, ενώ η μέση ποιότητα του έργου τους είναι χαμηλή (Μακρυγιάννης, Σοφοκλής και Πλάτωνας κατά το λογοτεχνικό σκέλος τους, Σικελιανός, Καραγάτσης, Λειβαδίτης, Πεντζίκης, Ρίτσος, Ελύτης, Δημουλά, Μελάς, Παλαμάς, Μυριβήλης, κλπ, και, βεβαίως, σύμπαν το συγγραφολόι της «γυναικείας λογοτεχνίας» –κι ας γράφεται κι από τα δύο φύλα– και το στρατοκαυλικό ανάλογο των αντρών) 3. με απήχηση όχι απολύτως ανάλογη προς τη σημαντική αξία τους (Αλεξάνδρου, Ν. Νικολαϊδης, Λουκιανός, Πάλλης, Ασλάνογλου, Μητσάκης, Θεοδωρίδης, Πετρόπουλος, Μήτσου, Αλ. Παπαδόπουλος, Ρόμβος κλπ). Φυσικά, η γνώμη μου έχει περιορισμένη αξία, γιατί μιλάω μόνο για ό,τι έχω διαβάσει- κι εκείνα που δεν έχουμε διαβάσει είναι πάντα περισσότερα. Ας πούμε, δεν έχω διαβάσει Μπακόλα, Καχτίτση, Φραγκιά, Γονατά, Λούλη, Χειμωνά, Δημητριάδη, Μπούτο, Κούρτοβικ, Θέμελη, Καπάνταη και πολλά άλλα.

VARELAKI:Κρίνεις τον άνθρωπο ή το βιβλίο;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Το βιβλίο και μόνο το βιβλίο. Μ΄ ενδιαφέρει το βιβλίο που έγραψε ο άλλος, το οποίο έχει μια δική του ζωή. Το τι άνθρωπος είναι ο συγγραφέας παύει να ενδιαφέρει όταν βγει το βιβλίο του. Ή εξαρχής δεν το ξέρω καν. Ύστερα, οι άνθρωποι πεθαίνουν, ενώ τα βιβλία τους μένουν. Ποσώς μ΄ ενδιαφέρει τι άνθρωπος είναι ο άλλος, κομμουνιστής ή δεξιός, γκέι ή στρέιτ, αν συμφωνώ ιδεολογικά μαζί του ή όχι, αν είναι πατριώτης ή άπατρις, ένθεος ή άθεος. Έτσι, μ΄ αρέσει ο Καρυωτάκης ενώ δεν αυτοκτονώ, ο Βάρναλης ενώ δεν είμαι κομμουνιστής, ο Καβάφης δίχως να είμαι ομοφυλόφιλος, ο Σεφέρης δίχως να πιστεύω στο «πανάρχαιο δράμα», ο Σκαμπαρδώνης ενώ είμαι άθεος. Από την άλλη, υπάρχουν συγγραφείς με τους οποίους μπορεί να έχω τα ίδια μυαλά, αλλά δεν τους θεωρώ καλούς συγγραφείς.

VARELAKI: Τι λες για τη στίξη στη λογοτεχνία;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Έχω δημιουργήσει έναν αλάνθαστο (μέχρι στιγμής) κανόνα: όσο περισσότερα αποσιωπητικά και θαυμαστικά έχει ένα σημερινό λογοτεχνικό κείμενο, τόσο χειρότερο είναι. Δυστυχώς, δεν ισχύει το αντίστροφο: δηλαδή, δεν ισχύει ότι αν έχει λίγα ή και καθόλου αποσιωπητικά και θαυμαστικά είναι αξιόλογο κείμενο.

VARELAKI: Περνάει κρίση η γλώσσα μας;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Όχι, καθόλου, μια χαρά είναι, ζει και βασιλεύει, έχω βαρεθεί να διαβάζω και ν΄ ακούω αυτή τη μαλακία επί αιώνες. Παπάδες, συνταξιούχοι στρατιωτικοί, φιλόλογοι (το σινάφι μου, δηλαδή), πολιτικοί, ποικιλώνυμοι αρχαιομανείς και αναλφάβητοι εθνοσωτήρες διακινούν αυτή τη μπούρδα, που βέβαια έχει ως μόνιμη επωδό κι άλλα αρχαία, περισσότερα αρχαία, αρχαία ακόμα και στο νηπιαγωγείο και στον παιδικό σταθμό, ίσως μέχρι και στην κοιλιά της μάνας. Κάθε άνθρωπος που ξέρει λίγη γλωσσολογία γελάει, όπως και όλοι οι γλωσσολόγοι. Όποιος θέλει μπορεί να ψάξει στο διαδίκτυο τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου, ή στα βιβλιοπωλεία τα βιβλία του Σαραντάκου ή του Βασίλη Αργυρόπουλου και θα δει τι λέει η επιστήμη για τη λεγόμενη «κρίση της γλώσσας». Ακόμα μια συνωμοσιολογία: κινδυνεύει η γλώσσα, κινδυνεύει η Ελλάδα, κινδυνεύει η ράτσα, κινδυνεύει η φυλή, καραδοκούν οι κακοί ξένοι, όλοι είναι εναντίον μας, οι νέοι δεν ξέρουν να μιλήσουν, χάθηκαν οι αξίες κλπ κλπ. Αυτοί που τα λένε αυτά ακούγανε τις ίδιες βλακείες 30 χρόνια πριν ως παιδιά, γιατί τις αναπαράγουν τώρα; Βαριέμαι να επιχειρηματολογήσω σοβαρά, το θέμα είναι εξαντλημένο. Ο έχω ώτα ακούειν, ακουέτω.

VARELAKI:Ποια είναι η γνώμη σου για το ηλεκτρονικό βιβλίο, το kindle;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Πολύ θετική. Θα συμβάλει στην περαιτέρω διάδοση της αναγνωστικής διαδικασίας και του βιβλίου γενικά, άρα και της λογοτεχνίας. Επίσης, θα βοηθήσει να σωθούν μερικά εκατομμύρια δέντρα. Γενικά η τεχνολογία έχει βοηθήσει την τέχνη (ντιβιντί, διαδίκτυο, μουσικά όργανα, χρώματα της ζωγραφικής, επεξεργασία κειμένου κλπ) αλλά και την ανθρώπινη επικοινωνία (τηλεπικοινωνιακοι δορυφόροι, εσεμές, ιμέιλ, φέισμπουκ κλπ).

VARELAKI:Ποιος είναι ο Δημήτρης Φύσσας με δυο λόγια;

Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Απαντάω μ΄ ένα δίστιχο που έχω γράψει για τον εαυτό μου:

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΟΦΙΛΕΥΕΘΕΡΟΥ (1956 ;)

Τρία παιδιά, σινέ, βιβλία, πόλη, σκάκι και φτωχός.
Άθεος, ποτέ γραβάτα και Παναθηναϊκός.


***

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

ARTMANIAC 17-ΚΕΛΛΥ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ-ΘΕΑΤΡΟ

Η ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΚΕΛΛΥΣ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ


VARELAKI: Πες μου και για το βιβλίο και για την παράσταση[λεπτομέρειες παρακαλώ].
ΚΕΛΛΥ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ:Το «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ» είναι ένα ταξίδι στο χωροχρόνο που πετυχαίνει αξιοθαύμαστα να αποδώσει θέματα σημερινά διατηρώντας ταυτόχρονα τη γοητεία του κλασικού παραμυθιού. Είναι ένα παραμύθι πρωτότυπο, σύγχρονο και διαφορετικό, που άλλοτε μας απλώνει το χέρι και μας οδηγεί στη γνώση κι άλλοτε μας αφήνει να παρασυρθούμε από την πρόκληση. Ένα παραμύθι συναγερμός κι όχι νανούρισμα που μοιάζει να έρχεται από το μέλλον κι όχι από το παρελθόν. O μύθος της Ραπουνζέλ, αποτελεί τη συνάντηση της τέχνης με τον ουμανισμό κι είναι ευκαιρία να σκεφτούμε κατά πόσο υπάρχουν σήμερα μάγισσες, δράκοι και αν ναι, τι μορφή έχουν; Πόσο επίκαιροι είναι οι πρίγκιπες και από τι έχουν αντικατασταθεί τα μαγικά φίλτρα; Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να ισχυριστεί πως αποτελεί «κάτι περισσότερο» από ένα απλό παραμύθι

ΚΕΛΥ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ /// ΡΑΠΟΥΝΖΕΛ







Κ.ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ:Το «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ» μεταπλάθοντας στοιχεία και χρησιμοποιώντας κάποιες αρχετυπικές αναφορές από τον κλασικό μύθο, αφηγείται τις περιπέτειες της Ραπουνζέλ, την οποία η μάγισσα Φράου Φον Κλοπίδου κρατάει έγκλειστη στον υπερσύγχρονης τεχνολογίας πύργο της. Ο Ιάσονας, ένας εθελοντής από «Το Χαμόγελο του παιδιού», εκμεταλλευόμενος τα ίδια τα «όπλα» της Μάγισσας, θα παλέψει για να τη σώσει. Με παραμυθιακό τρόπο και ευρηματικότητα μιλάμε στα παιδιά για τους κινδύνους που τα περιβάλλουν, προσφέροντας ένα παραμύθι με χιούμορ, αγάπη, αγωνία, φιλία, λύτρωση. Μαγικά ραβδιά, κρυστάλλινες σφαίρες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες έχουν μετουσιωθεί σε σύγχρονες έννοιες και πρόσωπα. Τα μαγικά φίλτρα έχουν αντικατασταθεί από την τεχνολογία και τα πρόσωπα από απλούς καθημερινούς ανθρώπους.

Το έργο έχει ανέβει στην παιδική σκηνή του θεάτρου Βεάκη, υπό την αιγίδα του οργανισμού «Το Χαμόγελο του παιδιού». Το διεισδυτικό σκηνοθετικό βλέμμα του Γιάννη Βούρου και η πρωτότυπη μουσική του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα φωτίζουν το ευαίσθητο και χιουμοριστικό κείμενο και αναδεικνύουν, ανάμεσα σε άλλα, τη σημασία του εθελοντισμού και της αγάπης προς το συνάνθρωπό μας. Πρόκειται για μία διαδραστική παράσταση με ζωντανή μουσική επί σκηνής, όπου οι εμψυχωτές ηθοποιοί «βαφτίζουν» εθελοντές τα παιδιά και τα προσκαλούν να αναζητήσουν μαζί τους τη Ραπουνζέλ.
Παίζουν οι: Στάθης Βούτος, Νατάσα Μαρματάκη, Στέλιος Πετράκης, Μαριάννα Λουκάκη, Θοδωρής Πανάς, Άννα Κολιοφώτη, Ιάκωβος Παυλόπουλος, Τεπελένα Κατερίνα, Λουκάς Αγγελίνας
Οι παραστάσεις μας δίνονται καθημερινά οργανωμένες στις 10:30 και Κυριακές 11:00 και 15:00, Διάρκεια: 90’
Στις 23 Ιανουαρίου 2010 μάλιστα πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία και η παρουσίαση του βιβλίου στη Στοά του Βιβλίου, υπό την αιγίδα του οργανισμού «Το Χαμόγελο του ιού» όπου μας τίμησαν με την παρουσία τους και μας γέμισαν χαμόγελο τα παιδιά που φιλοξενούνται στα σπίτια του οργανισμού, ο πρόεδρος του κύριος Κώστας Γιαννόπουλος, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, εθελοντές και εκπαιδευτικοί. Το «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωρίων, κι είναι εικονογραφημένο σε τετραχρωμία από εθελοντές από «Το Χαμόγελο του παιδιού». Περιλαμβάνει το πλήρες θεατρικό κείμενο, μεταφορά σε παραμύθι για μικρότερα παιδιά, καθώς και CD με αφήγηση του παραμυθιού από τη συγγραφέα κι όλα τα τραγούδια της παράστασης από τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα.