Translate

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Μυρτώ Τάσιου, Η Αλίκη δε μένει πια εδώ




Kαι κείνη όλη της τη ζωή πέρασε ελπίζοντας
πως θα αλλάξουν τα πράγματα·
το θυμάμαι, Κατερίνα
ήσουν εσύ που περίμενες ώρες ατελείωτες
ένα σημάδι πως είμαστε ακόμα ζωντανοί.
Σου γράφω γιατί έμεινες μόνη σου με τα φαντάσματα
εγώ δεν μπόρεσα, πήγα σε άλλη γη
που το πάθος για τη ζωή
γίνεται ένα με τη μουσική
και οι πληγές μένουν ένα ενθύμιο
στον μπουφέ με τις φωτογραφίες
των συγγενών που πέθαναν.
Κάθε φορά που μιλάω για σένα
δάκρυα ποτάμια· είσαι η ψυχή κι η βροχή
ψυχούλα μου. 
 *Από την ομώνυμη ποιητική συλλογή της Μυρτώς Τάσιου, που κυκλοφόρησε το 2014, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.






Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

TO VARELAKI ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ /// ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ /// ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ



Μονόλογοι συγγραφέων


                                                             
                
ανθολόγηση: Ασημίνα Ξηρογιάννη
                                     



κείμενα: Έρικα Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Σοφία Κολοτούρου, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δανάη Παπουτσή, Έλενα Πολυγένη, Μαρία Σούμπερτ, Ελένη Τζατζιμάκη, Ελένη Φουρνάρου, Γιώργος Γώτης, Γιώργος Δουατζής, Νίκος Ερηνάκης, Γιώργος Κατσέλης, Γιώργος Λίλλης, Διονύσης Μαρίνος, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Τόλης Νικηφόρου, Γιάννης Παπαγιάννης


επιμέλεια σειράς: Νέστορας Πουλάκος

Vakxikon.gr, 2015
118 σελ.


***

Νεοελληνική πεζογραφία - Αφήγημα - Συλλογές [DDC: 889.300 8]

Γιατί γράφουμε; Ποιες επιρροές έχουμε δεχτεί που μάς καθόρισαν ή μάς στιγμάτισαν; Είναι η πορεία μας αυτή που είχαμε ονειρευτεί ή σχεδιάσει, ή για αλλού ξεκινήσαμε και αλλού βρεθήκαμε;
H ζωή και η τέχνη αναπόφευκτα συμπλέουν, μπορεί και να αλληλοσυμπληρώνονται. Ο δημιουργός οφείλει, θαρρώ, να κοιτά κάθε φορά κατάματα και τη ζωή και την τέχνη του και να κάνει τον απολογισμό του. Η αυτοκριτική και η αυτογνωσία είναι πάντα τα ζητούμενα και στον άνθρωπο και στο δημιουργό. Από κει και πέρα η βασική έγνοια είναι πώς θα υπάρχει δημιουργική εξέλιξη.
Αναπόφευκτα μού έρχονται στο μυαλό όσα γράφει ο Ελύτης στα "Ανοιχτά Χαρτιά". Και είναι σαν να μονολογεί: Nα, γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο ήλιος και ο Άδης αγγίζονται.
Δέκα γυναίκες συγγραφείς. Δέκα άντρες συγγραφείς. Άνθρωποι που ζουν και δημιουργούν στο σήμερα. Οι σκέψεις τους, οι καταβολές τους, οι εικόνες τους, είναι πολύτιμα στοιχεία του δημιουργικού ΕΓΩ τους. Αναλογίζονται, στοχάζονται, θυμούνται, απορούν, δείχνουν, καταθέτουν αναμνήσεις, εμπειρίες, συναισθήματα, αποστασιοποιούνται άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο, εξομολογούνται, μονολογούν κρύβοντας ή αποκαλύπτοντας, άλλοτε με τρόπο ρεαλιστικό, άλλοτε επικαλούμενοι τον σουρεαλισμό.
Όμως, αποδεικνύοντας σε κάθε περίπτωση πως η τέχνη είναι υπόθεση αυστηρά προσωπική.



Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Πέθανε ο σκιτσογράφος των παιδικών παραμυθιών Νίκος Μαρουλάκης








Εικονογράφησε περισσότερα από διακόσια παιδικά βιβλία


O σκιτσογράφος των παιδικών παραμυθιών Νίκος Μαρουλάκης, άνθρωπος που με το πενάκι του έδωσε ζωή στους πιο αγαπημένους φανταστικούς ήρωες, έφυγε από τη ζωή την Κυριακή.
Εικονογράφησε περισσότερα από διακόσια παιδικά βιβλία, ανάμεσά τους η διάσημη «Φρουτοπία» του Ευγένιου Τριβιζά, «Το Μαγικό Τσουκάλι» καθώς και το μουσικό παραμύθι των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα «Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι Καλικαντζάροι»

Ο Νίκος Μαρουλάκης γεννήθηκε στον Πειραιά και μεγάλωσε στο Κερατσίνι. Από το 1960 ασχολήθηκε με τη γελοιογραφία. Γελοιογραφίες του δημοσιεύτηκαν σε πολλά περιοδικά, από το 1960 έως το 1967 (Ταχυδρόμος, Εικόνες κ.ά.). Το 1966 έγινε μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου. Το 1977 πήγε στη Δ. Γερμανία. Δημιουργίες του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Pardon, Lui, She, Stern, Freundin, Für Sie, Auto, Frankfurte Rundschau, Die Zeit, Tip κ.ά.


Το πρώτο του παιδικό βιβλίο, «Αυγουστίνος, η φάλαινα θαύμα», με κείμενο και εικόνες του ίδιου, εκδόθηκε το 1979 από τις Εκδόσεις Κέδρος. Ακολούθησαν τέσσερα βιβλία του στις εκδόσεις Καστανιώτη - «Το μαγικό τσουκάλι», «Οι πιο μικροί μας φίλοι», «Το τσίρκο Ραμπίνο» και «Ο κύριος Σαρανταποδαρούσας». Συγχρόνως, ασχολήθηκε και με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, με κόμικς και, φυσικά, με γελοιογραφίες.
Από το 1982 εικονογράφησε 60 περίπου παιδικά βιβλία. Το 1987 εκδόθηκαν και οι δύο πρώτοι τόμοι του κόμικ «Ο μικρός Αχιλλέας και το ποδολάχανο», από τις εκδόσεις Χελώνα, που φτιάχτηκε με τη συνεργασία του Πέτρου Κωνσταντινίδη (κείμενα). Με τον Πέτρο Κωνσταντινίδη, επίσης, έφτιαξε και το προσχολικής ηλικίας βιβλίο «Άρης ο Αλφαβητάρης».







 Ο Νίκος Μαρουλάκης είχε κάνει πολλές ατομικές εκθέσεις στη χώρα μας και τη Γερμανία και έλαβε μέρος σε αρκετές διεθνείς εκθέσεις γελοιογραφίας. Είχε βραβευτεί δυο φορές στη Διεθνή Έκθεση Γελοιογραφίας του Βερολίνου, τρεις φορές στην έκθεση του Τόκυο και είχε πάρει τιμητική διάκριση στην Έκθεση Γελοιογραφίας του Vercelli της Ιταλίας.




Πηγές: naftemporiki.gr


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γράφει για την Ασημίνα Ξηρογιάννη



Κείμενο: Δημήτρης Βαρβαρήγος


Ασημίνα Ξηρογιάννη. Μια νέα φωνή στα ελληνικά γράμματα… φωνή δυναμική που στο πέρασμα του χρόνου δείχνει ότι θα καταθέσει στο βωμό της λογοτεχνίας ένα σοβαρό έργο. Ήδη στο ενεργητικό της έχει τρεις ποιητικές συλλογές «Πληγές», «Η Προφητεία του Ανέμου», «23 μέρες» και δύο πεζά βιβλία, «Οντισιόν» και «Το σώμα του έγινε σκιά».

                                



56 σελ.



Με πλούσιο λεξιλόγιο και με αστείρευτα μέσα ιδεών, καταγράφει με ύφος κατανοητό και ξεκάθαρο όσα μέσα από τη θεματική της έμπνευση ενεργοποιούν το πνευματικό της δυναμισμό προβάλλοντας την ουσία του εκάστοτε θέματος με σαφήνεια και άκρατο συναισθηματισμό. Από τα μικρά της διηγήματα όπως στο βιβλίο της «Οντισιόν», ζωντανεύει μέσα από την πρόζα τόσο επιδέξια τους ήρωες της, ενώ ταυτόχρονα προβάλλεται και το θεατρικό ύφος απόδοσης, που μάλλον σκόπιμα έχει πράξει η συγγραφέας για να εμφανίσει και τη θεατρικότητα των κειμένων της. 




96 σελ.



Στο έργο της «Το σώμα του έγινε σκιά» εν ήδη μιας καταγραφής ημερολογίου παρουσιάζει τις ομορφιές, τις διαφορές και τα προβλήματα των διαπροσωπικών σχέσεων ενός ζευγαριού, με τα κοινά στοιχεία και προβλήματα όλων των ανθρώπων και γενικά το σύνολο των ψυχικών ιδιοτήτων του ανθρώπου, ο ατομικός χαρακτήρας του, τα ήθη και οι συνήθειες, οι ελπίδες και οι επιθυμίες τους μέσα στους παραδοσιακούς κανόνες κοινωνικής διαβίωσης. Επιδέξια και σε αυτό το πόνημα της η γραφή της. Τα ποιητικά της έργα «Πληγές» με 42 ποιήματα ποικίλης θεματικής ύλης αλλά με βασικό πάντα άξονα τον έρωτα. 





46 σελ


          
Και «η Προφητεία του Ανέμου», χωρισμένη σε δύο θεματικές ενότητες παρουσιάζει μέσα από συναισθηματικό κρετσέντο το ίδιο ζήτημα που απασχολεί συνολικά το έργο της, ο Άλλος, ο έρωτας, η απόγνωση, ο χωρισμός, η έλλειψη, η μοναξιά, ο θάνατος. 


                                    


62 σελ.

                               
Τι πιο σπουδαίες πηγές για την ποίηση; Αυτά τα δύο στοιχεία της ζωής –και άρα ο έρωτας- και του θανάτου, είναι τα κυρίαρχα στοιχεία που υπερισχύουν στα έργα της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Εξιλαστήριο θύμα πάντα ο έρωτας… η ερωτευμένη γυναίκα που τον έζησε μαζί με τον πόνο της απώλειας, και την επερχόμενη μοναξιά του. Η συλλογή «23 μέρες», είναι ένα ερωτικό ημερολόγιο γεμάτο από την τρέλα της λατρείας για τον Άλλον και η απόγνωση της έλλειψης. Είναι το θεματικό περίγραμμα της αφοσίωσης μέσα από την ευαισθησία που συντελεύτηκε όσο εκείνη, η ηρωίδα, βρισκόταν σε ψυχική έξαρση. Οι ποιήτρια μαντεύει τα λόγια των ηρώων της, τα εύλογα ερωτήματα και τις απαντήσεις τους, διαλογίζεται μαζί τους, διαλέγεται με τον εαυτό της, με αποτέλεσμα να αποκτούν τα ποιήματα της μια εξαιρετική δραματικότητα. Σε εναλλασσόμενες πτώσεις ο λόγος της, καθιστά αμεσότερη τη φορτισμένη συναισθηματικά αφήγηση των ποιημάτων. 

                                           


41 σελ.



Με λόγο λιτό και ύφος καθαρά προσωπικό, θα τόνιζα υπαρξιακά γυμνός από κάθε άλλη εξωγενή παρέμβαση ή ταύτιση, καταγράφεται ως προσωπική βιωματική εμπειρία και τούτο προσδίδει ακόμη περισσότερη δυναμική στο έργο, όμοια με την αλήθεια που συμβαίνει στη ζωή.

****

Χρύσα Μαστοροδήμου /// 'Ενα διήγημα





                               Φωτό Κυριάκος Γουνελάς




Το αντάμωμα

Τον ξύπνησε ο ήχος του μεγαφώνου. Κάποιος ανακοίνωνε ότι το αντάμωμα στο εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία θα ξεκινούσε στις 8:30 το απόγευμα. Είχε ξεχάσει τον τρόπο ενημέρωσης στο χωριό και χαμογέλασε. Του έφερε μνήμες από τότε που ήταν παιδί και οτιδήποτε αφορούσε στο χωριό το μάθαινε από το μεγάφωνο. Από τη λειτουργία του σχολείου μέχρι και την αναγγελία κάποιου χρέους που έπρεπε να πληρωθεί στην κοινότητα. «Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν» σκέφτηκε και αυτό τον έκανε να νιώσει οικεία. Οι έντονοι ρυθμοί του Βερολίνου που έζησε τα τελευταία σαράντα χρόνια τον είχαν κάνει να ξεχάσει τους ήρεμους ρυθμούς του χωριού.
Μια άλλη γνώριμη φωνή τον έκανε να νιώσει οικεία και μια ζεστασιά στην καρδιά του. Ήταν η γειτόνισσα, η κυρά Ειρήνη.
- Συ είσαι πιδί μ’; Δημήτρη μ’! Καλά σ’ άκσα εγώ του βράδ’. Τον έσφιξε στην αγκαλιά της μέχρι που δεν άντεχε άλλο.
- Σιγά θειά θα με πνίξεις, γέλασε. Πραγματικά ήταν ο πρώτος δικός του άνθρωπος που έβλεπε μετά από τόσα χρόνια. Ο πατέρας του είχε χαθεί στον Εμφύλιο και η μάνα του τον ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα από εγκεφαλικό. Η κυρά Ειρήνη του στάθηκε τότε σαν να ήταν παιδί της. Και μήπως δεν ήταν; Αυτή σχεδόν τον μεγάλωσε. Μια πόρτα τα σπίτια τους και συνέχεια μαζί όλη την ημέρα. Μόνο τη νύχτα χώριζαν η μάνα του και η κυρά Ειρήνη. Και κείνος μεγάλωσε με το γιο της κυρά Ειρήνης σαν αδέλφια.
- Τι κάνει ο Κώστας; ρώτησε.
- Μη τα ρωτάς. Τον έφαγε η ρημάδα, η κακοχρονισμένη η ξενιτιά όπως κι εσένα. Δύο γιους είχα και τς’ έχασα έναν εσένα και έναν αυτόν. Στην Αμερική, μαύρη πέτρα έριξε και αυτός πήρε και μια ξένη κι ούτε ματαφάνηκαν. Απ’ τη βάφτιση τ’ εγγονού μου έχω να τους δω δηλαδής πριν δυό χρόνια. Και σένα τα νέα σ’; Τι κάνει ο γιος κι η θυγατέρα σ’;
- Μια από τα ίδια θειά. Ο γιος στο Βερολίνο και η κόρη στην Αγγλία παντρεύτηκε και έμεινε εκεί.
- Μα τι στέκομ’ έτσι;  Πα’ να ψήσω καφέ να τα πούμε. Ξεμωράθηκα η δόλια.
Ο ζεστός καφές και η πίτα της κυρά Ειρήνης τον συνέφεραν. Είχε από χτες το μεσημέρι να φάει και το είχε σχεδόν ξεχάσει. Είχε τόσα στο μυαλό του.
Και εκεί κάτω από τη δροσιά της κληματαριάς που πέρασε τα παιδικά του χρόνια άνοιξαν τις καρδιές του και είπαν τον πόνο τους.
Εκείνος είχε κλείσει πια τα εξήντα πέντε και πήρε τη σύνταξη του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει πριν τρία χρόνια από την “κακιά” αρρώστια που έλεγε και η κυρά Ειρήνη και τα παιδιά του δεν τον είχαν πια ανάγκη, η κόρη του σπούδασε αρχιτέκτονας καλοπαντρεύτηκε και ζούσε στο Λονδίνο. Πέρσι είχε γίνει και παππούς. Ο γιος του ζούσε στο Βερολίνο και μόλις είχε πιάσει δουλειά σε μια εταιρεία πληροφορικής. Τα κατάφερνε καλά ο μικρός παρόλο που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή του. Τον είχαν ξεχωρίσει και τον προωθούσαν στην εταιρεία. Ο Δημήτρης καμάρωνε για αυτό είχε κοπιάσει τόσο πολύ για να έχουν τα παιδιά του μια καλύτερη τύχη που πραγματικά το απολάμβανε.
Η κυρά Ειρήνη παρόλο που κόντευε τα ογδόντα πέντε κρατιόταν καλά ακόμη. Μα την είχε φάει η μοναξιά. Το χωριό ερήμωνε σιγά - σιγά, οι νέοι έφευγαν για τις μεγαλύτερες πόλεις, και τι να έκαναν άλλωστε; Η κατάσταση δεν είχε αλλάξει από παλιά, οι δουλειές ανύπαρκτες και οι αγροτικές δουλειές σκληρές χωρίς μεγάλα οικονομικά οφέλη.
Χήρα από τα πενήντα της, δεν είχε ξαναπαντρευτεί την είχε συνηθίσει τη μοναξιά όσο μπορεί να τη συνηθίσει κανείς, αλλά που και πού την έπιανε το παράπονο που δεν τη θυμόταν και δεν την έπαιρναν τηλέφωνο.
Ένιωσε άσχημα, πραγματικά είχε καιρό να την πάρει. Οι ρυθμοί της ζωής τον είχαν κάνει να αμελεί τους ανθρώπους που είχε αγαπήσει και δεν ήταν και πολλοί.
Το μυαλό του γύρισε πίσω τότε που ξεκινούσε νέος σχεδόν είκοσι πέντε χρονών με μόνη του αποσκευή δύο αλλαξιές ρούχα για την ξενιτιά. Όπως και τόσα παλικάρια του χωριού για τη Γερμανία. Θυμάται να σέρνει τη θλίψη του στα βαγόνια του τρένου και να μη μπορεί σε κανέναν να πει τον πόνο του γιατί οι άλλοι ήταν χειρότερα. Άλλοι είχαν αφήσει πίσω τις γυναίκες, άλλοι και τα παιδιά τους. Ποιος να παρηγορήσει ποιον; Βασανισμένος τόπος, πρώτα ο πόλεμος, μετά ο χειρότερος πόλεμος ο Εμφύλιος που ξερίζωσε κάθε έννοια αξιοπρέπειας που είχε απομείνει και αφάνισε τόσες οικογένειες, μετά η φτώχεια, η ανέχεια και η μετανάστευση να εμφανίζεται η μόνη λύση. Όταν  ξεκινούσε ο ίδιος είχε υπογράφει πριν έξι χρόνια το 1960 η ελληνογερμανική συμφωνία «Περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στη Γερμανία». Εκείνη την εποχή έγινε η μεγάλη έξοδος. Μετανάστευσαν στη Γερμανία περίπου ένα εκατομμύριο Έλληνες. Το ίδιο συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια μετά. Ποιος υπέγραφε και αποφάσιζε αυτές τις συμφωνίες; Το θέμα ήταν ότι ο τόπος τους ερήμωνε όπως και άλλα πολλά χωριά. Έμειναν πίσω μόνο παιδιά και ηλικιωμένοι και οι νέοι δούλευαν για να συντηρούν αυτούς που έμεναν πίσω. Όταν έφτασε στη Γερμανία ήταν Αύγουστος του 1966. Εγκαταστάθηκε κατευθείαν στο Βερολίνο. Ένας δραστήριος κοντοχωριανός  του είχε πουλήσει τα πάντα στην Ελλάδα και άνοιξε ταβέρνα. Ευτυχώς πήγαινε πολύ καλά και τον πήρε για βοηθό του. Στην αρχή ήταν δύσκολα τα πράγματα, τέσσερα άτομα έμεναν όλοι μαζί, αλλά οι δουλειές στην ταβέρνα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο και σύντομα ο εργοδότης του παραχώρησε δικό του δωμάτιο, καλό μισθό και ρεπό του μέσα στην εβδομάδα. Αυτά ήταν πολλά για το Δημήτρη στην αρχή. Από εκεί που δεν είχε δεκάρα τσακιστή στη τσέπη του, του έφταναν και του περίσσευαν για να στέλνει και στην Ελλάδα αλλά να περνάει και αυτός καλά. Σύντομα όμως ένιωθε ότι του λείπει κάτι. Έβλεπε τους Γερμανούς που γευμάτιζαν και άκουγε που μιλούσαν για θέατρο, βιβλία, ζωγραφική και ένιωθε ότι ήθελε και αυτός να μορφωθεί να μάθει κάτι παραπάνω. Μόνο το Δημοτικό είχε καταφέρει να βγάλει στην Ελλάδα μετά έπρεπε να βοηθήσει τον πατέρα του στα χωράφια και τα ζώα. Όμως ανήσυχος καθώς ήταν πήγε και ρώτησε τι μπορούσε να κάνει και γράφτηκε σε σχολείο κάτι αντίστοιχο με το νυχτερινό σχολείο της Ελλάδας. Αυτός ήταν ο λόγος που παράτησε την ταβέρνα και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο στην πρωινή βάρδια. Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή. Δε γνώριζε τη γλώσσα και έπρεπε να ξενυχτάει για να μπορεί να παρακολουθεί το σχολείο. Πολύ λίγος ύπνος, πολλή δουλειά, αλλά άντεχε. Ήταν νέος και είχε όρεξη. Οι γνωστοί του τον κορόιδευαν στην αρχή αλλά μετά που είδαν ότι το είχε πάρει σοβαρά αναγνώρισαν την προσπάθεια που κατέβαλε. Δε σταμάτησε όμως μόνο εκεί πήγε και πήρε πτυχίο στα οικονομικά και από τότε η τύχη του άλλαξε. Τελείωσαν τα εργοστάσια, οι βάρδιες και η ανασφάλεια. Ο ίδιος ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο τον σύστησε σε μια εταιρεία και ανέλαβε τα λογιστικά ώσπου κάποια στιγμή ανέλαβε και μια από τις διευθυντικές θέσεις. Εκεί γνώρισε και τη Ριάνα τη γυναίκα του που δούλευε σαν γραμματέας και παρόλο που είχαν άλλες νοοτροπίες ταίριαξαν αμέσως. Αυτή μια καλόβολη κοπέλα, ευγενική και ήρεμη τον συμπάθησε αμέσως. Ήταν και ομορφάντρας ο Δημήτρης στα νιάτα του, ψηλός με ωραία χαρακτηριστικά, πολλές κοπέλες τον κοιτούσαν, μα εκείνος είχε το μυαλό του μόνο στη δουλειά.
Έπειτα ήρθαν αμέσως τα παιδιά. Πρώτα η κόρη μια ξανθούλα γαλανομάτα σαν τη μητέρα της και έπειτα ο γιος ολόφτυστος ο Δημήτρης. Η ζωή του πέρασε προσπαθώντας το καλύτερο για τα παιδιά του όπως και οι περισσότεροι της γενιάς του. Σκληρή δουλειά αλλά άξιζε τον κόπο. Τα κατάφερε πολύ καλά και τα παιδιά του μπορούσαν να έχουν μια καλύτερη τύχη και ο ίδιος είχε αρχίσει να ονειρεύεται.
Ο ήχος από τις πρόβες της ορχήστρας τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Μεσημέριαζε και αφού χαιρέτησε την κυρά Ειρήνη αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στο χωριό εκεί που πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Πέρασε πρώτα από το αλώνι εκεί που μάζευαν το σανό και έπειτα τον άπλωναν πάνω στο πέτρινο πλακόστρωτο. Μετά έδεναν στα άλογα μια ξύλινη σανίδα και τα παιδιά ανέβαιναν πάνω. Γινόταν χαμός από τις φωνές και τα γέλια. Με την πίεση που ασκούσε η σανίδα και το βάρος των παιδιών γινόταν η επεξεργασία του σανού. Το περίμεναν πως και πώς τα παιδιά το άλεσμα του σανού. Ήταν μια γιορτή, το πανηγύρι του καλοκαιριού. Το επιστέγασμα των κόπων των θεριστών. Όλοι παιδιά και μεγάλοι συμμετείχαν σε αυτή τη γιορτή. Σαν έπιανε η νύχτα αργά τότε μόνο μαζεύονταν στα σπίτια τους.
Ύστερα τις μεγάλες μέρες του καλοκαιριού συγκεντρώνονταν στη γειτονιά και έψηναν καλαμπόκια, άλλο πανηγύρι και γιορτή. Οι μεγάλοι συζητούσαν και αστειεύονταν και τα παιδιά χόρταιναν παιχνίδι. Κανείς δεν ενδιαφερόταν αν ήταν πολύ αργά γιατί όλους τους είχε παρασύρει το πνεύμα του καλοκαιριού. Έτσι διασκέδαζε ο κόσμος του μόχθου και της αγροτιάς. Κι όμως παρά τη φτώχεια τα παιδιά ήταν χαρούμενα και οι γονείς αρκούνταν που είχαν το καθημερινό τους. Οι νοικοκυρές ζύμωναν από το πρωί το ψωμί και οι φούρνοι μοσχομύριζαν. Κανείς δεν πεινούσε, γεμάτοι οι κήποι από ζαρζαβατικά και πουλερικά αλλά τα χρήματα λιγοστά Αυτό έκανε τους μεγάλους να συννεφιάζουν που και πού και να συζητούν ως αργά για το μέλλον που φάνταζε δυσοίωνο. Όλοι κάτι καλύτερο ήθελαν για τα παιδιά τους που ωστόσο δε φαινόταν πουθενά. Τα χρέη στο μπακάλικο όλο και μεγάλωναν και πολλοί πήγαιναν σε ξένα χωράφια να ζητήσουν μεροκάματο. Η δική τους γη άγονη, δεν έδινε καρπό. Τι κι αν ήταν νοικοκύρηδες, προκοπή κανείς δεν έκανε. Εργάτες σε ξένα χωράφια κι ας είχαν τόσα στρέμματα, αυτή ήταν η τύχη τους.
Πέρασε και από το περιβόλι του μπάρμπα Μήτσου. Εκεί τα παιδιά σκαρφάλωναν στο πεζούλι για να αρπάξουν κορόμηλα που τους είχαν τόση αδυναμία. Κι αν κατά τύχη τους έβλεπε έτρεχαν γρήγορα να κρυφτούν. Όχι ότι θα τους μάλωνε αλλά σαν παιδιά το είχαν σαν παιχνίδι.
Κάτω στη δημοσιά κάποιος παλιός γνωστός του τον χαιρέτησε. Ένιωσε περίεργα και αγαλλίασε η ψυχή του. Τόσα χρόνια στην ξενιτιά κανείς δεν τον γνώριζε πέρα από το χώρο της δουλειάς του. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Είναι ωραία να επιστρέφεις, σκέφτηκε. Από τότε που πέθανε η γυναίκα του ήταν από τις λίγες φορές που ένιωσε τον εαυτό του να χαμογελάει.
Πέρασε και από το παλιό καφενείο που σύχναζαν σα νέοι πριν φύγει για τη Γερμανία.

Ήταν κλειστό πια και μόνο η σβησμένη επιγραφή του είχε μείνει σαν ειρωνεία στη μοίρα που τους περίμενε «Καφενείο η ωραία Ελλάς». Χαμογέλασε ειρωνικά και κοίταξε κατά την πλατεία στον πλάτανο που παλιά βρισκόταν η βρύση. Εκεί πήγαιναν οι κοπέλες του χωριού να πάρουν νερό από τη βρύση αφού πόσιμο νερό δεν υπήρχε στα σπίτια. Εκεί παραφυλούσαν και τα παλικάρια του χωριού να δουν αυτή που ποθούσε η καρδιά τους στα κλεφτά σαν να έκαναν κάτι κακό. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Θυμήθηκε κι αυτός που ήταν ερωτευμένος με τη  Βαγγελιώ και καρτερούσε από τα αξημέρωτα να τη δει καμαρωτή με το μπορντό φουστάνι,  τη λευκή ποδιά με τα πλουμιστά στολίδια να καταφτάνει περήφανη στη βρύση. Ήταν όμορφη η Βαγγελιώ και καμιά δεν την έφτανε στο χορό και στην περπατησιά. Περνούσε και λύγιζαν τα παλικάρια «ένα νερό κυρά Βαγγελιώ…» σιγοτραγουδούσαν ξοπίσω της. Κι αυτή το ήξερε, το καταλάβαινε και άλλο τόσο ψήλωνε και γινόταν ακατάδεχτη.
Δύο τρεις φορές προσπάθησε να της μιλήσει.
- Βαγγελιώ καλημέρα…και κοκκίνιζε ως την άκρη των ποδιών του.
-  Καλημέρα Δημητρό. Βιάζομαι τώρα, γειά.
Ψυχρή και ακατάδεχτη και πάλι.
Τη δεύτερη φορά τη σταμάτησε και πάλι και έτρεμε η φωνή του.
- Βαγγελιώ ήθελα να σου πω…
- Ασ’ το καλύτερα Δημητρό. Σε συμπαθώ, αλλά δεν είναι για μας αυτά.
Έτσι και πάλι έφυγε βιαστική και περήφανη.
Την τρίτη φορά ήταν λίγο πριν φύγει. Ήταν πάλι στο πανηγύρι του Αϊ Λιά. Την έπιασε στο χορό και η καρδιά του έτρεμε.
–Βαγγελιώ είσαι πολύ όμορφη.
–Δημητρό, ξέρω τι θέλεις να μου πεις μα μην κάνεις τον κόπο. Δεν είμαστε εμείς για έρωτες. Εγώ έχω άλλες τρεις αδελφές ανύπαντρες. Ήδη λογοδόθηκα με το γιο του κυρ Μηνά. Ο γιος του έχει πολλά στρέμματα και ζώα και θα βοηθήσει και τις αδελφές μου όταν έρθει η ώρα τους. Οι αδελφές μου ήδη πλέκουν βραχιόλια* για το σόι του και ετοιμάζουν δώρα. Ταχιά θα γίνουν οι αρραβώνες. Στο λέω για να μην τα ακούσεις απ’ αλλού και πικραθείς περισσότερο. Έτσι ήταν το τυχερό μου και εσύ κοίτα το δικό σου. Έμαθα ότι η Δέσποινα σε καλοβλέπει, έχει καλή προίκα και κοίτα να βολευτείς.


Μα αυτός δεν άκουγε. Σαν κεραυνός του έκαιγαν την καρδιά τα νέα για τον αρραβώνα της. Και κάπως έτσι πήρε την απόφαση να φύγει, να μη την ξαναδεί πια, να γίνει κάτι στη ζωή του να μην είναι ένας τυχαίος. Την άλλη εβδομάδα κιόλας άρχισε να ετοιμάζει τα χαρτιά του και σαν έφτασε ο Αύγουστος πήρε των ομματίων του κι έφυγε και δεν ξαναγύρισε ποτέ, παρά τώρα. Άλλωστε οι γονείς του είχαν ήδη φύγει, άλλα αδέρφια δεν είχε και μόνο την κυρά Ειρήνη έπαιρνε κανένα τηλέφωνο που και πού.
Περπάτησε πολλή ώρα μέχρι που τα πόδια του τον έφεραν στο νεκροταφείο. Σταμάτησε να ανάψει ένα κεράκι στα κόκαλα των γονιών του που έφυγαν τόσο νέοι χωρίς να προλάβουν να χαρούν τίποτε. Του πήρε αρκετή ώρα να διακρίνει τα κουτιά των οστών τους, τόσα χρόνια που είχαν περάσει. Σκέφτηκε να κάνει ένα μνημόσυνο στη μνήμη τους την επομένη, τόσα χρόνια που έλειπε οι γέροι του θα ήταν με το παράπονο.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν ξαναέφτασε στο παλιό πέτρινο σπίτι, το πατρικό του. Σκεφτόταν να κάνει κάποιες επισκευές γιατί βρισκόταν σε κακή κατάσταση αν και η κυρά Ειρήνη που είχε το κλειδιά το φρόντιζε όσο μπορούσε και με τα λεφτά που της είχε στείλει ο Δημήτρης είχε κάνει κάποια βασική συντήρηση. Ωστόσο έπρεπε να γίνουν πολλά ακόμη.
Ξάπλωσε στο παλιό ντιβάνι και τον πήρε ένας βαθύς ύπνος. Ονειρεύτηκε πως ήταν παιδί και έπαιζε στον κήπο με τον πατέρα. Η μάνα του τους φώναζε από το παραστάθι πως το φαγητό ήταν έτοιμο. Αυτό το όνειρο του έφερε ηρεμία. Ίσως να ήταν και η προηγούμενη επίσκεψη στο νεκροταφείο που τον είχε επηρεάσει. Δε θυμάται από πότε είχε να σκεφτεί τους γονείς του.
Όταν ξύπνησε είχε νυχτώσει για τα καλά. Τα όργανα στον προφήτη Ηλία είχαν πάρει φωτιά. Έφτασε όταν το γλέντι είχε ανάψει για τα καλά. Κάποιοι τον αναγνώρισαν και τον κάλεσαν στην παρέα τους. Δέχτηκε μετά χαράς. Πολλοί από αυτούς έλειπαν και εκείνοι και είχαν έρθει για το πανηγύρι και να ανταμώσουν τους παλιούς γνωστούς και φίλους. Είχαν πολλά να πουν άλλωστε, οι περισσότεροι βρισκόταν χρόνια στην ξενιτιά και δεν κατάφερναν να έρχονται συχνά.
Κάποιος από το τοπικό συμβούλιο σταμάτησε τα όργανα για να τον υποδεχτεί και να αναφερθεί στην προσφορά του στον τόπο. Ο Δημήτρης όσα χρόνια έλειπε είχε στείλει αρκετές φορές χρήματα για τις ανάγκες του χωριού και αυτό δεν το είχαν ξεχάσει.


Το κρασί και η παρέα τον έκαναν να ξεφύγει εντελώς. Τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν ανάμεσα στους παλιούς φίλους. Θυμήθηκαν τις σκανταλιές που έκαναν μικροί και τα παρατσούκλια που αντάλλασσαν μεταξύ τους. Τόσο πολύ τον συνεπήρε η ευθυμία που όταν τον έσυραν στο χορό δεν αρνήθηκε. Είχε τόσο καιρό να χορέψει. Η αλήθεια είναι ότι μπορεί και να είχε από τότε που έφυγε. Ακόμη και η κόρη του στο γάμο της έκανε δεξίωση με ευρωπαϊκούς χορούς αφού δεν είχε καμία σχέση με την ελληνική κουλτούρα, ούτε και ο σύζυγός της. Αυτό του είχε κακοφανεί αλλά έτσι ήταν τα πράγματα, η κόρη του μεγάλωσε στο Βερολίνο και σπάνια ερχόταν σε επαφή με την ελληνική μουσική. Εκείνος έλειπε τόσο πολύ από το σπίτι που όταν βρισκόταν ήθελε μόνο να τους δει και να παίξει μαζί τους και όσες φορές τους έβαζε ελληνική παραδοσιακή μουσική ξίνιζαν τα μούτρα. Δυστυχώς αυτό ήταν το τίμημα της ξενιτιάς.
Ο ήχος από τα όργανα τον συνεπήρε.  « Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ…» τραγούδησε ο τραγουδιστής και ένα χέρι τον έπιασε σφιχτά στο χορό. Μια ασπρομάλλα μαυροντυμένη και λίγο καμπουριασμένη γυναίκα τον πήρε από το χέρι. Ο Δημήτρης δε τη γνώρισε στην αρχή. Κάτι γνώριμο στη φιγούρα της αλλά τίποτα περισσότερο. Έπειτα όμως αναγνώρισε το σπινθηροβόλο βλέμμα που αυτό είχε μείνει ίδιο. Ο χρόνος είχε παρασύρει κι εκείνη στο αδυσώπητο μονοπάτι του. Δεν είχε περάσει και λίγα, είχε χάσει τον άντρα και το γιο της σε τροχαίο πριν χρόνια. Είχε μείνει να παλεύει μόνη, με την κόρη της.
- Βαγγελιώ, πως είσαι;
- Συγχώρα με, του είπε. Που σε πίκρανα τότε. Ήμουν νια και άμυαλη.
- Περασμένα, ξεχασμένα Βαγγελιώ, είπε και χαμογέλασε.
«κι από ’πούθε κατεβαίνει...» συνέχισαν οι οργανοπαίχτες.
Έτσι για μια στιγμή, σαν παιχνίδισμα του νου, εκείνος ξαναέγινε νιος τότε που καιροφυλακτούσε για ένα βλέμμα, λαχταρούσε για μια ματιά και ο χρόνος χάθηκε μέσα στη δίνη του χορού. Κι έμειναν εκεί μόνο οι δύο τους, για μια στιγμή μοναχά, ξανά νέοι, γιατί όσο και αν γερνούν τα σώματα οι ψυχές μένουν ίδιες, έτοιμες να παραδοθούν σε ένα λίκνισμα χορού.
Κι έσυρε η Βαγγελιώ το χορό κι από πάνω της σα να χάθηκαν οι ρυτίδες και το κορμί να ξαναβρήκε την πρώτη νιότη, την καλή, ’γιναν κατάμαυρα τα άσπρα μαλλιά και η καμπούρα εξαφανίστηκε και μια νέα λυγερόκορμη φάνηκε.
Κι έσυρε η Βαγγελιώ το χορό και εξαφανίστηκαν τα μαύρα και πρόβαλε ξανά η νια με την κοφτερή ματιά, το μπορντό φουστάνι και τη λευκή ποδιά με τα πλουμιστά στολίδια, καμαρωτή και περήφανη.
* Κατασκευή βραχιολιών. Έθιμο του τόπου όπου οι νεαρές κοπέλες κατασκεύαζαν βραχιόλια και τα χάριζαν στο γαμπρό και τους συγγενείς του.
 Δημοσιεύτηκε στην Κρανιώτικη πεζογραφία Συμμετοχική Έκδοση Λάρισα 2011

Ασημίνα Ξηρογιάννη: «Πληγές»…του Θεοχάρη Παπαδόπουλου



Πληγές



Ασημίνα Ξηρογιάννη

Γαβριηλίδης, 2011
46 σελ.


_____________________________________________________

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος


'Exουμε ξαναγράψει πως όταν διαβάζουμε μια ποιητική συλλογή, δεν την κρίνουμε από τον όγκο ή το μέγεθος των ποιημάτων, που περιέχει, αλλά από τη λογοτεχνική της αξία, την πλαστικότητα των στίχων, την όμορφη μεταφορά εικόνων, τον εσωτερικό ρυθμό. Εξάλλου, η ποίηση είναι ένας τρόπος να λες πολλά, γράφοντας λίγα. Έτσι η ποίηση κάνει πράξη το ρητό: «Το λακωνίζειν εστίν φιλοσοφείν». Τούτο, βέβαια, ισχύει, ιδιαίτερα για την εποχή μας, όπου, στην ποίηση, υπάρχει μια ροπή προς τη λακωνικότητα. Ο καιρός των μεγάλων επών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η λύρα έχει πάρει τη θέση της σάλπιγγας. Η σύντομη απαλή μελωδία διαδέχτηκε το εμβατήριο.
Τέτοιες σκέψεις μας έρχονται στο νου, διαβάζοντας το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Πληγές». Πρόκειται για μια μικρή και κομψή ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα κυρίως ερωτικά με μικρές πινελιές κοινωνικού προβληματισμού. Το κάθε ποίημα της Ασημίνας Ξηρογιάννη, πάλλεται από έναν εσωτερικό ρυθμό, ενώ το τέλος του ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Μερικές φορές, τα βέλη του έρωτα ανοίγουν βαθιές πληγές, που μένουν ανοιχτές και κάθε φορά, που αλλάζει ο καιρός, πονάνε: «Συχνά τις νύχτες δεν κοιμάμαι. / Φαντάζομαι πως ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις. / Έχεις λάγνο βλέμμα. / Χαϊδεύεις τα κόκκινα μαλλιά. / Μυρίζεις το σώμα μου. / Εγώ δεν κουνιέμαι. / Σκύβεις / μου φιλάς το λαιμό. / Μετά φεύγεις / σιωπηλός / όπως ήρθες. / Μα εγώ έχω την αίσθηση πως κάτι ψιθυρίζεις, / σαν όνειρο πως λες / «Μη σπαταλάς τις νύχτες σου, δε θα ʽρθω».
Στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Πληγές», δεν βρίσκουμε μόνο ερωτικά ποιήματα. Η ποιήτρια βουτά το πινέλο της στον κοινωνικό καμβά και μας ζωγραφίζει με έντονα χρώματα τα όνειρα των νέων παιδιών, που βιώνοντας τον πόνο, οραματίζονται ένα κόσμο διαφορετικό, μια κοινωνία πιο δίκαιη: «Ο πόνος μας δε μας ανήκει. / Ανήκει στον κόσμο / σε κείνους που τον προκάλεσαν σε άλλους / στους νέους με τα δακρυγονισμένα μάτια / στα παιδιά με τα ληγμένα χαμόγελα. / Σε όλους αυτούς που ονειρεύονται / έναν κόσμο χωρίς πόνο.»
Παραπάνω, αναφερθήκαμε στη ροπή προς τη λακωνικότητα, που παρατηρούμε στη σύγχρονη ποίηση. Ορισμένα ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη, είναι πολύ μικρά. Μέσα σε δύο ή τρεις μόλις στίχους η ποιήτρια μας δίνει ολοκληρωμένα νοήματα: «Αναζητούσα τα κομμάτια μου, / μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου.» Και αλλού: «Μη φοβάσαι τις αρνήσεις. / Τελικά μόνο αυτές προάγουν τα ειλικρινή αισθήματα.»
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ασημίνα Ξηρογιάννη έχει αναπτύξει πολυσχιδή δραστηριότητα, τόσο στο χώρο της λογοτεχνίας, με την έκδοση της νουβέλας «Το σώμα μου έγινε σκιά», που έχει λάβει έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, όσο και στους χώρο του θεάτρου. Εξάλλου, η ποιήτρια διατηρεί το blog: http://varelaki.blogspot.com, όπου δημοσιεύει έργα αξιόλογων λογοτεχνών.
Κάπου εδώ, τελειώνει το ταξίδι μας στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Πληγές». Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη παρουσίαση, παραθέτοντας ακόμα ένα όμορφο ποίημα: «Αφορίζω την ευαισθησία μου / την αρρώστια της ψυχής μου. / Και οργίζομαι και λέω / γιατί εμένα να με πληγώνουν / τα αναπάντητα ερωτήματα / τα ανέκφραστα συναισθήματα / τα γερασμένα μάτια / τα απογεύματα χωρίς εσένα. / Αφορίζω την ευαισθησία.»


ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ /// 'ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ




                                                      


                                                        
Κολάζ Ασημίνα Ξηρογιάννη
                                  



Αποφυγή



Με τερτίπια καλοπιάνω
το χρόνο.
Πέταξα το ρολόϊ μου
γράφω ποιήματα
για τον έρωτα
που όλα τα νικάει
δεν κοιτάζομαι σε καθρέφτες
σκέφτομαι εσένα
που μ' αγαπούσες
ένα καιρό
κι έτσι νομίζω
πως ξεγελώ το χρόνο.
Αλίμονο
μόνο τον εαυτό μου ξεγελώ
μα κι αυτό
μερικές φορές το ξεχνώ.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΕΣ ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ






                                              


Αγαπητοί φίλοι,


* Καθώς ετοιμάζεται το νέο  notationes ,σας προτρέπουμε να ρίξετε μια ακόμα ματιά στο τελευταίο τεύχος και άλλη μια στο προτελευταίο

* Έχοντας κάνει τον καλοκαιρινό μας απολογισμό,
αισθανόμαστε την ανάγκη να σας υπενθυμίσουμε τους στόχους μας:


Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΜΙΛΆΝΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ.ΚΑΙ ΠΟΥ ΘΕΩΡΟΥΜΕ ΟΤΙ ΈΧΟΥΝ ΚΆΤΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΝΑ ΜΑΣ ΠΟΥΝ.ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΣΥΡΦΕΤΟ ΚΑΙ ΤΗ ΒΟΥΗ,ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΜΟΡΦΙΑ ,ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙΣ.ΤΟ VARELAKI EINAI ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΟΜΟΡΦΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ .ΦΙΛΟΞΕΝΕΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΥΛΙΚΟ ,ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΘΕΩΡΕΙ ΟΤΙ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ ΑΠΟ ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ.ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΡΙΧΝΕΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΆ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.ΕΡΕΥΝΑ,ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ,ΑΝΘΟΛΟΓΕΙ,ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ,ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΕΙ,
ΣΥΝΔΙΑΛΕΓΕΤΑΙ,ΧΩΡΙΣ ΠΟΤΕ ΝΑ ΞΕΧΝΑ ΟΤΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΗ.


*  Ακόμα προσφέρουμε  δωρεάν  ένα αντίτυπο του βιβλίου '' 23 μέρες ''





(Γαβριηλίδης 2015) σε όποιον φίλο/η μας στείλει πρώτος/η τα στοιχεία του στο  varellaki@gmail.com . Ακολουθεί ηχητικό αρχείο που περιέχει  μια μικρή  συνέντευξη στον 9.84 και στον Δημήτρη Φύσσα  σχετικά με το βιβλίο αυτό:

http://www.athina984.gr/node/354373

Στο 01:07¨:32

και .... 

 Καλό  φθινόπωρο να έχουμε!


 
 

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

«23 Μέρες» της Ασημίνας Ξηρογιάννη, εκδ. Γαβριηλίδη /// ANAΓΝΩΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ




 
thumbnail 


«23 Μέρες» της Ασημίνας Ξηρογιάννη, εκδ. Γαβριηλίδη, σελ 41






Γράφει η Μαρία Ιωαννίδου
 


Γιατί μετράει κανείς τις μέρες; Από ένα γεγονός ή μέχρι κάποιο άλλο; Για να αθροίσει τον καιρό που πέρασε ή για να υπολογίσει πόσο ακόμα θα χρειαστεί να διανύσει περιμένοντας το πλήρωμά του να φέρει κάτι άλλο; Κι αν δαμάζει τελικά ο χρόνος από μόνος του τον πόνο, τι απογίνονται η ελπίδα και η προσδοκία όταν αυτός περνά και φεύγει ;
Η Ασημίνα Ξηρογιάννη δίνει φωνή και βήμα σε μια γυναίκα που δημιουργεί, για να ξαναζήσει μαζί της ένα χρονικό 23 ημερών που αποπνέουν συγχρόνως καλοκαιρία με έναν αποχωρισμό, σφοδρό και βίαιο σαν θάνατο, ωστόσο μη οριστικό ∙ να πλανάται άλλοτε σαν απειλή και σαν τελεσμένο γεγονός που καλείται να πενθήσει, άλλοτε σαν μετακλητή πραγματικότητα που προσπαθεί να αναιρέσει. Οι αριθμοί 2 και 3 αποδεικνύονται σημαδιακοί αφού επανέρχονται στο αφήγημα, ενώ η μία κορυφή του ερωτικού τριγώνου που θα υπαινιχθεί  παραμένει σχεδόν ανυπόστατη. Όλα λειτουργούν σαν φόντο για να αναδειχθεί εντονότερα το συναισθηματικό κλίμα που βιώνει η κεντρική ηρωίδα.
Αυτή είναι η «Σοφί» που δεν επιτρέπει σε κάποιον που φεύγει από τη ζωή της να την κάνει ποίημα. Επιδιώκει να βυθιστεί η ίδια σε μια κατάσταση εκστατική και θερμή ανάλογη σε ένταση, αλλά και στο πάθος που διέτρεχε τη μοιραία σχέση ∙ θέλει να γράψει εκείνη το τέλος αλλά και πάλι… Μπαινοβγαίνει στη «νάρκωση» που της  προσέφερε κατά το παρελθόν το μοναχικό της όραμα για μια από κοινού ποιητική ζωή και αποπειράται να φωτίσει από διαφορετικές γωνίες τα γεγονότα. Το σοκ της απώλειας γίνεται αφορμή για να ξεδιπλώσει μια πρόσφατη, ίσως «παλιά» και επαναλαμβανόμενή της ιστορία.
Η σχέση χωρίς αποκλειστικότητα και η αγωνία της ουσιαστικής συνεύρεσης  πασχίζει να διαιωνιστεί στο λογοτεχνικό παρόν. Το σώμα κι η  ψυχή, ο νους, τελούν υπό καθεστώς «βίας», τρέχουν με την κεκτημένη ορμή. Αναζητούν τη συνέχεια και τον  παρτενέρ για τη συνομιλία  που –ίσως  λόγω ακριβώς της αποσπασματικότητας και της αμφιβολίας- είχε εξιδανικευτεί και υποσχόταν παλιότερα το άπαν της απόλυτης ταύτισης.
Στο σκηνικό που στήνεται, αντί για τα βιβλία του απόντος, σε ένα καφέ κομοδίνο χάσκουν άσπρα ηρεμιστικά χάπια, λευκά μηνύματα συνοδεύουν τις νύχτες της. Η Σοφί αναπολεί, συσχετίζει με ζευγάρια της τέχνης και απαριθμεί –ο τρόπος της να βάλει μία τάξη μες το χάος και να βρει μια έξοδο από τον φαύλο κύκλο-. Θα εκπληρώσει το πέρασμα του χρόνου την υπόσχεση για επιστροφή στη παρελθούσα συνθήκη που θα σημάνει και τη λύτρωσή της;
Η συγκεκριμένη πιθανότητα, δικαίωμα και πόρτα ανοιχτή για μέλλοντα αόριστο για αυτόν που έχει αποχωρήσει, ελπίδα και άρνηση του τέλους για αυτήν που παραμένει, φέρνουν στην επιφάνεια αναπάντητα «αν» και «γιατί» μαζί με το ελπιδοφόρο ‘πότε;’ που η προσδοκία δεν επιτρέπει να γίνει ένα οριστικό ‘ποτέ’. Η σύγχυση κι η παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στην απόρριψη, την εξιδανίκευση και την άρνηση επιτείνονται.
Πάνω σ΄αυτό τον καμβά, η Α.Ξ. προτίθεται να αναδείξει τη διαδικασία γύρω από την ποιητική δημιουργία, τη μόνωση και τον πόνο ως προϋποθέσεις της ανάτασης. Αναζητά την αλληλουχία λέξεων που θα εκπορθήσουν τα τείχη της νοικιασμένης –και παράνομης ενδεχομένως- κάμαρας που έχει μετατρέψει σε χώρο προβληματισμού και πένθους ∙ ίσως το ίδιο το σώμα της Σοφί. Προκειμένου να  μεταστοιχειώσει το λυγμό σε λόγο καταφεύγει στην  ανάγνωση, τη καταγραφή του αισθήματος. Οι αισθήσεις όμως βρίσκονται σε συναγερμό : H ελπίδα και  η προσμονή οξύνουν την ακοή, την στρέφουν στον εξωτερικό χώρο απ΄ όπου προσδοκά να αφουγκραστεί τον ήχο της επιστροφής, της ευνοϊκής επιλογής που θα κάνει ο άλλος και το ιδανικό ισοδύναμο της ανακούφισής της.
Τόσο ο ζόφος όσο και ο φαύλος κύκλος επικοινωνούνται από την συγγραφέα, αλλά αφού η ηρωίδα διέρχεται τις φάσεις  κορυφώνει μ’ έναν θυμό –προς εαυτόν-  όπου η λύση, ως απάντηση στα ερωτήματα ωριμάζει με τη «Φθινοπωρινή Ιστορία» και αποδίδει καρπούς στο «ΧΧ» (το επιθυμητό συστατικό του αριθμού 23). Οι λέξεις αποκτούν εκεί  ποιητική πολυσημία, με τα πολλαπλά βάρη που κουβαλάνε η καλοκαιρία και το φθινόπωρο, η έξοδος συντελείται παίρνοντας τη συμβολική μορφή της έκρηξης του σώματος, από το χώρο του βωβού αναβρασμού στο χώρο της λεκτικής έκφρασης.
Για να συμβεί η ποιητική απογείωση θα χρειαστεί να αλλάξουν όλα. Από τη κρεβατοκάμαρα βρισκόμαστε στη τουαλέτα, από τις κλεμμένες Τετάρτες  σε μια ματωμένη Παρασκευή, από τα άσπρα και καφέ χρώματα –με τους ανάλογους συμβολισμούς τους – στο κόκκινο του αίματος.  Να σταματήσει το μυαλό να διανοείται και η ψυχή να παραπλανάται, να αποκαλυφθούν «μυστικά», να μετατοπιστεί η δράση.
Όταν τα φτερά του έρωτά της πριονίζονται, για να πετάξει η ποίηση απαιτεί μια κίνηση οριστική, απότομη και καταλυτική, ένα πλήγμα – μήνυμα ισότιμο με την χαίνουσα πληγή του χωρισμού και της αμφιβολίας. Σε χώρο ζωτικό, σωματικό και κάτω από τη μέση, θα βρει τις λέξεις, θα διατυπώσει το διά ταύτα με έναν τρόπο που κυριολεκτικά αγγίζει∙  χρειάστηκε να τρέξει αίμα…
Το σώμα βγαίνει από τη «νάρκωση» της πλάνης του και η θερμοκρασία του πάθους που επιζητείται –που αναπτυσσόταν ήδη από την εποχή της μη ολοκλήρωσης και των ατελών διαδρομών προς τον άλλον- εξισορροπείται. Με το ζεστό υγρό να ρέει και «τις χορδές σπασμένες»  αναδύονται τα  λόγια και η μελωδία ηχεί. Ρήξη, κατανόηση και ανατροπή: Η αναμονή κι η επιθυμία, ποσά ευθέως ανάλογα, ο θρήνος ατελέσφορος όσο το πέρας αιωρείται, ο χρόνος αποδεικνύεται αδιάφορος καθώς κοιτάει μόνο τη δουλειά του, να φεύγει ανεπιστρεπτί. Η αναμονή ήταν λοιπόν αφροδισιακή;


thumbnail1
 


Πριν και μετά από τις σημαντικές διαπιστώσεις η ιστορία, ωστόσο, απλώνει, συνεχίζεται. Αφού έχουμε να κάνουμε με αφήγημα, με «αρχή, μέση και τέλος» και αφού η Α.Ξ. παραχωρεί δικαίωμα στους αναγνώστες της να καθορίσουν και αυτοί τη μοίρα της Σοφί της, θα επισημάνω ότι  η συμβολική κίνησή της προς τον εξωτερικό χώρο, το «δρόμο» που διασχίζει, η αποχώρηση από το Facebook  και το κάπως επιβεβλημένο happy –(ή ‘ηθικά’ ορθό) end υστερούν σε ένταση, πολυσημία και αυθεντικότητα. Η  Α.Ξ. φέρεται με καλοσύνη στην ηρωίδα της και της  χαρίζει την επιβίωση, της στρέφει το βλέμμα σε ένα μέλλον σχεδιασμένο, αλλά  προφανώς την αποκόβει από το παρελθόν και αναστέλλει –με τρόπο παρόμοιο με τη περιγραφείσα σχέση!- τη κάθαρση που θα ήταν δυνατόν να φέρει μια σύγκρουση της ηρωίδας καθώς απευθύνεται στο άλλο της –και παρελθόν- μισό.
Η Σοφί αφήνει αναπάντητα τα «γιατί» ενώ αναιρεί επιφανειακά τα «αν» και απονευρώνει τις ισχυρές της εξομολογήσεις. Η διαφορετική στροφή που παίρνει είναι βέβαια πολύ πιο ανοιχτή, αλλά περιστρέφεται γύρω από  τον παλιό και σταθερό της άξονα. Επίκεντρό της παραμένει ο ίδιος πάντα, άλλος άνθρωπος, οι σχέσεις του με τους ανυπόστατους τρίτους, ο χρόνος που περνάει μάταια φέρνοντας τις παλιές ιστορίες στο προσκήνιο, ενώ η απόσταση, η αλλαγή τοπίου και η άρνηση της πλήρους αυτοκαταστροφής («χάπια», «γκάζι») είναι σαν και τον χωρισμό που δεν είναι οριστικός: Θέμα χρόνου, στη σχέση δύο οντοτήτων να παρεμβαίνει κάποια άλλη, τρίτη (οντότητα, κατάσταση) που παραμένει τόσο άγνωστη όσο και φαρμακερή μέσα στο ανάγνωσμα.
Η  Ασημίνα Ξηρογιάννη απεικόνισε μία κατάσταση και παράλληλα φώτισε ένα  αφήγημα από  διαφορετικές γωνίες, την ποιητική εξομολογητική, διακειμενική και εικαστική.  Έκανε σαφή στον αναγνώστη το χρονικό, το αδιέξοδο, την οδύνη και τα μέσα που επικαλούμαστε για να παραβλέπουμε τα πιο σημαντικά και τελεσίδικα γεγονότα, τη στέρηση και τη φθορά, τη στέρηση που επιτείνει τη φθορά και αντίστροφα.
Από όποιο πρίσμα ωστόσο κι να το κοίταξα, το κόκκινο, σαν και τα χρώματα σε μια παλέτα, είναι αυτό που ξεχωρίζει, είναι αυτό που με το πέρασμα του χρόνου, ξεθωριάζει τελευταίο.


http://fractalart.gr/23-meres-xirogianni/

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ /// ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /23 ΜΕΡΕΣ, ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2015 //// ΓΡΑΦΕΙ Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΝΑΣΟΥ










Ασημίνα Ξηρογιάννη
«23 ημέρες»
Εκδ. Γαβριηλίδη 2015


 ******


γράφει η Τζούλια Γκανάσου

 


Το πέμπτο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «23 ημέρες» συνδυάζει με ενδιαφέρουσα ματιά και ώριμη, ιδιαίτερη γραφή τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, τον προβληματισμό με το συναίσθημα, το ρεαλισμό με την ονειροπώληση, την απεικόνιση με την αλληγορία.
Με αφορμή μια ερωτική ιστορία η οποία βρίσκεται σε αδιέξοδο, η ποιήτρια επιτυγχάνει να σκιαγραφήσει την πορεία της καλλιτεχνικής (και όχι μόνο) δημιουργίας. Και λέω «όχι μόνο», μιας και πρόκειται για ένα έργο εξαιρετικά «ανοιχτό» σε ερμηνείες και προεκτάσεις. Η αφορμή, καθώς και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις πληροφορίες η Ξηρογιάννη, δίνει ανεξάντλητα εναύσματα για στοχασμό και πολλές φορές αναστοχασμό πάνω σε καίρια ζητήματα υπαρξιακής και φιλοσοφικής φύσης. Η δημιουργία δεν αποτελεί μόνο ανάγκη ή πεδίο αυτοπραγμάτωσης αλλά και γέφυρα προς το «άλλο», το «ξένο», το διαφορετικό αλλά ταυτόχρονα οικείο, γίνεται στόχος συχνά και ποταμός, πολλές φορές βασανιστήριο ή αλλιώς παρηγοριά. Τα όρια, οι δεσμεύσεις, οι ψευδαισθήσεις, η προσωπική διαδρομή μέσα στην αλήθεια ή στην πλάνη, οι δυσκολίες και τελικά το ποιοτικό ή όχι αποτέλεσμα της δημιουργικής διαδικασίας παραλληλίζεται πολύ εύστοχα με την πορεία ενός μοιραίου πάθους, μιας καθηλωτικής συναισθηματικής και σαρκικής σχέσης, η οποία απειλείται από εξωτερικούς και φυσικά από εσωτερικούς παράγοντες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνύπαρξη πεζού και ποιητικού λόγου, καθώς και οι συναντήσεις με τους «διακειμενικούς άλλους» οι οποίοι την καθορίζουν. Κατά αυτόν τον τρόπο, μέσα στις «23 ημέρες» παρελαύνουν τουλάχιστον τρεις ζωές: η ζωή που «φαίνεται» με τους ρόλους που διαμορφώνονται στο πλαίσιο μιας ομαλής κοινωνικής συμβίωσης κι εκείνη η «άλλη», η «μυστική» ζωή του καλλιτέχνη. Και ίσως μια ακόμη, που συνορεύει πιο πολύ με την υπέροχη στιγμή της φαντασίωσης, της πνευματικής κατασκευής, του ονείρου. Οι τρεις ζωές συμπλέουν υπέροχα στο εν λόγω έργο, προσεγγίζοντας με μαστοριά και διορατικότητα τα «ευαίσθητα» όρια της δημιουργίας και, βέβαια, της ύπαρξης.