Translate

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Πέθανε ο Γκίντερ Γκρας



ΠΗΓΗ : http://www.oanagnostis.gr/pethane-o-gkinter-gkras/







1666025



O Γκίντερ Γκρας , ο άνθρωπος που έσπασε το ταμπού των γερμανών για το ναζιστικό παρελθόν πέθανε σήμερα σε ηλικία 87 ετών στο Λίμπεκ.
Στον λογαριασμό του στο Twitter ο Βρετανός συγγραφέας Σαλμάν Ρούσντι αποχαιρέτισε τον “πραγματικό γίγαντα, πηγή έμπνευσης και φίλο” του. “Το ταμπούρλο παίζει για σένα, μικρέ Όσκαρ”, έγραψε, παραπέμποντας στον ήρωα του “Τενεκεδένιου ταμπούρλου”. Αφότου εκδόθηκε, το 1959, το “Τενεκεδένιο ταμπούρλο”, το μυθιστόρημα που έγινε παγκόσμια επιτυχία και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Φόλκερ Σλέντορφ, αποσπώντας το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, ο Γκρας, ο μανιώδης καπνιστής πίπας με το παχύ μουστάκι, δεν σταμάτησε ποτέ να φέρνει τη χώρα του σε αντιπαράθεση με το ναζιστικό παρελθόν της.
Ο Γκύντερ Γκρας γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου του 1927 στο Ντάντσιχ από Γερμανό προτεστάντη πατέρα και καθολική μητέρα, πολωνικής καταγωγής και ανατράφηκε ως καθολικός. Αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς, όταν ήταν δεκαπέντε χρονών, να καταταγεί στα γερμανικά  υποβρύχια για να ξεφύγει από το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον του, όπως ο ίδιος υποστήριξε σε συνέντευξή του το 2006, εντάχθηκε πρώτα στο Reichsarbeitdienst και το 1944 στα  Βάφεν ΣΣ (Waffen SS)  (ένοπλος κλάδος της SS). Ως μέλος της  συμμετείχε στις επιχειρήσεις της 10ης Μεραρχίας Θωρακισμένων SS “Frundsberg” από τον Φεβρουάριο του 1945 μέχρι τον Απρίλιο του ίδιου έτους, οπότε τραυματίστηκε, συνελήφθη από Αμερικανούς στρατιώτες και στάλθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων. Πολλά από τα στοιχεία αυτά αποκαλύφθηκαν στο μυθιστόρημά του – αυτοβιογραφία «Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι».
Μετά τον πόλεμο εργάστηκε για δύο χρόνια σε ορυχείο και έλαβε εκπαίδευση λιθοξόου. Αργότερα σπούδασε γλυπτική και γραφιστική, πρώτα στην Ακαδημία Τεχνών του Ντίσελντορφ (Künstakademie Düsseldorf) και έπειτα στο Βερολίνο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 ξεκινά και το λογοτεχνικό του έργο, που θα τον κάνει παγκοσμίως γνωστό. Από το 1983-1986  διετέλεσε Πρόεδρος της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου.Τη δεκαετία του 1950 αποφάσισε να γίνει συγγραφέας ενώ αργότερα τάχθηκε στο πλευρό των αντιφασιστών συγγραφέων της “Ομάδας 47″ και το Σοσιαλδημοκράτη πολιτικού Βίλι Μπραντ. Τα τελευταία χρόνια είχε ταχθεί ανοιχτά υπέρ του “κοκκινοπράσινου” συνασπισμού μεταξύ των Σοσιαλδημοκρατών του καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ με τους Πράσινους ενώ είχε επικρίνει σφοδρά και τη “σταυροφορία” τους προέδρου των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους στο Ιράκ. Το 2012 προκάλεσε σάλο όταν δημοσίευσε ένα ποίημα που επέκρινε το Ισραήλ και το κατηγορούσε ότι “απειλούσε την παγκόσμια ειρήνη”. Οι ισραηλινές αρχές αντέδρασαν χαρακτηρίζοντάς τον “ανεπιθύμητο πρόσωπο” στη χώρα.
Ο Γκύντερ Γκρας, για πάνω από μισό αιώνα αποτελεί ένα είδος «ηθικής συνείδησης» της Γερμανίας, καθώς με το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου και τις δημόσιες παρεμβάσεις του προσπάθησε να εμποδίσει τον εφησυχασμό των συμπατριωτών του που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήθελαν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους με το παρελθόν, ξεχνώντας τα ναζιστικά εγκλήματα. ”Με ένα και μόνο βιβλίο γέννησε τη μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία”, είχε γράψει το γερμανικό περιοδικό Ντερ Σπίγκελ. Χωρίς τις αδιάκοπες παρεμβάσεις του Γκρας “η Γερμανία θα ήταν μια άλλη Γερμανία” μολονότι ο στοχαστής αυτός “κάποιες φορές μας χτυπούσε στα νεύρα”, πρόσθεσε το περιοδικό.
Έγινε ιδιαίτερα γνωστός με το μυθιστόρημα του Το τενεκεδένιο ταμπούρλο που εκδόθηκε το 1959 και έγινε ταινία είκοσι χρόνια αργότερα. Ακολούθησαν το 1961 το Γάτα και Ποντίκικαι το 1963 το Σκυλίσια μέρα που μαζί με το Τενεκεδένιο ταμπούρλο αποτελούν την Τριλογία του Ντάντσιχ. Άλλα γνωστά του έργα, που μεταφράστηκαν και στα ελληνικά, όπως και η Τριλογία του Ντάντσιχ, είναι: Η πρόβα της εξέγερσης των πληβείων (1966), Ο Μπουτ το ψάρι (1977), Δυσοίωνα κοάσματα (1992), Γράφοντας μετά το Άουσβιτς (1993), Ένα ευρύ πεδίο (1995), Ο αιώνας μου (1999) και Σαν τον κάβουρα (2002).
 Το 2012 έγραψε το ακόλουθο ποίημα για την Ελλάδα, με τίτλο: Η ντροπή της Ευρώπης, το οποίο αμφισβητήθηκε αν είναι δικό του αλλά ο Γκρας το επιβεβεαίωσε.


Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο.

Οσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.

Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα· κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά.

Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.

Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά, στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.

Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.

Χώρα χωρίς δικαιώματα, που η ισχυρογνώμονη εξουσία ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.

Σ’ Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη, και σ’ όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, που Εσένα φιλοξένησε.

Ομως, έξω από τη Χώρα, του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.

Πιες επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων· όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ώς επάνω.

Θα καταραστούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Ολυμπό τους η δική Σου θέληση ζητάει ν’ απαλλοτριώσει.

Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε.



Το ποίημα μελοποιήθηκε από το μουσικό σχήμα Arpeggiosmp από τη Θεσαλονίκη, τον Ιούνιο του 2012.



Τα έργα του στα ελληνικά


2012) Γάτα και ποντίκι, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2009) Ιστορίες σκοτεινού θαλάμου, Οδυσσέας
(2008) Σαν τον κάβουρα, Οδυσσέας
(2008) Το τενεκεδένιο ταμπούρλο, Οδυσσέας
(2007) Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι, Οδυσσέας
(2007) Το τενεκεδένιο ταμπούρλο, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη
(2005) Γράφοντας μετά το Άουσβιτς, University Studio Press
(1999) Ο αιώνας μου, Οδυσσέας
(1998) Σκυλίσια χρόνια, Διογένης
(1996) Ένα ευρύ πεδίο, Οδυσσέας
(1995) Η πρόβα της εξέγερσης των πληβείων, Δωδώνη Εκδοτική ΕΠΕ
(1994) Δυσοίωνα κοάσματα, Οδυσσέας
(1992) Ο Μπουτ, το ψάρι, Οδυσσέας

Κατακλυσμός, Δωδώνη Εκδοτική ΕΠΕ

ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ ΣΥΝΘΕΣΕΩΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ '' ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ'' της ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Πηγή : http://filologikesmaties.blogspot.gr/2015/04/blog-post_8.html











Το   τοπίο  είσαι   εσύ 


      
Έχασα   εσένα  μα  κέρδισα  την  ποίηση



Πορεύομαι  χέρι  με  χέρι  με   χίμαιρες



  
Ο  έρωτάς  μου  είναι  βροχή  που  θα  σε αλώσει

  

Οι   συνθέσεις   δημιουργήθηκαν  από   τον  Κώστα  Τσιαχρή  και  η  αφετηρία  της  έμπνευσής  τους  υπήρξε   η  ποιητική  συλλογή  της  Ασημίνας  Ξηρογιάννη  "Η  προφητεία  του  ανέμου" . Σε  κάθε  σύνθεση    δόθηκε  ως τίτλος  ένας  στίχος  .

......Κι  ένα  όμορφο  τραγούδι  για  υπόκρουση  από  τον  Sufjan Stevens........



    https://www.youtube.com/watch?v=jkkpHDX_Cvg

.

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Nouzad Jaadan /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ [ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΒΑΛΗ ΤΣΙΡΩΝΗ ]






                                        


'Aστεγα όνειρα 



Στο βλέφαρο των δρόμων
παλιός πόνος παφλάζει στη θύμηση τα φώτα των δρόμων
αφημένος υπόγεια σε ένα σάλι νυχτερινό
Υπολογίζει ναρκωμένα μοιάζανε τα αστέρια Χρησιμοποιώντας στο προσκέφαλο τους τα σκουπίδια
Και μιλώντας σε ένα άστεγο σκυλί
Με την αίσθηση της οσμής περπατώντας
Κάθε μέρα κλώτσαγε στην πλάτη μου
Είμαι όπως εσείς, αλλά υπάρχει διαφορά
'Εχω συναισθήματα
Eίμαι άνθρωπος;

Βαδίζω χωρίς όχημα
Αυτό είναι το ταξίδι μου
Τα φώτα είναι σβηστά και η πόλη κοιμάται
Εκτός από μένα
Κάθομαι με τη σιωπή μου 
Η σιωπή μου γιγαντώνει γρήγορα
Γεια σου, ανθρώπε! Είμαι σαν εσένα;
'Εχω μια μοίρα σαν αστέρι λάμπουσα
Ονειρεύομαι αφαιρώντας τον ύπνο
Είδα τη χώρα μου
Ο ήλιος καθόταν στο πρόσωπό μου
Όπως ένας σταυρός σε εκκλησία
'Οπως ένα τζαμί
Είναι αυτά τα όνειρα ένοχα;
Το τραγούδι των χαμένων πλημμύρισα
Τις μέρες πενθώντας
Νύχτα με Κολ βαμμένη, το μισοφέγγαρο μουντό Περίεργη διαδρομή παραλίας
Η θάλασσα ντύθηκε περίεργα προδότης
Οι άγκυρες ήρθαν στην άμμο και αναχώρησαν Χάνοντας μας
Ω, αδύναμη άμμος!

'Ενας λόφος εμφανίστηκε
Το θέαμα ενός δρόμου ντυμένος κόκκινα ένα χαλί
Τα μάτια, ξαπλωμένα
Ζήτησαν όνειρα
Ζητήστε τη νύχτα καταστέλλοντας κάθε μοντέλο
Φοράνε οι άνθρωποι τα όνειρα χωρίς μανίκια
Πάνω από το γόνατο
Επαίσχυντα φορέματα… Ντροπής… 
Πιστεύω σε αυτά τα άστεγα όνειρα
Πιστέψτε και μένα ως ένα αδύναμο φως
Από την πλευρά σας σε μια σκοτεινή νύχτα...




******




Του πρωινού το ορφανό

Αλίμονο!
Είμαι του πρωινού το ορφανό
Στο καταφύγιο της αγρύπνιας στοίβαξα την αγκαλιά μου με τη νύχτα
Το πρόσωπό του έπλυνε η γραφή μου
Και υπογράμμισε τα μάτια του το μολύβι μου
Χτενίστηκαν τα μαλλιά του με την πένα μου
Ξάπλωσε στο τετράδιο μου
Κοιμήθηκε
Οι γραμμές μου ,κουρασμένο στήθος
τραχύ από τα χρόνια της συγκομιδής.
Τασάκι η καρδιά μου καπνισμένων μυστικών
Και έτσι τα βράδια μου επεκτάθηκαν
Καθώς τα πρωινά μου εγκαταλείφθηκαν
φωτίζοντας φως οι λέξεις
Επαιτεία ο περιπλανώμενος άνεμος
κοντά στο παράθυρο μου...
Ανακατευθήκαν τα μάτια μου
έκατσα στη λάμψη των άστρων
Σκέφτηκα το πέταγμα
Με υδάτινα φτερά
εκτινάχθηκα
Αλλά η νύχτα
Πάγωσε θολά τις φτερούγες μου
Την περηφάνια της αγάπησα
Και απέτυχα στο πέταγμα
Αλλαξαν τα τραγούδια μου
Εγινα νυχτερινός, εχθρός
Ήξερα, δεν θα μπορούσα να πετάξω πια
Μα θα μπορούσα πια να τραγουδήσω…"

BAΛΗ ΤΣΙΡΩΝΗ /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ




                                    




Στο εγχειρίδιο των φωνών 



Σουρωμένη ροτόντα παραδοχών
χρηματισμένη στην ηλικία του αποσιωπητικού
πηγμένη στην πετσέτα των εικόνων της μέρας
διαφημίζει την έμπνευση
μπλεγμένο στραγάλι υπομονής
στο τροχήλατο χαλινάρι
της επιείκειας
που αγκιστρώνεται η ψηφίδα του παρόντος
με όρθρους ρητορειών
να σεργιανίζουν την κανάτα των προσχημάτων
απλωμένων στο εγχειρίδιο των φωνών… 




 *******



Το τελευταίο κοίταγμα 



Ακινητοποιώντας την πετούγια των προσώπων 
στη γινωμένη μπάλα του φεγγαριού
ραμφίζει τα μπετά της η αιτία 

ξαπλωμένη στην οδηγία μιας πιθανότητας 

με το ζυμωμένο ηνίο του θαύματος
να φαρδαίνει τα πλευρά των στοχασμών
στην κατασκευασμένη μολόχα της σοβαρότητας... 

Σφάζεται σαν εξομολόγηση
το τελευταίο κοίταγμα...

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

AΛΕΞΙΟΣ ΜΑΙΝΑΣ ///// ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ




                                                       

  φώτο: Αλ. Μάινας


Η ΚΑΡΔΙΑ 




                                                                                   Καθρέφτης σαν βουλοκέρι.





Γλιστρώντας
ανάμεσα στις σουβλερές πορώδεις απολήξεις
των πτυχώσεων του κίτρινου βράχου της λάβας
στις κάμαρες και λεκάνες όπου αιματώνει το θειάφι
ασταθής ο ρυθμός της νεροπνοής
κατευθύνεται ρουφηγμένος απ’ τους αφανείς στροβίλους
στις στενωπούς και το μικροσκοπικό πλάτωμα
των πορθμών μέχρι που χάνεται λαμπυρίζοντας
σ’ ένα τελευταίο μαστίγωμα της ουράς
ο γυρίνος. 



~~..~~ 



Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ 



                                                                              Διαθήκες μ’ εσωτερικά κεριά,

                                                                                     απώλειες χωρίς φέρετρα.

 



Ζώντας σ’ έναν εγκρατή, αμετάπειστο κόσμο 
τα υλικά εγκολπώνονται το δράμα
της ύπαρξης.
Θυμάμαι την Έλκε που έδειχνε
το βαθούλωμα στα μαξιλάρια του καναπέ
όταν τσακωνόμασταν, 
μα πια δε με νοιάζει
που δεν ανήκουν σε κανέναν μας.
Τα μαξιλάρια ξεράθηκαν στη σοφίτα.
Ο ήλιος μπήκε απ’ το τζάμι
και θρυμμάτισε στην επένδυση τα ροδόφυλλα.
Το γυάλινο πλαστικό στις καρέκλες του σαλονιού
παίρνει μέρος καμιά φορά στη μάχη
των εποχών."  

Aν κάτσει κάποιος θα σπάσουν.
Ο χρόνος αρκεί. 
Τις κυρτώνει σαν φρυγανιές
που βυθίζει κανείς
στο γάλα. 



~~..~~ 



ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟ ΣΤΙΛ 



                                                             

                                                                                                 Άνδρα μοι...    
                                                                                         ος μάλα πολλά… 





Τις προάλλες σε μια γιορτή
ενός καθηγητή φιλοσοφίας
συζητήθηκε η νοηματική παλέτα
της λέξης στιλ.
Ω θε μου, όλη αυτή η κούραση
όλων αυτών των ετών. 



~~..~~ 



ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΚΗΡΥΧΤΟ 




                                                                                              Ξέρεις να μιλάς,

                                                                  είπε η πήλινη κούκλα στον τόρνο. 




Ο σοφός βεβαιώνει:
Τα χέρια που δημιουργούν τη νύχτα
μπροστά στο τζάκι που μουρμουρίζει κορμούς
θα κινηθούν κι απόψε στη γωνιά του δερματόδετου τόμου 
σαν σκιές ακατάβλητων παρτιζάνων
κι η μυρωδιά του κρασιού και του ξύλινου δέους
θα γεμίσει τον έρωτα με εικόνες,
το στίχο με υπαινιγμούς.
Κι όταν έρθει η αυγή να λυγίσει το διάσελο
ενόσω ακόμα θα γράφω
έξω θα γίνεται σήμερα,
θα διαδίδεται η δυνατότητα του δημιουργημένου,
η αιωνιότητα του διαδοχικού,
κι ο ορίζοντας με το αδιάπαυστο φως θα πλαισιώνει
σαν ένα τόξο δικαίωσης,

σαν ένα σχήμα τιμής.


Μα εγώ, το τέλος της μέρας, αρθρώνω:
Σκοτεινά είναι πίσω απ’ την κουρτίνα μου έξω.
Πάει κι αυτή η μέρα.
Μεγάλα τα λάθη της.
Γεμάτος απόγνωση για την ανημπόρια,
μετάνοια μάταιη μα συντριβή,
μετρώ στο γραφείο μου το βάρος τους.
Έξω δρόμοι εργοτάξια στροφές κι οι ανθρώποι τους
κι η συνοχή και οι νόμοι

μοιάζουν να λειτουργούν καθώς φυσάει.
Μεγάλα τα σκοτεινά παράθυρα αυτού του κόσμου.
Θα τραβήξω για λίγο την κουρτίνα,
θα δω το αόριστο καθρέφτισμα
της φλύαρης λάμπας, θα κάνω πως χαζεύω το δαιδαλώδες, 
το ακατάληκτο, πως παρατηρώ,
και μετά θα πέσω στο κρεβάτι γυμνός.
Μα ούτε αυτό θα βοηθήσει
ούτε τα ψυχοχάρτια της μνήμης μου
ούτε και το γεγονός πως αγαπήθηκα
ούτε η διάβρωση, τα σπιλωμένα σαθρά σκαλιά
οι γενεές
τα σκυλιά
τα πηγάδια. 




                                                 

                                                   
                                                                            Από τον κύκλο της συλλογής:
                                     «Το περιεχόμενο του υπόλοιπου» (Γαβριηλίδης, 2011)
                                                                            © Αλέξιος Μάινας 1997-2011


                                                  
  φώτο: Αλ. Μάινας



Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ //// ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ //// ' EΣΠΑΣΕ




                                       





Έσπασε



Κώστας Καναβούρης

Μελάνι, 2014
48 σελ.

*****

Γράφει ο Κώστας Καναβούρης



'Εσπασε

Δεν είμαι βέβαιος για το τι μπορεί να πει κάποιος αναφορικά με ένα ή περισσότερα βιβλία ποίησης που έχει γράψει. Το κείμενο είναι το ίδιο το βιβλίο. Τα υπόλοιπα είναι περικείμενα. Άλλωστε έχω την πεποίθηση ότι η ποίηση συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει. Το ποίημα άρα και το βιβλίο ποίησης δεν είναι προϊόν στόχου ή προγραμματικών εμπρόθετων αλλά το αποτέλεσμα μιας επιθυμίας που σχηματίζεται, μετασχηματίζεται και ανασχηματίζεται καθ’ οδόν χωρίς να τελειώνει ποτέ αφού το ποίημα γράφεται από την αρχή, τη στιγμή που διαβάζεται. Ο αναγνώστης του ποιήματος είναι ο δημιουργός κάθε φορά ενός νέου ποιήματος. Ακόμη και ο ποιητής ο ίδιος – που όπως λέει εκστατικά ο Γιάννης Ρίτσος, «είναι ο πρώτος έκπληκτος αναγνώστης των ποιημάτων του» - είναι κάθε φορά ο δημιουργός ενός νέου ποιήματος. Γι’ αυτό υποστηρίζω ότι η ποίηση είναι μια διαρκής διαδικασία ή αλλιώς η ατελεύτητη πορεία της άπειρης εκδοχής του αθέατου. Η ποίηση - γράφω στην τελευταία μου συλλογή με τίτλο «Έσπασε» - δεν έχει αναγνώστες, έχει αυτόπτες μάρτυρες. Ακριβώς εννοώντας ότι το ποίημα είναι γεγονός, δεν σταματάει στις λέξεις του, στις φράσεις του, στις φάσεις του (γιατί όχι;), αλλά ερμηνεύεται, μεθερμηνεύεται, μυθολογείται, ανασημασιοδοτείται, απομαγεύεται, αναμαγεύεται, φεύγει και επανέρχεται όπως όλα τα γεγονότα. Που ποτέ δεν έχουν συμβεί εντελώς τη στιγμή που συμβαίνουν. Άλλως δεν θα υπήρχε ιστορία, άλλως δεν θα υπήρχε ποίηση. Πώς λοιπόν να μιλήσεις για ένα βιβλίο ποίησης, όταν το ίδιο το βιβλίο χάσκει πάνω από το μηδέν (και το άπειρο) και αδυνατεί να συναντήσει τον αντικειμενικό εαυτό του: να απαντήσει δηλαδή στο ερώτημα εάν ένα βιβλίο ποίησης, είναι τω όντι ένα ποιητικό βιβλίο. Εάν ποιεί τον αναγνώστη του που με την σειρά του θα ποιήσει το βιβλίο και πάει λέγοντας σ’ ένα αέναο και ανασυστρεφόμενο παίγνιο που είναι ο παρίας της θεωρίας των παιγνίων, επειδή βρίσκεται καβάλα 
στα αφρισμένα κύματα της εντροπίας ∙ και το ξέρει. Το ποίημα λοιπόν είναι γεγονός υπαρξιακής αυτογνωσίας. Το ποίημα. Όχι ο ποιητής. Τολμώ να πω    ότι ακόμα και το ποίημα δεν υφίσταται. Προσοχή: δεν λέω ότι δεν υπάρχει. Λέω ότι δεν υφίσταται. Λέω ότι είναι το ψευδές απείκασμα των εννοήσεων που περιέχει. Ένα υπερκείμενο που δηλώνει (ναι, δηλώνει κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε ως ελεύθερη οντολογικά ύπαρξη) ότι το ποίημα δεν είναι… αυτό το ποίημα. Το ποίημα είναι πιο μέσα. Χωρίς να ορίζεται ποιο είναι αυτό το «πιο μέσα». Το «μέσα» είναι κατεύθυνση. Το «πιο» είναι ποσότητα αόρατου υλικού που υφίσταται ως ζώσα και ανείπωτη ύλη. Ωστόσο ύλη. Αντιληπτή ακριβώς. Και ως θαύμα και ως τραύμα. Ακριβώς αυτό: το ποίημα δεν υπάρχει αν δεν είναι ακριβές. Άλλοτε σαν θεϊκό σκυλί που ορίζει τον χώρο του κατουρώντας, δηλαδή ορίζει το άπειρο ως σκληρός κτηματίας του ανείπωτου και άλλοτε σαν σπηλαιώδης σιωπή που μεγεθύνεται για να αποκαλύψει τον τρόμο του σπηλαίου της. Ο Πλάτωνας κάτι ήξερε από αυτό. Από αυτή την υποψία που είναι η ποίηση και η ποιητική νοημοσύνη που ούτε ο πελώριος Θεός δεν την ήξερε, γι’ αυτό και την κάθε μέρα που εξημέρωνε τη δημιουργία του ο πελώριος δημιουργός την έβλεπε – διάβαζε πάει να πει – εξ αρχής, το ποιητικό γεγονός μιας επιθυμίας που δεν μπορούσε να αποφύγει, διότι αυτή ήταν η φύση του – την έβλεπε λοιπόν και μάθαινε από το δημιούργημά του. «Και οίδεν ότι καλόν» λένε οι Γραφές. Το πελώριο δημιουργητικό συμβάν, μάθαινε από το δημιούργημά του. Δηλαδή η δημιουργία η ίδια δημιούργησε την γνώση της δημιουργίας της. Που με την σειρά της ανακάλυψε – αφού μετά λόγου γνώσεως μπόρεσε να φανταστεί – την θραύση της δημιουργίας. Ανακάλυψε το θραύσμα της ύλης διαπραγμάτευσης με το φοβερά ενιαίο σκοτεινό. Ανακάλυψε την διασπορά πολλών και ποικίλων ταυτοτήτων, αλλιώς δηλαδή ετεροτήτων που προχωρούν δημιουργώντας ολοένα εδάφη του σκοτεινού κενού, αλλά όχι του άδειου. Και προχωρούν. Δεν θα σταματήσουν ποτέ. Και θα κόβονται
διαρκώς από το υαλί του Καβάφη και από το θεώρημα του Πουανκαρέ. Ή του Γκόλντμπαχ. Ή από την μουσική του θεϊκού Μπετόβεν και του λανθανόντως θεϊκού Μπρούκνερ. Ή από την θρυλική σιωπή τόσων και τόσων Θεών και ηρώων που ετάφησαν μέσα στη σιωπή τους, δηλαδή ετάφησαν μέσα στην ίδια τους την ποίηση, ετάφησαν μέσα στην ίδια τους την επιθυμία, ετάφησαν τελικά μέσα στο σώμα τους. Το αμείλικτο σώμα της ποίησης.
Οπότε τι να πεις για μια συλλογή υπό τον τίτλο «Έσπασε», πέρα από το ότι την υπογράφει ένας κάποιος ποιητής που την κρατούσε – κι όλο του ξέφευγε κι ακόμα του ξεφεύγει – είκοσι χρόνια στα χέρια του; Και τώρα κοιτάζει με περιέργεια τα χέρια του. Πώς έγινε και δεν έσπασαν; Κι από την άλλη: πώς έγινε και η σιωπή έσπασε σε τόσες πολλές σιωπές; Δεν ξέρω. Το μόνο που μπορώ να πω, εκ των υστέρων βέβαια, είναι πως το «Έσπασε», εμένα του αναγνώστη του, μου φέρνει στο νου έναν τεράστιο θόρυβο από σιωπή που σπάζει, έναν σωρό από συντρίμμια σιωπής. Στον Γράμμο και στο Βίτσι ίσως. Ύστερα από τους πυροβολισμούς του εκτελεστικού αποσπάσματος που εσιώπησε για πάντα έναν Μπελογιάννη, έναν Πλουμπίδη, και τόσους άλλους που έθραυσαν το συμπαγές και χάθηκαν μέσα στο κενό που δημιούργησαν. Όλο αυτό ειπώθηκε χαράματα. Υποθέτω ότι εκείνες τις στιγμές των πυροβολισμών «εις τον συνήθη τόπο» των εκτελέσεων στο Γουδί, θα πέταξαν τρομαγμένα κάποια πουλιά. Σπάζοντας την ακινησία του θανάτου. Σπάζοντας, δηλαδή, την ακινησία του καθρέφτη. Γι’ αυτό είπα το βιβλίο «Έσπασε». Για κάποια πουλιά που πέταξαν, μπαίνοντας μέσα στον καθρέφτη. Ο καθρέφτης δεν έσπασε. Γι’ αυτό έγραψα αυτό το βιβλίο. Ίσως. Γι’ αυτό.



Υ.Γ. Το ποίημα είναι το διαφυγόν κέρδος της ποίησης.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ //// ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ //// Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ


                    

                                         





Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2015



ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ






                                       






Κάθε έργο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, είναι προορισμένο να αποτύχει. Αυτή η ήττα, αυτή η παταγώδης καταβαράθρωση του εγώ, μπορεί να αποτελέσει τον προθάλαμο για μια σειρά από μεταγενέστερους θριάμβους που στην πορεία θα εξελιχτούν, και αυτοί με τη σειρά τους, σε γοητευτικές ήττες, ούτως ώστε η κυκλική ροή των πραγμάτων να συνεχιστεί. Η μεγάλη λογοτεχνία είναι μεταγενέστερη, δεν αφορά το τώρα. Αφορά το υποφωτισμένο κομμάτι, την πλήρη αμηχανία απέναντι στο τώρα, την οριακή έκπληξη του αύριο.
Δεν έχω πια καμιά σχέση με τα τέσσερα προηγούμενα βιβλία που έγραψα, εκτός απ’ το γεγονός ότι τα έγραψα. Ήμουν, απλώς, ο άνθρωπος που έζησε μαζί τους όλα τα χρόνια τους, ο εξαναγκασμένος ταχυδρόμος του μηνύματός τους, αυτός που μετέφερε τις αποσκευές τους, ο κοντινότερος συγγενής τους. Όλο αυτό, περιέχει μια τεράστια ερημιά, τολμώ να πω αποκλειστική. Η περιπέτεια της γραφής, αυτό το περίτεχνο, εγωπαθές, συμπλεγματικό, υπέροχο οπλοστάσιο στο ταξίδι για την αυτοπραγμάτωση δεν θα μπορούσε να σημαδεύεται παρά από μία μονάχα λέξη: Μοναξιά. 


Το πώς η ζωή παρεισφρέει ή εμφανίζεται αίφνης, τις περισσότερες φορές ως αντεστραμμένο είδωλο αυτής της πράξης – γιατί το να γράφεις δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να πράττεις, να πράττεις καθημερινά, ακατάπαυστα, με όλες σου τις αποφάνσεις και τις αρνήσεις – είναι μια άλλη συζήτηση, άλλων διαστάσεων και πιθανότατα άλλης, μακρινής, εποχής. 









Μπορώ τώρα να ισχυριστώ ότι είμαι υπερήφανος μόνο για τα λάθη μου, για όλα όσα διέπραξα (και με διέπραξαν) με όλο μου το αίμα. Αυτές οι μικρές, ασύμπτωτες, παρορμήσεις, είναι μονομερώς, οι μόνες που θα μπορούσαν να έχουν σχέση με τον επόμενο καιρό, τον επόμενο άνθρωπο. Το σημερινό κεντρικό σκηνικό, η πολιτιστική πασαρέλα με τα πολίτικαλ κορέκτ αυτοεπιβεβαιωτικά σύνδρομα, έχει γεμίσει με καρτούν. Υπάρχει μια μακρινή σχέση μόνο με τον άνθρωπο. Μια μακρινή σχέση με τον καλλιτέχνη. 


Η σύγχρονη σκέψη στην λογοτεχνία έχει πιστεύω εκπληρώσει το τόξο των δυνατοτήτων της. Μια πιο αναλυτική σκέψη, όπως ας πούμε η φιλοσοφία, ίσως θα μπορούσε να συνεισφέρει περισσότερο, να προχωρήσει πέρα απ’ τα προαπαιτούμενα και τα αυτονόητα. Σε κάθε περίπτωση, τα μάτια και των δυο – και της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας – θα πρέπει να είναι στραμμένα μπροστά, στον αχαρτογράφητο χώρο του άγνωστου. Ούτε πίσω, για 
την άντληση και την αξιοποίηση περασμένης γνώσης, ούτε κάτω, από την αμήχανη ή διαχειριστική διάθεση αυτού που αποκαλούμε πνεύμα. Εδώ, θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε, μιας και ανέφερα την λέξη πνεύμα, να προσθέσω, ότι η ταυτότητα της ψυχής έχει πολύ μεγάλη σημασία για μένα. Και το πνεύμα είναι ο καθρέφτης της καθαρής ψυχής, σύμφωνα με τους Ινδιάνους. 


Μεταβαίνοντας στα ποιήματα της τελευταίας συλλογής Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ (εκδ. Γαβριηλίδης) είναι σημαντικό να τονίσω πως πρόκειται, κυρίως, για ένα πολυαναμενόμενο και αυτονόητο ιδεολογικό μνημόσυνο του βασικού στάτους στο οποίο στηρίχτηκε όλη η τετραλογία, που υπήρξε ότι σημαντικότερο έχω καταθέσει έως σήμερα. Το νεκρό σώμα της γυναίκας που ήταν ο κόσμος – κοινού προσώπου και των τεσσάρων βιβλίων – υπάρχει εδώ περισσότερο ως αποτύπωση μιας ιστορικής αλληγορίας, αλλά και ως μια πασίδηλη ομολογία ήττας. Εννοώ πως το θεματικό έδαφος στο οποίο στεγάστηκε η ιδέα της «κοσμικής τετραλογίας» υποχώρησε, παρά την θέλησή μου. Κατέρρευσε. Για ποιο λόγο; Ίσως, γιατί δεν ήταν ποτέ στέρεο. Ίσως, γιατί δεν είχε λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του όλες τις παρενέργειες μιας πιθανής απόκλισης. Ίσως, γιατί δεν είχε αναλύσει σωστά όλα τα δεδομένα του στρατηγικού του στόχου.


Γι αυτό τα ποιήματα του Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ είναι μπλουζ. Έχουν την μορφή ενός μουσικού ρέκβιεμ, θρηνούν την αποτυχία της ιδέας τους, την αποτυχία της ένωσης, την αποτυχία του τρόπου, την αποτυχία της μορφής, εν τέλει, την αποτυχία της αγάπης. Η εμφανής ή αφανής αναφορά σε παλιούς μπλουζίστες έχει περισσότερο να κάνει με την δύναμη και την ειλικρίνεια εκείνου του παλιού συναισθήματος και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση φορμαλιστικό καταφύγιο ή αναδίπλωση. Η μουσική που ακούγεται – σε όλο το βιβλίο ακούγεται δυνατά μουσική – θρηνεί αυτό που πέρασε και δεν θα ξαναρθεί ποτέ. Αν αυτό που πέρασε είναι ένα έργο ζωής, καταλαβαίνετε ότι τα πράγματα δυσκολεύουν. Γιατί είναι μια δημόσια παραδοχή ήττας, μια λάθος κίνηση. Το βιβλίο αυτό είναι, αν θέλετε, ο ισχυρισμός ότι κάθε καλό ποίημα πρέπει να περιλαμβάνει την ιδέα της αποτυχίας του, πρέπει να φέρει αυτό το στίγμα της ματαίωσης πάνω του. Τα υφολογικά μέσα που το συγκροτούν έχουν σημασία, αλλά αυτό είναι περισσότερο δουλειά των κριτικών να τα ανακαλύψουν, όχι δική μου. Εγώ απλώς οφείλω την καθαρή στάση απέναντι στους αναγνώστες και μετά στην αυριανή μου σχέση με αυτό που δημιουργώ, με αυτό που θέλω να εκφράσω σε αξίες. Η ίδια η αξία, ως λέξη, είναι μια σπασμένη έννοια που έχει υποστεί πολλαπλούς βιασμούς από την Ιστορία. 


Η γλώσσα έχει μια τεταμένη σχέση με το σώμα και μέσα απ’ αυτή τη σχέση, που είναι μια πρώτη πηγή δυστυχίας, προσπαθεί να ανοίξει παράπλευρους δρόμους στην προσπάθειά της να καταστεί καθαρή. Το ποίημα μολύνει αυτή τη σχέση, προσπαθεί με κραδασμούς να διαταράξει την εκλογίκευσή της, να αγνοήσει θεμέλια και να απελευθερώσει την κυοφορία των «απαγορευμένων» που θα το διασώσουν και θα επιτρέψουν την αποστολή του να διασώσει τον κόσμο. Ο Νίτσε σε έναν καταπληκτικό αφορισμό γράφει ότι «μόνο σαν έργο τέχνης μπορεί, τελικά, να σωθεί ο κόσμος». Αυτό πιστεύω πια και εγώ και αυτό από μόνο του αποτελεί μια σοβαρή ομολογία ήττας, ένα οριστικό κλείσιμο του κύκλου. Το Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ σφραγίζει αυτή τη ρήση, προβάλλοντάς την στο μέλλον. Εκεί, που πολύ φοβάμαι ότι ο άνθρωπος θα έχει αναπόφευκτα συρρικνωθεί, για να μην πω, τελειώσει. 


Όμως, νοιώθω ότι ήδη είπα πολλά. Πρέπει να σταματήσω. Άλλωστε η ζωή είναι για τα μικρά όνειρα και η τέχνη για τα μεγάλα. Ο χρόνος θα σβήσει και τα δύο. Θα τα αντικαταστήσει με ταπεινότερα. Εν τω μεταξύ, η λογοτεχνία μπορεί να συνεχίσει – και είμαι βέβαιος ότι θα συνεχίσει – να απορεί με όλα.

 Πρωτίστως, με τον εαυτό της.



                          



PΗΟΤΟ: Κωνσταντίνα Φόρου

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

KΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ : Συνομιλία με ένα ποίημα της Ασημίνας Ξηρογιάννη "Παράξενη Αποσκευή"



O φιλόλογος και κριτικός Κώστας Τσιαχρής συνομιλεί μέ ένα ποίημα από την ''Προφητεία του Ανέμου'' (εξαντλημένο,Δωδώνη 2009).***
 










ΠΑΡΑΞΕΝΗ   ΑΠΟΣΚΕΥΗ
 
Ένα  "θέλω"   με  βασανίζει   χρόνια  τώρα.  
"Θέλω"   πολύπλευρο , πλουραλιστικό  , πολυδιάστατο .
Το  κουβαλώ  μαζί  μου   κι  όταν  δε  θέλω .
Θέλω   δεν  θέλω    εκείνο   με   κυνηγά .  
Μου  αρέσει   μα  φοβάμαι  κιόλας.
Μήπως   αυτό  το  "θέλω"  ποτέ   δεν το  μπορέσω .



Γνώρισα την Ασημίνα Ξηρογιάννη σε μία βιβλιοπαρουσίαση .Θαυμάσιος άνθρωπος , με πολλά ταλέντα ,αλλά την ίδια στιγμή σεμνός και προσγειωμένος . Είχα την ευκαιρία να διαβάσω τα ποιήματά της και να την ανακαλύψω περισσότερο μέσα από τις λέξεις της . Η ανάγνωση συνεχίζεται .Ωστόσο , έμεινα λίγο παραπάνω σ΄ένα ποίημα το οποίο περιέχεται στη συλλογή της "Η προφητεία του ανέμου" [Εκδόσεις "Δωδώνη" , Αθήνα 2009] .Τιτλοφορείται "Παράξενη αποσκευή " και με κέντρισε ν' ανοίξω μια συνομιλία μαζί του . Ολίγόστιχο ποίημα . Έξι στίχοι που ο καθένας τους αυτονομείται με τη χρήση της τελείας και συμπυκνώνει μία μικρή αποκάλυψη από το υπαρξιακό σύμπαν της ποιήτριας . Η δομή του  η ακόλουθη : α]Προβάλλεται μία διαχρονική υπαρξιακή κατάσταση [Ένα "θέλω" με βασανίζει χρόνια τώρα.] β]Αποκαλύπτεται η ποιότητα του αιτίου αυτής της κατάστασης ["Θέλω" πολύπλευρο , πλουραλιστικό , πολυδιάστατο .] γ] Διαγράφεται μία αντίφαση σε δύο διαφορετικά επίπεδα ενέργειας : εγώ - εκείνο [Το κουβαλώ μαζί μου κι όταν δε θέλω . /Θέλω δεν θέλω εκείνο με κυνηγά .] δ] Ακολουθεί η κυρίαρχη συναισθηματική στάση [Μου αρέσει μα φοβάμαι κιόλας.] ε] Δίνεται σαφέστερα το αντικείμενο του φόβου [Μήπως αυτό το "θέλω" ποτέ δεν το μπορέσω .] . Από την άποψη της τεχνικής επιπλέον , είναι αισθητή η παρουσία των αντιθέσεων [θέλω - δε θέλω , το κουβαλώ - με κυνηγά , μου αρέσει -μα φοβάμαι , εγώ -εκείνο] .Οι αντιθέσεις αυτές , ωστόσο , λειτουργούν περισσότερο ως συνθέσεις , ως αλληλοσυμπληρώσεις . Πιο  αναλυτικά  , μέσα στο ποίημα υπάρχει ένα ευρηματικό παιχνίδι με τη λέξη "θέλω" , που μεταμορφώνεται σε υπαρξιακή αποσκευή με σχεδόν εφιαλτικές προεκτάσεις . Αρχικά , η βούληση λειτουργεί ως βασανιστική εμμονή [με βασανίζει χρόνια τώρα] . Με τρία σύνθετα επίθετα "πολύπλευρο" , "πλουραλιστικό" ," πολυδιάστατο" , συγγενικά μεταξύ τους , φανερώνεται η ποιότητα αυτής της βούλησης . Το "θέλω" επικαλύπτει σταδιακά και το "δε θέλω" κι αρχίζει έπειτα η καταδίωξη [εκείνο με κυνηγά ] . Αυτό το κυνήγι εγείρει αντιφατικά [ή μήπως κοντινά; ] συναισθήματα : ηδονή και φόβο . Στο τέλος , έρχεται ο αιφνιδιασμός : το θήραμα γίνεται κυνηγός , καταδιώκει πια εκείνο αυτό που το κυνηγούσε . Ο φόβος της σύλληψης γίνεται φόβος αποτυχίας . Κι ο ταξιδιώτης συμβιβάζεται με την αποσκευή του και το ανυπόφορο βάρος μετατρέπεται σε λόγο ύπαρξης.......[Η  ανάγνωση  συνεχίζεται]

Κώστας  Τσιαχρής
****
Το παρόν κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το ιστολόγιο  ''Φιλολογικές Ματιές'' : http://filologikesmaties.blogspot.gr/2015/04/blog-post.html
 

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

ΣΤΗΛΗ ΤΗΕ ΑRΤΜANIACS /// 'ANNA MAΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ



                                   
'Αννα Μανωλοπούλου


Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη


 Θα σας πάω χρόνια πίσω, πώς ξεκίνησαν όλα με τη γραφή;


Όλα ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν. Το 1985, ωστόσο, βγήκαν τα πρώτα μου βιβλία: «ο τελευταίος Σταθμός» του Σεφέρη, μελέτη, από τις εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ και η ποιητική μου σύνθεση, εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ
«ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδών
ο βασιλιάς όλων των Ελλήνων και των Ασιατών».
Συνέχισα με άλλα πέντε ποιητικά έργα, σπονδή στου Στοχασμού το νάμα.
Μετά πέρασα στο μυθιστόρημα συνειδητοποιώντας ότι οι λέξεις: Ζωή, θάνατος, Έρωτας, «ο Μέγας δαίμων», κατά τον Πλάτωνα, αφού «κάθε τι το δαιμονικό βρίσκεται μεταξύ θνητού και αθανάτου», μού ενέπνευσαν να περπατήσω καταμεσής στο δάσος των ανθρώπων, ν’ ακούσω τη γλώσσα των πουλιών και των δέντρων και να την αντιγράψω σαν μια αισθητική ενόραση πλοκής και δράσης για την απροφήτευτη ροή του μύθου. Επειδή, πριν γεννηθώ, ακόμα, το DNA της Μοίρας μου ήταν κατάστικτο από Στιγμές σημαδιακές, στιβάδες μνήμης, για το αέναο «γίγνεσθαι», της γραφής μου, αφού η Μοίρα μας, γεννήθηκε πριν από τον Θεό και πριν από τον Χρόνο.
Η γοητεία, εξάλλου, της αφήγησης, μέσα απ’ την πρόζα και την ποίηση, αναβλύζει σαν κρυφή ουσία των πραγμάτων, κάθε λαού στην διαλεκτική κάθε καιρού, να μη χαθούν τα ίχνη του στης Ιστορίας το δρόμο.
Με την γραφή βιβλίων άρχισε να μετρά, για μένα, ο χρόνος, όχι ανώδυνος, μιας και η δημιουργία είναι η επένδυση του Τίποτα που σμίγει ουρανό και γη με του Θεού το νεύμα να… σώσουμε το χρόνο. Να υπάρχουμε!
Όλα, λοιπόν, ξεκίνησαν με την γραφή για το παιχνίδι στην αρένα των ονείρων, όπου νικητές και ηττημένοι, θύτες και θύματα γίνονται Ένα, όμως λίγο σοφότεροι. Γι’ αυτό και οι ρόλοι τους συνέχεια εναλλάσσονται! 


Ποιες οι λογοτεχνικές σας επιρροές; 


Οι επιρροές μου είναι η πραγματικότητα των εικόνων της ψυχής… με διάκοσμο την συνωμοσία του νου και των αισθήσεων για την ολότητα του πολλαπλού με το Ένα στο ακαριαίο, άχρονο παρόν, που κουβαλά στα σπλάχνα του την ιστορία, την παράδοση και του καιρού του τα μηνύματα σαν ηχώ της Μοίρας μας για του
μέλλοντος… την στίλβουσα ελπίδα, που ποτέ δεν είδαμε και ούτε θα δούμε εκτός απ’ της Στιγμής το βίωμα και τον καρπό του.
Νοιώθω, λοιπόν, πως μπολιάζω μέσα μου την αγωνία και την μοναξιά μου με όλους τους λαούς της ΓΗΣ και με του καθενός το ρεπερτόριο της Συνήθειας. Όλη τη γνώση ως την αλαζονεία της άγνοιας. όλους «τους θλίβοντές με» και των θλίψεών τους το άκτιστο φως στου φεγγαριού την άμωμη λιτότητα, μέσα απ’ τα βιβλία, που διάβασα, και δεν μπορώ να απαριθμήσω, ούτε να επιλέξω ποιο απ’ όλα και τί μου χάρισε το συμπόσιο των άστρων, όπου οι λάτρεις της ζωής και οι μέθυσοι του θανάτου το λεν δημιουργία! Εγώ όμως… ονομάζω ποίημα ή μυθιστόρημα το κάλεσμα του Θεού στης Χίμαιρας το δείπνο και του ανθρώπου, στου Έρωτα την προαιώνια, ηδύπνοη, θυσία. Έτσι παρέα με τον Νίτσε έμαθα πως «… ό,τι δεν με σκοτώνει, με δυναμώνει» και πως «… πριν απ’ το Εγώ υπήρχε το Εσύ…». Και από τον Ντοστογιέφσκι, «τον μέγα μάρτυρα των εύθραυστων αμαρτιών», έμαθα, «Να αποσυρθώ στον εαυτό μου» και «… να αφοσιωθώ στο πνεύμα που, όπως φαίνεται, γίνεται, ολοένα, και πιο σπάνιο». 



 Αγαπημένοι σας ποιητές και συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι. 

«Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας» στης ποίησης τη χώρα από τον Όμηρο, τον μέγα δάσκαλο, ως τον Σολωμό, καύχημα καθαρής γραφής στον ειρμό του θαύματος! Από τον Καβάφη, τον μύστη στην τέλεια έκφραση της λιτότητας, ως τον οιστρηλατούμενο Ελύτη και τον βαθυστόχαστο Σεφέρη και από τον Νίκο Καρούζο ως την Κική Δημουλά που καλούν, τους μυημένους στη μυσταγωγία της γλώσσας τους, σε έκσταση! Μήπως, γιατί, γυρεύουν, το όραμα της παλινόστησης στην αθωότητα που καθαγιάζει την δημιουργία σαν ιεροπραξία του Σύμπαντος, στης αιωνιότητας τον όρθρο!
Από τους ξένους ποιητές θα αναφέρω, ενδεικτικά, τον Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ, τον ΜΑΛΑΡΜΕ, τον ΕΔΓΑΡ ΠΟΕ με το «Ελντοράδο» για το «κυνήγι του χρυσού», το συναπάντημά του με τον θάνατο
«Βαθιά μες στο Σύσκιο Λαγκάδι»,
μοναδικό…
«… του Ελντοράδο σημάδι».
Τον Λωτρεαμόν που έπλασε την πιο υπερβατική μορφή του κακού για να αφυπνίσει από το λήθαργο, μιας ψεύτικης και επίπλαστης ηθικής, το υπέρτατο καλό.
Τον Κάρολο Μπωντλαίρ που σε μια ύστατη προσευχή ζητά να βρει την ψυχή του, στη γνώση, εξόριστος απ’ την Εδέμ της γης, κάτω απ’ του πειρασμού το δέντρο. Τον EZRA POUND για την «Ανακωχή που έχουνε κάνει οι θεοί» μαζί του.
Ο πιο αγαπημένος μου, ωστόσο, είναι ο Αρθούρ Ρεμπώ για την λατρεία του σ’ ένα μποέμ Θεό που τον αναζητά στο
«Μια εποχή στην κόλαση» αρμενίζοντας
«… στ’ ολόστρωτο πέλαγος της σοφίας»
για να μας δείξει ίσως το δρόμο:
«Διαμέσου του πνεύματος βαδίζουμε στο Θεό!»
Να μην ξεχάσω, επίσης. τον R. M. PILKE τον ΠΩΛ ΒΕΡΛΑΙΝ και όλους… τους καταραμένους που έσκυψαν στην ενδοχώρα του ανθρώπινου πόνου ν’ ακούσουν τον αμείλικτο αντίλαλο του πεπρωμένου μετουσιώνοντάς τον, σε ποίημα, αιώνιο δώρο, στην ασωτία της λήθης.
Έλληνες συγγραφείς: Θα αρχίσω από την κλασσική αρχαιότητα, τον Πλάτωνα, τον Ηράκλειτο και τους μεγάλους τραγικούς που διάλεξε η αιωνιότητα, σαν άνθη του ουρανού, για την ευημερία των δακρύων μας… αλλά και την δική της δόξα.
Από το πάνθεον της λογοτεχνίας θα σταθώ στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον ασκητή της Σιωπής, που κυνηγά … «… μια μυστηριώδη λάμψη να χορεύει στα κύματα», σαν άνθος του γιαλού ή σαν προσδοκίας δικαίωση «της άλλως ανωφελούς ζωής μας». Τον Νίκο Καζαντζάκη που μετουσιώνει τη σάρκα σε πνεύμα, τον Στρατή Τσίρκα με «τις ακυβέρνητες πολιτείες», τον Καραγάτση, που μεταλλάσσοντας τις χίμαιρες σε τέχνη άφησε κάποια θραύσματα αφθαρσίας στα ερείπια της θνητότητάς μας. Και άλλους πολλούς που δεν μου επιτρέπει ο χρόνος μιας συνέντευξης να σχολιάσω.
Έτσι περνάω στους ξένους, ενδεικτικά πάντα, στον Herman Broch (υπνοβάτες Βιργιλίου θάνατος), με «την πέτρινη ματαιότητα των νικητήριων ιαχών», αλλά και «την ματαιότητα του χθόνιου πάθους των ανθρώπων», την «Άβυσσο» της Γιουρσενάρ, τον Φ. Κάφκα τον Α. Καμύ, τον Ernesto Sabato, τον Ρόμπερτ Μούζιλ, τον Τζους, τον Ζαν Ζενέ… που αγκάλιασαν …το κενό, με μια άγρια διανοητική
πειθαρχία, θύελλας σκάνδαλο, στη νομοτέλεια της ύπαρξής μας. Και ανάμεσά τους θα αναφέρω τον Φ. Ντοστογιέφσκι και τον Φρ. Νίτσε, όχι ως οραματιστές της Αστραπής, αλλά ως Κεραυνό που γεννά την Αστραπή. Όλοι, εξάλλου, ινδάλματα της Ειμαρμένης που δίνει τόπο στην οργή να μείνουν κάποια έργα αθάνατα στη γη. 



 Βάλτε μας μέσα στο λογοτεχνικό σας εργαστήρι πώς δουλεύετε ένα
ποίημα. Η δουλειά είναι διαφορετική όταν πρόκειται για μυθιστόρημα; 


Το λογοτεχνικό μου εργαστήρι είναι απρόσιτο σε κάθε εξωτερική δύναμη που μπορεί να μπει ανάμεσα στη Σκέψη και τα χέρια μου, εκτός από την απόλυτη νηφαλιότητα της μεταμεσονύκτιας ώρας, που με εμπνέει. Έτσι, δουλεύω ένα ποίημα, όταν όνειρα λέξεων, που υψιπετούν σαν τα πουλιά, μού μεταγγίζουν, με τα γαλάζια τους φτερά, την εξουσία του Θεού στο… αίμα μου για να την κάνω ποίημα, χρέος μου, λοιπόν, μετά απ’ αυτή τη δωρεά, να φτάσω στην τελειότητα, που… μπορώ να συλλάβω, με το νου και την καρδιά μου.
Όσον αφορά το ποίημα και το μυθιστόρημα, και στα δύο, θαρρώ, πως χρειάζεται ένα σκίρτημα του έρωτα, ξόρκι της πανδαισίας των αισθήσεων να μη χαθεί το Ωραίο, μέσα από μυστήρια Σιβυλλικά, για να μπορέσει το φθαρτό κορμί μας να γίνει ναός αιωνιότητας για του πνεύματος τη Θεία λειτουργία. Το ποίημα, ωστόσο, είναι αίνιγμα και η λύση του: μέτρο…, λιτότης, αφαίρεση, αρχιτεκτονική, πυκνός λόγος ανένδοτης ενόρασης, το βάρος, ίσως, δίχως απόβαρο μιας απόκρυφης σοφίας που δικαιώνει την εμπειρία και τη γνώση πέρα από τη γνώση. Το ποίημα είναι, προ πάντων, μια ουράνια στέψη της μέθης του Διόνυσου με τη λύρα του Απόλλωνα και στέμμα την διχόνοια όλων των αντιθέσεων για της μελωδίας τους την αρμονία.
Το μυθιστόρημα είναι η πληθωρική αφήγηση του Εφήμερου πριν από την μεταμέλειά μας στον καθρέφτη. Είναι η απολογισμός για την σοδειά από των επιθυμιών μας το χθονοφυές, άχραντο κάλλος, χοές δακρύων ύστατης μετακομιδής του Α ν ε π ί σ τ ρ ε π τ ο υ! Είναι επομένως, ένας μόχθος βιβλικός για μια καινούρια γένεση του κόσμου. Είναι η Προμηθεϊκή οδύνη για την αβεβαιότητα, του Ασήμαντου Εγώ μας, μπροστά στο θάνατο. Είναι η Ελπίδα, για τους ήρωες του μύθου να φτάσουν στον αστερισμό της ντελικάτης Σκέψης και να σμιλέψουν με τη
γλώσσα τους… το Αιώνιο τίποτα για την πλοκή του και τη δράση με σύμβολα και εικόνες των ρόλων που υποδύονται. Γι’ αυτό τους δίνω ελευθερία ιπτάμενη πάνω απ’ το μυστικό ασκηταριό μου, να μ’ οδηγήσουν, κάποτε, σε μονοπάτια που δεν ξέρω, όπου το Άρρητο, ακόμα, βασιλεύει σαν ηλιαχτίδα για τους θησαυρούς που κρύβει το σκοτάδι στα ιλιγγιώδη βάθη της ψυχής του ανθρώπου. 



Γιατί γράφετε; 


Γράφω γιατί είμαι αφιερωμένη στην αδιαλλαξία των εκπλήξεων και στων ματαιοτήτων μου την απληστία, όπου η ιεροτελεστία της αφήγησης φιλιώνει τη σάρκα με το πνεύμα, το δάκρυ της χαράς και της μοναξιάς την αγιοσύνη και της θλίψης μου την ευφυΐα. Γράφω γιατί θέλω ν’ ανοίξω καινούριους δρόμους στο Στοχασμό και τη Σκέψη, να κάνω βαθιές τομές στη Μοίρα του ανθρώπου, πριν φτάσω κατάπληκτη στον απολογισμό με Εμβέλεια το Tίποτα, γιατί το λευκό χαρτί με γοητεύει με το όραμα να γίνει βιβλίο, θησαυροφυλάκιο, για το σεπτό μυστήριο της ζωής, του έρωτα το άπειρο κάλλος, αλλά και για το δέος του Eπέκεινα. Έτσι, οι ήρωες μου γήινοι, απείθαρχοι και ακραίοι, προσπαθούν να ξεπεράσουν το μόχθο της μέρας, να βιώσουν το μερτικό που τους αναλογεί, από την αρμονία του Σύμπαντος, γιατί ξέρουν πως από το φόβο της ανυπαρξίας γεννιέται η σοφία της ύπαρξης. Γράφω, λοιπόν, για να στήσω ένα σκηνικό ακροβασίας για τη θέα του Αθέατου. Να προωθήσω την πραγματικότητα ως την προφητεία και ως την Αποκάλυψή της. Γράφω για να υψώσω τη γλώσσα στο πιο ψηλό της… βάθρο. Εξάλλου οι λέξεις έχουν την εξουσία και την δύναμη στη γη, όπως οι Άγγελοι στον ουρανό, ν’ αλλάζουνε τον Κόσμο. 



 Θα ήθελα τον δικό σας ορισμό για την ποίηση.

Η ποίηση είναι το άνθος του Στοχασμού
και των ονείρων μίσχος 




 Λογοτεχνία και διαδίκτυο 

Η λογοτεχνία διαιωνίζει την κουλτούρα ενός λαού, άλλωστε scripta manent. To διαδίκτυο, βέβαια, είναι η παγκοσμιοποίηση της επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς και τις χώρες τους. Είναι μια απέραντη θάλασσα για το όποιο ταξίδι στ’ ανοιχτά του πολιτισμού και της τέχνης. Είναι τόκος του Ωραίου στην άβυσσο της μνήμης.
Όμως, για μένα, το βιβλίο είναι σώμα που αναπνέει στα χέρια μου, έχει τη μυρωδιά του, τη γοητεία του, την αμεσότητα της αφής εις το διηνεκές του χρόνου. Στο χαρτί υπάρχει κάτι το επιβλητικό, το Ανεπίστρεπτο! Το βιβλίο στων μυστηρίων του τη δράση είναι ένα τελετουργικό πλοκής για τη λατρεία της αφήγησης στης νοσταλγίας την πανάρχαια θρησκεία. Το βιβλίο είναι μια αγκαλιά ζεστή για το νόστο των ονείρων μας, που μάς προσπέρασαν και άφησαν τα σημάδια των καημών και των πόθων μας στης λησμονιάς τον μύθο. 



 Πιστεύετε στα βραβεία; 

Πιστεύω πως η απονομή των βραβείων είναι προδιαγεγραμμένη από κύκλους και κυκλώματα που κρατούν τα σκήπτρα του φασισμού της τέχνης στα χέρια τους. Ωστόσο, το βραβείο είναι μια γενικότερη καταξίωση του συγγραφέα, όταν, φυσικά, το έργο του έχει αντίκρισμα σε κοίτασμα χρυσού στα άδυτα του χρόνου. Αλλιώς, το βραβείο είναι μια διαφήμιση που ξεχνιέται!
Εγώ προσωπικά, δεν έχω υποβάλλει κανένα από τα έργα μου για βραβείο, έχω το προνόμιο, βλέπετε, να ζω στην επαρχία. Βέβαια, σκέφτομαι, προσεχώς να υποβάλλω στην Ακαδημία μια ποιητική μου σύνθεση, που είναι υπό έκδοση. Πιστεύω, άλλωστε, στην ιστορία της Ακαδημίας σαν πρώτη αρχή του φιλοσοφικού διαλεκτισμού που άνοιξε τα φτερά της με την θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα, τον δημιουργό της, πάνω απ’ τη γη των ανθρώπων. Πιστεύω και στα πρόσωπα του θεσμού της Ακαδημίας, που «την προσέχουν ευλαβή» την αξιοκρατία των βραβείων. 




Τί θα λέγατε σ’ έναν νέο λογοτέχνη, που τώρα ξεκινά; 


Αν είναι δεδομένο ότι πρόκειται για λογοτέχνη, η δική μου κρίση περιττεύει. Αν όμως αρχίζει προχωρώντας στα σκοτεινά, αφού… «στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…», τότε είναι θέμα αυτογνωσίας. Αν δηλαδή, νιώθει πως είναι αφιερωμένος στην υπέρβαση, όπου η αρχέγονη τέχνη του λόγου μάς επιφυλάσσει εκπλήξεις πέρα από τις εμπορευματοποιημένες απαιτήσεις του καιρού μας, τότε δεν θα μπορεί να κάνει αλλιώς. Αν, δηλαδή, νιώθει πως στις φλέβες του κυλάει το αίμα των λέξεων, που μεταδίνει ζωή στο χαρτί απ’ τη ζωή του, το Κάρμα του είναι να γράφει και ο σεβασμός τού ανήκει.
Σήμερα όμως, όσοι ξέρουν γραφή και ανάγνωση γράφουν, γιατί λογοτεχνία είναι ό,τι πουλάει. Είναι η βεβήλωση της φαντασίωσης όλων της ζωής των ιερών και οσίων, που ακυρώνει την τέχνη της αφήγησης στο βωμό της Τέχνης. 



Πιστεύετε στην κριτική; 


Η κριτική είναι μια αρχέγονη, αυτόνομη τέχνη, από τους Αλεξανδρινούς σχολιαστές μέχρι Σήμερα. Αρκεί να μπορεί να γκρεμίσει είδωλα ελπίδων και ονειρικών διαφημίσεων και να στήνει στα βάθρα της, την ομορφιά και την Αλήθεια, όποια και αν είναι, γιατί η τέχνη είναι η πεμπτουσία της ζωής που μένει.


Γράφετε κάτι  τώρα; 

Γράφω το τρίτο βιβλίο (το πρώτο ήταν «Η Ζωή δεν ήταν δική μου», το δεύτερο «Η Μάσκα που δακρύζει»), της τριλογίας, που ακόμα δεν ξέρω πώς θα ονομάσω. Το βιβλίο αυτό είναι ένας απολογισμός, πριν φύγω, σαν αμαρτωλή, που κλαίω και οδύρομαι, όχι για όσα έκανα, αλλά για όσα δεν πρόλαβα να κάνω, ούτε θα προλάβω. 


Μιλήστε μου με δυο λόγια για καθένα από τα βιβλία σας.
 
1) Το πρώτο μου βιβλίο, είναι μια μελέτη στο ποίημα του Σεφέρη, «ο Τελευταίος Σταθμός» με την αυτοβιογραφική, ιστορική μέθοδο. Εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ 1985. Μετά από τις εκδόσεις ΔΙΟΓΕΝΗΣ, 1987, 88

2) «ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδών
ο βασιλιάς όλων των Ελλήνων και των
Ασιατών» ποιητική σύνθεση, όπου «ο Μέγας Αλέξανδρος αναστημένος από το παραμύθι της Γοργόνας, πορεύεται με τους Μακεδόνες του ιχνηλατώντας τα ελληνικά πεπρωμένα στα βάθη της Ασίας…». Παρατηρεί ο Βασίλης Λιαπής, φιλόλογος – κριτικός. «Ο Μέγας Αλέξανδρος πορεύεται και ο αφηγητής, ως άλλος Αλέξανδρος, σχολιάζει. Το θέμα τους είναι η δόξα και η πτώση του καταχτητή, κοσμοκράτορα. Η αυτοκριτική… του υπερανθρώπου».
Γράφει ο Θωμάς Ψύρρας, φιλόλογος – συγγραφέας.
Έτσι:
Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι μια πορεία από τον υπεράνθρωπο ως τον άνθρωπο, τον εσφραγισμένο από τη Μοίρα να αλλάξει τον κόσμο.

3) «Στοχασμοί σε έξι ενότητες» (ποιητική συλλογή), Φιλιππότης, Αθήνα 1986.
Μνήμες από τη φθορά των πραγμάτων, μικρές σονάτες για την πρώτη αθωότητα, όταν ο άνθρωπος έπλασε το Θεό του, φωτιά απ’ τη φωτιά της καρδιάς του και Εκείνος…είπε
Πώς να χωρέσει
ο καημός μου
τα τρυπημένα οράματα
των ανθρώπων!
Έκαψα την αναμονή μου
στον Έρωτα
για πολιτείες νεκρές και
δάση Σιωπής.
Έμεινα έρημος
μα Θεός.



4) «Ερωτικοί Απόλογοι» (ποιήματα) Αθήνα, ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1988, 1994. 

Ηδονικό πεπρωμένο πυρογραφεί τους «Ερωτικούς» τούτους «Απόλογους», στης νοσταλγίας την κραυγή:
Τίποτα ωραίο δεν πεθαίνει
πριν απ’ τον πόνο μας.
Καθώς μέσα απ’ την ανελέητη πομπή των περασμένων αναβλαστάνει ο Έρωτας, της ψυχής ένορκο αστέρι, για ένα φιλί, αντίτιμο Σαγήνης, στη δίκη των αγγέλων.
Επειδή
Νεύμα Θεού
ο Έρωτας
θα αναβλαστάνει
στο σώμα της μικρής μας Ευτυχίας
«χωρίς εμάς»
που την αγγίξαμε
στον οίστρο της φθοράς μας… 


5) «Κασσάνδρα ή χρησμών παραλήρημα», ποίηση, Θουκυδίδης, 1991. 

Χρόνος του ποιήματος θεωρείται το ΝΥΝ και το ΑΕΙ, μιας και οι ρίζες του βρίσκονται στον μύθο της Αισχύλειας τραγωδίας «Αγαμέμνων» και οι καρποί του στο ΣΗΜΕΡΑ, αφού όμως μετήλθαν την ανθοφορία των αιώνων. Η Κασσάνδρα είναι η μελλοθάνατη που χρησμοδοτεί παραληρώντας για την φυσική τάξη του κόσμου:
Όταν
Η Ζωή και ο θάνατος αγκαλιάζονται
γεννιούνται χρησμοί
Η φωνή της γίνεται υπερβατική! Ο ποιητικός λόγος γίνεται ο αιώνιος λόγος της τελετής και της εξέγερσης, καθώς πηγάζει από μια γλώσσα Ενιαία… που σημαίνει πατρίδα και πολιτιστικόν ήθος ακατάλυτο. Μια γλώσσα που απαιτεί κάματο και οδύνη για την τελειότητα και της μελωδίας της την αρμονία.

Η γλώσσα μου ελίσσεται, εξόριστη, οδύνη
στις ερημιές της σοφίας μου.
Έτσι η Κασσάνδρα οραματίζεται τη σοφία των χρησμών της σαν μια δύναμη κοσμογονική: τη Μοίρα του ανθρώπου!
Ήδη νεκρή
Ερωτεύομαι προσδοκίες
…………………..
πώς να μοιράσω το κορμί μου
σε ζώνες ηδονής και ισότοπο θανάτου
πώς να μοιράσω οδύνη και Αγάπη
όλα είναι λάφυρα δακρύων 

 6 ) ΗΜΕΡΕΣ ΕΠΤΑ Ή
ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΤΟ ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ [ποίηση – ΡΟΔΑΚΙΟ ΑΘΗΝΑ 1996]
Η ποιητική αυτή σύνθεση είναι η ένθεος ενσάρκωση της λύπης του Εφήμερου σε αφηγηματική λατρεία, δίχως αίρεση καμία. Μια αισθητική ενόραση της δημιουργίας του κόσμου σε επτά Ημέρες από τον άνθρωπο, που γυρεύοντας το σοφό πειρασμό, δυναμίτη, στα νταμάρια της γνώσης ανατινάσσει ενοχές και μεταμέλειες και λάθη.
Έτσι δημιουργεί τη γλώσσα, τον Έρωτα, την Κίνηση «το αέναον κινούν Ακίνητον» κατά τον Αριστοτέλη, τον πόλεμο, τον ΑΡΙΘΜΟ και το ΧΡΟΝΟ, την ΤΑΞΗ. Και την έβδομη ημέρα τον Ουρανό και το άνυδρος χάος. Έτσι, οι επτά ημέρες της δημιουργίας μου, είναι του πειρασμού το απάνθισμα από την δική μου μέθεξη στην πτώση των αγγέλων.
Έτσι
Τον Θεό μου τον λάτρεψα
αποτεφρώνοντας τις μέρες μου
στα λατομεία των λέξεων


Εκεί σκάβοντας
βρήκα
την ερημία στου ναού το εκκλησίασμα
την ταπείνωση στις αρθρώσεις του πόνου
στη χλιδή των ονείρων τη γνώση. 


7. Η Λιτανεία των στίχων, ποίηση, ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα. 

Η λιτανεία των στίχων παραπέμπει ευθέως σε μια ιεροπραξία όπου το αποκαλυπτικό στοιχείο της μυσταγωγίας κυριαρχεί. Αναπαριστά την πανανθρώπινη ιστορική πορεία, όπως μόνον η ποίηση την αποτυπώνει:
Μονάχα ένας ποιητής άγρυπνος χρόνια τώρα
στο ναό της νύχτας
ανάβει στίχους για κεριά μες στο βαθύ σκοτάδι
Ο σκοπός της λιτανείας είναι σαφής
και ο ποιητής να μη χαθεί το μέλλον ικετεύει. 


8. «Η Ζωή δεν ήταν δική μου», μυθιστόρημα, ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα, 2011. 

Δύσκολο εγχείρημα να μετοικίσουμε τη μοναξιά μας σε απανωτές εικόνες στον ατέρμονα χρόνο. Έτσι, γεγονότα και μύθος αποτελούν μια πυκνή τοιχογραφία με βίους ανθρώπων, που ξεπερνώντας τον εαυτό τους, τολμούν να αναμετρηθούν με το Αναπόφευκτο, όπου όλοι είναι Η Τ Τ Η Μ Ε Ν Ο Ι! «Η γλώσσα, ιδιαίτερα λυρική, αλλά και πηγαία φιλοσοφική, εμπεριέχει την ιστορία και τη σοφία του λαού μας στη διαλεκτική της πορεία από την αρχαιότητα μέχρι Σήμερα». Επισημαίνει ο Σωτήρης Πράπας στην παρουσίαση του βιβλίου στον ΙΑΝΟ. Το Σπήλαιο, εξάλλου, του Πλάτωνα, έχει μια αρχετυπική σημειολογία στο μύθο, αφού η ψυχή γνώρισε την απόλυτη ομορφιά στον ουρανό πριν έρθει στο φθαρτό μας σώμα. Αλλά και ο έρωτας, μέσα απ’ τον αμοιβαίο όρκο της Αθανασίας της ζωής τη ρέμβη και την βαθύτερη ουσία της, ταυτίζοντας το πεπερασμένο με το Άπειρο στην αιχμή της τέχνης, σαν αποκάλυψη αποκαθήλωσης Εσχάτης προφητείας
«Σώσον Κύριε την Τέχνη, όπου γης,
για να σε σώσει»! 


10. «Η Μάσκα που δακρύζει» μυθιστόρημα, ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Αθήνα, 2013. 

Η ζωή άλλοτε με την τραγικότητα και άλλοτε με το μεγαλείο της είναι μια αιώνια σκακιέρα, όπου παίκτες και συμπαίκτες προσπαθούν να μάθουν του παιχνιδιού τους νόμους, για ένα ρουά ματ, πέρα από το Τυχαίο. Έτσι στο μυθιστόρημα αυτό, βάζω φτερά στο Σήμερα… να φτάσει στης δικαιοσύνης το πιο σπάνιο λουλούδι, που δεν άνθισε ποτέ στη γη, κάτω απ’ τον ήλιο, εκτός από της τιμωρίας το ανελέητο σκοτάδι. Έτσι, οι ήρωές μου απογειώνουν τον μύθο πέρα από τη δράση, εκεί, που η πραγματικότητα πληγώνει το όνειρο στη ροή της αφήγησης. Π.χ. οι δωρεές οργάνων εμπορευματοποιούν τις μεταμοσχεύσεις, για το χρήμα, τον πιο τραγικό Θεό της μοναξιάς μας.
Υψώνω σχήματα και μορφές στο χρόνο, μια πανδαισία από χρώματα να ζωγραφίσω την οργή του Θεού που ήρθε στη γη φορώντας μάσκα για να συνομιλήσει μ’ έναν γέρο και μ’ έναν καλλιτέχνη για τη νιότη και το γήρας, της φθοράς το άγριο μένος. Και για τα Ο Ν Ε Ι Ρ Α μας στον καθρέφτη που σιγά-σιγά πεθαίνουν – τότε ήταν που δάκρυσε και η μάσκα Του, ίση και όμοια με τα πάθη των ανθρώπων!