Translate
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013
Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013
ΣΤΗΛΗ THE ARTMANIACS///ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ
συνέντευξη στην ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
Αυτές
τις μέρες..έχω συντροφιά την <Μικρή Διαθήκη> σου που μόλις
κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περισπωμένη...Πες μου δυο λόγια για αυτό το
βιβλίο...
Τα ποιήματα της Μικρής Διαθήκης άρχισα να τα γράφω στην
Μαγιόρκα τον Ιούλιο του 2009 και ολοκληρώθηκαν τον Ιούλιο του 2010 στην
Σάμο. Μετά τα Όρια του λαβύρινθου (εκδόσεις Κέδρος), ποιήματα που
δούλευα έξι χρόνια πριν εκδοθούν, δεν ήθελα να γράψω άλλο. Βρισκόμουν σ΄
ένα μεταβατικό στάδιο. Βαθύτατα επηρεασμένος από έναν πεσιμισμό,
διάχυτο σ΄ εκείνα τα ποιήματα, ήθελα περισσότερο από όλα να
αποστασιοποιηθώ. Να που η ποίηση όμως έρχεται εκεί που δεν το
περιμένεις. Την τελευταία μέρα στην Μαγιόρκα γεμίζει η θάλασσα μέδουσες.
Εκατοντάδες μέδουσες. Κι αποφασίζω, μιας και δεν γινόταν να κάνω μπάνιο
να πάρω το αυτοκίνητο και να περιπλανηθώ στην ενδοχώρα. Φτάνω σ΄ ένα
γραφικό χωριό, την Ντεϊα, χτισμένο σ΄ ένα κατάφυτο λόφο και αποφασίζω να
διασχίσω τα καλντερίμια του με τα πόδια. Εντελώς τυχαία φτάνω σ΄ ένα
κοιμητήρι, κι εκεί αντικρίζω τον τάφο του μεγάλου Άγγλου ποιητή Ρόμπερτ
Γκρέιβς. Χωρίς να το θέλω, επηρεασμένος από αυτή την τυχαία (υπάρχει
τίποτα τυχαίο τελικά;) συνάντηση με έναν ποιητή που αγαπώ πολύ, άρχισα
να γράφω σ΄ ένα μπλοκάκι. Δεν ήξερα τι έγραφα. Ούτε ξέρω πόσες ώρες
έμεινα εκεί. Μετά, όταν δούλεψα εκείνους τους στίχους είδα ότι μπορούσαν
να γίνουν μια ολοκληρωμένη ποιητική ενότητα. Δεν έγραψα κάτι άλλο,
μέχρι την άλλη χρονιά, όπου πάλι τυχαία, κάθισα, έτσι απλά, κι έγραψα τα
υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής. Δεν μου έχει συμβεί ποτέ κατ΄ αυτό τον
τρόπο να εμπνευστώ, γι΄ αυτό δεν επεξεργάστηκα πολύ τα ποιήματα,
αφήνοντας ανέγγιχτη εκείνη την πρώτη ύλη που μου δόθηκε.
<Ειναι
εφικτό να είμαι ποιητής προστατεύοντας τόση ύλη;>γράφεις σε ένα
ποίημα...Ο ποιητής είναι και άνθρωπος,έχει προσωπική ζωή,υλικές
ανάγκες,ζει σε έναν γηινο κόσμο...Που είναι η Ποίηση μέσα σε όλα αυτά;O
Tιτος Πατρίκιος λέει ότι σε βρισκει η Ποιηση παντου....
Ο ποιητής
δεν ήταν ποτέ ένα εξωπραγματικό όν, έτσι τουλάχιστον τον αντιλαμβάνομαι
εγώ. Είναι ο πιο γήινος από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες. Ποτέ δεν
πίστεψα ότι ο ποιητής είναι κάτι το ξεχωριστό. Γράφω για την δική μου
λύτρωση και μόνο, ζώντας μια εντελώς φυσιολογική ζωή, χωρίς
εντυπωσιασμούς και φανφαρονισμούς. Ήταν αρχή μου να μην διαφοροποιούμαι.
Με τον στίχο που αναφέρεις εννοώ πως ο διακαής πόθος καθενός μας είναι
να υπερβούμε την ύλη, με ότι συμπεριλαμβάνεται σ΄ αυτή, από την ατέλεια,
μέχρι την απεγνωσμένη μας προσπάθεια να κρατήσουμε κάτι ζωντανό μέσα
στην φθορά, φόβους, πάθη, όλα αυτά που μας προσγειώνουν και δεν μας
αφήνουν να απογειωθούμε σε μια άλλη διάσταση, όπου η πνευματικότητα θα
παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Νιώθω μερικές φορές δεσμευμένος μέσα στις
ίδιες μου τις ανάγκες, αναγνωρίζοντας την μικροπρέπεια μου. Συμφωνώ με
τα λόγια του Πατρίκιου. Η ποίηση υπάρχει παντού. Ακόμα και στα πιο
συνηθισμένα πράγματα. Ιδίως εκεί.
Λογοτεχνία και διαδίκτυο.
Η
λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη σ΄ αυτόν τον νέο τρόπο
επικοινωνίας. Μου αρέσει που όσο περνά ο καιρός και φεύγει η πρώτη
αμηχανία, εμφανίζονται στο διαδίκτυο ποιοτικές σελίδες που ασχολούνται
με το βιβλίο. Άνθρωποι με μεράκι, με πάθος για την καλή λογοτεχνία,
πραγματικοί σκαπανείς της γνώσης. Τους θαυμάζω. Η αυτοκρατορία των
μίντια, που έλυναν κι έδεναν όλα αυτά τα χρόνια έχει καταρρεύσει. Μια
νέα εποχή ξεκινά. Μου αρέσει που εδώ δεν υπάρχουν κλίκες, ούτε
συμφέροντα. Και πιστεύω πως μέσα από το διαδίκτυο θα γνωρίσουμε τα πρώτα
έργα μεγάλων συγγραφέων του μέλλοντος.
Πώς είναι να ζεις μακριά από την Ελλάδα;
Μα
και όταν ήμουν στην Ελλάδα πάλι μακριά της ζούσα. Δεν ξέρω, νιώθω χωρίς
πατρίδα. Από μικρό παιδί το ένιωθα. Λες και είχα ορίσει μια δική μου
φανταστική χώρα μέσα μου, χωρίς σύνορα, γλώσσα, έθιμα και ήθη.
Ιχνη στο Χιόνι..Ενα βιβλίο που συζητήθηκε...
Όποιος
αποφασίζει να γράψει κάτι για τον εμφύλιο είναι αυτομάτως και
παρεξηγημένος. Μ΄ αυτό το βιβλίο ήθελα να αφηγηθώ πως βιώνει ένα παιδί
τον πόλεμο, ορφανό, χαμένο στα βουνά με τους αντάρτες. Δεν έγραψα
πολιτικό ούτε ιστορικό μυθιστόρημα. Κι όμως, η επίσημη κριτική μίλησε
αρνητικά για το βιβλίο ότι δεν καταφέρνω να παρουσιάσω κάτι καινούργιο
για τον εμφύλιο, μια νέα ματιά πάνω στα πράγματα. Μάλιστα ενόχλησε που ο
πρωταγωνιστής, ηλικιωμένος πια, αποφασίζει να φύγει από το
κομμουνιστικό κόμμα, απογοητευμένος από την Αριστερά. Βέβαια, αν το
κοιτάξουμε λογοτεχνικά, σαν πρώτο βιβλίο έχει προβλήματα, μιας και δεν
είχα γράψει μέχρι τώρα πεζό, από την άλλη όμως ήταν μια προσπάθεια να
διασώσω μια αληθινή ιστορία.
Θεός;
Πιστεύω στο θείο,
γιατί είναι η πηγή της έμπνευσής μου. Η φύση, ο ίδιος ο άνθρωπος. Δεν θα
μπορούσα να θαυμάζω την δημιουργία, χωρίς να πιστεύω σ΄ ένα νοήμονα
Δημιουργό.
Παρακολουθείς τα πολιτικά πράγματα;
Φυσικά.
Αλλά είμαι τόσο απογοητευμένος που δεν με ενδιαφέρει πια το άθλημα.
Έχουν ισοπεδωθεί όλα. Κάθε ιδεολογία, κάθε αξία. Διανύουμε την εποχή του
κίβδηλου, του επιφανειακού, του ψεύτικου. Οι πολιτικοί μου θυμίζουν
μαριονέτες. Απορώ που υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πιστεύουν σ΄ αυτούς.
Μπορεί να ακούγομαι υπερβολικός, αλλά η πολιτική της Ευρώπης σήμερα δεν
σέβεται τον πολίτη. Έχουμε γίνει απλά ανώνυμα πιόνια μιας μηχανής που
παράγει το μεγάλο Τίποτα. Και στην Ελλάδα, αλλά και στην Γερμανία, όλα
έχουν θυσιαστεί στο βωμό του χρήματος.
Aγαπημένοι σου ποιητές,συγγραφείς και μεταφραστές.
Αντί
να πω για τους κλασσικούς, που ούτως ή άλλως αγαπώ, θα αναφέρω
σύγχρονους που με τα γραπτά τους με έχουν ταξιδέψει. Σωτήρης Σελαβής. Η
Κασετίνα του είναι ότι καλύτερο έχω διαβάσει από ποίηση τα τελευταία
χρόνια. Κώστας Κουτσουρέλης με τον υπέροχο σε ρυθμό Αέρα Αύγουστο.
Γιάννης Σμυρλής με το Κονσέρτο για σιωπή. Τα ποιήματα της Βανέσσας
Καραγεώργου, παρ΄ όλο που δεν έχει εκδώσει ακόμα κάποιο βιβλίο. Ο
Χρήστος Αστερίου, ο Γιώργος Ξενάριος, ο Χρήστος Αγγελάκος, όπου με τα
βιβλία τους είδα τον κόσμο αλλιώς. Τα ποιήματα της Σιγούρου και του
Γιώργου Μπλάνα. Μεταφραστές. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης και ο Ανταίος
Χρυσοστομίδης.
Πιστεύεις στα λογοτεχνικά βραβεία;
Έχω
αρκετές αμφιβολίες για τα λογοτεχνικά βραβεία. Δεν θα το αρνηθώ, αν
κάποτε μου δοθεί κάποιο, αλλά δεν ξέρω σε τι πραγματικά βοηθά ένα
βραβείο. Στο να ταΐσω την ματαιοδοξία μου; Τότε δεν έχει νόημα. Στο να
διαδοθεί το έργο μου; Τότε καλώς.
Tελευταία γινεται προσπάθεια για την διάδοση και εδραίωση του ψηφιακού βιβλίου...
Όσο
και παθιασμένος να είμαι με το χαρτί το ψηφιακό βιβλίο μπήκε στην ζωή
μας. Πάντα θα αγοράζω βιβλία, αλλά δεν θα είχα πρόβλημα να κυκλοφορούν
τα βιβλία μου ψηφιακά. Το θέμα είναι να φτάνει το βιβλίο στους
αναγνώστες. Τι να το κάνω αν μένει αδιάβαστο και σκονισμένο στο ράφι;
Σήμερα, που πολλοί δεν διαθέτουν τα λεφτά να αγοράσουν ένα βιβλίο που
στοιχίζει 20 ευρώ, το βλέπω θετικό που υπάρχει και το φτηνό ψηφιακό
βιβλίο.
Διαβάζεις κάτι τώρα;
Τη βιογραφία του Έρμαν Έσσε.
Γράφεις κάτι τώρα;
Εύχομαι
μέχρι το καλοκαίρι να τελειώσω το καινούργιο μου μυθιστόρημα. Άρχισα να
το γράφω τον Ιανουάριο του 2011 και τώρα κοντεύω να το ολοκληρώσω.
Ποιό το μέλλον της ποίησης;
Το
μέλλον της ποίησης εξαρτάται από το μέλλον του ανθρώπου. Αν πάψουμε να
υπάρχουμε θα πάψει να υπάρχει και εκείνη. Είναι άρρητα συνδεδεμένη με
τις συναισθηματικές μας ανάγκες. Ή όπως λέει ο αγαπημένος μου Πάουλ
Τσελάν: «Η ποίηση, κυρίες και κύριοι, αυτή η αναγόρευση της καθαρής
θνητότητας και του μάταιου επ΄ άπειρον»!
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ///ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Γερνούν όλα
Η ηθοποιία εξέχει με την ματαιοδοξία της
Κάθε καλλιτέχνης είναι λάβαρο έπαρσης
Είδα πολλές πόλεις- άλλες βυθίζονταν στον κραταιό ήλιο
Κι άλλες έπιναν ζοφερή συννεφιά
Οι άνθρωποι όμως ίδια επαγγέλονταν εγωισμό και πάθος
Ζητώντας της φιλαυτίας σκοπό
Εφτά νάνοι οχτώ νάνοι όλοι τους νάνοι
Με καψαλισμένη ψυχή-
Ονειρεύτηκα μια παραλία που να κάθομαι μόνος
Πάνω στα βότσαλά και παίζοντας κιθάρα
Για κάποιο ανεξήγητο λόγο καθ’ όλα αθώος
Κατανοώντας τα παράδοξα της ποίησης
Ανασαίνοντας λευκά και σμίγοντας με γυναίκες άφραστου κάλλους
Τι φιλί αλήθεια το φιλί τους!
Μετά νύχτωνε οι σκιές μεγάλωναν για να τρομάξουν τον ταξιδευτή
Στον εθνικό δρόμο λείπαν τα φώτα
Πέρασα πολλά φτωχικά χωριά που δεν ανάβαν τα φώτα τους
όλοι πεθάναν νωρίς ή
Μπορεί για κάτι να είχανε λείψει..
Έτσι όπως το σκέφτομαι κάτι φορές
Μια μέρα θα μετακομίσω απλά απλούστερα απ’ ό,τιδήποτε
Σ’ έναν σκοτεινό ευανάγνωστο θάνατο.
Ως τότε καλουπώνω το χάος
Και το ραπίζω να εξαφανίσει την γκίνια του
και να γίνει βουρλισμένος αυλός!
1.6.2012 Βουδαπέστη…
***************
Η ζωή σκηνοθετεί
Πάντα στα ψέματα-
Η ζωή σκηνοθετεί μα οι ηθοποιοί της
κομπάρσοι αγράμματοι είναι·
Λείπει το φως της γνώσης κι η ευρεία συνείδηση.
Ελληνικά στοχάζεται η μελαγχολία μου.
Υποβάλει τα γεγονότα μου σε μαρασμό.
Με διδάσκει
αυτοσαρκασμό και κατάθλιψη.
Θέλω να ζωστώ εκείνες τις εκρηκτικές σκέψεις μου και καμικάζι
αυτοκτονίας να εκραγώ ανάμεσα στους λέοντες
«αποθανέτω η ψυχή μου..»
που θέλουνε να με κατασπαράξουν.
Παλεύοντας με τα σεντόνια και που ήρθε, να, πρωί.
Με κούρασαν οι άνθρωποι. Καταφεύγω
στο καβούκι της μοναχικής κάμαράς μου.
Σπατάλησα πολλά αισθήματα-
όλα τα πήρε ο άνεμος.
Αθώος μιαν ανάσα ρήματος
παίρνω κι αυτό που μου ανήκει:
φρικώδη θλίψη. Κι όμως-
αγαπούσα το φως.
Κυκλοθυμικά επάνω μου χτυπιούνται οι που αγάπησα
ιδέες. Με πάνε στην αντίφαση.
Ακροατήριό μου όλοι όσοι τους αγνόησα
κάποτε άθελά μου-
Τώρα ψαύω τα λόγια τους, πολύ προσεκτικός είμαι
απέναντι στο δικό τους φεγγάρι.
Νάτο που ήρθε το πρωί! Την νύχτα
έσβησα όλα τα άστρα κι αμφισβήτησα κάθε αρχιτεκτονική του σύμπαντος-
Νάτο που θες την γόνιμη παρεκτροπή μου!
Παλεύω με μια κούπα
καφέ. Δηλητήριο είναι κάποια ώρα οι λέξεις.
Μπορεί και να πέθανα
κι ίσως δεν το ‘χω καταλάβει. Η φωνή μου έχει αντίλαλο
στον γκρεμισμένο οίκο της μέρας.
Μοναστηριακός τόσο που θα με πάρει ο διάβολος- και δεν φοβάμαι.
Αφήνω την κουτσουλιά του πουλιού πάνω στο καθαρό ρούχο μου.
Πείσμα που έχω!
Μόνο με το πανηγύρι της φύσης διασκεδάζω
και με σένα που θα με διαβάσεις όπως για να μ’ ερωτευτείς..
31.7.2011
***************
Σπουδή θανάτου
Είναι μια σπουδή θανάτου που ξοδεύεται μες την
ανάσα
Είναι μια ματαιότητα των ματαιοτήτων που ξεγυμνώνει
τα πράγματα και τα κάνει ηθελημένα τυφλά
Είναι μια καταχρηστική χειμωνιά που κάνει τις
σκέψεις να κουλουριάζονται νωχελικά γύρω από το τζάκι μιας μισοσβησμένης
ελπίδας
Είμαι εγώ που δεν είδα πόσο έχω σφάλλει
γκρινιάζοντας για να μου δώσει ο θεός ένα κομμάτι παράδεισο
Είναι η τελετή του δειλινού όταν ο ήλιος συμβολίζει
το νυν που χάνεται μες το αμήν μιας νύχτας που έρχεται
Είναι η ποίηση που πίστεψα μέχρις θανάτου.
Οι μέρες που θα ζήσω είναι ακαδημαϊκά συμφωνημένες
Και ενέχουν πλησμονή φιλοσοφημένου αγάλματος που
κοιτά
μες από μια δική του σιωπή
Και θέλει όλα μονομιάς μες από την ακινησία του για
πάντα να ξεκαθαρίσει.
Είναι αυτά που πίστεψα μα και πιστεύω κι όταν θα
‘ρθουν να με βρουν
Τα κόκαλά μου θα έχουν φθαρεί τόσο που εγώ θα
κουτσαίνω
Ξέροντας πια καλά τους νόμους που επιβάλλει η
σατανική φθορά..
***************
Γυναίκα
Νύχτα μεγάλη αστροφεγγιά κι αιθρία συλλαβίζοντας
Στ’ αλφαβητάρι ενός άστρου την γαλήνη.
Τοπία που μέσα τους σε ήπιανε
Τοπία που με κομμάτιασαν κι εσύ ήσουν μακριά
Ανάγνωθες την ζωή μακριά από την ζωή μου.
Γυναίκα, δεν υπήρξες ή υπήρξες
Καλουπωμένη μέσα σ’ ένα όνομα όταν ανέβαινα
Βιαστικός τα σκαλοπάτια της ηλικίας σου
Να σε φιλήσω στα χείλη;
Σε βρήκα θεόρατη να πάλλεσαι από φωτιά
Δίπλα μου
Μέσα μου
Γρατζουνώντας με απομέσα
Να ξεφλουδίσω να βγεις…
Πού να πας;
Η θλίψη καραδοκεί από παντού..
Εσύ λαξευμένη στην πέτρα στο στεγνό τούτο τοπίο
Την άνυδρη έκταση
Από βουνό και αμπέλια.
Με τα βέλη των ματιών σου αναδύεσαι από την πέτρα
Κοιτάζεις ολόγυρα και φτιάχνεις
Ένα φωνήεντο χαράς!
Ζουζουνάκι τρελό που παίζοντας μ’ άγγιξε!
Όχι η αυγή που γαντζώνεται με μανία στις βουνοκορφές
Που σου χτενίζει τα μαλλιά διαμαντικά- όχι
Η ώρα του μεσημεριού
Που λιγώνονται μυριάδες τζιτζίκια
Σε τετέρισμα μονότονο- όχι
Στο ύψος ενός λουλουδιού που τσάκισε
Η ζωή σου στέκει
Εκεί
Γίνεται καθρέφτης
Μέσα του αναγνωρίζω
Το άδικο και τον αδικημένο..
Ξέρω να πω την εύρωστη καρδιά που θα μιλήσει κάποτε
Αρθρώνοντας το φοβερό μυστικό
Της αλήθειας!
1983
Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013
Πενήντα πηγές για δωρεάν ελληνικά και ξενόγλωσσα βιβλία, ebooks, audio books
http://xenesglosses.eu/2012/06/ebooks-audio-books/
Δικαίωμα στη γνώση πρέπει να έχουν όλοι
Η ανάγνωση βιβλίων πρέπει να είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της
επιβίωσης μας. Οι λόγοι; Πολλοί. Αυξάνουν την ικανότητα μας στο να
εκφράζουμε αυτά που νιώθουμε, μας κάνουν να σκεφτόμαστε καλύτερα, να
αναπτύσσουμε την φαντασία μας, μας ηρεμούν όταν είμαστε αγχωμένοι, μας
κάνουν πιο ισχυρούς απέναντι στους κάθε λογής εκμεταλλευτές, μας
ταξιδεύουν σε διαστάσεις που δεν θα είχαμε την δυνατότητα να πηγαίναμε
ποτέ και μας βοηθάνε σε τόσα πολλά άλλα πράγματα…
Δωρεάν e-books στο internet.
http://books.google.com/ Πληροφορίες σχετικές : εδώ
Ξενόγλωσσα ebooks
free audio books
Ανταλλαγές βιβλίων
Δανειστικές βιβλιοθήκες
Λίστα βιβλιοθηκών, για Αθήνα :εδώ
και για Θεσσαλονίκη :εδώ
Μεταχειρισμένα βιβλία
Πληροφορίες για σχετικά μαγαζιά στην Αθήνα : εδώ
βιβλία σε μισή τιμή μπορείτε να βρείτε εδώ :http://www.halfprice-books.gr/
Βιβλία stock
Στην Θεσσαλονίκη υπάρχει το ΒΙΒΛΙΟSTOCK στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ
8 στο κέντρο. Στην Αθήνα σχετικά βιβλιοπωλεία μπορείς να βρεις : εδώ
Υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι, το μόνο που χρειάζεται από σένα είναι η κινητοποίηση.
Πηγή:Roadartist
ΔΩΡΑ ΚΑΣΚΑΛΗ //ΜΙΣΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Μίσος, πάναγνο, πεντακάθαρο, χωρίς ρωγμές ενοχών. Έτσι μεταλλάσσεται το πάθος. Παίρνεις το οπάλιο του έρωτος στα χέρια σου κι εκεί που ιριδίζει, ξαφνικά γίνεται μαύρο. Είναι όλα μια ανάσα, ένα γύρισμα στο συλλογισμό, ένα μικρό κενό που γεμίζει κι όλα κουμπώνουν. Χθες μπορεί να περπατούσες και ν’ άστραφτες. Σήμερα ζεις μέσα στην ορμή της σχάσης: το μίσος σε γέμισε, σε έψαυσε με το ζεστό του χέρι.
Όταν φτάσεις να καταλάβεις ότι πίσω από το ενδιαφέρον, τη φιλία, τον έρωτα οι άνθρωποι ανοίγουν τα μπακαλοτέφτερά τους και σημειώνουν τα κέρδη –γιατί μόνο τα κέρδη είναι γι’ αυτούς και για το δικό σου ψυχικό υλικό που σώνεται, πάντα ζημία- τότε πια σκύψε και ασπάσου τις εικόνες του ερέβους. Η μια λύση είναι να κλειστείς στον τάφο σου για ένα-δυο χρόνια. Η άλλη λύση είναι να θρέψεις το σαράκι σου με σχέδια που θα ανατρέψουν τους θριάμβους τους, να γεμίσεις τους ισολογισμούς των καλών σου φίλων, των αγαπημένων, των εντιμότατων συναδέλφων, με επισφάλειες και να σταθείς απέναντι να καμαρώσεις τα έργα σου.
Υπάρχει και μια τρίτη. Αυτό το σημείο του στέρνου που πονάει, να το πετρώσεις, να το πετάξεις στα σκυλιά που τα λένε Λήθη και Λησμοσύνη. Θα μου πεις, έτσι όπως πάει, σε τούτα τα χρόνια τα τσιγκούνικα που ζούμε, δεν θα σου μείνει μαλακό κομμάτι. Στο τέλος-τέλος, θα έχεις μέσα σου κενοτάφιο κι όχι ψυχή.
Τι να σου πω κι εγώ; Πώς να φωνάξω μια απάντηση; Δεν έχω πια στόμα. Η γλώσσα μου είναι χρόνια κρεμασμένη, παντιέρα στο σκυλοπνίχτη ενός δολερού ερωτιδέως. Και η καρδιά μου σαπίζει μαζί μ’ ένα μαγιάτικο στεφάνι στα πόδια του πέτρινου κρεβατιού ενός άντρα που κάποτε νόμιζα ότι αγάπησα πολύ.
ΠΑΖΑΡΙ ΒΙΒΛΙΩΝ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ
To Λογοτεχνικό Μπιστρό διοργανώνει παζάρι βιβλίων!!!Το varelaki στηρίζει αυτην την όμορφη κίνηση!!!
Δείτε εδώ το σχετικό link:
http://literarybistro.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html
NA KAI TO ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΠΙΣΤΡΟ:
Θέλετε να κερδίσετε κάποιο από τα παρακάτω βιβλία; Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook αν δεν έχετε κάνει ήδη και στείλτε μας email στο contact@stellasliterarybistro.com με τον τίτλο του βιβλίου που επιθυμείτε στο θέμα.
Μπορείτε να ζητήσετε όσα βιβλία θέλετε, αλλά πρέπει να στέλνετε άλλο email κάθε φορά με θέμα τον τίτλο του κάθε βιβλίου που σας ενδιαφέρει. Μην ξεχάσετε να γράψετε ταχυδρομική διεύθυνση για την αποστολή των βιβλίων. Αν δεν σταθείτε τυχεροί στην κλήρωση για το βιβλίο που επιθυμείτε και εφόσον υπάρχουν επιπλέον αντίτυπα άλλων βιβλίων, θα μπείτε στις επόμενες κληρώσεις.
Αν κάποιο βιβλίο προσφέρεται ως έντυπο και ως ebook, διευκρινίστε ποιο από τα δύο σας ενδιαφέρει. Μπορείτε να δείτε πόσα αντίτυπα είναι διαθέσιμα για κάθε βιβλίο για να ξέρετε τις πιθανότητες να το κερδίσετε.
Αφήστε μας σχόλια εδώ και στο Facebook για το παζάρι μας και πείτε μας αν θέλετε να το επαναλάβουμε πολλές φορές στο μέλλον!
Ευχαριστούμε θερμά τους συγγραφείς και τους εκδότες που παραχώρησαν τα βιβλία. Πατήστε τους συνδέσμους στο όνομά τους για να μάθετε περισσότερα γι΄αυτούς.
Σημείωση1: Οι συμμετέχοντες πρέπει να είναι κάτοικοι Ελλάδας. Εξαιρούνται τα e-book και τα αγγλόφωνα βιβλία τα οποία μπορούν να αποσταλούν σε Ευρώπη και Αμερική.
Σημείωση2: Τα στοιχεία σας θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για την αποστολή των βιβλίων και μετά θα καταστραφούν :-)
Δείτε εδώ το σχετικό link:
http://literarybistro.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html
NA KAI TO ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΠΙΣΤΡΟ:
Παζάρι Βιβλίων! Μπείτε στην κλήρωση!
Θέλετε να κερδίσετε κάποιο από τα παρακάτω βιβλία; Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook αν δεν έχετε κάνει ήδη και στείλτε μας email στο contact@stellasliterarybistro.com με τον τίτλο του βιβλίου που επιθυμείτε στο θέμα.
Μπορείτε να ζητήσετε όσα βιβλία θέλετε, αλλά πρέπει να στέλνετε άλλο email κάθε φορά με θέμα τον τίτλο του κάθε βιβλίου που σας ενδιαφέρει. Μην ξεχάσετε να γράψετε ταχυδρομική διεύθυνση για την αποστολή των βιβλίων. Αν δεν σταθείτε τυχεροί στην κλήρωση για το βιβλίο που επιθυμείτε και εφόσον υπάρχουν επιπλέον αντίτυπα άλλων βιβλίων, θα μπείτε στις επόμενες κληρώσεις.
Αν κάποιο βιβλίο προσφέρεται ως έντυπο και ως ebook, διευκρινίστε ποιο από τα δύο σας ενδιαφέρει. Μπορείτε να δείτε πόσα αντίτυπα είναι διαθέσιμα για κάθε βιβλίο για να ξέρετε τις πιθανότητες να το κερδίσετε.
Αφήστε μας σχόλια εδώ και στο Facebook για το παζάρι μας και πείτε μας αν θέλετε να το επαναλάβουμε πολλές φορές στο μέλλον!
Ευχαριστούμε θερμά τους συγγραφείς και τους εκδότες που παραχώρησαν τα βιβλία. Πατήστε τους συνδέσμους στο όνομά τους για να μάθετε περισσότερα γι΄αυτούς.
Σημείωση1: Οι συμμετέχοντες πρέπει να είναι κάτοικοι Ελλάδας. Εξαιρούνται τα e-book και τα αγγλόφωνα βιβλία τα οποία μπορούν να αποσταλούν σε Ευρώπη και Αμερική.
Σημείωση2: Τα στοιχεία σας θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για την αποστολή των βιβλίων και μετά θα καταστραφούν :-)
ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ///ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ-ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ό,τι βλέπουμε; Ό,τι νιώθουμε; Ό,τι είμαστε;
Δυο ποιήτριες διαφορετικής ηλικίας και διαφορετικής
ποιητικής γενιάς, η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου και η Ηρώ Νικοπούλου, ποιήτρια και ζωγράφος, θα δώσουν διαβάζοντας τη δική τους απάντηση.
Αλλά τα ποιήματα θα είναι εκεί, για να διαβάσετε εσείς οι ίδιοι και να δώσετε τη δική σας. Χωρίς "παρουσιαστή", χωρίς "κανόνες". Όσοι αγαπάτε την καλή ποίηση προσέλθετε!!!!
Free Thinking Zone, 7:00 μ.μ., Σκουφά 64 και Γριβαίων
7 Μαρτίου 2013
Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013
Οταν ο έρωτας κρατά ... χαρτί και μολύβι/// της ΛΟΥΙΖΑΣ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 16/08/1998 00:00
Για τίποτε άλλο δεν έχουν
επιστρατευθεί τόσες λέξεις προκειμένου να το σχολιάσουν όσο για την
απουσία του αγαπημένου ή της αγαπημένης. Τα ερωτικά γράμματα των μεγάλων
συγγραφέων, καλλιτεχνών ή και πολιτικών δεν αποτελούν απλώς λογοτεχνικά
έργα αλλά είναι και άκρως αποκαλυπτικά
«Τι θα μπορούσε να εκφράσει μια επιστολή που δεν θα το εξέφραζε χίλιες φορές καλύτερα μια λέξη, ένα βλέμμα ή ακόμη και η σιωπή;»
αναρωτιέται μία από τις ηρωίδες των «Επικίνδυνων σχέσεων» (1782) του
επιστολογραφικού μυθιστορήματος του Γάλλου Σοντερλό ντε Λακλό. Η
«ακούσια» απάντηση του Γκαίτε: «Γιατί ξανά καταφεύγω στη γραφή; / Αγαπημένη μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα / Γιατί είν' αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. / Αλλά, τ' αγαπημένα χέρια σου, όπως και να 'ναι, / θα δεχτούν το σημείωμα αυτό».
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη γένεση μιας ερωτικής επιστολής: η απουσία.
Η ανάγκη για την καταγραφή των συναισθημάτων στο χαρτί (η αίσθηση
κενού, ο πόνος, η αμφιβολία, αλλά και η αγάπη, η ελπίδα, η αναπόληση
τρυφερών στιγμών) δεν γεννάται παρά μόνο όταν το αντικείμενο του πόθου
δεν είναι άμεσα προσιτό.
Η ερωτική επιστολή παρουσιάζει έτσι μια ιδιόμορφη πρόκληση πώς να
βρει κανείς ποικίλους λεκτικούς τρόπους να πει ουσιαστικά ένα απλό
πράγμα: «Μου λείπεις». Οσα άλλα στοιχεία ή πληροφορίες και
να παρέχει ο γράφων (τι φοράει, πού βρίσκεται, τι είδε στο όνειρό του
χθες βράδυ...) καταλήγει μοιραία στην ίδια ευχή: «Μακάρι τώρα να ήμουν δίπλα σου».
Είναι σίγουρα πολύ δύσκολο να κρίνει κανείς κάτι τόσο προσωπικό με
αντικειμενικά κριτήρια. Σίγουρα όμως υπάρχουν κάποιες ερωτικές επιστολές
που ξεφεύγουν από τα στενά εκφραστικά πλαίσια του μέσου επιστολογράφου
και εκτοξεύονται σε ύψη λυρικά, ποιητικά. Δεν είναι τυχαίο ότι οι
περιπτώσεις αυτές συνήθως προκύπτουν από τα ασκημένα χέρια μεγάλων
συγγραφέων ή καλλιτεχνών. Σας παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από τα πιο
χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Χένρι Μίλερ - Αναΐς Νιν
Η ερωτική σχέση τους ήταν αλληλένδετη με τη... συγγραφική: εκείνος
συμπεριελάμβανε αποσπάσματα από την αλληλογραφία τους στα
ημιαυτοβιογραφικά μυθιστορήματά του (π.χ. «Ο τροπικός του καρκίνου»,
1934), ενώ εκείνη κρατούσε αντίγραφα των γραμμάτων της για τον
εμπλουτισμό του ημερολογίου της. Και οι δύο ήταν πρωτοποριακοί τόσο σε
σεξουαλικό επίπεδο όσο και σε λογοτεχνικό. «Ο Τροπικός του Καρκίνου» είχε απαγορευθεί επί σειρά ετών σε πολλές χώρες και «Ο Τροπικός του Αιγόκερω»
δεν κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ παρά μόνο το 1962 (33 χρόνια μετά τη
δημοσίευσή του στη Γαλλία). Τα ημερολόγια της Νιν ήταν τόσο «γλαφυρά»
όσον αφορά τις εξωσυζυγικές περιπέτειές της, που απέφυγε να τα φέρει στη
δημοσιότητα όσο ο σύζυγός της ζούσε. Τελικά εκδόθηκαν μετά θάνατον
όλα εκτός από έναν τόμο τον οποίο η ίδια περιέκοψε εκτεταμένα. Ηταν και
οι δύο κυνηγοί των έντονων εμπειριών και ασπάζονταν το «πιστεύω» του
Μίλερ ότι «πιο πρόστυχη από όλα είναι η αδράνεια».
«Αναΐς, με κάνεις απίστευτα ευτυχισμένο έτσι όπως με κρατάς αδιάσπαστο με αφήνεις να είμαι ο καλλιτέχνης χωρίς να καταργείς τον άνδρα, το ζώο, τον πεινασμένο, ακόρεστο εραστή. Καμιά άλλη γυναίκα δεν μου έχει δώσει όλα τα προνόμια που έχω ανάγκη· και εσύ, που τραγουδάς τόσο χαρούμενα, ναι, με προσκαλείς να πάω μπροστά, να είμαι ο εαυτός μου, να διακινδυνεύω τα πάντα. Σε λατρεύω γι' αυτό. Εκεί είναι που ξεχωρίζεις από τις άλλες γυναίκες, εκεί είναι που είσαι μια βασίλισσα. Γελάω τώρα μόνος μου καθώς σε σκέφτομαι. Δεν φοβάμαι καθόλου τη θηλυκότητά σου. Και πόσο έκαιγες χθες μου άρεσε αυτό , διαφορετικά δεν θα το ήθελα. Βλέπεις, παρά τις υποψίες μου, δεν ήμουν προετοιμασμένος για την καταιγίδα που ξεσήκωσες... Και σήμερα, παρ' όλο που σφύζω από υγεία, νιώθω μια γλυκιά παράλυση στα μπράτσα μου είναι επειδή σε κρατούσα τόσο σφιχτά... Εύχομαι να μπορούσα να τη διατηρήσω» (10 Μαρτίου 1932, Hotel Central, Παρίσι).
Αναΐς Νιν - Τζουν Μίλερ
Η Νιν άρχισε να κρατά ημερολόγιο το 1914, όταν ήταν 11 χρόνων, και δεν
σταμάτησε να γεμίζει τις σελίδες του σε καθημερινή σχεδόν βάση ως τον
θάνατό της, το 1977. Αν και ασχολήθηκε με άλλα λογοτεχνικά είδη,
θεωρούσε ότι το ημερολόγιό της αποτελούσε την πιο αυθεντική μορφή
έκφρασης. Χάρη στο έργο αυτό μαθαίνουμε ότι εκτός από τον Χένρι Μίλερ, η
Νιν ένιωσε έντονη και μάλιστα εντονότερη ερωτική έλξη για τη
γυναίκα του συγγραφέα, την Τζουν. Η Νιν περιγράφει πως όταν γνώρισε την
Τζουν για πρώτη φορά στο Παρίσι «ο Χένρι έσβησε. Εκείνη ήταν χρώμα, λάμψη, ιδιαιτερότητα... η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο».
Πέρασαν μαζί τέσσερις εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων
αντάλλασσαν δώρα και φιλιά. Δεν ολοκλήρωσαν σεξουαλικά τη σχέση τους και
η Τζουν επέστρεψε τελικά στη Νέα Υόρκη. Η Νιν και ο Μίλερ συνέχισαν να
είναι μαζί. Συχνά ο ένας κατηγορούσε τον άλλο ότι σκεφτόταν την Τζουν.
Το ημερολόγιο της Νιν τελειώνει αινιγματικά (όσον αφορά το συγκεκριμένο
τρίγωνο): «Ο Χένρι έρχεται σήμερα το απόγευμα και αύριο θα βγω με την Τζουν».
«Τζουν... Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν θα σε ξαναδώ να έρχεσαι προς το μέρος μου, ξεπροβάλλοντας από τα σκοτάδια του κήπου. Περιμένω μερικές φορές στο σημείο όπου συνηθίζαμε να συναντιόμαστε, προσδοκώντας να σε δω ξανά να περπατάς προς το μέρος μου, ξεμακραίνοντας από το πλήθος εσύ, τόσο ξεχωριστή και μοναδική. Οταν έφυγες, το σπίτι άρχισε να με πνίγει. Ηθελα να βρεθώ μόνη μου με την εικόνα σου... Νοίκιασα λοιπόν ένα στούντιο στο Παρίσι, ένα μικρό, ετοιμόρροπο διαμερισματάκι και καταφεύγω εκεί τουλάχιστον λίγες ώρες την ημέρα. Ποια είναι όμως αυτή η "άλλη" ζωή που θέλω να ζήσω χωρίς εσένα; Μερικές φορές πρέπει να φαντασθώ ότι είσαι παρούσα, Τζουν. Νιώθω σαν να θέλω να γίνω εσύ. Ποτέ άλλοτε δεν θέλησα να γίνω κανένας άλλος εκτός από τον εαυτό μου. Τώρα θέλω να λιώσω μέσα σου, να έρθω τόσο απίστευτα κοντά σου που ο εαυτός μου να εξαφανισθεί...» (Φεβρουάριος 1932, Παρίσι).
Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ - Μαίρη Γουέλς
Η ερωτική ζωή του είναι σχεδόν τόσο γνωστή όσο και τα μυθιστορήματά
του. Εκανε τέσσερις γάμους και η Μαίρη Γουέλς ήταν η τελευταία στη
σειρά. Γνωρίστηκαν στο Λονδίνο, όπου εκείνη δούλευε ως ρεπόρτερ. Ο
Χέμινγκγουεϊ ήταν τότε ακόμη παντρεμένος με την τρίτη γυναίκα του, τη
Μάρθα Γκέλχορν, σκεφτόταν όμως σοβαρά να χωρίσει. Μια ημέρα, μπαίνοντας
σε ένα λονδρέζικο εστιατόριο , συνάντησε ένα γνωστό του που έτρωγε με
μια γοητευτική ξανθιά. Κάθησε στο τραπέζι τους και όταν έγιναν οι
απαραίτητες συστάσεις ο Χέμινγκγουεϊ δεν δίστασε να ζητήσει από τη
συνοδό τού φίλου του να βγουν για φαγητό. Εκείνη, που δεν ήταν άλλη από
τη μελλοντική κυρία Χέμινγκγουεϊ, δέχτηκε. Ετσι εν μέσω πολέμου ξεκίνησε
μια ρομαντική ιστορία που διακόπηκε από την αναχώρηση του ήρωά μας για
την Ευρώπη. Η σχέση ενδυναμώθηκε μέσα από την τακτική αλληλογραφία του
ζευγαριού που δεν έβλεπε την ώρα να τελειώσει ο πόλεμος για να
επανασυνδεθεί στο ρομαντικό Παρίσι. Τελικά το όνειρό τους
πραγματοποιήθηκε: έμειναν στο δωμάτιο 31 του «Ritz», όπου, σύμφωνα με τη
Μαίρη Γουέλς, τρέφονταν «σχεδόν αποκλειστικά με σαμπάνια Lanson Brut
και το θαύμα της συνύπαρξής μας έπειτα από τόσο καιρό». Το γράμμα που
ακολουθεί στάλθηκε από τη Γερμανία, όπου ο Χέμινγκγουεϊ ταξίδευε ως
πολεμικός ανταποκριτής:
«Αγαπημένη μου, αυτό δεν είναι παρά μια υπενθύμιση του πόσο σ' αγαπώ. Δειπνήσαμε εδώ με τα παιδιά, αν και δεν υπήρχε τίποτε αλκοολούχο για να ολοκληρωθεί η βραδιά. Ο Στίβι γράφει ένα γράμμα στην κοπέλα του στην Αμερική... Μου διαβάζει αποσπάσματα και εγώ είμαι ευτυχισμένος και γουργουρίζω σαν ένα γέρικο θηρίο της ζούγκλας επειδή σε αγαπάω και με αγαπάς... Γι' αυτό να προσέχεις τον εαυτό σου για χάρη μου και για χάρη μας και μαζί θα δώσουμε την καλύτερη δυνατή μάχη ενάντια στην μοναξιά, στην γκαντεμιά, στον θάνατο, στην αδικία, στην τεμπελιά (τον παλιό αυτόν εχθρό μας), στα υποκατάστατα, στους φόβους και όλα τα άλλα ασήμαντα πράγματα για χάρη του τρόπου που κάθεσαι με την πλάτη ίσια στο κρεβάτι και είσαι πιο αξιαγάπητη από κάθε προτομή που στόλισε ποτέ την πλώρη καραβιού ή έγειρε στο πλάι από το φύσημα του αγέρα και για χάρη της καλοσύνης, της σταθερότητας, της αγάπης μας και των αγαπημένων μερόνυχτων που περάσαμε στο κρεβάτι...» (13 Σεπτεμβρίου 1944).
Πάμπλο Νερούντα - Ματίλντε Ουρούτια
Γεννημένος στη Νότια Χιλή το 1904, ο Νερούντα ήταν ένας από τους πιο
σημαντικούς και παραγωγικούς ποιητές της Λατινικής Αμερικής, με
περισσότερα από 30 βιβλία στο ενεργητικό του. Εκτός από ποιητής,
αντιπροσώπευσε τη χώρα του και ως διπλωμάτης από το 1926 ως το 1938 σε
διάφορα μέρη της Απω Ανατολής και της Ισπανίας, όπου έζησε από κοντά τον
Εμφύλιο. Πίστευε ότι ο ποιητής οφείλει να συμμετέχει στα κοινά και δεν
διαχώριζε την ποίηση από την πολιτική. Παράλληλα όμως με τα
πολιτικοποιημένα ποιήματά του, ο Νερούντα έγραψε και μεγάλο αριθμό
προσωπικών και οικείων ποιημάτων. Τα πιο ερωτικά από αυτά
περιλαμβάνονται στη συλλογή «Εκατό ερωτικά σονέτα» και απευθύνονται στη
Ματίλντε Ουρούτια, με την οποία άρχισε να συζεί το 1955.
«Αγαπημένη μου γυναίκα, υπέφερα όσο έγραφα αυτά τα σονέτα, μου προκαλούσαν πόνο και θλίψη, η ευτυχία όμως που νιώθω τώρα που σ' τα προσφέρω είναι τεράστια σαν μια σαβάνα. Οταν ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα, ήξερα πολύ καλά ότι πάνω στο σώμα των σονέτων οι ποιητές όλων των εποχών έχουν σμιλέψει ρυθμούς από ασήμι, κρύσταλλο ή μπαρούτι. Εγώ όμως με μεγάλη ταπεινοφροσύνη έφτιαξα τούτα εδώ τα σονέτα από ξύλο: τους έδωσα τον ήχο αυτής της στέρεης, αγνής ύλης και με αυτόν τον τρόπο πρέπει να φθάσουν στα αφτιά σου. Περπατώντας μέσα από δάση ή σε παραλίες, δίπλα σε κρυμμένες λίμνες, εσύ κι εγώ έχουμε κατά καιρούς μαζέψει κομμάτια από φλοιούς δένδρων, κομμάτια ξύλου που έχουν υποστεί τις μεταβολές του νερού και του καιρού. Πήρα αυτά τα μαλακά λείψανα και χρησιμοποίησα το τσεκούρι, τη ματσέτα και το σουγιά και έκοψα δεκατέσσερις σανίδες για το καθένα, για να χτίσω μικρά ξύλινα σπιτάκια, ώστε τα μάτια σου που λατρεύω και τους τραγουδάω να μπορέσουν να κατοικήσουν μέσα τους...» (Οκτώβριος 1959). [Σημ.: οι 14 σανίδες αναφέρονται στους ισάριθμους στίχους ενός σονέτου.]
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Σαλβαντόρ Νταλί
Οταν ο Λόρκα συνάντησε τον Νταλί το 1923, ο ψηλόλιγνος ζωγράφος φορούσε
κομψά ρούχα και είχε τα μαλλιά του χτενισμένα πίσω σαν τον Ροδόλφο
Βαλεντίνο. «Η προσωπικότητα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μου έκανε τρομερή εντύπωση» έγραψε ο Νταλί στα απομνημονεύματά του. «Το ποιητικό φαινόμενο στην ολότητά του παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά μου με σάρκα και οστά, κόκκινο σαν αίμα, ανάστατο, πηχτό και θεϊκό, τρέμοντας με χιλιάδες φωτιές τεχνασμάτων και υπόγειας βιολογίας, όπως κάθε ύλη προικισμένη με την αυθεντικότητα της μορφής της».
Για τα επόμενα πέντε χρόνια οι δύο διακεκριμένοι αυτοί Ισπανοί
απόλαυσαν μια δυνατή φιλία και καλλιτεχνική συνεργασία. Υπήρχε μόνο ένα
πρόβλημα: ο Λόρκα ένιωθε για τον Νταλί μια ερωτική έλξη στην οποία ο
τελευταίος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Κατά τη διάρκεια της φιλίας
τους ο Λόρκα έγραψε αισθησιακά, σουρεαλιστικά ποιήματα που ξεχειλίζουν
από ανεκπλήρωτο πόθο, ενώ ο Νταλί ζωγράφισε το πρόσωπο και το σώμα του
Λόρκα σε ποικίλες εκδοχές καμιά φορά και ως σκιά του εαυτού του.
Δυστυχώς έχουν σωθεί ελάχιστα αποσπάσματα από τα γράμματα του Λόρκα προς
τον Νταλί. Σε αυτό που ακολουθεί ο ποιητής αναπολεί στιγμές από τη
διαμονή τους στο Καντακές, στην Κόστα Μπράβα. Το σπίτι όπου έμεναν
απείχε μόλις μερικά μέτρα από τη θάλασσα. Σύντομα επήλθε ο χωρισμός και
οι δυο τους δεν ξανασυναντήθηκαν παρά μόνο μία ακόμη φορά, ένα βράδυ στη
Βαρκελώνη, ύστερα από επτά χρόνια.
«Το Καντακές έχει τη ζωτικότητα και τη σταθερή, ουδέτερη ομορφιά ενός μέρους όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη και όπου κανείς δεν μοιάζει να το θυμάται αυτό... Σήμερα είσαι μέσα. Από εδώ που κάθομαι ακούω (α, μικρό μου αγόρι, τι θλιβερό!) τον απαλό παφλασμό του αίματος της "Ωραίας κοιμωμένης του δάσους των συσκευών" (στον πίνακά σου με τον Αγιο Σεβαστιανό), καθώς και το κροτάλισμα δύο μικρών θηρίων σαν τους ήχους ενός φιστικιού που σπάει ανάμεσα στα δάχτυλα. Η αποκεφαλισμένη γυναίκα (στον πίνακά σου "Το μέλι είναι γλυκύτερο από το αίμα") είναι το καλύτερο "ποίημα" με θέμα το αίμα που θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς έχει περισσότερο αίμα από όλο όσο χύθηκε στον Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο ήταν καυτό αίμα και δεν εξυπηρετούσε κανέναν άλλο σκοπό από την άρδευση της γης και το καταλάγιασμα της συμβολικής δίψας για ερωτισμό και πίστη... Η εντύπωση που μου δίνει η Βαρκελώνη είναι ότι όλοι παίζουν και ιδρώνουν σε μια εναγώνια προσπάθεια να ξεχάσουν. Ολα είναι μπερδεμένα και επιθετικά σαν την αισθητική της φλόγας όλα αναποφάσιστα και διαλυμένα... Τώρα καταλαβαίνω πόσα χάνω αφήνοντάς σε» (Ιούλιος 1927, Βαρκελώνη).
Σαρλ Μποντλέρ - Απολονί Σαμπατιέ
Ο μεγάλος έρωτας στη ζωή του γάλλου ποιητή ήταν η Ζαν Ντυβάλ, η εικόνα
της οποίας αναδύεται συχνά από τους στίχους των «Λουλουδιών του κακού»
(1857). Η ταραχώδης και επώδυνη σχέση τους διακόπηκε για αδιευκρίνιστους
λόγους γύρω στο 1852, ύστερα από 14 χρόνια πάθους και οπίου.
Συντετριμμένος από το τέλος ενός καταστροφικού έρωτα, ο Μποντλέρ
προτίμησε να κρατήσει την επόμενη σχέση του σε... επιστολογραφικό
επίπεδο. Το νέο αντικείμενο του (εγγράφου) πόθου του ήταν η Απολονί
Σαμπατιέ, μια όμορφη εταίρα με πεδίο «δράσης» το επίκεντρο του
καλλιτεχνικού κόσμου. Αρχισε να της στέλνει ανώνυμες επιστολές στα τέλη
του 1852 και συνέχισε ως την άνοιξη του 1855. Οι επιστολές αυτές είναι
γραμμένες σε επίσημο τόνο και γεμάτες εξάρσεις λατρείας. Κάποια στιγμή η
Απολονί ανακάλυψε την ταυτότητα του αποστολέα και τον ερωτεύθηκε
παράφορα. Ο Μποντλέρ έκανε πίσω:
«Ειλικρινά, κυρία, σας ζητώ συγγνώμη χίλιες φορές γι' αυτό το ανόητο, ανώνυμο παιχνίδι που θυμίζει παιδιάστικα καμώματα αλλά τι να κάνω; Είμαι τόσο εγωιστής όσο ένα μικρό παιδί ή ένας ανάπηρος. Οταν υποφέρω, σκέφτομαι εκείνους που αγαπώ. Οι σκέψεις που αφορούν εσάς παίρνουν συνήθως τη μορφή στίχων και όταν οι στίχοι αυτοί ολοκληρώνονται, δεν μπορώ να αντισταθώ στην επιθυμία να τους δείξω στο πρόσωπο που τους ενέπνευσε. Την ίδια όμως στιγμή κρύβομαι, όπως κάποιος που φοβάται μήπως φανεί γελοίος δεν υπάρχει πάντα κάτι το πραγματικά κωμικό στην αγάπη; ειδικά για κείνους που δεν αναμειγνύονται. Σας ορκίζομαι όμως ότι αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα εκθέσω τον εαυτό μου στη γελοιότητα. Οσο παράλογα και αν σας φαίνονται όλα αυτά, να θυμάστε ότι υπάρχει μια καρδιά όπου η εικόνα σας είναι πάντα ζωντανή. Θα ήταν λοιπόν σκληρό να την κοροϊδέψετε» (9 Μαΐου 1853).
Αντον Τσέχοφ - Ολγα Κνίπερ
Ο μεγάλος ρώσος θεατρικός συγγραφέας (1860-1904) είδε για πρώτη φορά
την Ολγα Κνίπερ τον Σεπτέμβριο του 1898, καθώς παρακολουθούσε μια πρόβα
ενός έργου του Τολστόι, του «Τσάρος Φιόντορ Ιοάνοβιτς», όπου εκείνη έκανε την Ιρίνα, τη γυναίκα του τσάρου. «Η φωνή της, η ευγένειά της, η ειλικρίνειά της όλα είναι τόσο φίνα που σου προκαλούν ένα σπασμό στον λαιμό... Αν έμενα στη Μόσχα, θα ερωτευόμουν οπωσδήποτε αυτή την Ιρίνα». Συναντήθηκαν ξανά και η Ολγα έπαιξε ένα ρόλο στον «Γλάρο»
του. Παντρεύτηκαν το 1901. Οι βιογράφοι διαφωνούν σχετικά με τον αριθμό
των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του Τσέχοφ πριν και μετά τον γάμο
του με την Κνίπερ. Ολοι όμως συμφωνούν ότι το ζευγάρι αγαπιόταν με πάθος
και τρυφερότητα. Συχνά αναγκάζονταν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο
λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων της Ολγας κι έτσι τους δινόταν η
ευκαιρία να αλληλογραφούν. Τα γράμματά τους διακρίνονται για την
ευρύτατη χρήση χαϊδευτικών ονομάτων: κουταβάκι, κροκοδειλάκι,
κατσαριδούλα, χρυσόψαρο, πέρκα... Η Ολγα ήταν στο πλευρό του Αντον στη
Γερμανία, όταν ξαφνικά ένα πρωινό του 1904 ο σφυγμός του έγινε αδύναμος
και η αναπνοή του ακανόνιστη. Ο γιατρός ήρθε εσπευσμένα και παρήγγειλε
ένα μπουκάλι... σαμπάνιας για να τον συνεφέρει. «Πεθαίνω» είπε ο Τσέχοφ, πίνοντας στην υγεία της γυναίκας του. «Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ήπια σαμπάνια». Στη συνέχεια ξάπλωσε και πέθανε.
«Τι απαίσιο όνειρο που είδα! Ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν στο κρεβάτι με κάποια που δεν ήταν εσύ κάποια γυναίκα φοβερά απωθητική, μια ξιπασμένη καστανομάλλα και το όνειρο αυτό κράτησε πάνω από μία ώρα. Τώρα αυτό πώς το ερμηνεύεις; Θέλω να σε δω, γλυκιά μου. Θέλω να μιλήσω με τη γυναίκα μου, τη μοναδική μου γυναίκα... Δεν έχω κανένα νέο. Το μόνο θέμα συζήτησης εδώ πέρα είναι οι Γιαπωνέζοι... Εύχομαι ο Θεός να σε έχει καλά και να σε προστατεύει. Μην γκρινιάζεις, μη δουλεύεις υπερβολικά και να είσαι ευδιάθετη... Σε αγκαλιάζω, μικρή κατσαριδούλα μου, και σου στέλνω ένα εκατομμύριο φιλιά» (Γιάλτα, 6 Μαρτίου 1904)
Λόρδος Μπάιρον - Λαίδη Κάρολιν Λαμπ
Οταν η Κάρολιν Λαμπ συνάντησε τον Λόρδο Μπάιρον, έγραψε στο ημερολόγιό της ότι ήταν «τρελός, κακός και επικίνδυνος». Συγχρόνως προφήτευσε: «Αυτό το όμορφο χλωμό πρόσωπο θα είναι η μοίρα μου».
Και πράγματι ήταν τουλάχιστον για τους τρεις μήνες που διήρκεσε η
σχέση τους. Μετά εκείνος άρχισε να τη βαριέται. Οχι ότι ήταν καμιά
αξιολύπητη γυναικούλα που έπεσε θύμα αυτού του άκαρδου καρδιοκατακτητή.
Αντιθέτως, ήταν μια φημισμένη κοκέτα με πληθώρα κατακτήσεων. Ο ίδιος ο
Μπάιρον την περιέγραψε ως «το πιο παράλογο, επικίνδυνο και σαγηνευτικό πλάσμα στη γη».
Η Κάρολιν δεν φημιζόταν για τη διακριτικότητά της και έτσι τα
κουτσομπολιά για τη σχέση της με τον Μπάιρον έφθασαν γρήγορα στα αφτιά
του άντρα της, που της απαγόρευσε να βλέπει τον εραστή της. Ακολούθησαν
πολλοί τσακωμοί, υστερίες, απειλές και γενικά η σύντομη αυτή ερωτική
ιστορία δεν ήταν μία από τις πιο ευχάριστες. Ο Μπάιρον προτίμησε τελικά
τη συντροφιά της πολυαγαπημένης ετεροθαλούς αδελφής του, της Αυγούστας,
και έτσι εγκατέλειψε την Κάρολιν. Το 1814 η Αυγούστα γέννησε μια κόρη
πιθανότατα του Μπάιρον: όλη η Αγγλία σκανδαλίστηκε και εκείνος έφυγε από
τη χώρα.
«Αγαπημένη μου Κάρολιν... Αν τα δάκρυα τα οποία είδες και που ξέρεις ότι δεν συνηθίζω να χύνω , αν η αναστάτωση που με κατέλαβε όταν αποχωριζόμαστε αν όλα όσα έχω πει και κάνει και είμαι ακόμη πανέτοιμος να πω και να κάνω δεν σου έχουν επαρκώς αποδείξει ποια είναι και πρέπει πάντα να είναι τα πραγματικά μου αισθήματα για σένα, αγάπη μου, τότε δεν έχω καμία άλλη απόδειξη να σου δώσω. Ο Θεός το ξέρει πόσο εύχομαι την ευτυχία σου και όταν σε εγκαταλείψω ή μάλλον όταν εσύ με εγκαταλείψεις από αίσθηση καθήκοντος στον σύζυγό σου τότε θα αναγνωρίσεις την αλήθεια αυτού που ξανά υπόσχομαι και ορκίζομαι, ότι δηλαδή καμία άλλη δεν θα πάρει ποτέ (με πράξεις ή με λόγια) τη θέση σου στην καρδιά μου, που θα είναι πάντα αφιερωμένη σε σένα, ώσπου να μην είμαι πια τίποτε... Δεν με ενδιαφέρει ποιος θα το μάθει αυτό... ήμουν και είμαι δικός σου ολοκληρωτικά για να σε υπακούω, να σε τιμώ, να σε αγαπώ και να δραπετεύσω μαζί σου όποτε και όπως εσύ θα ορίσεις» (Αύγουστος 1812;).
Οσκαρ Γουάιλντ - Λόρδος Αλφρεντ Ντάγκλας
Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν ως συγγραφέα του «Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι».
Ο Οσκαρ Γουάιλντ ήταν όμως και η πιο διάσημη εστέτ φυσιογνωμία της
βικτωριανής Αγγλίας. Προκαλούσε όχι μόνο με τα έργα του, αλλά και με μια
εκκεντρική εμφάνιση που συνδυαζόταν πάντα με τα επιγραμματικά,
αφοριστικά και πνευματώδη σχόλιά του: «Το πρώτο καθήκον μας στη ζωή είναι να υιοθετήσουμε μια πόζα ποιο ακριβώς είναι το δεύτερο κανείς δεν έχει ανακαλύψει ακόμη».
Παρ' όλο που είχε σχέσεις με διάφορες καλλονές της εποχής (μάλιστα
παντρεύτηκε μία από αυτές, την Κονστάνς Μαίρη Λόιντ), ο μεγάλος έρωτας
της ζωής του ήταν ο νεαρός λόρδος Αλφρεντ Ντάγκλας. Το πάθος αυτό («η αγάπη που δεν τολμά να πει τ' όνομά της»)
οδήγησε τον Γουάιλντ στην καταστροφή: ο συγγραφέας ενεργοποίησε
(παρακινημένος από τα εγωιστικά κίνητρα του εραστή του) μια νομική
διαδικασία εναντίον του μαρκησίου του Κουίνσμπερι, πατέρα του λόρδου
Ντάγκλας. Κατά τη διάρκεια της δίκης ξέσπασε το σκάνδαλο: η παράνομη
σχέση ήρθε στο φως και ο Γουάιλντ καταδικάστηκε σε φυλάκιση για
σοδομισμό. Οσο ήταν στη φυλακή έγραψε το «De Profundis»
(1905), μια μακροσκελή επιστολή προς τον Ντάγκλας, η οποία αργότερα
δημοσιεύθηκε ως ένα είδος απολογίας για τη συμπεριφορά του. Η επιστολή
που ακολουθεί γράφτηκε όταν η σχέση τους ήταν ακόμη στο ξεκίνημά της:
«Αγόρι μου... Το σονέτο σου είναι αξιολάτρευτο, και είναι πραγματικά ένα θαύμα που αυτά τα κόκκινα, τριανταφυλλένια χείλη σου φτιάχτηκαν εξίσου για τη μουσική της ποίησης και την τρέλα των φιλιών. Είμαι σίγουρος ότι ο Υάκινθος, που ο Απόλλωνας αγαπούσε τόσο παράφορα, ήσουν εσύ στην αρχαιότητα... Γιατί είσαι μοναχός σου στο Λονδίνο και πότε θα πας στο Σάλισμπερι; Πήγαινε εκεί για να δροσίσεις τα χέρια σου μέσα στο γκρίζο λυκόφως των γοτθικών πραγμάτων και μετά έλα εδώ όποτε θελήσεις. Είναι πανέμορφα το μόνο που λείπει είσαι εσύ. Πάντα, με αθάνατη αγάπη, δικός σου, Οσκαρ» (Ιανουάριος 1893, Βράχος του Μπάμπακομπ).
Κωστής Παλαμάς - Ραχήλ (Ελένη Κορτζά)
Οταν πρωτοσυναντήθηκαν σε ένα φιλικό σπίτι τα Χριστούγεννα του 1921, η
Ελένη Κορτζά ήταν μια όμορφη, φιλομαθής κοπέλα γύρω στα 20. Παρ' ότι
αγνοούσε την ύπαρξή του («Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά»), η Ελένη
κατάφερε να εντυπωσιάσει τον εξηντάρη τότε Παλαμά, όχι μόνο με τη μορφή
αλλά και με τη μόρφωσή της. Η συζήτησή τους γύρω από τον Μποντλέρ και
τον Ουγκό αποδείχθηκε τόσο ενδιαφέρουσα που συμφώνησαν ότι πρέπει να
συνεχιστεί. Ετσι, για τον σκοπό αυτόν άρχισαν, παρουσία και άλλων
ενδιαφερομένων, να συναντιούνται κάθε Σάββατο στο ίδιο σπίτι κάτι σαν
κοσμικό φιλολογικό «σαλόνι» της εποχής. Ο Παλαμάς όμως δεν άντεχε την
πολυκοσμία και ζήτησε από την Ελένη να τον επισκέπτεται στο Κελλί (το
«ησυχαστήριο» και σπουδαστήριό του). Σιγά σιγά αναπτύχθηκε μεταξύ τους
μια ερωτική σχέση που έδωσε νέα πνοή στον κουρασμένο ποιητή: οι φόβοι,
οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες καταλάγιασαν χάρη στο γεμάτο προσμονή και
πίστη βλέμμα της Ελένης. Και εκείνη όμως με τη σειρά της που έπασχε
από φυματίωση και είχε μια μελαγχολική φύση άντλησε δύναμη από την
προσοχή αυτή που την κολάκευε τόσο. Συχνά, κυρίως τους χειμώνες,
αναγκάζονταν να μείνουν χωριστά, εφόσον η άρρωστη Ελένη έπρεπε να
αναζητήσει ηπιότερα κλίματα. Τα διαστήματα αυτά αλληλογραφούσαν
εκτεταμένα. Στα γράμματά του ο Παλαμάς άρχισε να την αποκαλεί «Ραχήλ». Η
σχέση συνεχίστηκε σίγουρα ως τον Αύγουστο του 1935 τότε χρονολογείται
το τελευταίο γράμμα που διασώθηκε. Από εκεί και πέρα δεν είμαστε
σίγουροι. Η Ελένη ακολούθησε τον στρατηγό πατέρα της στην Αίγυπτο και
μετά στη Νότιο Αφρική. Οταν επέστρεψε το 1944, ο Παλαμάς είχε πια
πεθάνει.
«Η αλήθεια είναι πως τα γράμματά σου και μάλιστα το τελευταίο σου είναι σαν κάποια ωραία μάτια εκφραστικά που σε κοιτάζουν δακρυοπνιγμένα, μα χωρίς να στάζουνε τα δάκρυά τους, και χωρίς να χάνουν τίποτε από την ομορφιά τους τα μάτια αυτά. Μάλιστα γίνονται ομορφότερα. Μα η αλήθεια είναι πως θα τα ήθελα τα μάτια αυτά (παραμερίζοντας κάθε αισθητικό εγωισμό), πως θα τα ήθελα να μη πνίγονται δακρυσμένα, θα τα ήθελα ολοκάθαρα να λάμπουν και να χαμογελούν με το χαμόγελο εκείνο των ωραίων ματιών που κάποτε και πότε είναι εκφραστικώτερο και ποθητότερο από το χαμόγελο που ανατέλλει στα χείλη· κάποτε και πότε σημειώνω, γιατί δεν είναι τίποτε ωραιότερο καθώς κάπου το παρατηρεί και ο Τολστόης από το χαμόγελο του ανθρώπου· το μειδίαμα, βέβαια, που κέντρο του το στόμα είναι, μα που απλώνεται φωτίζοντας, με το φως μιας αυγής, ολόκληρο το πρόσωπο... Τα γράμματά σου πώς πονούν! Παλμός τους είναι η μελαγχολία, μια deception τα τρεμοσαλεύει κ' ένας φόβος τα κιτρινίζει. Αστείος και αφελής θα ήμουν αν προσπαθούσα να σε παρηγορήσω. Μα και δεν πρέπει να σου σιωπήσω δυο πράγματα: Πρώτα, πως μου δίνουν κ' εμένα ένα πένθος που όσο κι αν είναι δυσκολοέκφραστο, εύκολα θα μπορής να το εννοήσης. Επειτα και μαζί πως μου δίνουν μια χαρά. Το πένθος είναι από το πένθος σου, και η χαρά από τη σκέψη πως με θεωρείς άξιο της εμπιστοσύνης σου ώστε να γέρνης προς την ψυχή μου το πρόσωπο της θλίψης σου» (31 Αυγούστου 1924).
Γεώργιος Παπανδρέου - Σοφία Μινέικο
«Σπάνια δύο ερωτευμένοι είχαν την τύχη να ζήσουν τον προσωπικό τους μύθο στην πρώτη γραμμή της Πολιτικής μας Ιστορίας. Γεύτηκαν τα μεγάλα γεγονότα μαζί με τον μεγάλο έρωτα». Με αυτή τη φράση (που περιέχεται στο βιβλίο του «Ακριβή μου Σοφία»)
ο Φρέντυ Γερμανός συνοψίζει τη σχέση του Γεώργιου Παπανδρέου και της
Σοφίας Μινέικο, πρώτης του γυναίκας και μητέρας του Ανδρέα. Γνωρίστηκαν
το 1907 στην Αθήνα, όπου ήταν και οι δύο φοιτητές στο Πανεπιστήμιο:
εκείνος σπούδαζε Νομική και εκείνη Φιλολογία. Τράβηξε πρώτη φορά την
προσοχή της όταν ένα μεσημέρι είδε κάτι χωροφύλακες εφ' όπλου λόγχη να
τον σπρώχνουν στα σκαλιά του Πανεπιστημίου: «Πόσο τον πόνεσα εκείνη τη μέρα. Πόνεσα τα νιάτα του τη φλόγα του. Δεν άντεχα να βλέπω να τον κλωτσάνε εκείνοι οι χωροφύλακες...».
Η Σοφία, κόρη ενός αυστηρού πολωνού στρατηγού, δεν μπόρεσε να
αντισταθεί για πολύ στην πολιορκία του νεαρού Παπανδρέου, που άρχισε να
τη βομβαρδίζει με φλογερά γράμματα: «Είμαι ένας παράξενος άνθρωπος, Σοφία μου. Δεν συλλογίζομαι τα μελλούμενα· ούτε την ένωσή μας ή τα γεράματα. Χαίρομαι μόνο την καρδιά μου που σπαρταράει· αγαπώ τον πόνο μου».
Τελικά παντρεύτηκαν το 1913, λίγο πριν ο Γεώργιος αναχωρήσει ξανά για
σπουδές στη Γερμανία. Εμειναν μαζί πολλά χρόνια, ώσπου ο Παπανδρέου,
παράφορα ερωτευμένος με την Κυβέλη, την ντίβα της εποχής, την
εγκατέλειψε. Η Σοφία δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά. Ενθυμούμενη την ημέρα
που έλαβε τα νέα του θανάτου του (1 Νοεμβρίου 1968) είπε: «Μόνο τότε πίστεψα πως τον είχα χάσει».
«Παρηγορήσου, Σοφία μου, όσο μπορείς. Το μέλλον μας, το αύριο, είναι κοινό πια για μας· ό,τι και να γίνη ψηλά ή χαμηλά, σ' την άβυσσο ή σ' τα σύννεφα, με την κατάρα ή με την ευλογία των άλλων, εμείς, αν δεν προφθάση ο θάνατος, ενωρίς ή αργά, θα παρθούμε...» (απόσπασμα από γράμμα του Γ. Παπανδρέου, όταν ήταν ακόμη δεκανέας του Δωδέκατου Συντάγματος στην Πάτρα, το 1910).
«Αγάπη μου, αγάπη μου γλυκειά, δυο μάτια καρφωμένα μέσα μου μ' ακολουθούν παντού· από την ώρα που χωρίσαμε στο τραμ, τα μάτια σου, τα παρθενικά, τα τίμια κι αγαπημένα. Εφευγα κι η καρδιά μου ολάκερη γύριζε πάλι, Σοφία μου, σε σένα, αγάπη μου γλυκειά. Εμπαινα στον ηλεκτρικό, μπήκα στις βάρκες, ανέβηκα στο παπόρι κι ένας πόνος και μια ανησυχία βαθειά μου βάραινε την καρδιά!» (απόσπασμα από γράμμα του Γ. Παπανδρέου καθώς αναχωρεί τον Μάιο του 1911 για σπουδές στη Γερμανία).
Πηνελόπη Σ. Δέλτα - Ιων Δραγούμης
Γνωρίστηκαν σε κάποια επίσημη δεξίωση στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια
του 1905. Συνέχισαν να συναντιούνται σε παρόμοιες εκδηλώσεις και σύντομα
διαπίστωσαν την αμοιβαία έλξη τους. Επειδή η Πηνελόπη ήταν παντρεμένη
(με τον Στέφανο Δέλτα), προσπάθησαν από νωρίς να σταματήσουν την εξέλιξη
των πραγμάτων. Στάθηκε όμως αδύνατο να αντισταθούν. Το κοινωνικό και
ηθικό κατεστημένο της εποχής σε συνδυασμό με την επιθυμία της Δέλτα να
μείνει πιστή σε κάποιες προσωπικές της αξίες προκάλεσαν αλλεπάλληλα
εμπόδια στη σχέση. Εκείνη δεν ήθελε να δημιουργήσει στην πράξη ένα
«δεσμό» προτού χωρίσει με τον σύζυγό της. Αποφασίζοντας να είναι
ειλικρινής μαζί του, του εξομολογήθηκε τον έρωτά της για τον Δραγούμη. Η
ενέργειά της αυτή δυστυχώς δεν βοήθησε την κατάσταση: δεν κατάφερε να
εξασφαλίσει ένα διαζύγιο και οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Η σκέψη και η
απόπειρα της αυτοκτονίας εμφανιζόταν συχνά ως η μόνη λύση. Ατέλειωτα
δάκρυα, αγωνία και πόνος ήταν οι σταθερές συντεταγμένες αυτού του
ανολοκλήρωτου έρωτα. Μοναδικές στιγμές ανάπαυλας οι κρυφές συναντήσεις
των ερωτευμένων καθώς και η παθιασμένη αλληλογραφία τους. Το απόσπασμα
που ακολουθεί είναι από το τελευταίο (χρονολογικά) γράμμα που έχει
σωθεί:
«Μένω ακόμη ένα χρόνο, σου το έγραψα· αν με θέλεις ύστερα, αν δεν αλλάξεις, Ιων μου, αν θέλεις τότε, πάρε με... Και τώρα όμως αν με ήθελες δεν θα μπορούσα να σου πω πια όχι· τώρα δεν ξέρω πια τι θα πει τιμή και λόγος και όρκος· ξέρω πως στον κόσμο κάπου ζεις εσύ, πως μ' αγαπάς ακόμη, πως εσύ μπορείς να γίνεις δικός μου όποταν σε φωνάξω. Ιων μου, δεν σε φωνάζω· μα αν με θελήσεις ποτέ, ξέρεις πού είμαι· σε περιμένω πάντα και σ' αγαπώ σαν Μήδεια, είσαι το μόνο δίλημμα που ζει μέσα μου με φρικτή ένταση· τ' άλλα όλα πέθαναν, η αγάπη σου τα σκότωσε! Μη με φοβηθείς· αγαπώ άγρια, μα αγαπώ με φοβερή tendresse το χλωμό παιδί που με φίλησε στο στόμα εκεί στα πεύκα. Ιων μου, θα πεις πως είμαι τρελή, και το ξέρω, μα όπως εκείνο το βράδυ, που πρώτη φορά με ξανάβλεπες, ύστερα από την πρώτη απόπειρα, ήσουν "τρελός για μένα", έτσι κι εγώ είμαι τρελή για σένα... Και μεθώ και δεν ξέρω πια να λογαριάσω τι θα πει "τιμή" και "λόγος". Ξέρω μόνο πως σ' αγαπώ, τ' ακούς, Ιων; σ' αγαπώ άγρια και θέλω την αγκαλιά σου και το στόμα σου που φιλεί φρικτά, σε θέλω όλον, όλον, δικό μου για πάντα, και πονώ αλύπητα και ανυπόφορα, και μ' έρχεται να φύγω απόψε, πριν από το γράμμα μου, να μη σου μιλήσω πια, να μη σου γράψω "σ' αγαπώ", μόνο να έλθω εκεί, να ορμήσω στο σπίτι σου, να χυθώ στο λαιμό σου, και χωρίς λέξη, να πνίξω την αναπνοή σου, φιλώντας σε στο στόμα, ως που να κλείσεις τα μάτια σου και να πέσει το κεφάλι σου στον ώμο μου, χλωμό και αποκαμωμένο, μισοπεθαμένο από συγκίνηση και πόνο και χαρά που σκοτώνει. Το ξέρω πως είμαι τρελή· μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει...» (27 Ιουλίου 1906).
Αγγελος Σικελιανός - Αννα Σικελιανού
«Αυτά τα γράμματα είναι ένας πύρινος διάλογος με μένα, ή καλύτερα ένας μονόλογος και πολλές φορές μου εξομολογιέται τη βιολογική αναζήτηση του Είναι του, τον επίμονο πόθο του για την πληρότητα στην ένωσή του με το Θεό, με τη Ζωή και με το Θάνατο...» εκμυστηρεύεται η παραλήπτρια των εν λόγω γραμμάτων στον πρόλογο του βιβλίου «Γράμματα στην Αννα».
Ο γνωστός ποιητής γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του την άνοιξη του 1938 (η
πρώτη ήταν η Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ). Ο έρωτας ήρθε αμέσως: «Λίγες μέρες μετά τη συνάντησή μας, με συνόδεψε στο Βόλο με το τρένο... Αγόρασε τα εισιτήρια όλου του διαμερίσματος, για να μπορεί να μου μιλάει ελεύθερα. Μου μιλάει στον πληθυντικό, δεν μου αγγίζει ούτε το χέρι»
περιγράφει η ίδια λίγο παρακάτω. Η Αννα ήταν ήδη παντρεμένη εκείνη την
εποχή. Δεν δίστασε όμως να εγκαταλείψει τον σύζυγό της (που έπαθε
νευρικό κλονισμό και την ανάγκασε να επιστρέψει κοντά του για πέντε
ακόμη μήνες) και να παντρευτεί τον Σικελιανό το 1940. Εμειναν μαζί ως
τον θάνατο του ποιητή, το 1951. Οπως φανερώνει η παρακάτω επιστολή, η
σχέση τους ήταν ιδιαίτερα έντονη:
«Είσαι Δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη! Οι ρίζες του είναι μας είναι μπλεγμένες κάτου από το χώμα κι ολοένα μπλέχονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας κι ένας καημός ανοίγει αδιάκοπα σ' αυτό το χωρισμό την αγκαλιά μας!
Α, πώς δουλεύει μέρα - νύχτα μέσα μου, στο σώμα μου όλο, από τα νύχια στην κορφή, αυτή η αδιάκοπη αναζήτηση του νου μου για το νου Σου, των ματιών μου για τα μάτια Σου, της πνοής μου για την πνοή Σου, των ριζών μου για τις ρίζες Σου. Ούτε δευτερόλεπτο δεν σταματά η αδιάκοπη, η ακοίμητη αίσθησή της. Και μήτ' έχω μέσα μου άλλη αίσθηση ζωής! Να Σε ζητώ μ' όλες τις ίνες μου όλες τις στιγμές, να κολυμπάω αντίστροφα στο ρέμα της απόστασης για να Σε 'γγίξω. Αυτή είναι τώρα η φοβερή, η ακοίμητη, η απόλυτη ζωή μου. Και θα τη ζήσω, όσο που ρίζες, κλώνοι και κορμός θα γίνουν αιώνια Ενα κι η πνοή του Σύμπαντος στα φρένα μας μια μόνη Μουσική...» (2 Ιουλίου 1939, Αθήνα).
***Η φωτογραφία είναι παρμένη από το pixabay
''Ένα-αντί-όν'' του Ιορδάνη Κουμασίδη στη θεατρική σκηνή του ''21'' Public ·
Θεατρική σκηνή του 21, Πλατεία Αγίων Αναργύρων, Ψυρρή, Αθήνα.
|
σε σκηνοθεσία Αγγελικής Γκαλμπένη-Παπαγρηγορίου
με τον Λευτέρη Δημηρόπουλο H εταιρεία καλλιτεχνικών θεαμάτων Scene 10- 7 παρουσιάζει το θεατρικό έργο του Ιορδάνη Κουμασίδη «Ένα-αντί-ον». Μπροστά στα μάτια μας ξεδιπλώνονται εικόνες, από την παγωμένη ζωή ενός συγγραφέα. Εικόνες που κρύβουν την αποστροφή και την αηδία που αισθάνεται για τους γύρω του και την «προσομοίωση» ζωής που έχουν επιλέξει να ζουν. Ζει μόνος, απομονωμένος, μακριά από όλους αυτούς που υπάκουσαν στην θέληση του και τον εγκατέλειψαν. Έρωτας, πόνος, αγανάκτηση και σκέψεις που πληγώνουν χειρότερα από λεπίδα, εκσφενδονίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις και κυρίως προς την δική του, με διάθεση σκληρής αυτοκριτικής και σαρκασμού. Η έμπνευση του τον έχει εγκαταλείψει. Η μοναξιά δεν είναι αχανές σημείο, σε οδηγεί κάπου. Σε μια αντίδραση, φωναχτή ή σιωπηλή, που γεννά συναισθήματα. Συναισθήματα και σκέψεις. Γέλιο. Ανησυχία. Ενθουσιασμό. Απογοήτευση. Θάνατο. Αναγέννηση. Ένας άνθρωπος πέραν και υπό των καταστάσεων. Ένα κείμενο πέραν και υπό των καταστάσεων. Ένας μονόλογος πιο μόνος από ποτέ. Η παράσταση θα παίζεται από 25 Φεβρουαρίου στη θεατρική σκηνή του «21» στο Ψυρρή (Πλατεία Αγίων Αναργύρων) κάθε Δευτέρα και Τρίτη Ώρα παραστάσεων: 21.15 ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ Προπώληση: 10,00 € Κανονικό: 15,00 € Μειωμένο: 10,00 € (άνεργοι, φοιτητές, πολύτεκνοι, άνω 65, κάτω των 25) Τηλέφωνα κρατήσεων: 211-2269824, 6945-983264, 210 -5446523 Συντελεστές: Κείμενο: Ιορδάνης Κουμασίδης Σκηνοθεσία: Αγγελική Γκαλμπένη- Παπαγρηγορίου Ερμηνεία: Λευτέρης Δημηρόπουλος Μουσική: Χρήστος Στρατηγόπουλος Σκηνογράφος/ Γλυπτά Μοντέρνας Τέχνης: Τζένη Κοσμίδου |
Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013
Mάσενκα///Η κρυφή γοητεία της αβεβαιότητας της ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
[ΜΆΣΕΝΚΑ του Βασίλη Λαλιώτη,Ενδυμίων,2012]
Τόσες φορές έχω διαβάσει τη Μάσενκα,κι ακόμα δεν την έκανα δική μου.Ακόμα,εκείνη τρέχει και γω την κυνηγώ.Κι εχω την αίσθηση πως όσο πλησιάζω ,εκείνη απομακρύνεται.
''Από ένα κάτι πιο μακριά φεύγεις σαν τέχνη''.Λες κι έχει πολλά να κρύψει,ή αλλιώς πολλά που δεν θέλει να αποκαλύψει.Αλλά αυτό είναι το γοητευτικό με αυτό το ποιητικό βιβλίο εν τέλει.
Είναι ένα βιβλίο για ένα κορίτσι,για τον έρωτα,για τη σιωπή,για τη φωνή,για την ποίηση,για την κατασκευή της ποίησης;Tί είναι απ΄ όλα αυτά;Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.Τείνω να πιστέψω πως είναι για όλα αυτά.Αλλά και πάλι δεν το λέω με βεβαιότητα.Εκείνο που λέω με βεβαιότητα είναι ότι διακατέχομαι από την διάθεση να βυθίζομαι αχόρταγα μέσα στις σελίδες της Μάσενκα.Και έχω την ανάγκη να απευθυνθώ στον δημιουργό της με τους ίδιους του τους στίχους:''...στην άκρη της φωνής σου η σιωπή του κόσμου/ή στην άκρη της σιωπής σου η φωνή του κόσμου...''Ο ποιητής/αφηγητής θέλει να γράψει ένα βιβλίο που να έχει μια ήρωίδα που να φέρει το όνομα Μάσενκα.Παλεύει μέρα νύχτα να δώσει σάρκα και οστά στην ηρωίδα του:''Tα ποιήματα έχουν ως εδώ μια καθαρή σωματική επίδραση πάνω μου.Συνεχίζονται στα όνειρα.Σκέφτομαι το κείμενο του Φρόυντ,για τον ποιητή και την φαντασίωση''.Θα τα καταφέρει άραγε;Για μας που παλεύουμε με την λευκή κόλλα το στοίχημα είναι μεγάλο.Δεν είναι διώλου εύκολη υπόθεση η δημιουργία ενός γνήσιου ποιήματος.Ο Λαλιώτης στοχάζεται τίμια για την ιδια την Ποίηση ποιητικώ τω τρόπω και με αυτήν την έννοια όλη η Μάσενκα είναι αυτοαναφορικό ποιητικό αφήγημα(ας μου επιτραπεί ο όρος).Αλλιώς,στοχάζεται
πάνω σε ζητήματα αναφορικά με την κατασκευή του ποιητικού λόγου.
''Θέλω καινούριες λέξεις που να αφήνουν κάτι
από σκόνη πεταλούδας για τα δάχτυλα
συριστικά και ένρινα και υγρά και χειλικά
που τους πήρε ο αέρας τα φωνήεντα και πάει''
Ίσως πάλι η Μάσενκα να συνεπάγεται,στην ουσία,έναν άλλο τρόπο για να μιλήσεις για κάτι κοινότοπο,τον έρωτα ας πούμε...
''Μάσενκα είναι η εκτύλιξη ενός κόσμου μοναχά για να μιλήσω πάλι για σένα''
O ποιητής έχει οξεία παρατηρητικότητα,έχει τις αισθήσεις του ανοιχτές στον κόσμο,έχει νοσταλγικότητα,καθαρότητα,διαύγεια.Ο ποιητής είναι ερωτευμένος ή υποδύεται τον ρόλο ερωτευμένου:
''Σε κοίταξα σαν ομορφιά που φεύγει
και ξανάγιναν ανώνυμα όλα εκείνα
τα μικρά πράγματα που αγγίξαμε
κι άφησε πάνω τους η νοσταλγία μέλλον''
''Νιώθω μια θλίψη ,πως να σου το πω,
που απουσιάζω από τα παιδικά σου χρόνια
γι αυτο σου κάνω έρωτα με μιαν απόγνωση
παιδιού που αναίτια στέρησαν το παιχνίδι.
Ψάχνω το παιδικό σου βλέμμα σ΄ότι κοίταξες
το λαχάνιασμά σου σ΄ότι έτρεξες τη δίψα σου
εκεί που έπινες νερόκι έχω μονάχα εσένα και
λέξεις της απουσίας μου από τα παιδικά σου χρόνια.''
Βάζει τον έρωτα να συνομιλήσει με την τέχνη της γραφής:
''Kακά τα ψέμματα,από τα περισσεύματα του έρωτα
βρίσκω τις λέξεις σου που με οδηγούν στο ποίημα''
Ακόμα...θέλει να π λ ά σ ε ι α γά λμα τα ,ερωτευμένων στην περίπτωσή μας[η δημιουργία αγαλμάτων είναι ζητούμενο στη ποίηση όπως και να΄χει]...:
''Θ α μου έδινα το όνομα Βάσιας
το δικό της θα ρωτούσα σ΄εκείνη:
Mάσενκα με φωνάζουν οι φίλοι
κι άπ΄τους ξένους όσοι με γνωρίζουν
και μοιράζονται έναν χορό μαζί μου''
''Σαν να ζούμε ενώ έχουμε πεθάνει
μας διαβάζει ένα παιδί σε βιβλίο
μόνοι πάντα και μάτια με μάτια
κάποια Μάσενκα και κάποιος Βάσιας
που κοιτάζονται με μάτια που έχουν σβήσει.''
Οι δυο ήρωες είναι σαν να έχουν βγει από τσεχωφικό έργο ,φέρουν μια θλιμμένη ομορφιά .'Ολο το ποιητικό αυτό αφήγημα σε εισάγει σε μια ατμόσφαιρα ελαφρώς θλιμμένη,μέσα στην οποία κινούνται αβίαστα όλα τα ποιητικά ενδεχόμενα,οπου οι σιωπές φλερτάρουν έντεχνα με τις λέξεις και τα νοήματα που μονιμως προσπαθούν να δραπετεύσουν.Και τι ρόλο παίζει η Μάσενκα σε όλα αυτα;επιμένω.
Ο Λαλιώτης δίνει μερικές εκδοχές.Καλύτερα ,δημιουργεί ο ίδιος τις εκδοχές...
''Άργησες Μάσενκα,βγάλε τα ρούχα σου,
νυρίζουν κάρβουνο και πόλη εξεγερμένη΄΄
''Μια επίκληση είσαι,όνομα Μάσενκα,σχεδόν
από ρώσικο διήγημα που σε διαβάζει μεσημέρι
ξαπλωμένο σε διαμέρισμα έναν αιώνα μετά
ένα παιδί φανατικό για γράμματα κι είσαι
ένα περίμενε στην Πατησίων,στη Σταδίου,
στην Αιόλου,στο Μουσείο ή στην Αρχαία Αγορά''
''Δεν θα τους πω πως μου είσαι
μια μικρή δραπέτης βλέμματος...''
''Κορίτσι είσαι τόσο των αποχαιρετισμών ,κι άλλο
μη μου καταδεχτείς,όσο άπ΄το να έρχομαι''
''Η Μάσενκα τείνει προς ένα υπόγεια πολιτικό βιβλίο με ποιήματα''
''Μάσενκα πριν τον έρωτα είσαι δίψα και μετά ένα παρά-
θυρο που βλέπεις τη βροχή,ανάβω ένα τσιγάρο μες στη
ν'υχτα...Κάπου φυσάει ο χρόνος έρχονται,άλογα γεγο-
νοτα είναι,μα το ποίημα τα θέλει άλογα με οπλές που
θερίζουν ανθρώπινα κεφάλια.Μάσενκα σ΄αγαπώ και τε-
λειώνει ο κόσμος μας.''
Απάντηση βέβαιη για την Μάσενκα δεν υπάρχει.Το μυστήριο που την περιβάλλει συνεχίζεται επ άπειρον.Μα νιώθω ευγνωμοσύνη στην Μάσενκα ,γιατί μου έδειξε φως κι όχι σκοτάδι εντούτοις,κι αυτό είναι μαγικό σχεδόν.Μάσενκα σημαίνει αυθεντική ποίηση .Μάσενκα σημαίνει στίχοι αληθινοί.Ταυτόχρονα Μάσενκα σημαίνει ''δοκιμή γραφής΄΄.Μάσενκα σημαίνει μύηση σε εμπειρίες μέσω των λέξεων.
Μάσενκα σημαίνει''μια απόπειρα στο αναπάντητο αυτό μ΄αγαπάς''.Σταματώ εδώ να αποτυπώνω σκέψεις στο χαρτί.Μέσα μου οι διεργασίες συνεχίζονται ωστόσο...όπως ,άλλωστε συνεχιζεται και η Μάσενκα...Συνεχίζεται αφού δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα ...και δεν ξέρω αν θα ολοκληρωθεί ποτέ...Αλλά ,απ΄την άλλη ,γιατί να ολοκληρωθεί;Aυτη ειναι όλη η ομορφιά της...που κάνει ορατό το αόρατο.Κι ειναι μια αίσθηση που σου αφήνει...πως δεν εχει κάν γραφτεί.
Ασημίνα Ξηρογιάννη
Τόσες φορές έχω διαβάσει τη Μάσενκα,κι ακόμα δεν την έκανα δική μου.Ακόμα,εκείνη τρέχει και γω την κυνηγώ.Κι εχω την αίσθηση πως όσο πλησιάζω ,εκείνη απομακρύνεται.
''Από ένα κάτι πιο μακριά φεύγεις σαν τέχνη''.Λες κι έχει πολλά να κρύψει,ή αλλιώς πολλά που δεν θέλει να αποκαλύψει.Αλλά αυτό είναι το γοητευτικό με αυτό το ποιητικό βιβλίο εν τέλει.
Είναι ένα βιβλίο για ένα κορίτσι,για τον έρωτα,για τη σιωπή,για τη φωνή,για την ποίηση,για την κατασκευή της ποίησης;Tί είναι απ΄ όλα αυτά;Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.Τείνω να πιστέψω πως είναι για όλα αυτά.Αλλά και πάλι δεν το λέω με βεβαιότητα.Εκείνο που λέω με βεβαιότητα είναι ότι διακατέχομαι από την διάθεση να βυθίζομαι αχόρταγα μέσα στις σελίδες της Μάσενκα.Και έχω την ανάγκη να απευθυνθώ στον δημιουργό της με τους ίδιους του τους στίχους:''...στην άκρη της φωνής σου η σιωπή του κόσμου/ή στην άκρη της σιωπής σου η φωνή του κόσμου...''Ο ποιητής/αφηγητής θέλει να γράψει ένα βιβλίο που να έχει μια ήρωίδα που να φέρει το όνομα Μάσενκα.Παλεύει μέρα νύχτα να δώσει σάρκα και οστά στην ηρωίδα του:''Tα ποιήματα έχουν ως εδώ μια καθαρή σωματική επίδραση πάνω μου.Συνεχίζονται στα όνειρα.Σκέφτομαι το κείμενο του Φρόυντ,για τον ποιητή και την φαντασίωση''.Θα τα καταφέρει άραγε;Για μας που παλεύουμε με την λευκή κόλλα το στοίχημα είναι μεγάλο.Δεν είναι διώλου εύκολη υπόθεση η δημιουργία ενός γνήσιου ποιήματος.Ο Λαλιώτης στοχάζεται τίμια για την ιδια την Ποίηση ποιητικώ τω τρόπω και με αυτήν την έννοια όλη η Μάσενκα είναι αυτοαναφορικό ποιητικό αφήγημα(ας μου επιτραπεί ο όρος).Αλλιώς,στοχάζεται
πάνω σε ζητήματα αναφορικά με την κατασκευή του ποιητικού λόγου.
''Θέλω καινούριες λέξεις που να αφήνουν κάτι
από σκόνη πεταλούδας για τα δάχτυλα
συριστικά και ένρινα και υγρά και χειλικά
που τους πήρε ο αέρας τα φωνήεντα και πάει''
Ίσως πάλι η Μάσενκα να συνεπάγεται,στην ουσία,έναν άλλο τρόπο για να μιλήσεις για κάτι κοινότοπο,τον έρωτα ας πούμε...
''Μάσενκα είναι η εκτύλιξη ενός κόσμου μοναχά για να μιλήσω πάλι για σένα''
O ποιητής έχει οξεία παρατηρητικότητα,έχει τις αισθήσεις του ανοιχτές στον κόσμο,έχει νοσταλγικότητα,καθαρότητα,διαύγεια.Ο ποιητής είναι ερωτευμένος ή υποδύεται τον ρόλο ερωτευμένου:
''Σε κοίταξα σαν ομορφιά που φεύγει
και ξανάγιναν ανώνυμα όλα εκείνα
τα μικρά πράγματα που αγγίξαμε
κι άφησε πάνω τους η νοσταλγία μέλλον''
''Νιώθω μια θλίψη ,πως να σου το πω,
που απουσιάζω από τα παιδικά σου χρόνια
γι αυτο σου κάνω έρωτα με μιαν απόγνωση
παιδιού που αναίτια στέρησαν το παιχνίδι.
Ψάχνω το παιδικό σου βλέμμα σ΄ότι κοίταξες
το λαχάνιασμά σου σ΄ότι έτρεξες τη δίψα σου
εκεί που έπινες νερόκι έχω μονάχα εσένα και
λέξεις της απουσίας μου από τα παιδικά σου χρόνια.''
Βάζει τον έρωτα να συνομιλήσει με την τέχνη της γραφής:
''Kακά τα ψέμματα,από τα περισσεύματα του έρωτα
βρίσκω τις λέξεις σου που με οδηγούν στο ποίημα''
Ακόμα...θέλει να π λ ά σ ε ι α γά λμα τα ,ερωτευμένων στην περίπτωσή μας[η δημιουργία αγαλμάτων είναι ζητούμενο στη ποίηση όπως και να΄χει]...:
''Θ α μου έδινα το όνομα Βάσιας
το δικό της θα ρωτούσα σ΄εκείνη:
Mάσενκα με φωνάζουν οι φίλοι
κι άπ΄τους ξένους όσοι με γνωρίζουν
και μοιράζονται έναν χορό μαζί μου''
''Σαν να ζούμε ενώ έχουμε πεθάνει
μας διαβάζει ένα παιδί σε βιβλίο
μόνοι πάντα και μάτια με μάτια
κάποια Μάσενκα και κάποιος Βάσιας
που κοιτάζονται με μάτια που έχουν σβήσει.''
Οι δυο ήρωες είναι σαν να έχουν βγει από τσεχωφικό έργο ,φέρουν μια θλιμμένη ομορφιά .'Ολο το ποιητικό αυτό αφήγημα σε εισάγει σε μια ατμόσφαιρα ελαφρώς θλιμμένη,μέσα στην οποία κινούνται αβίαστα όλα τα ποιητικά ενδεχόμενα,οπου οι σιωπές φλερτάρουν έντεχνα με τις λέξεις και τα νοήματα που μονιμως προσπαθούν να δραπετεύσουν.Και τι ρόλο παίζει η Μάσενκα σε όλα αυτα;επιμένω.
Ο Λαλιώτης δίνει μερικές εκδοχές.Καλύτερα ,δημιουργεί ο ίδιος τις εκδοχές...
''Άργησες Μάσενκα,βγάλε τα ρούχα σου,
νυρίζουν κάρβουνο και πόλη εξεγερμένη΄΄
''Μια επίκληση είσαι,όνομα Μάσενκα,σχεδόν
από ρώσικο διήγημα που σε διαβάζει μεσημέρι
ξαπλωμένο σε διαμέρισμα έναν αιώνα μετά
ένα παιδί φανατικό για γράμματα κι είσαι
ένα περίμενε στην Πατησίων,στη Σταδίου,
στην Αιόλου,στο Μουσείο ή στην Αρχαία Αγορά''
''Δεν θα τους πω πως μου είσαι
μια μικρή δραπέτης βλέμματος...''
''Κορίτσι είσαι τόσο των αποχαιρετισμών ,κι άλλο
μη μου καταδεχτείς,όσο άπ΄το να έρχομαι''
''Η Μάσενκα τείνει προς ένα υπόγεια πολιτικό βιβλίο με ποιήματα''
''Μάσενκα πριν τον έρωτα είσαι δίψα και μετά ένα παρά-
θυρο που βλέπεις τη βροχή,ανάβω ένα τσιγάρο μες στη
ν'υχτα...Κάπου φυσάει ο χρόνος έρχονται,άλογα γεγο-
νοτα είναι,μα το ποίημα τα θέλει άλογα με οπλές που
θερίζουν ανθρώπινα κεφάλια.Μάσενκα σ΄αγαπώ και τε-
λειώνει ο κόσμος μας.''
Απάντηση βέβαιη για την Μάσενκα δεν υπάρχει.Το μυστήριο που την περιβάλλει συνεχίζεται επ άπειρον.Μα νιώθω ευγνωμοσύνη στην Μάσενκα ,γιατί μου έδειξε φως κι όχι σκοτάδι εντούτοις,κι αυτό είναι μαγικό σχεδόν.Μάσενκα σημαίνει αυθεντική ποίηση .Μάσενκα σημαίνει στίχοι αληθινοί.Ταυτόχρονα Μάσενκα σημαίνει ''δοκιμή γραφής΄΄.Μάσενκα σημαίνει μύηση σε εμπειρίες μέσω των λέξεων.
Μάσενκα σημαίνει''μια απόπειρα στο αναπάντητο αυτό μ΄αγαπάς''.Σταματώ εδώ να αποτυπώνω σκέψεις στο χαρτί.Μέσα μου οι διεργασίες συνεχίζονται ωστόσο...όπως ,άλλωστε συνεχιζεται και η Μάσενκα...Συνεχίζεται αφού δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα ...και δεν ξέρω αν θα ολοκληρωθεί ποτέ...Αλλά ,απ΄την άλλη ,γιατί να ολοκληρωθεί;Aυτη ειναι όλη η ομορφιά της...που κάνει ορατό το αόρατο.Κι ειναι μια αίσθηση που σου αφήνει...πως δεν εχει κάν γραφτεί.
Ασημίνα Ξηρογιάννη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


