Translate
Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗΣ-ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011
ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΞΥΔΗ ///ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Arzentina
Από τότε που η θάλασσα έγινε η παλαίστρα μου
Ασκούμαι τρυφερά στη θωπεία υφάλων
Ίσως κάποιοι να μʼέβλεπαν κρεμασμένη
Σε βαγόνια γρήγορων τρένων
Σε καράβια κρυφά χωρίς εισιτήριο
Σε ψηλούς κορμούς δέντρων που σκόρπιζαν τα φύλλα
Και το νερό τους αλλόκοτα
Όμως εγώ σε όλα τα ταξίδια
έψαχνα την κοινή μας κλίνη Στον Νότο
Ξεκλείδωτες κάμαρες άστρωτα σεντόνια
Μπαλκόνια με ροπή στον βυθό
Να ποτίζουμε τα φεγγαράκια και τους αστερίες στη γλάστρα
Στο ξέφωτο των θερινών σινεμά νʼαγκαλιαζόμαστε
Σε κέντρα λαϊκά να συλλαβίζουμε απʼτην αρχή την αγάπη
Ρομαντικά παλιομοδίτικα πράγματα~θα μου πεις~ξεπερασμένα
Ενώ εκκρεμεί ανάρμοστο λαστιχάκι στην παιδική μας σφεντόνα
Που πασχίζει να ρίξει όλες τις πέτρες~ζάρια για την πανύστατη ρίξη
Στο προαύλιο της κόλασης που ισοπεδώνεται ο μύθος του νερού
Με ασύμμετρη λάμα έλα και κόψε μου τα λέπια ένα ένα
Γιατί στην πλάτη μου αναρριχώνται κισσοί καθώς ροδίζουν
Τʼακρογιάλια του Παπαδιαμάντη
Ο γάμος του Λόρκα ευαγγελίζεται τον Παράδεισο
Και η Λαίδη Μάκβεθ ματώνει την άτρακτο του διαστημόπλοιου
Όπως προσπαθεί νʼανεβεί δένοντας το πέπλο της στην έλικα
Περαστικοί Δαίδαλοι~ανεξάντλητοι κανόνες που ελπίζουν
Στην εξαίρεση της ετικέτας
Αδαμάντινο αστέρι μου που είσαι μακρινό ακόμη
Όπως η Αρζεντίνα
***
Σκακιέρα
Μετά τις δέκα και τέταρτο η ζωή σου-η ζωή μου.
Αδειασμένο μετρό-Νυχτερινή νταλίκα-Υγρές σελίδες.
Ο βασιλιάς πιασμένος στις φτέρνες με άγκιστρο.
Αξιωματικοί προστάζουν το διαγώνιο βάδην
ανάμεσα σε πτερόεντες τοίχους-έπεα του καμβά
στις δακτυλικές φάλαγγες.
Χωρίς τελειωμό το δίχρωμο κλουβί.
Τακούνια καίγονται στο φούρνο.
Χιλιόμετρα μακριά από τον ήχο των ξύλων που τρίζουν στο τζάκι.
Χιλιόμετρα πίσω από την οικογενειακή θαλπωρή και ευτυχία.
Μίλια μπροστά από την ευτυχία.Η ευτυχία.Πίσσα.
Τα άλογα που κρέμονται φώτα του Athens City Tour
Από χρυσή κλωστή ο Αηγιώργης όραμα
Χωρίς φίδια με κόκκινα μακριά μαλλιά.
Περπάτησα ως την Ευριπίδου χωρίς πόδια.
Τοʼξερα απόψε πως θαʼφτανα
Στην Ινδία με δεμένα μάτια-με δεμένα σκυλιά.
Μετά τις δέκα και τέταρτο ζωή μου η ζωή σου.
Χιλιόμετρα-αγγελτήρια από την Αφροδίτη σεκάνς
Στο παρμπρίζ πυρωμένα διαστημικά πεύκα
Στο καντράν έτη σκοταδιού.
Χιλιόμετρα βαθιά στη φροϋδική στρωματογραφία
Ο Λάζαρος ανασταίνεται
Για μερικές ώρες-μετά πέφτει σʼένα πηγάδι
Από γλυμμένα κόκαλα και αποφάγια και χάπια.
Μετά τις δέκα και τέταρτο-
Χυμένο μελάνι η ζωή μου στο αυλάκι της Πίζας.
Η δική σου ένα από τα ατσάλινα καρφιά του Άιφελ.
Λυπάμαι που έχω μνήμη.Λυπάμαι που έχω κούραση.
Λυπάμαι που γύρισα τον δείκτη μου στη σιωπή-
Δεν έχω άλλο κλάμα.Έχεις ομηρίες.
Ο Νοέμβρης ακούγεται άνοιξη.Κι εκείνη τον βλέπει.
Μέσα στο χυμό των πρώιμων νερατζιών ηφαιστειακό
Παυσίλυπο-χορηγείται για πένθιμη υστερία.
Βγάζω τους πεσσούς στην Ελ Αλαμέιν.
Τοʼξερα πως θαʼφταναν απόψε στο Μπαγιαραμίκ
Νηκτικοί με κόντρα αέρα και χάρτινο βαρκάκι.
Κάποιος μου κρατάει το χέρι.Δείξε μου ποιος.
Κάποιος μου ανάβει το τσιγάρο.Δείξε μου ποιος.
Κάποιος μου βγάζει τα μαλλιά από τα μάτια.
Μετά με βαμβάκι μου βγάζει τα μάτια.
Ή ποτέ και τίποτα.Ή κανείς.Ή όλα.
Χίλιες φορές μόνη μου.
Χρόνια μετά θα βρω το Λάζαρο όρθιο
Σʼένα τηγάνι με ξεραμένο λάδι
Που θα είχαν κάποτε τηγανίσει ψάρια
Σε σάβανο τυλίγει τη βασίλισσα που περίσσεψε
***
- Ο λόφος
Πώς ναʼναι τώρα που πέφτει ο ήλιος στο λόφο
απέναντι απʼτο σπίτι σου
τι ώρα θα ξυπνάς άραγε;
Θαʼχει σκοτεινιάσει;
Ποια θαʼναι η πρώτη κουβέντα που θα λες
Θʼανακατεύεις τα μαλλιά σου?θα ταʼχεις κόψει;
Θʼανοιγοκλείνεις τα μάτια σου σαν
Απορημένο παιδί;
Εκεί στο λόφο απέναντι απʼτο σπίτι σου
Είχα καπνίσει το πρώτο μου τσιγάρο
είχα ζαλιστεί τόσο απʼτην πρώτη ρουφηξιά
που δεν έβλεπα μπροστά μου
Δίπλα το νεκροταφείο
Έλεγες πως μυρίζουν οι νεκροί λεβάντα
Αναλόγως από πού έρχεται ο αέρας
Εγώ μύριζα από τότε λιβάνια
Αλλά ο καπνός αγρίευε τη μυρωδιά
Και φοβόμουν
Ήθελα να ξεσπάσω τη φωνή μου με κραυγές
Κάποιες φορές το έκανες εσύ κι ακούγονταν
Ο αντίλαλος σʼαγαπώ χωρίς ναʼχεις πει αυτό
Άναβαν τα καντηλάκια το βράδυ απ'αυτό το σ'αγαπώ
βαρκούλες με τα πυροφάνια τους στο πέλαγος του Άδη
κι άλλες φορές το'λεγες στ'αλήθεια ίσα ίσα ψιθυρισμένο
αλλά με ξεκούφαινε
Τέλος πάντων έλεγα για το λόφο
το πρώτο μου τσιγάρο κάτω από μια ελιά
παραδίπλα το σχοινί του Ιούδα φθαρμένο
Έβαλες το χέρι σου μέσα στο τζιν μου
με χάιδευες όσο κάπνιζα
Δεν ήξερα να πω αν μʼαρέσει
Ούτε το τσιγάρο ούτε το χάδι
Πώς ναʼναι τώρα στο λόφο;
Ποιες μυρωδιές να ανακατεύονται στα μαλλιά
στα δάχτυλά σου
φιλάς ακόμα τα πέταλα στις μαργαρίτες;
Ποιοι χαϊδεύονται κάτω απʼτην ελιά;
Πώς μυρίζουν οι ανάσες των κρεμασμένων;
Κάποτε ο αέρας μου φέρνει σκουριά
από αίμα σκοτωμένο
κι άλλοτε κοπριά απ'τα βουστάσια
-δεν φοβάμαι
φυτίλια κρατάνε ζεστή τη φωνή και τη μνήμη
Αλλά εγώ έχω μάθει πια στα λιβάνια
όλο πένθος συναντάω
Βαρύ σκοτεινό πηχτό σαν κατακάθι
Γιʼαυτό πρώτη φορά αναρωτήθηκα για κείνες
Τις παλιές συνήθειες
να χαϊδευόμαστε κάτω απʼτην ελιά
Να τρέχουμε ξυπόλητοι με τους κουβάδες
κατά μήκος του Ποταμού για να πιάσουμε καβούρια
Να κολυμπάμε γυμνοί από τα μέσα Απριλίου
Να πατάμε αχινούς και να μου βγάζεις
Ταʼαγκάθια απʼτις πατούσες
να λιαζόμαστε σαν σαύρες δίπλα δίπλα
νʼανακατεύω τα μαλλιά σου
να μου μαθαίνεις στην καραμπίνα σκοποβολή
αλλά μόνο στα άδεια τενεκεδάκια της έψα
ρίχναμε τα χιλιοτρυπούσαμε και βγάζαμε το άχτι μας
έπειτα παριστάναμε ότι όπως οι μεγάλοι πηγαίναμε
κι εμείς για Τσίχλες στις Σκιές του Αη Γιώργη
Ενώ στο είχα υποσχεθεί
Δεν θʼαναρωτηθώ πως θαʼναι στο λόφο
Ούτε στο παλιό σπίτι που
Ούτε θα θυμηθώ πως την πρώτη φορά
Που κοίταζες ώρα τα μάτια μου
Είπες πως είναι το ασπράδι της ίριδας
Πλοίο για νʼαράζουν λιμάνια
Στο είπα
Έκανα λάθος και ζαλίζομαι
και μπερδεύομαι
Χωρίς μήνες και μέρες
εγώ το ξέρω
Χαλάλι σου κι ο αμφορέας
Και η τουφεκιά
Άλλωστε έκοψα το τσιγάρο
Πάω συχνότερα στα νεκροταφεία
Και τώρα είναι Δεκέμβρης
Ο μήνας που σκοτώνονται οι θάλασσες
Κι όλα τα φύ[λ]λα καίγονται στο 22
- Από την ποιητική της συλλογή Τακούνια καίγονται στον φούρνο,
- εκδ. ΄ΑΝΕΜΟΣ, 2011
Ορνιθες...σε μοντέρνα διασκευή/Εφηβικό θέατρο
Αγαπητοί φίλοι ,
αναδημοσιεύω από το τρίτο τεύχος του ΘΕΑΤΡΟ-ΛΟΓΟΥ,της εφημερίδας του Π.Ε.ΣΥ.Θ. , την μίνι συνέντευξη που μου παραχώρησε η συνάδελφος Τζωρτζίνα Κακουδάκη με αφορμή την παρασταση για εφήβους Ορνιθες που παίζεται αυτόν τον καιρό στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.
AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Πώς γεννήθηκε όλη η ιδέα;Mε ποιά σκέψη ή αφορμή;
ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ ΚΑΚΟΥΔΑΚΗ:Έχω μια εμπειρία, μέσα από διάφορες θέσεις ως καλλιτεχνικός και "παιδαγωγικός" συνεργάτης, με την εφηβική σκηνή στην Ελλάδα, τα τελευταία 5 χρόνια. Παρά τις όποιες προσπάθειες διαπιστώνω ότι η προσέλευση των μαθητών του Γυμνασίου και του Λυκείου παρουσιάζει διάφορα κωλύμματα και αναστολές και παρά τις προθέσεις, τόσο των καθηγητών, όσο και των μαθητών, δεν καταφέρνουν να φτάσουν τα σχολεία στην πόρτα του θεάτρου προς μεγάλη απογοήτευση τους και των φερέλπιδων καθηγητών τους. Αυτή η διαπίστωση, παράλληλα με την μεγάλη μου επιθυμία για παρέμβαση μέσα στην πραγματική εκπαίδευση, τόσο με το καλλιτεχνικό γεγονός αλλά και με τα θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα που συνοδεύουν την πράσταση πριν και μετά, με οδήγησαν να στοχεύσω μέσα στην εκπαιδευτική πραγματικότητα και να παίζουμε μέσα στο σχολείο, σε πραγματικές μαθητικές συνθήκες. Αν και τα Σάββατα θα παίζουμε για τους επίμονους και θεατρόφιλους εφήβους στο Θέατρο του νέου Κόσμου.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Γιατί επιλέχθηκαν οι Ορνιθες;
ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ ΚΑΚΟΥΔΑΚΗ:Οι Όρνιθες επιλέχθηκαν για πολλούς λόγους. Θέλαμε να μιλήσουμε μέσα από ένα έργο που αφορά το εδώ και τώρα διαχρονικά, που είναι ελληνικό, που μέσα από τον κωμικό λόγο και μέσα από τη γλώσσα του το έχει επιλέξει το ελληνικό σχολείο. Οι Όρνιθες που, σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα διδάσκονται στο Γυμνάσιο (αν και δεν διδάσκονται συνήθως γιατί οι καθηγητές επιλέγουν την Ελένη), είναι η τέλεια επιλογή και η πιο μεγάλη πρόκληση.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Ποιός ο στόχος του εγχειρήματος και γιατί πρέπει να μας αφορά.
ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ ΚΑΚΟΥΔΑΚΗ:Προσπαθούμε να δούμε στο έργο μέσα από τις ουτοπίες του και μέσα από την πραγματικότητα μας. Πως διαμορφώνουμε έναν πειστικό λόγο για να διεκδικήσουμε μια καλύτερη πολιτεία, ποια πολιτεία επιθυμούμε και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για αυτό, πώς το χιούμορ είναι ένα ισχυρό και όχι βίαιο όπλο διεκδίκησης και πολιτικής ευφυίας.
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ:Τί προσδοκάς ,τί ονειρεύεσαι;
ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ ΚΑΚΟΥΔΑΚΗ:Επιθυμώ να μπορέσουμε να μπούμε, να κάνουμε παραστάσεις μέσα στα σχολεία, να μας δεχτούν και να επικοινωνήσουμε. Υπάρχουν πολλοί καθηγητές στο σχολείο, πολλοί διευθυντές, πολλοί μαθητές και πολλοί γονείς που επιθυμούν η παιδεία να εμπλουτίζεται από τα απαραίτητα...έξτρα γιατί βλέπουν ότι οι μη εγκύκλιες δραστηριότητες κάνουν το ελληνικό σχολείο να αλλάζει. Επιθυμώ να δούνε μέσα από την παράσταση και τις θεατροπαιδαγωγικές δραστηριότητες που θα κάνουμε μαζί τους, ότι οι νέοι ηθοποιοί, 4 στην διασκευή μας, και οι άλλοι συνεργάτες, άλλοι 10 δηλαδή, είναι άνθρωποι αξιόλογοι, πολιτικοί, διαθέσιμοι, ότι η καλλιτεχνική τους δραστηριότητα είναι μια" θέση " που διαμορφώνεται δημόσια, ότι η αισθητική και η χειραφέτηση και η αλληλεγγύη είναι η κύρια πρόταση για να αλλάξουν τα πράγματα στο μέλλον.
Και ονειρεύομαι να είναι ωραίο ξανά να είσαι έλληνας.
Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011
Σχολικό θέατρο: Πράγμα «καλό και άγιο» ή «πληγή»;
Γράφει ο Σπύρος Πετρίτης
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ :http://spetrit.blogspot.com/
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011
Στον δρόμο για το… Πέραμα ,του Αλέξη Καζαντζίδη
Για να τραγουδήσει κάποτε την πίκρα στις λαϊκές γειτονιές η Μπέλλου, ήθελε παγωνιά στις σκεπές και την παρήγορη μυρωδιά του καφέ ανάμεσα στους φίλους. Η σκηνή στα καφενεία, σαν ο Αχιλλέας να επιδένει τα τραύματα του Αίαντα ή να παίζουν πεσσούς κι ο έρωτας στα στήθη των γυναικών χαρακτικό. Τώρα στα λαϊκά προάστεια μετράνε τα τετραγωνικά οι τράπεζες.
Πια, οι Active Member τραγουδούν για τη «Χώρα του Μαλάκα», για τη διαρκή γιορτή των πρωινάδικων μέσα σε ένα πτυελοδοχείο. Και στο μπακγκράουντ του τραγουδιού, στην υπόγα κι αντεργκράουντ η φωνή ενός πιτσιρικά, τραιναριστή, συρτή, ήσυχη παροτρύνει τον τραγουδιστή και τον ακροατή:
«Σκαάασ' το, ρε». Το «ρε» σε φα βαρύ, σαν ξεμεινεμένη πενιά από μπαγλαμαδάκι που περιπαίζει τον λυγμό του.
«Σκαάασ' το ρε». Έτσι στο ήσυχο, κουλαριστά σαν το παιχνίδι, που όλο το απόγευμα χθες έφτιαχνε ο πιτσιρικάς στην πίσω αυλή του σπιτιού του (το πλάνο αμερικάνικο), να βρήκε τελικώς τον προορισμό του
«Σκαάασ' το, ρε». Πάνω στην ημέρα μου. Κυριακή απόγευμα στα προάστεια. Να ‘ρθει η νύχτα μου νωρίς, να τελειώνουν οι διαφημίσεις για σήμερα.
Ορισμένοι πιτσιρικάδες γράφουν τη ζωή τους στις ασπίδες τους κι αυτή τους γράφει στα παλιά της τα παπούτσια. Μεγαλωμένοι από νωρίς, σαν άντρες ψημένοι ή πια προς το γέρμα τους, αυτοί οι έφηβοι έχουν μόνη γυναίκα, θεά στη ζωή τους τη βασίλισσα στη σκακιέρα τους. Τη μαύρη. Οταν παίζουν με τα άστρα. Χάνουν, ωραίοι.
Μένουν σκυφτοί (ελαφρά -όπως τα ελληνιστικά αγάλματα), γέρνοντας στο πλάι, λίγο, σαν τα πουλάκια όταν τα βρίσκει μόνο του ένα σκάγι στο φτερό μετά το πρώτο ξάφνιασμα. Αυτοί οι νέοι μαθαίνουν να πέφτουν.
Κι όταν αλλάζουν χρώμα στις παρτίδες τους, αλλάζουν για πλάκα. Και με τα μαύρα όταν παίζουν, η ίδια μαύρη βασίλισσα τους τρώε. Χάνει για πάρτη τους.
«Σκαάασ' το, ρε». Είναι γεμάτα τα προάστεια αγάλματα εφήβων με τα χέρια στις τσέπες, γέρνοντας -είπαμε- ελαφρά, στο χρώμα του χώματος, με την ανάσα του γιασεμιού στα χείλη, πλην όμως τίποτα από Ακάθιστον και Χαιρετισμούς· άλλο έαρ, μαυροφτέρουγο κατέχει τα μάτια τους που δεν λένε πολλά με μια-δυο λέξεις -μεταξύ τους- στον κώδικα των στρατιωτικών παραγγελμάτων, βραδυάζει στις πλατείες.
Μυριάδες αγάλματα μικρών Αλέξανδρων, που τα διασχίζουν ανύποπτοι οι πολίτες. Όταν σου έχει κάνει κώλο το μυαλό η διαφήμιση, αντιλαμβάνεσαι τα κολαριστά κολάρα και τα ξέκωλα, αλλά όχι τα αγάλματα.
«Σκαάασ' το, ρε». Πάνω στην ανεργία σου και συ ο άλλος, η άλλη, σκάσ' το πάνω στα δύο πτυχία σου και τα 500 ευρώ που θα σου δώσουν ρεγάλο για φραπόγαλο -αυτός είναι ο μισθός σου- αυτοί που ζουν στην κοσμάρα τους πιστεύοντας ότι ο κόσμος είναι η κορμάρα τους.
Βούτα, αγόρι μου και κόρη, έναν ποιητή και σκάσ' τον πάνω στον ίππο και τον επίσκοπο και τον πύργο…
Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Κάθε Σούρουπο...
Ο Πάνας κλείνει το μάτι στους ανθούς της καστανιάς.
Σμήνος τρελαμένες μέλισσες
-οι μαινάδες-
τον ακολουθούν πιστά
στο όρος
όπου θα επαληθευτούν
για άλλη μια φορά
-μοιραία-
τα ένστικτα.
***
Η ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Λυσσομανούσε ο άνεμος.
Η θάλασσα ανταριασμένη
Η γοργόνα πάλευε με τα κύματα
Η τρίαινά της 'εσπασε στα βράχια,
την ώρα που η ψυχή της γκρεμιζόταν στον ΄Αδη.
Και ο βασιλιάς έγραφε ποιήματα πλάι στο αναμμένο τζάκι
για γοργόνες που μάγευαν ναύτες γοργοτάξιδων καραβιών
και τους μάθαιναν τραγούδια για τον ΄Ερωτα.
***
ΠΡΩΙΝΟ ΛΟΥΤΡΟ
Ο ζωγράφος Βαλένθιος-σάτυρος-
ζωγραφίζει την παρθένα ΄Ιριδα κρυφά
καθώς εκείνη λούζεται στη λίμνη του δάσους.
Χωμένος πίσω από θάμνους
εποφθαλμιά την ομορφιά της.
***
ΣΟΥΡΕΑΛ
Ανέβηκα στη στέγη
Είδα μια γάτα
Πέθανε το λουλούδι του κήπου μας
Κι εγώ έμεινα μόνος
Να παραπονιέμαι
στο χλωμό φεγγάρι.
***
Στον ηθοποιό
Μάσκες φοράς όταν δεν <παίζεις>.
Μόνο όταν <παίζεις> υπερβαίνεις το ψέμα.
***
ΑΝΑΛΟΓΙΑ
Εσύ,
μοιάζεις με τα πρόσωπα στον Καβαφη
Βυθισμένος στην ηδονή
περιπλανιέσαι στις οδούς,
μεθάς με αντρικά σώματα
και το μελαχρινό σου πρόσωπο δείχνει λιγάκι ωχρό
αν το κοιτάξεις μέσα σπό τους βρώμικους καθρέφτες των καταγωγείων
όπου συχνάζεις τις νύχτες.
Και συ
Απολαμβάνεις άνομους έρωτες σε μισοφωτισμένες κάμαρες κρυφές.
Πηγαίνεις πάντα όπου το σώμα σου σε πάει.
Δίχως τύψεις ή ενοχές ρεμβάζεις την αγάπη.
Δίχως να εγκλωβίζεσαι σε <πρέπει> και σε <μη>.
Είσαι διάφανος όπως όλοι όσοι σε ερωτεύονται.
Ανέμελα ξεγλιστράς σα σκιά
και μόνο η σάρκα σου φροντίζεις να λατρευτεί,
συλλέγοντας στη μνήμη σου κάθε άγγιγμα ,άρωμα και φιλί.
Τώρα γράφεις και ποιήματα υπό το συνωμοτικό φως των κεριών.
Απελευθερώνεις τη φαντασία σου μήπως και νικήσεις τα γηρατειά
-γιατί στη σκέψη τους πεθαίνεις.
Και θεατρίνος γι΄αυτό έγινες.
Να εξωραίσεις λιγάκι την κραιπάλη
Να δικαιολογήσεις τον έκλυτό σου βίο.
Να ζεις άπειρες ζωές και να΄χεις άλλοθι.
Εσένα,
σε αθωώνει η Τέχνη.
***
Ονειρεύσου ...
ακόμα κι αν τα όνειρά σου είναι όνειρα θερινής νυχτός...
***
Θα υμνήσω τη χαρά.
Με κλωνάρι ελιάς και σταφύλια καλώ τα ειλικρινή αισθήματα
να βγουν από τα μνήματα της σιωπής
να περιβάλουν τον κήπο,τα ζώα,τα λουλούδια ,τους ανθρώπους μου,
να ξεχειλίσουν το άδειο ποτήρι της καρδιάς μου.
***
Έγραφε η επιστολή:
<΄Ανοιξες τα παράθυρα διάπλατα,
φως...στα δωμάτια του μυαλού μου>
Οίστρος συγγραφικός τάχα
ή αλήθεια ζωής;
Μπήκε σε φάκελο λευκό.
Δεν εστάλθη ποτέ.
Χαίρε,Δάσκαλέ μου.
Συγγνώμη που άργησα.
[ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ]



