Έργο με έντονη φιλοσοφική χροιά και στοχαστικότητα, με ποικίλες προεκτάσεις και σε άλλα πεδία.
Οι όροι και τα όρια, η υφή της γοητείας, το δίπτυχο ανθρωπινότητα – ζωικότητα, η ενέργεια του Κακού, το πρόσωπο της Βίας. Όλα συμπλέκονται και συμπλέουν μέσα στο δυνατό αυτό κείμενο, θέτοντας συνεχείς προβληματισμούς και δίνοντας διαρκώς ερεθίσματα.
Χριστίνα Γεωργιάδου «Γόος», εκδ. Δωδώνη
Λυρισμό που διαχέεται και αγκαλιάζει τον αναγνώστη μας χαρίζει η Χριστίνα Γεωργιάδου στο βιβλίο της «Γόος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δωδώνη.
Γόος ίσον θρήνος, άγιο μοιρολόι και σπαρακτική κραυγή. Λέξη που τη συναντάμε ήδη από τα έπη του Ομήρου και μας παραπέμπει τόσο στις λατρευτικές τελετές για τους νεκρούς όσο και άλλα ήθη και έθιμα σχετικά με τον θάνατο.
Η συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη, με τίτλους τα «Σάρκινα», τα «Νέφινα», τα «Πύρινα».
Σε αυτά τα μέρη το συναίσθημα μοιάζει να καλύπτει την (δια)νόηση. Είναι μια ροή λέξεων και αισθημάτων που συμπλέκονται και συμπλέουν μέσα στα ποιήματα. Πλούσια γλώσσα που αγωνιά, που σπαράσσεται, που καθρεφτίζει ένα βλέμμα που νιώθει και παρατηρεί
Φαμπρίς-Ροζέ Λακάν, Ζαν-Φρεντερίκ Βερνιέ «Ακόμη μια στιγμή. Ανθοδέσμη από τσουκνίδες», μετάφραση: Νεκτάριος-Γεώργιος Κωνσταντινίδης,
Εκδόσεις Βακχικόν, 2020, σελ.154
Μια ωραιότατη έκδοση για δύο σύγχρονα γαλλικά έργα που πρώτη φορά έρχονται στην Ελλάδα. Ο μεταφραστής και κριτικός θεάτρου Νεκτάριος – Γεώργιος Κωνσταντινίδης με αγάπη πάντα για τη μετάφραση, σε συνεργασία με τις «κοσμοπολίτικες» εκδόσεις Βακχικόν πετυχαίνουν ένα πραγματικά γοητευτικό αποτέλεσμα που αφορά τους λάτρεις του καλού θεάτρου.
Το έργο “Ακόμη μια στιγμή” του Ροζέ Φαμπρίς Λακάν δημοσιεύθηκε στο τεύχος 1459 του περιοδικού L’Avant-Sscène théâtre το 2019 και ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία σε σκηνοθεσία Bernard Murat στο Θεατρο Edouard VII στο Παρίσι το 2019. Είναι ένα έργο με πολλά στοιχεία μαύρης κωμωδίας αλλά αν μεταφερόταν στον κινηματογράφο θα μπορούσε να διαβαστεί και ως ερωτική κoμεντί. Το φλέρτ, η αγάπη για τη ζωή, η διακριτική γοητεία του πάθους κυριαρχούν ως στοιχεία και αφήνουν το άρωμά τους. Μια γυναίκα που δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από μια μεγάλη αγάπη. Ένα φάντασμα που φαίνεται πραγματικό και είναι πάντα παρόν για να καλύψει πάγιες συναισθηματικές ανάγκες.
Τo “Ανθοδέσμη από τσουκνίδες” είναι το πρώτο θεατρικό έργο του Jean-Frédéric Vernier και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1999 στο Παρίσι στο θέατρο Essaïon. Δυο αδερφές, συνυπάρχουν ένα σαββατοκύριακο και αναπολούν τα περασμένα. Θυμούνται και αναστοχάζονται. Αποκαλύπτουν πράγματα, αλλά και αποκρύπτουν άλλα. Ένα ταξίδι στη μνήμη, όλες οι αποχρώσεις της ανάμνησης, μια βαθιά βουτιά στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια, αλλά και τα πιο πρόσφατα. Ο πατέρας, η μητέρα, η σχέση τους, οι δύο αδερφές που -όπως φαίνεται-ίσως μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο θέλουν να νομίζουν. Σκάβοντας σε πρόσωπα και καταστάσεις κάνουν μοιραία μια αποτίμηση της ίδιας τους της ζωής. Γελάνε, παλιμπαιδίζουν, συμβιβάζονται, αντιδρούν. Η Αδελαίδα υπαινίσσεται ότι μπορεί και να σκότωσε τον άντρα της Η Σοφία ανέραστη.
Δημήτριος Δημητριάδης, «Όταν ο ψίθυρος», Εκδόσεις Μελάνι. Αθήνα, Σεπτέμβριος 2019
Το βιβλίο «Όταν ο ψίθυρος» του Δημήτρη Δημητριάδη είναι η δεύτερη ποιητική του συλλογή που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι. Το βιβλίο ανοίγει με αυτόν τον στίχο: «Τους ανθρώπους που είναι μόνοι, τους ακούς να ψιθυρίζουν […][σελ.9]» Ο ψίθυρος μπορεί να είναι εξομολόγηση, διατύπωση σκέψεων, ταξίδι στα συναισθήματα, ένδειξη μοναξιάς. Μπορεί να είναι ακόμα και καταβύθιση στα άδυτα του εαυτού και ταξίδι αυτογνωσίας. Μέσω του ψιθύρου «άσε με να σου μιλήσω για επιθυμίες/και άλλα επικίνδυνα/για τη φωνή σου εκείνη τη νύχτα /που οι νύχτες χόρευαν/και η αφή έγερνε ως την άκρη του κόσμου [..]»[σελ.10] Και λίγο παρακάτω στη σελίδα 11 διαβάζω: «Απόψε ας γεράσουμε μαζί/να υποφέρει ο χρόνος αντί για εμάς/ας φλυαρίσουμε φορτωμένοι ψιθύρους/εσύ εγώ και κανείς/γύρω μας […]»
Δύσκολο από τον ψίθυρο να περάσεις στην κραυγή του ποιητικού λόγου, δύσκολο να δώσεις και ορισμό περί του τι είναι τελικά η ποίηση. Κλείνω τούτο το σημείωμα με το ποίημα (Μια μέρα ενός ποιητή) (σελ .40) που έχει μια θυμοσοφία, αλλά και τη δική του αλήθεια: «Ένα πρωί/ο ποιητής είδε τον άνθρωπο να παραπατά/σκέφτηκε ποιο φιλέσπλαχνο εμπόδιο/του σπάει την περήφανη όρθια στάση/και του μαθαίνει τη ζωή των μυρμηγκιών./Ένα μεσημέρι είδε τον άνθρωπο να ματώνει/σκέφτηκε πολέμους και αδέσποτες σφαίρες/εκείνος είχε πληγωθεί/στον φράχτη του γείτονα/… Ένα απόγεμα είδε τον άνθρωπο να κολυμπά/ σκέφτηκε πως ζηλεύει/αν είχε μάθει ο ίδιος κολύμπι/θα είχε σώσει τον ήλιο/που έβλεπε να πνίγεται τα δειλινά/…, για να δώσει τρόπον τινά και τον ορισμό, να μιλήσει για τον ρόλο του ποιητή: «…Ένα βράδυ είδε τον άνθρωπο να κλαίει/ σκέφτηκε γρήγορα να βρει ένα δοχείο/να το γεμίσει/ του είχε τελειώσει το μελάνι !»
Κουβάρι η απόγνωση, κόμπος η ρωγμή, κι όμως στο βασίλειο της δυστοπίας «ζυγίζουμε τις πιθανότητες για λίγο φως.»
Γιάννη Νταουλτζή: «Τατουάζ στον παράμεσο», εκδ. Momentum
Όπου και να την αγγίξεις τη μνήμη πονεί και ο Νταουλτζής κατορθώνει να την μεταπλάθει σε έντεχνο λόγο και ίσως κι ο ίδιος να παρηγορείται μέσω αυτού του μοιράσματος. Διαβάζω: «Η μνήμη, τυμβωρύχος, ανασκαλεύει το παρελθόν, καταγράφει το παρόν, για να διασωθεί στη σκόνη που φέρνει το μέλλον. Οστεοφύλακας φωνών, μορφών, συναισθημάτων η μνήμη κι η γραφή. Έκτη αίσθηση, που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τις άλλες πέντε. Είναι αυτή που αναπλάθει σχήματα προσώπων, ανακλά είδωλα συναισθημάτων, ψηλαφεί φωνές, επιχρωματίζει εικόνες. Είναι τα ίχνη που αφήσαν οι δικοί, αποτυπώματα, άλλα αχνά – ξεθωριάζουν, άλλα βαθιά – αυλακώνουν, είναι αυτή που τη θαρρούμε χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια. Και αίφνης ξυπνάει, άλλοτε σιγανό ρυάκι, που γίνεται ποτάμι, άλλοτε χείμαρρος, που κατεβάζει από τη Ντράνοβα πέτρες και ξύλα, λάσπη και πηλό, καμιά φορά και προικιά αφόρετα από γυναίκες που δε γίνανε ποτέ τους νύφες.» Με υφολογική ποικιλία, λεκτικές διακυμάνσεις, έντονη εικονοποιία, χρήση διαλόγων σε εναλλαγή με την στιβαρή αφήγηση δείχνει πως σέβεται τις μνήμες του και τις φιλτράρει δημιουργικά. Και ίσως μέσα του να επιτελείται και μια διαδικασία κάθαρσης, γιατί πολλές από τις μνήμες αυτές συνδέονται με το τραύμα ή αποτελούν τραύμα που μέσω της γραφής μπορεί και να απαλύνεται, αφού είναι δύσκολο να γιατρευτεί. Περιμένουμε τον Νταουλτζή να μας ξαφνιάσει ευχάριστα και στη συνέχεια.
Αλέξης Σολομός «Γραμμές και σχέδια», ΜΙΕΤ 2018
Το κείμενό μου αυτό για το βιβλίο του Σολομού με τίτλο «Αλέξης Σολομός, Γραμμές και σχέδια» (ΜΙΕΤ 2018), δεν μπορεί να μην είναι λίγο προσωπικό, αφού είχα ασχοληθεί με τον Σολομό ως σκηνοθέτη στην διπλωματική μου εργασία στο Θεατρικών Σπουδών με επόπτη τον αείμνηστο Σπύρο Ευαγγελάτο. Και τώρα σε εργασία μου στο μεταπτυχιακό ασχολούμαι με μια άλλη όψη του, αυτή του θεατρικού συγγραφέα. Μάλιστα μια συνέντευξη που του πήρα στην μοναδική μας συνάντηση το 2001 δημοσιεύθηκε αργότερα σε τεύχος της Οδός Πανός του ομότεχνού μου Γιώργου Χρονιά αλλά και στο ηλεκτρονικό Varelaki. Πολύπλευρος και πολυσχιδής ο Σολομός: σκηνοθέτης, σκηνογράφος, μελετητής, θεατρικός συγγραφέας, διασκευαστής, ενδυματολόγος, δάσκαλος ηθοποιών , σχεδιαστής φωτισμών και ήχων, ηθοποιός, σκιτσογράφος. Διετέλεσε πάνω από μία φορά διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το βιβλίο που στα χέρια μου κρατώ είναι πολύ πλούσιο σε σκίτσα που ο ίδιος έχει φιλοτεχνήσει, αλλά και σε παραστασιογραφία αποτελούμενη από παραστάσεις στις οποίες έχει κάνει τη σκηνοθεσία. Μαθαίνουμε λεπτομερώς για τη ζωή του, όλους τους σημαντικούς της σταθμούς, την οικογένειά του, τα βιβλία που συνέγραψε, τους φίλους και τους….λιγότερο φίλους του, τις κριτικές που έλαβε.
Μάριος Μιχαηλίδης «Έρρικα», εκδ. Momentum, σελ. 144
Ο πεζογράφος και ποιητής Μάριος Μιχαηλίδης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο της Κυπριακής Δημοκρατίας τρεις φορές ως τώρα για τα έργα του: «Σαν άλλοθι οι λέξεις», ποιητική συλλογή (Μεταίχμιο, 2003), «Ο οστεοφύλαξ », μυθιστόρημα (Μεταίχμιο, 2007) και «Ο ανακριτής», νουβέλα (Γαβριηλίδης, 2012). Και δεν είναι απλά για να αναφέρουμε τα βραβεία – που άλλωστε στις μέρες μας μεγάλη συζήτηση γίνεται περί αυτών. Είναι επειδή ο Μιχαηλίδης με τον στιβαρό του πάντα λόγο κατορθώνει να αγγίξει τις πνευματικές, διανοητικές και συναισθηματικές χορδές μας, καθώς αντιστέκεται σε κάθε προχειρότητα και ευκολία. H Έρρικα, η ηρωίδα του Μάριου Μιχαηλίδη στο ομώνυμο βιβλίο μού θυμίζει για έναν λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς – την Μιράντα του μείζονος Λιθουανού σκηνοθέτη Όσκαρα Κορσουνόβα, περσόνα που είναι εμπνευσμένη από την Μιράντα του Σαίξπηρ στην Τρικυμία. Ίσως γιατί και τα δύο αυτά πλάσματα ενώ θα περίμενε κανείς να είναι «αδύναμα», μυστηριωδώς συγκεντρώνουν επάνω τους όλο το φως. Η Μιράντα είναι παραπληγική. Η Έρρικα παρουσιάζει κάποια υστέρηση. Πάντως και οι δυο δίνουν την αίσθηση του διαφορετικού, του μοναδικού, του σπάνιου. Η Έρρικα είναι περισσότερο αγνή, αθώα, και το θέμα είναι πώς ερμηνεύεται εν τέλει τόση ομορφιά και τόση ποιητικότητα- γιατί αυτά αποπνέει- σε ένα άτομο που εύκολα κάποιοι θα έβαζαν ταμπέλες.
Διαβάζοντας αυτά τα διηγήματα, ο στοχασμός σε βρίσκει σαν κάτι φυσικό, σαν να είναι η φυσική ροή των πραγμάτων και αυτός δεν είναι αποκομμένος από την συγκίνηση που οδηγεί στη λογοτεχνική απόλαυση. Δεν πρόκειται για μια επίπεδη αδιάφορη γραφή, αλλά μια άμεση φωνή που έχει τη δύναμη και τη θέρμη να θεωρείται συνώνυμη του γνήσιου πάθους και να διαβάζεται ως τέτοια. Και να μεταφράζεται ως αληθινή έκφραση που βάζει σε εσωτερική κίνηση τον αναγνώστη. Kαλοδουλεμένες ιστορίες, που αποτυπώνουν τη ζωή, ανθρωποκεντρικές με εμπόδια και ανατροπές που ερμηνεύουν τις πολλαπλές εκφάνσεις της ανθρώπινης φύση
Μάκης Τσίτας «Πέντε στάσεις», εκδ. Μεταίχμιο
Ο τίτλος του νέου βιβλίου του Μάκη Τσίτα οφείλεται στις Πέντε στάσεις του λεωφορείου που παίρνει η ηρωίδα για να πάει από το σπίτι στη δουλειά και να επιστρέψει. Με μια ηρωίδα εξίσου χειμαρρώδη όπως και ο Χρυβαλάντης συνεχίζει ο συγγραφέας να μας εκπλήσσει.
Αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή της, τις περιπέτειες της Τασούλας μέσα σε έναν αποτυχημένο γάμο. Πολλά εμπόδια, πολλές αναποδιές, πολλά προβλήματα, συνεχώς. Και όμως η Τασούλα, που έχει γεννηθεί στην ελληνική επαρχία-με ό, τι αυτό μπορεί να σημαίνει- βρίσκει πάντα τον τρόπο και διαθέτει την ευφυία που θα την κάνει να επιβιώσει και να σταθεί πλάι στα παιδιά της και να τα δει να μεγαλώνουν και να γίνονται αξιόλογοι άνθρωποι παρόλο που έχουν στερηθεί το σωστό πατρικό πρόσωπο.