Translate

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ (ΜΕΡΟΣ Α)/ Aνθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη

 



ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ


ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ |



Τη διαθήκη μου λοιπόν, να συντάξω

τον τελευταίον ορισμό πριν από τον ύστατο

ορίζοντα, όλα τα χαρίζω σε όσους μαντεύουν

τη θλίψη και την απώλεια, σε πόσα κομμάτια

θρυμματίζεται ένα ποτήρι που εκσφενδονίζεται,

εσωτερικό κουζίνας σε πολυκατοικία,

σε όσους διαφυλάσσουν το χιόνι

των περασμένων χρόνων εισέτι στο ψυγείο τους,

ως συντηρητές της ουτοπίας,

έτσι όπως πρέπει να κρύβουμε τα οφειλήματά μας,

συντηρητές κι εμείς μισθοσυντήρητοι,

σαν το βόδι που κρύβει το μεδούλι

στην τρύπα των οστών, ώσπου να ’ρθει επιτέλους,

κάποιο γεμάτο δόντια στόμα να μας ξεκοκαλίσει!


Ο κοινωνός των αποστάσεων, Νεφέλη, 1997


***


ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ

Η ΣΚΙΑ


Στο σκοτάδι οι πολυκατοικίες φάνταζαν απόκοσμες
Η γυναίκα περπατούσε κρατώντας ένα γαρύφαλλο
Όμορφο όνειρο
Τραγούδι
Στο δρόμο κατοικούσε η σκιά
Υπνοβάτης του τρόμου
Έτρωγε τα μάτια των γυναικών
Μαύρα κεράσια
Την πλησίασε στα σκοτεινά
Η νύχτα δίπλωσε στα δυο
Αίμα άρχισε να πέφτει από τα σύννεφα
Κανείς δεν είδε τη στιγμή
Μόνο ένα πουλί πέρασε μες στον καθρέφτη
Κρατώντας το λουλούδι
Το πρωί τα λεωφορεία κατάπιναν τις αποστάσεις
Και οι εφημερίδες μιλούσαν για το έγκλημα
Καμιά φορά περνάει ακόμα το πουλί με το κλαρί
Να εμποδίσει θέλει τη σκιά να πάρει άλλη γυναίκα.

***


ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΛΑΠΑΝΗ

ΑΙΜΑΣΣΟΝ ΣΩΜΑ



Τα παράθυρα ερμητικά κλειστά 
αναρριγούν  στη λιπόσαρκη ημέρα. 
Τα χέρια ικέτες ψηλαφίζουν  
τους ίσκιους των νεκρών
και οι αόμματοι φρουροί μετρούν 
το βάθος  της πληγής!
Οι δείκτες του ρολογιού σταμάτησαν
στον λεκιασμένο τοίχο.
Κόκκινο, βαθύ κόκκινο, σφαγιασμένο αίμα.
Οι λέξεις έχασαν τη λαμπρότητα
της αρχαίας τους δομής.
Στιλβώθηκαν στα σεμέν της εταζέρας. 
Πέταξαν από κίτρινους οχετούς 
στα παλιά λαμπιόνια της γιορτής
 κι ύστερα στα κέρινα ομοιώματα 
των θαλερών ειδώλων. 
Υφάνθηκαν σε ξεραμένα στόματα 
αιμάσσουσας ευγλωττίας, 
αναρριχήθηκαν σε μηρούς εύρωστης αρρενωπότητας 
και τα μεσάνυχτα με τινάγματα στιβαρών χεριών 
κατέληξαν στην κοφτερή λεπίδα 
του ασημένιου μαχαιριού!
Ξημέρωσε. 
Κάπου στην άκρη μια κούκλα που γλίτωσε 
απ΄ τη νυχτερινή σφαγή, 
μετρά τα χνάρια της απέραντης σιωπής.
Ένα σώμα ανάμνηση κρεμασμένο στον ακάλυπτο
θρηνεί το παρθενικό του αίμα.


[ανέκδοτο]

***


ΕΙΡΗΝΗ ΡΗΝΙΩΤΗ

ΣΥΖΥΓΙΑ

Ένα βράδυ που η μοναξιά της πλώρης τον χτυπούσε αλύπητα, τη συνάντησε
μεσοπέλαγα. Ερωτεύτηκε ένα αμφίβιο πλάσμα, μια υδρόβιο γυναίκα βυθού.
Δεν λογάριασε τον πλωτό χαρακτήρα της και την έβγαλε στη στεριά για να
φέρει στον κόσμο τους γιους του. Τα μάτια των αντρών πέσανε πάνω της. Η
ζήλεια μαύρο φίδι που τον έζωσε, ώσπου μια μέρα πήρε ένα μαχαίρι και την
έκοψε στα δύο. Πέταξε στη θάλασσα το ψαρίσιο σώμα της, αυτό που όργωσε
μυριάδες φορές για να εκτονώσει την έξαψή του, και κράτησε μονάχα το
στήθος της για να βυζαίνει τη συμφορά.
Αν περάσεις από τα μέρη τους, θα δεις τη γυναίκα καρφωμένη στο κάδρο του
παράθυρου, να ψάχνει το πέλαγο στον πνιγμένο μ’ αυτοκίνητα δρόμο.
Το αναπηρικό αμαξίδιο δεν φαίνεται. Μόνο στο βλέμμα της βρυχάται η τρικυμία.

Κόκκινη Γραμμή, Άγρα, Αθήνα 2023


***


ΕΛΙΝΑ ΑΦΕΝΤΑΚΗ


Ο ΕΝΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ


Είναι γεροντοπαλίκαρο
Το μαρτυρούν τα πεσμένα πατζούρια στο μπαλκόνι του 
και δυο γλάστρες με ξεραμένα φυτά 
που επιμελώς ποτίζει.
Καθημερινά αερίζει σεντόνια και κουβέρτες, 
Οκτώ φορές. Ποτέ λιγότερες.
Σαν να μετράει συλλαβές...
Μά / να / μου / λεί / πεις / α / κό / μα

***


ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Ο ΦΟΒΟΣ ΠΑΛΙ


σκιαζόταν μόνο τη φωνή του δράκου που
– δεν μπορεί – κάπου θα παραμόνευε


από τα παραμύθια ήξερε πώς να ξεφύγει
την τελευταία στιγμή τα μάτια κλείνοντας
στον ύπνο


μα τώρα κανένας μύθος δεν τον έσωζε
καθώς φύλαξε κρυφά στην τσέπη του
τον φόβο


[βιώνοντας χρόνια μετά φοβίες θλίψεις κι ενοχές ούτε που σκέφτηκε
να ψάξει εκείνο το παιδικό παντελονάκι του που σκονισμένο κρέμονταν
στης μνήμης του το σκουριασμένο το καρφί]


***


ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ


Με την επιλογή αυτή
να σταθεί όρθια στα τρία μέτρα
αποφάσισε να υπερασπιστεί με τη θυσία της
τη ζωή του λεπτού δέρματός του
να τη διαφυλάξει
σαν ένα πουκάμισο σπάνιου φιδιού


Πειθήνια στόχος στο παιχνίδι
μια γυναίκα ασήμαντη που τη σημάδευε
όχι ένα φυσικό φαινόμενο
μα ένα περίστροφο


Αυτό όμως δεν ήταν ένα μήλο
στο κεφάλι της
αλλά ένα ποτήρι σαμπάνιας
Κι αυτός που τη σκόπευε
δεν ήταν ο Γουλιέλμος Τέλλος
αλλά ο συγγραφέας σύζυγός της

Δεν ήταν η αγάπη που τη βρήκε
αλλά μια σφαίρα
Στο μέτωπο.


Σημείωση


Ο Αμερικανός συγγραφέας Γουίλιαμ Μπάροουζ (1914-1997), εμβληματικός εκπρόσωπος της Beat Generation, σκότωσε σε κατάσταση μέθης τη σύζυγό του βάζοντάς την να αναπαραστήσει τη σκηνή του Γουλιέλμου Τέλλου, με τη διαφορά ότι ο ίδιος αντί για τόξο χρησιμοποίησε όπλο και μάλιστα γεμάτο. Η γυναίκα του Τζόαν Βόλμερ Άνταμς έπεσε νεκρή από το χέρι του συζύγου της ο οποίος πέρασε 13 μόνον ημέρες στη φυλακή. Ο αδερφός του κατάφερε να πληρώσει και να τον αποφυλακίσει.


***


AΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ


ΤΕΛΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ


Με κομμένη την ανάσα μού είπε:
«Ψυχανεμίζομαι, τρέμω τον φόνο
που θα γίνει στο σπίτι μας.
Ο θύτης, ένα μισητό τέρας
που ανέκαθεν βιαιοπραγούσε,
από ιδιοτέλεια για χρήματα
ετοιμάζει τη γυναικοκτονία, 
το τελικό κτύπημα.
Το θύμα μια ανυπεράσπιστη ψυχούλα,
η πιο αθώα απ’ τις αθώες.
Στο σπίτι μας θα γίνει φόνος,
ο θύτης, ερεβώδης σαν εωσφόρος,
 τον έχει στα σκαριά.
Στο σπίτι μας εξυφαίνεται η πιο μαύρη κόλαση».


***


ΤΑΚΗΣ Π. ΠΙΕΡΡΑΚΟΣ


Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ



Είμαστε τα αθώα θύματα σας.
Δεν υπάρχουμε σήμερα,
γιατί εσείς οι δράστες το θελήσατε.
Αφαιρέσατε από τον καθένα μας το δικαίωμα
να χαράξει τη συνέχεια της απαρχής του.
Στερήσατε την οικουμένη
από τα πλούσια νοήματα των βίων μας.
Αποφασίσατε να γίνετε δια της βίας
οι μοναδικοί κληρονόμοι του παρόντος.
Αφού λοιπόν μεγαλουργήσατε
ως μιαροί δολοφόνοι και άρπαγες,
σας αρμόζει ποινή.
Ο κόσμος που ιδιοποιηθήκατε,
χωρίς εμάς θα χειροτερέψει.
Με το περίσσεμα των αδικιών σας
θα γίνει αβίωτος.
Από τη βίγλα της ανυπαρξίας μας,
ο ποιητής βλέπει ολοκάθαρα
την απηνή συλλογική σας τιμωρία.


Η πλάνη της πανσελήνου, Ποιήματα 2003-2025, Οδός Πανός


***


BAΣΙΛΗΣ Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΚΑΡΟΛΆΪΝ


Με δόλιο πρόσχημα ερωτικής ικεσίας
προσποίηση φιλιών, χαδιών και
υποσχέσεις αέναης ανθοφορίας
νικήθηκε η μαχήτρια πεταλουδίτσα;
Ή έγινε όπως ισχυρίστηκε ο Μαύρος Χήρος;
Πως όλα, δηλαδή, ξεκίνησαν, όταν
προκλητικοί άνεμοι σήκωσαν εκατέρωθεν
καταιγιστικές καταλαλιές
που κηλίδωσαν με ρευστή σκουριά
την αραχνούφαντη αιθρία των σκιρτημάτων;


Μήπως ήταν ο μονομερής, μεγάλος θυμός
για τον αναπόδραστο χωρισμό
με το ανήκουστο θράσος διάρρηξης
μιας αιώνιας αφοσίωσης;

Το τέλειο έγκλημα
θυσίασε στην αγχόνη τη γλυκιά Ροξούλα
ή μήπως το επίμονο καταδικαστικό της βλέμμα·
η ενοχλητική διωδία του ουρλιαχτού
με το αδιάκοπο κλάμα της Βίκυς
ήγειρε το σκοτεινό ένστικτο;


Το βέβαιο είναι ότι εκείνος
στερούσε τον αέρα της μητέρας του
πιέζοντας στο πρόσωπο


τη γαλήνια λίμνη του μαξιλαριού
με υπομονή μεθοδική
μέχρι να πάψουν οι απεγνωσμένες εκκλήσεις
των -σαν αργόσειστη σημαία παράδοσης-
μικρών χεριών κι έως ότου καθρεφτιστεί
στο αρυτίδωτο βλέμμα η άπνευστη έκπληξη
από το βλοσυρό και ζοφερό
του Έρωτα απαύγασμα.


Εφεδρείες, Ιωλκός 2025


***


ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΚΑΣ


ΣΤΗΝ ΑΡΕΝΑ


Θλιμμένα εσώρουχα φορά
στον πηγαιμό για το κρεβάτι
Ήξερε πριν τον γάμο
πως το σεντόνι θα βαφτεί
Σιμώνει η πίκρα με το σούρουπο
Ο αγέρας υψώνει το χέρι του
σκόνη σκεπάζει την αρένα
κι ένα αστέρι ανάβει στο μάγουλο
Χορδή τυμπάνου σκίζεται το στήθος της
πάγος του ταύρου η καρδιά
αφήνει το κέρατό του στην πληγή
Η σήψη φτάνει στα ρουθούνια
Όταν πια κάψει ο ήλιος
το πλήθος μουγκανίζει στις οθόνες
Το νεκροσέντονο στρώνεται ξανά.


***






ΑΝΤΙΟΠΗ ΦΡΑΝΤΖΗ


Ο ΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ


Τον μίτο, Αριάδνη, μην αρνιέσαι
Στα υπόγεια που βυθίζεσαι.
το τέρας θα φάει την ψυχή σου
κι οι φωνές σου στα σκοτάδια
θα πνιγούν από δυνατότερες.


Τον μίτο, Αριάδνη, μην φοβάσαι.
Στους δρόμους που γυρνάς τα βράδια
το επαναλαμβανόμενο φονικό συναντάς
πίσω απ’ τις πλάτες των φίλων,
μη δουν και τρομάξουν.

Ο μίτος, Αριάδνη, ήταν δικός σου.
Πριν το τέρας καταπιεί το όνομά σου,
τον Θησέα θα πρέπει να εφεύρεις μοναχή,
επιμένοντας στη γενναία φυγή
από όρκους ολέθριας λατρείας.


***


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ -ΦΩΤΙΑΔΟΥ (αν. 2026)
ΑΡΓΑ


Στη δύση

στη συνενοχή  της νύχτας
την ώρα που αλυχτούνε τα σκυλιά
σε βλέπω να έρχεσαι προς το μέρος μου
Τα χέρια σου
δύο  σβηστά κεριά


Μαύρη θάλασσα
απλώνει τα δίχτυα της


Ρίχνεις μέσα το σώμα σου 
Ο  βυθός ανεβαίνει αργά ως τον λαιμό
Κάποτε αγγίζει τα χείλη
ύστερα πάλι υποχωρεί
σαν πνιγμός που δεν τελειώνει


Μέρες υπάρχουν

που το νερό ομολογεί την ήττα του
Τότε μια κόκκινη λωρίδα
χαράζει το φόρεμά σου


Ύστερα άλλη

Κι άλλη μία


Όλο  το σώμα σου
κυματίζει σαν σημαία

Γυρίζεις την πλάτη


Και τότε
βλέπω

το μαχαίρι του.


***


ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ


25 Sept.1888

Dear boss,

Μικρή και κρύα η σοφίτα
Τα δοκάρια σκόνταφταν 
στο λερωμένο στρώμα
Δυο λιγωμένες μαργαρίτες
μια ξύλινη καρέκλα
κι ένας σπασμένος καθρέφτης
όλο το νοικοκυριό.
Mούχλα, μπούκωνε τα ρουθούνια
Τροφή σε αποσύνθεση.
Εκείνη γύρω στα είκοσι

Κόκκινες μπούκλες, 
στεφάνι στο λευκό πρόσωπο 
με τις πορτοκαλιές φακίδες
Τα μάτια στο χρώμα της θύελλας
ανοιχτά, στραμμένα στο ταβάνι
Το αίμα, άλικα σημάδια στον τοίχο,
λίμνασε στο λακκάκι του λαιμού
στο μαρμάρινο στήθος
στα σαπισμένα σανίδια
Έριξα μια τελευταία ματιά

και τράβηξα πίσω μου την ξεχαρβαλωμένη πόρτα
Έκρυψα την κόκκινη μπούκλα στην τσέπη του πανωφοριού
Έχωσα το λαιμό βαθύτερα στον γιακά
και κατέβηκα δυο δυο τα σκαλοπάτια
χαϊδεύοντας το τρόπαιο

Κίτρινο το σύννεφο της ομίχλης με τράβηξε στα σπλάχνα του


Μεσάνυχτα στο White chapel
Jack the Ripper

***


ΜΑΡΙΑ ΜΑΛΤΑΜΠΕ

ΕΜΜΟΝΗ


Στο κεφάλι του γύρναγε η φωνή της
ο κομμωτής την έφερε στην ειδική θήκη
«Έτοιμη, ελπίζω να αρέσει στη μητέρα σας»


Μπήκε στο αυτοκίνητο
οδήγησε βιαστικά στο σπίτι
την τοποθέτησε πάνω στο ράφι μαζί με τις άλλες


Έβαλε μουσική
κάθισε απέναντί τους
βυθίστηκε σε ύπνο


Γύρω του παντού
τρίχες, μαλλιά
διάφορα μήκη, διάφορα χρώματα
κάθε φορά
σκούπιζε προσεκτικά το αίμα από το ψαλίδι
και έκοβε τα μαλλιά τους


Θυμόταν τη μητέρα που ζήλευε
εκείνη μόνο συνθετική μπορούσε να έχει
«σαν την περούκα με φυσική τρίχα, δεν υπάρχει»
στο κεφάλι του γύρναγε η φωνή της.


***


ΒΑΡΒΑΡΑ ΧΡΙΣΤΙΑ


ΤΙΜΩΡΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ



(Αφιερωμένο στα τρία αγγελούδια της Πάτρας, τη Τζωρτζίνα, τη Μαλένα και την Ίριδα)

Έχεις δει χελιδονάκια νεογνά
με τα φτερά τους απονευρωμένα,
στραγγαλισμένα από ομφάλια λουριά
να σπαρταράν για να πετάξουν;
Παρθενικό ταξίδεμα,
απ΄ το Δάσος των Χειμάρρων
ως της Κλόκοβας τη λίθινη κορφή,

να λαχταράνε;
Έχεις δει χελιδονάκια τρυφερά
σε πέτρινη φωλιά παγιδευμένα;
Από φαρμακερό πλακούντα να ποτίζονται νερό
να στάζει απ΄ το ράμφος τους αιμάτινο το γάλα;
Τα ΄χεις δει
ν΄ αποτινάζουν τα παράλυτα φτερά
και να μεταμορφώνονται σε τιμωρούς αγγέλους;




***


ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ

ΜΗΔΕΙΑ


Ας καθόταν στα αβγά της
της λένε όλοι τώρα
καθώς κομμάτι, κομμάτι του επιστρέφει
το σπέρμα του.
Ας καθόταν στα αβγά της:
εκείνος.


***


AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

ΠΑΕΙ...ΧΑΘΗΚΕ


Στο σκοτάδι
ένα τραγούδι χωρίς φωνή.
Το παιδί σαν ίχνος που χάθηκε ανάμεσα σε σκιές.
Από τότε η μάνα κρατά στα χέρια της τη σιωπή.


'Ενα νυχτολούλουδο ανθίζει-
ξαγρυπνά στη μικρή αυλή.
Βαθαίνει το βράδυ επικίνδυνα
στους δρόμους της μικρής τους πόλης.
Και το μυστικό μένει βουβό-
έγκλημα χωρίς μάρτυρες
που κάποιοι δεν θέλουν να ειπωθεί.


***


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΤΣΟΓΛΟΥ 


ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ



Αιτία θανάτου «π α ρ ο ρ μ η τ ι σ μ ό ς».
Πέθανε από υπερβολική δόση παρορμητισμού.
Η συνταγή βρέθηκε δίπλα στο άψυχο από αιώνες σώμα.


Κι ένα σημείωμα με παιδικές ζωγραφιές
να προδίδει τη συναισθηματική ανωριμότητα.
Κατανοητό μόνο, για όσους νοσούν ακόμα.


Η διαδικασία υπογραφής της τελικής πράξης
πήρε μόνο λίγα λεπτά,
ακαθόριστη και αναπόφευκτη.


Τα νέα του θανάτου διαδόθηκαν ευχάριστα
γρηγορότερα και από την αστραπή.
Τέτοια αγάπη τής είχαν!


Ο θρήνος αναμενόμενα ανύπαρκτος
λίγα δάκρυα χύθηκαν αναίτια
χάρη στη σκόνη του αέρα.


Τώρα, όλα σώπασαν.
Οι φωνές, τα γέλια και κυρίως το μυαλό,
το μυαλό που τη βασάνιζε δίχως οίκτο.

Σιωπή, ησυχία, κι ένα φως λευκό
πάνω σε σελίδες άχρωμες, ατσαλάκωτες,
μα παντελώς αδιάφορες.


Το βάρος της μοναξιάς, Βακχικόν


***






KΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ


το έγκλημα


κόπηκε η ανάσα από το κύμα της έκπληξης πηγαίο γέλιο των εμπλεκομένων. έγκλημα η τρύπα στο βάθος του λαιμού κόκκινη από στίγματα η μυστική κουφάλα χάσκει σαν πετάχτηκε η φωνή η τελευταία κραυγή από το λαρύγγι· έγκλημα κι ο παλμός της καρδιάς στην αορτή αντανακλά καθρέφτισμα στην κόρη των ματιών το φέγγισμα της στερνής φοράς. και η απορία μετέωρη κι αυτή εις των αιώνων των αιώνων, αμήν (;) κι ένα “γιατί” περιπλανώμενο να ενώνεται στ’ απόκρυφα με το πάντα επίκαιρο “επειδή μπορώ”.

είναι να μην απορείς κατακαημένε;
μ’ έναν οβολόν τώρα στο στόμα
και λίγη ενοχή στην άκρη
του νου τα πεπραγμένα·
κέρασμα για το πέρασμα
από το έγκλημα στο επέκεινα
[διαλέγεις και παίρνεις]


***



ΆΓΓΕΛΟΣ ΛΑΠΠΑΣ


ΒΙΑ-ΣΜΟΣ



Το χέρι πάνω του βαρύ
Η σκιά του
Η κραυγή του παιδιού πνίγει το σκοτάδι
Τα κάγκελα στην πόρτα και στο παράθυρο
ασφαλή
κι αόρατα
Πώς να τα δεις εσύ
Εσύ κοιμάσαι αυτή την ώρα.


Εσύ εργάζεσαι αυτή την ώρα
Εσύ διασκεδάζεις αυτή την ώρα
Εσύ έχεις τόσα να κάνεις αυτή την ώρα
Αυτή την ώρα ένα τριαντάφυλλο στάζει αίμα
Στους γυμνούς
τους αθώους τοίχους
τα αποτυπώματα του τρόμου
Κελί βασανιστηρίων
η πόλη του
η γειτονιά του
το σπίτι του
Λυγμοί πνιγμοί
τρομακτικά στόματα τεράτων 
τους καταπίνουν
Κι εσύ σταματάς για λίγο
Να μάθεις
Τα μάτια ορθάνοιχτα
 διαβάζουν την κόλαση
Παγώνουν
Και μένουν έτσι
 μέχρι να περάσουν στην επόμενη είδηση.


***


IOYΛΙΑ ΜΑΚΚΑ

ΕΞΟΔΙΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Μες στο νερό μουλιάζει
Χείρα βοηθείας προς τον βυθό του δίνω
Με ζήλο την οπλίζει η ζήλια
Η ράντιση μικρών αιχμών 
δεν απέτρεψε την πώληση φούμαρων
Εκείνος ζυγώνει στην έξοδο
Κι εγώ καθισμένη σ’ένα νούφαρο 
χαιρετώ την αγάπη που φεύγει.

**


ΑΔΡΙΑΝΝΑ ΜΠΙΡΜΠΙΛΗ

Ο ΘΥΤΗΣ



Στην πόλη αυτή
τα εγκλήματα δεν γίνονται πάντα με μαχαίρια.


Μερικά γίνονται με ένα βλέμμα
που άργησε να φύγει,
με μια πόρτα που έκλεισε
χωρίς να πει «αντίο»,
με δυο χέρια
που κάποτε κρατιόνταν
και ύστερα έμαθαν
να σπρώχνουν.

Είναι ένα έγκλημα
που συχνά
το διαπράττουν δύο

και το πληρώνει ένας.

Κι αν κάποτε
με δεις στον δρόμο,
μη με ρωτήσεις

ποιος σκότωσε ποιον.

Ρώτα μόνο
ποιος επέζησε.


Ίσως τελικά
αυτό να είναι
το μεγαλύτερο έγκλημα:

να αγαπάς κάποιον
τόσο πολύ,
ώστε στο τέλος
να μη θυμάσαι
αν τον πλήγωσες
ή αν προσπάθησες
να τον κρατήσεις
από το να σε πληγώσει.

Και κάπου ανάμεσα

στο αίμα
και στα φιλιά,
στις ενοχές
και στα πάθη,
υπάρχει,
το σημείο εκείνο
όπου ένα έγκλημα 
θα μπορούσε
να είχε γίνει
μια αγάπη.


***


ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ

ΖΩΗΦΙΑ



πάντα σε θυμάμαι να με ακολουθείς
βλέμμα σταθερό
σίγουρα πόδια
χέρια έτοιμα
απέφευγες να έρθεις πλάι μου
είχες το νου σου μην παραπατήσω.

Μόνο εσύ, έτσι πίσω μου πάντα,

έβλεπες όλα τα ζωύφια που ζούσαν στα μαλλιά μου
τρέφονταν απ’ τα πολύχρωμα λουλούδια
και τη γύρη που καλούσε πάνω μου την άνοιξη.
Και μόνο εσύ μπορούσες κάθε άνοιξη
με υπομονή, πίσω μου προχωρώντας,
να βγάζεις ένα ένα τα λουλούδια απ’ τα μαλλιά μου
ένα ένα τα ζωύφια
ώσπου στο τέλος
η πόλη που βαδίζαμε δεν ήταν πια παρά ο Άδης
εγώ μια Ευρυδίκη που ο Ορφέας της επέμενε να τη φροντίζει
κι εσύ, με πρόσωπο ασαφές,
να στέκεσαι στην είσοδο της πόλης
και να μην έχεις μάθει ακόμη πώς είναι
να μη σ’ αφήνουνε να προχωρήσεις.


***





* Οι εικόνες είναι παρμένες από το Pixabay και το Pexels.