Translate

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΛΗΓΕΣ/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 8 ΙΟΥΝΙΟΥ στις 9:00 μ.μ.
Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη
«Πληγές»

                     
από τον συγγραφέα Διονύση Μαρίνο,την ποιήτρια Αμαλία Ρούβαλη
και τον συγγραφέα Δημήτρη Φύσσα
διαβάζουν η ηθοποιός Νατάσα Πασχάλη και η ποιήτρια

στο art bar ποιήματα και εγκλήματα των εκδόσεων Γαβριηλίδης
Αγίας Ειρήνης 17 (μεταξύ Αθηνάς και Αιόλου), Μοναστηράκι
                     


ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΓΑΤΑ/ Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς

 
 

Απόσπασμα από τη νουβέλα
της Στέλλας Σαμιώτου Φιτσάιμονς

... wir werden nicht bestehen.
(....δε θα υπάρχουμε αιώνια.)
 
 
Τότε με κοίταξες και μου χαμογέλασες σαν να μην πίστευες λέξη από όσα έλεγα, αλλά και βέβαιος πως ούτως ή άλλως θα σε έπειθα, και μου είπες να μη βιάζομαι, ν’ αφήσω τα πράγματα ν’ ακολουθήσουν τη ροή τους και να μην κάνω σπασμωδικές κινήσεις, ν’ αφεθώ να περάσω μέσα από αυτά, να τα νιώσω και να τ’ απολαύσω και κυρίως, κυρίως να μην κάνω το λάθος να θεωρήσω τίποτα δεδομένο, γιατί τη στιγμή που παύεις ν’ αγωνίζεσαι για κάτι, παύει και να έχει αξία, έτσι μου είπες, και σου χαμογέλασα κι εγώ και σε ρώ-τησα αν εσύ ακολουθούσες τις συμβουλές σου, κι εσύ δεν έπεσες στην παγίδα, με κοίταξες ερωτηματικά και μου είπες ψιθυριστά, σχεδόν από μέσα σου, τόσο σιγά που μάλλον μάντεψα παρά άκουσα αυτό που είπες, είπες λοιπόν, αν νομίζεις πως τόση ώρα σε συμ-βουλεύω, θα έπρεπε να είχες σηκωθεί και να είχες φύγει, γιατί αν θυμάσαι, ένα από τα πρώτα πράγματα που μου είχες πει ήταν πως δεν μισούσες τίποτα περισσότερο από τους ανθρώπους που επέμεναν να δίνουν συμβουλές - μα είμαι ζωντανή, διαμαρτυρήθηκα, κι όσο είμαι ζωντανή, έχω το δικαίωμα ν’ αλλάζω γνώμη.
Και τότε με ρώτησες, Τζον, είσαι σίγουρη ότι ζεις; Και είπα, ναι, ασφαλώς, και τότε μου πρότεινες να το ξανασκεφτώ, κι εγώ είπα, δεν χρειάζεται, η σκέψη δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ζωής, νιώθω ότι ζω κι αυτό είναι αρκετό, όμως, α, μου είπες, είσαι σίγουρη πως ό,τι νιώθεις είναι πράγματι παρόν κι όχι παρελθόν, γιατί πολλές φορές δεν βιώνουμε τα περασμένα πιο έντονα από τα τωρινά; Κι εγώ: σημασία έχει ότι ούτως ή άλλως τα ζεις, και δεν είναι η αίσθηση πιο ουσιαστική από τη γνώση; Ναι, μου είπες, και η κότα όταν τη σφάξουν εξακολουθεί να κουνά τα πόδια της, είναι όμως αυτό ζωή ή σπασμός; Κι εγώ σου είπα σαν να ‘βλεπα για πρώτη φορά καθαρά, Τζον, όλα μα όλα έχουν ήδη βιωθεί και το μόνο που έχουμε εμείς να κάνουμε είναι να τ’ ανακαλύψουμε, παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι το ίδιο πράγμα, βρίσκονται ακίνητα στη θέση τους κι εμείς ταξιδεύουμε ανάμεσά τους και δεν είναι υποχρεωτικό ν’ ακολουθούμε πάντα την ίδια κα-τεύθυνση, όποτε θέλουμε μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, κι εσύ με ρώτησες, και είσαι σίγουρη ότι είσαι ζωντανή, κι εγώ είπα, ναι, ασφαλώς, τι ερώτηση, και τότε με φίλησες και σε φίλησα κι εγώ και καθώς κάναμε έρωτα μου ψιθύρισες, ο Χρόνος, ο μεγάλος αυτός εχθρός, νικήθηκε άλλη μια φορά.
 
 
Λίγα λόγια για το βιβλίο/μικρή περιγραφή:
 

"Ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, το παρελθόν και το παρόν, μια γυναίκα παλεύει να βρει αυτό που έχει χάσει. Συντροφιά της η Νόρα που πάντα λέει την αλήθεια, ο τετράχρονος Παύλος, ο Τζον που είναι και δεν είναι παρών, η Ingeborg Bachmann, η Sylvia Plath, η Djuna Barnes. Τα επερχόμενα τριακοστά γενέθλιά της την παραλύουν, την φέρνουν αντιμέτωπη με όσα την τρομάζουν. Κινητήρια δύναμή της η αγάπη της για ένα νεαρό μουσικό που όμως φαίνεται να την έχει εγκαταλείψει. Εκτός κι αν τον έχει εγκαταλείψει η ίδια."
 
 

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ/ΠΛΗΓΕΣ/ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ σας προσκαλούν
στο art bar ποιήματα και εγκλήματα,
Αγίας Ειρήνης 17 (μεταξύ Αθηνάς και Αιόλου), Μοναστηράκι
την Παρασκευή 8 Ιουνίου στις 9:00 μ.μ.
στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής
της ΑΣΗΜΙNΑΣ  ΞΗΡΟΓΙΑNNΗ

Πληγές

από τον συγγραφέα Διονύση Μαρίνο
την ποιήτρια Αμαλία Ρούβαλη
και τον συγγραφέα Δημήτρη Φύσσα

διαβάζουν η ηθοποιός  ΝΑΤΑΣΑ ΠΑΣΧΑΛΗ και η ποιήτρια
art bar ποιήματα και εγκλήματα
Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι (60 μέτρα από το μετρό), τηλ. 210 3228 839

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ-ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΤΡΙΤΟ

 


Έκανε ζέστη αφόρητη. Στις επάλξεις του έθνους•
ένας ήρωας κρατιόταν απ’ τον ιστό της σημαίας
κι έλεγε: «Η φιλοσοφία, κύριε πρόεδρε, διδάσκει
πως η πραγματικότητα έχει πολλές όψεις».
«Θέλετε να πείτε πως το έθνος έχει πολλές όψεις;»
«Θέλω να πω πως το έθνος σέρνει δέκα χρόνια
αυτόν τον καύσωνα, παρόλο που η πρώην αυτοκράτειρα
της Περσίας δεν παίρνει ναρκωτικά και οι Αμερικανοί
αποκλείουν ένα κραχ παρόμοιο μ’ εκείνο του 1929.
Δεν είναι άδικο να βρεθώ ευνουχισμένος,
χίλια κομμάτια Ιστορίας, κάτω από την Ακρόπολη,
κι ενώ με πνίξατε τη νύχτα κρυφά,
να δημοσιεύσετε πως προσπάθησα να δραπετεύσω
και γκρεμίστηκα μόνος μου, για να μην δικαστώ όπως γράφει ο άθλιος που με ονομάζει
δόλιο κι αιμοβόρο και μιαρό;»
Και κρατιόταν, ακόμα κρατιόταν,
ενώ ένας λιμοκοντόρος,
κηφήνας, παρηγορητής, μεσόκοπων βασιλισσών,
ένας «...πούστης, βραχνάς και όνειδος των Αχαιών»,
φώναζε ο Φιλοκτήτης απ’ τη φιδόπετρά του,
ροκάνιζε τον ιστό του έθνους,εκλεγμένο παράσιτο, διορισμένο τρωκτικό:
τα δόντια του πανάκριβες γραβάτες, τα νύχια του,
δόντια στρατοδίκη με ακράτεια συνταγματική.
Χαμογελούσε φαρμακερά• κρατούσε
στην αγκαλιά του ένα σκιάχτρο θηλυκό
-μαλλιά κουβάρια- κι έλεγε:
«Θα πάει μπροστά ετούτο το κορίτσι.
Το γέννησε η παρθένα Δημοκρατία ετούτο το κορίτσι.
Περιττό να σας πω ποιος είναι ο πατέρας του».
Και χόρευε, χόρευε, τραγουδούσε νευρόσπαστα εμβατήρια για αιμομίκτες κόκορες
μαθημένους να σκοτώνουν με το βλέμμα
στις λάσπες της Αιγύπτου και τις άμμους της Λιβύης.
Την πετούσε στον αέρα
κι όταν ερχόταν πάλι στην αγκαλιά του
-πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης-ξεπαρθενεμένη, πυρωμένη από τον πόθο για σάρκα,
την κοιτούσε με ηδυπάθεια
κάτω από τα σαπρόφυτα φρύδια του κι έλεγε:
«Δούλος σας, κυρία μου!
Ο βασιλεύς μού ανέθεσε να σχηματίσω
εκατόμβες πάθους στην αγκαλιά σας.
Χαρίστε μου αυτόν τον χορό.
Θα καταπλήξουμε.
Θα κατακτήσουμε την αγάπη του λαού.
Θα του εμπνεύσουμε τον σεβασμό
για την αιώνια τέφρα του έθνους».
Και σπαρταρούσε λίγη σάρκα
πάνω από το κάρβουνο ενός ανύπαρκτου ματιού,
σαν να της έκλεινε το μάτι με νόημα
κι άρχιζε να χορεύει ένα παράλυτο βαλς
χωρίς νόημα και να φωνάζει:
«Υπάρχουμε, κυρία μου, όχι επειδή το θέλουμε,
αλλ’ επειδή η Γουατεμάλα είναι γεμάτη μπανανιές.
Ελάτε, αγαπητή μου, ας πάμε εγώ κι εσείς
στην ευφορία της Κεντρικής Αμερικής,
όταν η ελευθερία ξαπλώνει στον ουρανό της Δύσης,
σαν νυσταγμένη μοναχή στην αγκαλιά του θεού».Στις ακτές των Καβείρων: Νάνοι, Δάκτυλοι, Καρκίνοι,
δι’ ἀρρήτων ὀργιασμῷν,
κατασπάραζαν τον έρωτα του Κομφούκιου,
αναζητώντας την ηθική τελείωση
στις προγονικές αρετές των Κινέζων,
που αναζητούσαν το τέλος της ηθικής
στους προγόνους της Τετάρτης Διεθνούς
(Βλέπε, μεταξύ άλλων, Λου Χσουν:
Το Ημερολόγιο Ενός Τρελού).
Στις σπηλιές των Τελχίνων: χαμένα κορμιά,
φτερωτές αναπηρίες, γύμνια μέσα-έξω
κραυγαλέα. Κι όλα κλονίζονταν και σπαρταρούσαν
κι έπεφταν πρόθυμα σε μια κατάμαυρη τρύπα,
απ’ όπου έβγαιναν απίστευτα πραγματικά,
ίσως λακανικά. Ο Μπρετόν –αυτός ήταν–
με κατακόκκινο το πρόσωπο:
«Ποιος το περίμενε Νατζά; Ποιος το φανταζόταν;
Ποιος είμαι Νατζά;»Γύρευαν τη φώτιση.
Κανείς δεν ξάπλωνε νωρίς τα βράδια,
κανείς δεν είχε χρόνο για χαμένο χρόνο•
ούτε ο Ηράκλειτος γι’ άλλα σκοτάδια,
αφού αυτός τα είχε γράψει όλα φωτεινά•με τόση θάλασσα τριγύρω,
το αλάτι άφηνε στο δέρμα των βράχων
μια λεπτή μεμβράνη αιθρίας
κι όταν άρχιζε να νυχτώνει, οι σαύρες δεν σάλευαν καν:
τόσο φως ίδρωναν όλη-μέρα οι ακτές.
Κι ενώ οι γάτες άφηναν της νύχτας τις πήλινες σκοπιές,
για να μοιράσουν της αυγής το σκουριασμένο φως,
με ακριβοδίκαια βλέμματα,
στους ζωντανούς νεκρούς της μέρας,
οι ποιητές των εμφυλίων φιλιών
περνούσαν τα κατώφλια τους,
με τη σιωπή ένα σκίσιμο βαθύ από ξίφος Αχαιού
στο μέτωπο και την σκουριά,
φρίκη αλλοπρόσαλλης φυγής
για τα στενά των σκοταδιών•
ξερίζωναν τα μαύρα σπλάχνα της Ευρώπης,
με τα μάτια να αιμορραγούν απελπισία,πάνω από το προσφάγι
τυλιγμένο στα άπαντα του Μολιέρου
και γύρω γελούσαν αυτοί που είχαν διαβάσει Μολιέρο
και μιλούσαν την γλώσσα του Ουγκώ,
σαν να κατάπιναν τα άπαντα του Μπαλζάκ,
στο Σαρλερουά με τ’ όνομα,
μέσα στο ατέλειωτο απόγευμα της καρβουνόσκονης
και των θαμμένων νεκρών Ιταλών
και των θαμμένων ζωντανών Ελλήνων,
τόσο βαθιά στην απόγνωση,
ώστε που νύχτωνε και ο Βιγιόν
άρχιζε να ζητιανεύει το φεγγάρι πόρτα-πόρτα
με τα λόγια τυφλά από το χιόνι :
«Αγαπούσα κι εγώ σαν νέος μια κοπέλα,
όμως εκείνη είχε έναν εραστή
και πιαστήκαμε μια μέρα για τα καλά
κι άδειασα πάνω του ένα πιστόλι θυμό
και χάθηκα. Δεν ξέρω καν πού πέφτει το Παρίσι
ούτε ποιος είναι αυτός ο διάολος ο Ρεμπώ».Στα 1962. Ένα ζώο γυμνό, αργό, αδύναμο
–χώρια η πληγή της γλώσσας–
χαμένο στον παράδεισο μιας φιλεύσπλαχνης οθόνης,
μιας μοντέρνας οθόνης,
όπου οι ταχυδρόμοι απολαμβάνουν
τρυφερές συναντήσεις με ένοπλους αστυνομικούς
και οι οδηγοί των τρένων υπόσχονται γάμο
στους νεαρούς στρατιώτες,
αν οι απεργοί καταφέρουν να κάψουν έναν ναό ολόκληρο•
όχι μικροζημιές που κατασβήνονται αμέσως
και οι ανθρακοφόρες φλέβες του καθολικισμού
μένουν ανεκμετάλλευτες
την στιγμή που οι ορθόδοξοι
σιγουρεύουν τις θέσεις τους στον παράδεισο.
«Τι να τα κάνουν τα σχολεία,
όλη μέρα μέσα στα σπλάχνα της γης;
Για πέταμα είναι κι αυτοί και τα παιδιά τους
μετά από τόσο μαύρο στα πνευμόνια μαυρίζει η ψυχή.
Ο θεός να τους έχει καλά.
Τα υπόλοιπα τα βρίσκουν με τον θάνατο.
Θέληση να υπάρχει», έσκουζε η κόκκινη πόρνη
ο πριμάτος, ο σπιούνος του Πάπα,
με αντιδακρυγόνους διόπτρας ανάμεσα στα πόδια,
εκεί που οδύρονταν τα όνειρά του.
Οι προλετάριοι χάιδευαν, στο εφηβικό σκοτάδι
του ανεπτυγμένου υποκόσμου,
μιαν αλκοολική Ιστορία,
για λίγα ψίχουλα μοντέρνας ψυχαγωγίας,
κι ένα ξεροκόμματο θράσος.
Επάρατη αθωότητα,
ένοχη αποτελεσματικότητα της πείρας,κάτι σάπιο στον πυθμένα της συγκίνησης
κι ο νεαρός ερωτευμένος φιλόσοφος
των υφαντών αρρυθμιών:
«Αν δούμε τον άνθρωπο ως άνθρωπο,
και την σχέση του με τον κόσμο ως ανθρώπινη,
τότε ο έρωτας μόνο με έρωτα μπορεί ν’ ανταλλαχθεί,
η πίστη μόνο με πίστη.
Αν αγαπάς χωρίς ο έρωτάς σου να βρίσκει ανταπόκριση,
είναι σαν να μην παράγει έρωτα ο έρωτάς σου.
Αν, παρά το γεγονός πως εκφράζεσαι ως εραστής,
δεν μπορείς να καταστήσεις τον εαυτό σου
ερωτικό αντικείμενο,
τότε ο έρωτάς σου είναι ανίσχυρος: μια δυστυχία
στην αγκαλιά της μιας αγίας οικογένειας•
της μιας στοχαστικής οικογένειας,
που άνοιξε την αγκαλιά της
και δέχτηκε την ορφανή πραγματικότητα,
και τη μεγάλωσε να γίνει μια λογική,
μελετηρή πραγματικότητα
και να γυρεύει το ταίρι της στην Ευρώπη
και στις άλλες πληγές του κόσμου
όλου απ’ άκρη σ’ άκρη».Xτυπιούνταν αλύπητα oι καρδινάλιοι του Μαμωνά,
με γροθιές συνταγματικά κατοχυρωμένες
ποιος άφησε 250 ψυχές να διαφθαρούν απ’ το σκοτάδι,
σ’ έναν πολύτιμο τάφο στρατηγικής σημασίας:
δαίμονες, τελώνια, χτικιά,
να παίζουν όλη νύχτα εκεί κάτω ζάρια
φτιαγμένα από τα κόκαλα των Δρυίδων,
των σεβάσμιων Δρυίδων,
κι από τα κόκαλα των παρθένων,
των γλυκύτατων παρθένων,
με τον μικρό λευκό Μονόκερο
να κοιμάται ανάμεσα στα μύρα
των κατάλευκων βυζιών
και τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν
ιστορίες για Συλφίδες
ερωτευμένες με ιππότες, που μιλούσαν
μια γλώσσα βαθιά σαν σπήλαιο.
Μα δεν ήταν πια (οι εν λόγω προλετάριοι)
ούτε καν απελπισμένοι.
Μια θλίψη έπρεπε να διαχειριστούν.
Επιτέλους• είχαν κάτι ολότελα δικό τους.
Μόνο το φίδι του κόσμου δεν υπολόγιζαν,
μες στα ξερόχορτα της αδηφάγας λαχτάρας τους  vα ζήσουν, να ζήσουν κυρίως επικίνδυνα ημιθανείς:
Φιλοκτήτες, Αίαντες, Οιδίποδες, Αντιγόνες, Ισμήνες
πεταμένοι στα σκουπίδια του διπρόσωπου Ιανού,
του χορτασμένου Ιανού.
Κι εκείνος ο Φοίνικας:
«Τελειώνετε με τις ταξικές αντιπαραθέσεις.
Θα σας πνίξει στον ύπνο το δίκιο σας.
Μην του δίνετε θάρρος.
Δεν ξέρει με τι έχει να κάνει».
Στο τέλος, έμεναν πάντα με το στόμα ορθάνοιχτο,
μπροστά σ’ έναν ορίζοντα φονιά,
αδίστακτο, αδέκαστο, αμετάκλητα αιμοβόρο,
λίγο πριν βγει ο ήλιος και καθαρίσει η σκουριά της αυγής
κι επιστρέψει καθένας στην εξορία των παθών του•
επίμονη, αδίστακτη, αδέκαστη,
αμετάκλητα αιμοβόρα εξορία.
Κι οι ποιητές: «Τι τόπος είναι αυτός;
Πώς λέγεται η κόλαση στη γλώσσα του Μπαλζάκ;»
«Σιωπή».

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ-Günter Grass

ΚΙ ΟΜΩΣ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΜΙΛΟΥΝ… - Günter Grass "Η ντροπή της Ευρώπης" (Süddeutsche Zeitung 25-5-2012)

 

Μέσα στην παγκόσμια κρίση, μέσα στο ζόφο και την απογοήτευση, ελεύθερα, γενναία πνεύματα μιλούν, κραυγάζουν την αλήθεια, το δίκιο, τη ζωή. Ο βραβευμένος με το βραβείο Nobel (1999) Γερμανός συγγραφέας Günter Grass δημοσίευσε χτες Παρασκευή 25-5-2012 στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung ένα ποίημα γραμμένο για την «ελληνική κρίση» και τη στάση της Ευρώπης. Όπως μόνο οι ποιητές μπορούν, ο Grass ευθύβολα, απέριττα και σαρωτικά δίνει το αληθινό στίγμα της σημερινής πραγματικότητας.

Μαζί με τoν φίλo Γιάννη Ευθυμιάδη (https://www.facebook.com/yiannis.efthymiadis) αποδώσαμε στα ελληνικά το ποίημα του Günter Grass, όχι μόνο για να μπορούν να το διαβάσουν και όσοι δεν γνωρίζουν τη γερμανική, τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε, αλλά, κυρίως, γιατί το ποίημα αποζητά να αποτυπωθεί στη γλώσσα για την οποία γράφτηκε

Günter Grass



Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δε συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ’ τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.

Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει
τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη
που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του
τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.
Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά
στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.

Καμιά ανοχή πλέον δε δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο
ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.
Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί - σ’ όλη τη χώρα
πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ’ είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,
στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες
μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα
θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις
δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.

(απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ευθυμιάδης - Σοφία Γεωργαλλίδη)

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ





ΑΣΗΜΙΝΑ  ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ






(άτιτλο)


Πες μου,
γιατί να γράφεις ποιήματα
όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;
Οι άνθρωποι απελπίστηκαν
και βγήκαν στους δρόμους.
Κι η ποίηση μοιάζει τώρα μακρινή ανάμνηση,
μια τέχνη γραφική
Εδώ υπάρχει η ζωή που πρέπει να διασωθεί.
Υπάρχουν τα παιδιά
και τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με λέξεις
Εδώ χρειάζονται χέρια και σώματα
και περίστροφα
που θα δολοφονούν τους δισταγμούς και τις αναβολές.

(Εποχή μου είναι η Ποίηση,Γαβριηλίδης 2013)








***



(άτιτλο)


Οι δρόμοι της πόλης είναι πιο όμορφοι τη νύχτα.
Περπατάς μονάχος
Ακούς τους ήχους των βημάτων σου
Το ποίημα σού έρχεται στο στόμα
Αβίαστα σχεδόν
Και συ αναρωτιέσαι
αν αύριο θα υπάρχουν δρόμοι.
Αν αύριο θα υπάρχει πόλη.


(Εποχή μου είναι η Ποίηση,Γαβριηλίδης 2013)





***



Κάθε τοίχος και ένα σύνθημα.
Αυτή είναι η Ποίηση που διαθέτουμε σήμερα.



(Εποχή μου είναι η Ποίηση,Γαβριηλίδης 2013)





***

Διαλυμένοι άνθρωποι είμαστε.
Τί κι αν ολόκληροι γινόμαστε κραδασμοί
στην αγκαλιά του έρωτα.



(Εποχή μου είναι η Ποίηση,Γαβριηλίδης 2013)




***

Η ποίηση δεν είναι μόνο λέξεις.
Είναι εσύ
Είναι εγώ
Είναι εμείς.

[ανέκδοτο]


***

ΑΥΠΝΙΑ


Απ την ταράτσα βλέπω φώτα να τρεμοπαίζουν πέρα μακριά.
Κι ακούω θορύβους της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται.
Τα βράδια του καλοκαιριού έχει δροσιά.
Φορώ λευκό νυχτικό - σατέν.
Μαύρους κύκλους θα 'χω το πρωί και στα μάτια μου
γραμμένα ερωτηματικά.
Που την άλλη νύχτα δεν θ΄απαντήσω πάλι.


(Η Προφητεία του Ανέμου, Δωδώνη 2009)



***

Η ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Τα χέρια σου-το μήκος των δακτύλων-δεν μ΄αφήνουν
να ησυχάσω τα βράδια.
Προσπαθώ να ονειρευτώ όταν για πρώτη φορά μ΄ακούμπησαν,
μ' έπαιξαν ,μ΄απογείωσαν.
Τα χέρια σου έχουν ωραία γεύση.
Με βασανίζουν έτσι που μου λείπουν τα βράδια και τα πρωινά.
Τα φωτογράφισα με τη μνήμη τότε που τα φιλούσα για ώρες.
Και πάλι δεν τα χόρταινα.




(Η Προφητεία του Ανέμου, Δωδώνη 2009)



***



  Η ΑΡΝΗΣΗ ΣΟΥ


Η άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ΄ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι
Φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς,
την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα,
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα,
Κι εγώ,
ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.

(Πληγές, Γαβριηλίδης 2011)

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Μνήμη Γιάννη Βαρβέρη (Ποιήματα)

[πηγή εκδόσεις Κέδρος/facebook]

Κλινική  

Μου είπε επί λέξει:
–      Άμα πεθάνω
πώς θα ζήσω
χωρίς εσένα;

Περί του αντιθέτου

Σ’ αγάπησε, μου λες, πολύ
ποτέ σου δεν σε απάτησε, βεβαιώνεις.

Έχω στοιχεία
αλλά το πιο ισχυρό
είναι πως πρέπει να σ’ αφήσω ερωτευμένη.

Πρωθύστερο, Ι

Όταν μπορώ
χωρίς να σε ρωτήσω
πετάω πράγματα
μικρή αξίας
που κάποτε θα σε θυμίζουν.

Έτσι κι αλλιώς
εφόσον ζεις
αν σου ‘λεγα το λόγο
θα ‘χες συμφωνήσει.

Καμένα αρχεία

Αν έρθει η ώρα
τα χρόνια που έχεις κρύψει
στην ταυτότητα
θ’ απαιτήσω
να τα ζήσεις.

Quiproquo

Στις λίγες μας κοινές εξόδους
κανένας δε γυρίζει να σε δει.
Ούτε απλοί σου γνώριμοι
δε ζούνε πια.
Έμεινες μόνο με όσους
σε αναγνωρίζουν
βλέποντάς με.

Από τη συλλογή Βαθέος γήρατος (Κέδρος, 2011)

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΖΕΚΙΛ

Λοιπόν γιατρέ
κάθε πρωί
δοχείο σώμα
εντός του οποίου

εντός του οποίου
υγρό μυαλό
και τα λοιπά
και τα λοιπά.

Όμως γιατρέ
το βράδυ
δοχείο μυαλό
εντός του οποίου
υγρό το σώμα
αλλάζει σχήματα
και παίρνει στάσεις
και κυλάει καμπύλα
και μεταμορφώνεται.

Πείτε μου πείτε μου γιατρέ
τι στέρεο αντίδοτο προτείνετε
για σώματα που υγραίνονται τις νύχτες
κι απομένουν
μέχρι δακρύων υγρά
ως το πρωί;

Από τη συλλογή Στα ξένα (Κέδρος, 2001)


Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΔΕΝ ΠΙΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

                                                                                              Στον Γιώργο Μαρκόπουλο

Χθες είδα πάλι στον ύπνο τον πατέρα. Καθόμασταν οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.  Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. – Είσαι καλά; του λέω.  – Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι.  –  Άντε στην υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι. – Δεν πίνεις; ρώτησα.  – Εσύ να πιείς, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.

Από τη συλλογή Πεταμένα λεφτά (Κέδρος, 2005)

ΕΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΩ
1975

ΘΑΝΑΤΟΣ  

Συντάσσω κάθε πρωί ευάρμοστα το θάνατό μου
τον στοιχειοθετώ τον παρεμβάλλω σ’ όλους τους χώρους
τον εσωκλείω σε φακέλους τον στρίβω τσιγάρο
τον πυροδοτώ.
Όλος αλκή ακονίζομαι
στο ξυραφάκι που διαρκεί και διαρκεί.

ΤΟ ΡΑΜΦΟΣ
1978

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ  

Δε μου ανήκει στίχος κανένας. Οι φίλοι μου τους χειρούργησαν όλους.
Οι ακέραιοι φίλοι μου Μπρασένς και Φερρέ. Και οι άλλοι.
Και δεν είναι κεφάλι τούτο, είναι μίσος.
Και τα πλαστικά κρινάκια της μαμάς τ’ απόθεσα στην πύλη του Πολυτεχνείου.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που δεν ξεχωρίζει το τόξο απ’ το βέλος.
Έτσι και να σκοτώσω δε θα το χαρώ
δε θα μάθω ποτέ με τι σκότωσα.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που καπνίζει
κορδελίτσες χορεύτριες οριεντάλ
σάρκες κι οστά ιδεών κι απολαμβάνει.
Πήρα κι εγώ το σκαρπέλο και το συγύρισα
βγήκα επιτέλους στον αγώνα
ξεκάλτσωτος με πέδιλα της κακιάς ώρας και σγουρό μαλλί σίγουρο.
Μα πάλι δε διαβάζονται οι στίχοι μου˙
μέσα κι έξω όλοι μου οι στίχοι
ραβδώσεις της ζέβρας κι εγώ δεσμοφύλακας.
Όπως απέξω έτσι και μέσα βρήκα
του Σαρτρ το χαλικάκι
στο μάτι τους
και στο δικό μου μάτι τον ίδιο λύκο βρήκα
να βυζαίνει και να μη σηκώνομαι.

Τι άλλο να θέλει το ποίημα
παρά να περάσεις την κλωστή στη βελόνα
–      κι αλήθεια τη νύχτα γεμίζει κλωστές το δωμάτιο  –
ακόμα κι ο Όμηρος τα κατάφερε, σκέφτομαι˙
αλλά πού βελόνα να τρυπήσω τη νύστα στον κρόταφο…

ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ
1982

ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ  
                                                                       
Ο Θάνατος μεγαλώνει…
Στην αρχή δε φαντάστηκα…

28 Δεκεμβρίου: η γιαγιά.
Με τη φουρκέτα, που καθάριζε βύσσινα.
Μετά, 17 Ιουλίου: η χρυσή καδένα του πατέρα.

Λίγο λίγο ήρθαν κι άλλοι. Διακριτικά.
Μ’ ένα ξενόκουμπο, μ’ ένα δίσκο της Μένδρη
με κάτι. Την ορισμένη μέρα
ξέθαβα το θυμητάρι
κλειδωνόμουνα στο δωμάτιο.
και πενθούσα καπνίζοντας.

Έξω οι φίλοι παντρεύονταν, κάναν παιδιά.
Εγώ, ούτε είδηση. Τακτοποιούσα μονάχα:
6 Μαρτίου, 16 Αυγούστου, 30 Νοεμβρίου…
Αγύρτες, άγιοι κι ωραίες
παίρναν τη θέση τους
και σφάλιζαν τις μέρες.

Κι έτσι μ’ έκλεισαν πια στο δωμάτιο
σαν τα βρέφη
που σφίγγουνε κάτι στο χέρι τους
και κανείς κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει
με κρατάνε στη φούχτα τους
κι έχω γίνει εδώ μέσα
ο τρυφερότερος
όλων σας.

ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ
1991

ΕΓΩ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ  

Σε βλέπω τώρα που γερνάς
και είσαι η μόνη εναπομείνασα
με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται
με το κουμκάν της Τρίτης
το κολιέ τα σκουλαρίκια του ΄50
και μου θυμίζει τις καλές εποχές
που όλοι οι δικοί μας ζούσαν
και ρυθμίζατε το μέλλον μου
με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη.
Σε βλέπω και με πιάνει πανικός
να, ότι ζεις
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
ότι ραγίζεις
και σου το λέω σαν να ‘φταιγες εσύ
και μου απαντάς
διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα
άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις
κοίταξε το μέλλον σου

Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν
φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου
μια και το μόνο μέλλον μου είναι
να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.

ΑΚΥΡΟ ΘΑΥΜΑ
1996

ΜΑΣΚÉ  

Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:
Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τα’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.

Από τη συγκεντρωτική συλλογή Ποιήματα 1975-1996 (Κέδρος, 2000).













Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)

  [πηγή:Εκδόσεις Κέδρος]/facebook


Ένας χρόνος συμπληρώνεται σήμερα από τον αιφνίδιο θάνατο του Γιάννη Βαρβέρη, που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του 70.

Ο Γιάννης Βαρβέρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε στο υπουργείο Εξωτερικών. Εξέδωσε έντεκα βιβλία ποίησης, καθώς και μεταφράσεις ξένης λογοτεχνίας και αττικής κωμωδίας. Μετέφρασε πολλά έργα του Αριστοφάνη και του Μένανδρου, αλλά και Μαριβό, Μολιέρο και Μρόζεκ, καθώς και ξένη ποίηση, Μπρασέν, Σεντράρ, Πρεβέρ, Γουίτμαν.
Το 1976 ξεκίνησε να γράφει κριτική θεάτρου, τα κείμενα της οποίας έχουν συγκεντρωθεί σε έξι τόμους.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ανθολογίες στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα ρουμάνικα. Στα αγγλικά έχει μεταφραστεί από τον Philip Ramp το βιβλίο του Ο κύριος Φογκ, και στα σερβικά, από την Gaga Rosić, μια επιλογή ποιημάτων του με τον τίτλο Η πόλη και ο Θάνατος.
Το 1996 του απονεμήθηκε το Κρατικό βραβείο Κριτικής - Δοκιμίου.
Το 2001 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη για την ποιητική συλλογή Ποιήματα 1975-1996 (Κέδρος, 2000).
Το 2002 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού Διαβάζω για την ποιητική συλλογή Στα ξένα (Κέδρος, 2001)
Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποιήσεως του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.

             Όπως έχει γραφτεί, «η ποίησή του χαμηλόφωνη, υπαρξιακή,
               ενεργοποιείται από τη λειτουργία της μνήμης, νοσταλγεί
               αγαπημένους νεκρούς και τη χαμένη αθωότητα της παιδικής
               ηλικίας και κινείται προοδευτικά από τον σαρκαστικό στοχασμό
               σε έναν λόγο εσωτερικό, ειρωνικό και βαθιά δραματικό. Η φθορά
               και ο θάνατος είναι σταθερά θέματα ενός ποιητικού κόσμου ο οποίος
               δεν παραδίδεται στο σκοτάδι αλλά καταφάσκει στωικά στη ζωή.»
               Το Βήμα, 26/05/2011


Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν:

Ποιήματα 1975-1996 (Κέδρος, 2000)
Στα ξένα (Κέδρος, 2001)
Πεταμένα λεφτά (Κέδρος, 2005)
Σα μουσική, την νύχτα... Γαλλικά ποιήματα αποχαιρετισμού (επιλογή - μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης) (Κέδρος, 2007)
Ο άνθρωπος μόνος (Κέδρος, 2009)
Βαθέος γήρατος (Κέδρος, 2011)

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Ουρλιαχτό - Άλλεν Γκίνσμπεργκ



 Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση, χίπστερς με αγγελικά κεφάλια να φλέγονται για την αρχαία ουράνια ένωση με την άστρική γεννήτρια μέσα στη μηχανή της νύχτας, που φτωχοί κουρελιασμένοι με βαθουλωμένα μάτια και φτιαγμένοι στάθηκαν καπνίζοντας
μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι τιποτένιων διαμερισμάτων αιωρούμενοι
πάνω από τις κορυφές των πόλεων βυθισμένοι στην τζαζ,

που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό κάτω απ' τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ' τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές του πολέμου, που διώχτηκαν απ' τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο μέσ' απ' τον τοίχο ...

 ... ... ...
... Ω Καρλ, όσο εσύ δεν είσαι ασφαλής δεν είμαι ούτε εγώ, και τώρα είσαι
στ' αλήθεια μέσα στη ζωική σούπα του χρόνου -
και όποιος εν τέλει έτρεξε μέσα στους παγωμένους δρόμους

κυριευμένος από την ξαφνική αναλαμπή της αλχημείας της χρήσης της γεωμετρικής έλλειψης του καταλόγου του μέτρου και του
 δονητικού πεδίου, που ονειρεύτηκε και δημιούργησε ενσαρκωμένα χάσματα στον Χώρο και τον Χρόνο μέσα από εικόνες συγκρινόμενες, και παγίδεψε τον αρχάγγελο της ψυχής ανάμεσα σε δύο οπτικά είδωλα και συνένωσε τα βασικά ρήματα και έβαλε το ουσιαστικό και την παύλα της
συνείδησης μαζί αναπηδώντας με την αίσθηση του
Pater Omnipotens Aeterna Deus
για να δημιουργήσει πάλι το μέτρο

και την σύνταξη της φτωχής ανθρώπινης πρόζας
και να σταθεί μπροστά σου άφωνος και ευφυής και
τρεμάμενος από ντροπή, απορριμμένος μα εξoμολογώντας
την ψυχή για συμπόρευση με τον ρυθμό της σκέψης μες στο
γυμνό του και ατέλειωτο κεφάλι,
ο τρελός αλήτης και άγγελος μπιτ μέσα στον Χρόνο, άγνωστος,
θέτοντας όμως εδώ αυτό που ίσως αξίζει να ειπωθεί
στον χρόνο μετά τον θάνατο,

και αναστήθηκε μετενσαρκωμένος με τα φασματικά ρούχα της τζαζ μέσα στον χρυσοκέρατο ίσκιο της μπάντας και έπαιξε τον πόνο του
γυμνού μυαλού της Αμερικής για την αγάπη μ' ενός σαξόφωνου την κραυγή ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί που ρίγησε
τις πόλεις ως το τελευταίο ραδιόφωνο,
με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη βγαλμένη απ' τα κορμιά τους τροφή καλή για χίλια χρόνια

Θεατρολόγοι - Λογοτέχνες





....γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη 






.........Κάποιοι συνάδελφοι  θεατρολόγοι φαίνεται να τρέφουν ιδιαίτερη αγάπη για την τέχνη του λόγου,αφού παράλληλα με τις θεατρικές και θεατρολογικές τους επαγγελματικές δραστηριότητες δραστηριοποιούνται και στον χώρο της λογοτεχνίας.Κάνοντας μια σχετική έρευνα γύρω από το θέμα ανακάλυψα κάποιους συναδέλφους που έχουν προβεί στην έκδοση λογοτεχνικών βιβλίων ,και μερικοί έχουν μάλιστα αποσπάσει λογοτεχνικά βραβεία και διακρίσεις .Eτσι,αναφέρω πρώτο τον πολυγραφότατο κυριο Κωνσταντίνο Μπούρα που γράφει ποίηση ως επί το πλείστον,αλλά και θεατρικά εργα καθώς και κριτικές και άρθρα γυρω από το θεατρο και τη λογοτεχνια.Ακόμα,ο κύριος Θάνος Φωσκαρίνης ,έχει 11 βιβλια στο ενεργητικό του ,τα περισσότερα από τα οποία είναι ποιητικές συλλογές(<<Ανοιχτές επιστολές στον Μάνο Χατζηδάκη>>,Μπάστας,1996<<Οινόπνευμα για τα μάτια και το στόμα>>.Παρουσία 2000,<<Η αλήθεια με ή χωρίς αντιβιοτικά>>,Εριφύλλη 2002,<<Αθελά μου>>,Εριφύλλη 2004,<<Χους>>,οδός Πανός 2011και άλλες)καθώς και θεατρικές μεταφράσεις και άρθρα περί θεάτρου.Η Μάγια Δελληβοριά καταπιάνεται με παιδικά θεατρικά έργα (<<Ο Ιππότης της αγάπης>>, και β.<<Η Αλφαβήτα της εφηβείας>> που έχουν πάρει βραβεία από το Υπουργείο Πολιτισμού.)Με την παιδική λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα με το παιδικό και εφηβικό μυθιστόρημα ασχολέιται και η πολυβραβευμένη Αγγελική Δαρλάση..Το πιο πρόσφατο βιβλίο της έχει τον τίτλο<<Με λένε...Σύννεφο>>και κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Πατάκη.Η Μαρία Σούμπερτ έχει  στο ενεργητικό της ,4 μυθιστορήματα για ενήλικες και ένα θεατρικό με τίτλο <<Ιnvitation to a party>>.Ο Δημήτρης Φοινίτσης εξέδωσε το βιβλίο<> που περιλαμβάνει τέσσερα θεατρικά έργα. Eχει γράψει κυρίως θεατρικούς μονολόγους,μονόπρακτα και διηγήματα(short stories) και έχει κάνει θεατρικές μεταφράσεις.Τέλος ,οι ποιητές Αργύρης Παλούκας και Ασημίνα Ξηρογιάννη που
έχουν εκδώσει 3 προσωπικά βιβλια εκαστος και εχουν συμμετοχές και σε συλλογικά έργα.Πώς ομως καταπιάστηκαν με τη λογοτεχνία και τη συγγραφή;Σίγουρα τα κίνητρα δεν ήταν οικονομικά!Ο καθένας  έχει  και τη δική του ιστορία .Ο  Κωνσταντίνος Μπούρας απαντά:<<Η λογοτεχνία μας διαλέγει δεν τη διαλέγουμε, πριν καν πάμε σχολείο, πριν μάθουμε να γράφουμε,είναι μια ειδική διαμόρφωση του κέντρου του Λόγου στον εγκέφαλο, είναι μια ειδική ποιότητα της ψυχής. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν ξυπνάει ένα πρωί αποφασίζοντας να επιδοθεί σε μια τέχνη που δεν διδάσκεται και με τελείως αμφίβολα αποτελέσματα. Θέλει πολλές δεκαετίες επιμονής κι υπομονής για να αρχίσει κάπως να σου αποδίδει. Σκέφτομαι πολλές φορές ότι δεν αποζημιώνομαι ούτε καν ως δακτυλογράφος των 25 βιβλίων μου και των πάμπολλων δοκιμίων και κριτικών που έχω δημοσιεύσει σε εφημερίδες και περιοδικά. Όταν πήγα τελευταία στην κλινική που κάνει αιμοκάθαρση ο πατέρας μου, ένας υπέργηρος ασθενής με αναγνώρισε και μου είπε ότι πήγαινα σε προσχολική ηλικία στο σπίτι τους και τους έλεγα ποιήματα που μόλις είχα συνθέσει. Φυσικά δεν το θυμόμουνα, εντυπωσιάστηκα όμως και συγκινήθηκα. Ακόμα και σήμερα θα ευχόμουν να ξυπνήσω κάποια στιγμή τόσο ευτυχισμένος και πλήρης που να μην χρειαστεί να ξαναγράψω. Είναι όμως αυτό το φευγαλέο σαράκι, να μοιραστούμε με τους άλλους τις γνώσεις και τις ανακαλύψεις μας. Αυτό το μικρόβιο δεν σκοτώνεται. Πρώτα πεθαίνει ο άνθρωπος και μετά η λογοτεχνική μανία του>>Επίσης,η συγγραφή για τον Δημήτρη Φοινίτση <<προέκυψε μέσα από τη γενικότερη ενασχόλησή του με το θέατρο. Σαν ανάγκη και πάλι όχι. Σαν φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Καλύπτει πάντοτε και το κενό-δικαιολογία του σκηνοθέτη "δεν βρίσκω έργο". Είναι μια ολική κατασκευή, ένα σκηνικό παιχνίδι που ολοκληρώνεται μέσα από τα στάδια της θεατρικής πράξης.>>Η Μαρία Σούμπερτ σημειώνει:<<Το «να γίνω συγγραφέας», ήταν παιδικό όνειρο, το οποίο ποτέ δεν πήρα στα σοβαρά. 

Η ενασχόλησή μου ήταν τυχαία, μετά τις πανελλήνιες, όταν τυχαία έγραψα το πρώτο μου βιβλίο και τυχαία βρήκε το δρόμο του για έκδοση. 
Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να γίνει συνειδητή επιλογή και να δουλέψω γύρω από αυτό.>>Και η Αγγελική Δαρλάση ,όπως μου είπε,έκανε στην αρχή χάρη στην εμπιστοσύνη και παρότρυνση,του φίλου της,του θεατροπαιδαγωγού Ηλία Πίτσικα.<<Η συνέχεια ήρθε <<αναγκαστικά>>.Ανακάλυψα ότι το να γράφω για παιδιά είναι για μένα μια ιδιαίτερα απελευθερωτική κι απαιτητική διαδικασία.  Μπορώ να είμαι λιτή αλλά ουσιαστική, ευφάνταστη αλλά ειλικρινής,  γενναιόδωρη. Να δίνω κάθε φορά την καλύτερη λογοτεχνία που μπορώ. Τα παιδιά έχουν αλάθητο ένστικτο στην ομορφιά και στην ουσία. >>,προσθέτει.Η Ασημίνα Ξηρογιάννη από μικρή είχε την αγωνία της γραφής , προσπαθούσε να  εκφραστεί μέσω της Ποίησης και να βρει τη δική της φωνή....Οι φιλολογικές της σπουδές την βοήθησαν να γνωρίσει και να μελετησει σε βαθος την ελληνική ποιητική παράδοση .Για αυτήν η Ποίηση είναι μαγεία και έρωτας!