Translate

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

ARTMANIAC 18-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ






ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΣΣΑ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

VARELAKI:«City Lover» Πες μου γι΄ αυτό. Πώς σου γεννήθηκε η ιδέα για  τη στήλη;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Συνεργαζόμουνα από καιρό με την "Athens Voice" και πρότεινα μια στήλη για την πόλη. Έγραψα μια δυο δοκιμαστικές, αρέσανε, είπαμε να γράφω σε εβδομαδιαία βάση.  Πρότεινα διάφορα πιθανά ονόματα και καταλήξαμε σ΄ αυτό: όχι βέβαια με την έννοια «ο γαμιάς της πόλης» (δεν είμαι κανένα ψώνιο), μα αυτός που αγαπάει την πόλη. Κάθε στήλη έχει πάντα 1. ένα "Γιατί το λένε έτσι", που εξηγεί κάποιο τοπωνύμιο τη Αθήνας 2.κάποιο ταβερνάκι / ουζερί / κρασοπουλιό / καφενείο / σινεμά / παλαιοβιβλιοπωλείο / γήπεδο κλπ 3. ποικίλα τρέχοντα θέματα σχετικά με την πόλη (εκδηλώσεις, παρατηρήσεις, θεάματα του δρόμου κλπ).

VARELAKI: Υπάρχουν φανατικοί της Ποιήσεως σήμερα; Mήπως αυτό το κομμάτι της Λογοτεχνίας έχει παραγκωνιστεί κάπως στις μέρες μας;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Το 19ο αιώνα, η ποίηση είχε περισσότερη απήχηση απ΄ ό,τι η πεζογραφία (άλλωστε, πεζογράφοι άργησαν να εμφανιστούν). Αλλά ήταν ποίηση πολύ χαμηλής ποιότητας και διαδίδονταν κυρίως προφορικά, σ΄ ένα λαό κατά βάση αγραμμάτων. Τον εικοστό αιώνα, η πεζογραφία ξεπέρασε κατά πολύ την ποίηση. Αλλά από δημιουργούς, η ποίηση εξακολούθησε να έχει περισσότερους. Σήμερα, από αναγνώστες υπάρχουν όσοι υπήρχαν πάντα, δηλαδή λίγοι. Οι ποιητές όμως που παρουσιάζουν το έργο τους είναι πολύ περισσότεροι από παλιά, εξαιτίας της ευκολίας ν΄ ανεβούν οι στίχοι στο διαδίκτυο ή να τυπωθεί ένα βιβλίο (εγώ το ποιητικό βιβλίο μου «Οι αστικοί χώροι είναι ποίηση από μόνοι τους» το τύπωσα μόνος μου και το χαρίζω ο ίδιος, ενώ έχω ανεβάσει τα στιχάκια μου και στο διαδίκτυο στο www.dimitrisfyssas.gr. Αντιθέτως, τα πεζογραφικά βιβλία μου κυκλοφορούν κανονικά στα βιβλιοπωλεία). Η ποιότητα όμως είναι πολύ συζητήσιμη, πρέπει να ψάξεις πάρα πολύ για να βρεις καλούς στίχους. Τα λογοτεχνικά περιοδικά και οι κριτικοί παίζουν σημαντικό ρόλο, γιατί κάνουν ένα πρώτο ξεσκαρτάρισμα της ήρας από το στάρι, όποτε δεν λειτουργούν με βάση κάποια δουλεία. Οι βιβλιοπώλες δεν δέχονται ποιητικά βιβλία, παρά μόνο 10-20 γνωστών ονομάτων. Δεν έχουν άδικο, γιατί δεν πουλάνε. Όμως, ούτε παλιά δέχονταν. Συμπέρασμα: κανένας παραγκωνισμός της ποίησης δεν υπάρχει. Μόνο χαμηλή ποιότητα στο σύνολο, αλλά γι΄ αυτό φταίνε οι ίδιοι οι ποιητές.   

VARELAKI:Διαβάζουν οι σύγχρονοι νέοι; Ποια αναγνώσματα προτιμούν;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Κρίνοντας από μαθητές μου, φίλους μου μικρής ηλικίας και παιδιά φίλων μου, διαβάζουν όσοι διάβαζαν πάντα και μάλλον λίγο περισσότεροι, δηλαδή και πάλι λίγοι. Είναι μύθος ότι παλιά ο κόσμος διάβαζε περισσότερο. Σήμερα οι εγγράμματοι είναι πολύ περισσότεροι, οι εκδοτικοί οίκοι περισσότεροι, τα βιβλία που κυκλοφορούν περισσότερα. Είναι χρέος του καθενός, εφόσον ενδιαφέρεται, να βρει και να διαβάσει λογοτεχνία της προκοπής. Μεγαλύτερη σημασία κι από τον κριτικό, κι από το λογοτεχνικό περιοδικό κι από την καλή κουβέντα – σύσταση του φίλου, έχει το δικό σου τριγύρισμα στο βιβλιοπωλείο και στο παλαιοβιβλιοπωλείο, ο χρόνος που θα ξοδέψεις διαβάζοντας οπισθόφυλλα και πρώτες σελίδες, η εξάσκησή σου ν΄ απορρίπτεις το κακό βιβλίο ήδη από τη γραμματοσειρά του, το στήσιμο του εξωφύλλου, τις λέξεις – κλειδιά κλπ. Ένα σύγχρονο βιβλίο που ο τίτλος του έχει γραμματοσειρά με ουρίτσες, «γυναικείες» λέξεις όπως «αγάπη», «έρωτας», «φεγγάρι», «σκλάβα», «χίμαιρα», «μάγισσα», «τακούνια», «φιλί» κλπ, ή, αντίστροφα, «στρατοκαυλικές» λέξεις όπως «τιμή», «πόλεμος», «αγώνας», «ανδρεία», «πρόγονοι», «αναμέτρηση», «θάρρος», «πατρίδα» κλπ, ή αντίστοιχες εικόνες (είτε δαντέλλες, καρδούλες, γυαλικά κλπ, είτε ασπίδες, ελληνικές σημαίες, σατυροί κλπ)- ένα τέτοιο βιβλίο είναι κατά πάσα πιθανότητα χαμηλής ποιότητας.
Όσο για το τι διαβάζουν οι νέοι ειδικά, δεν έχω ιδέα.

VARELAKI:Ποια είναι τα μελλοντικά συγγραφικά σου σχέδια;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Ελπίζω να βρουν εκδότη τα εξής τελειωμένα βιβλία μου: «Τα σινεμά της Αθήνας 1896 – 2010» (έρευνα), «Ο ποιητής είναι ένας αναγνώστης» (μυθιστόρημα), «Ο κηπουρός κι ο καιροσκόπος» (μυθιστόρημα). Έχω στα σκαριά: τα «Τοπωνύμια και κτίρια της Αθήνας» (έρευνα), «Τραγούδια της φυλακής» (έρευνα), ένα «Σεξουαλικό λεξικό της νέας ελληνικής» (λεξικό) και την «Πρέφα για αρχαρίους» (διδακτικό βοήθημα).

VARELAKI:Συμφωνείς με τη γνώμη ότι, στον τόπο μας, όσοι συγγραφείς προβάλλονται είναι υπερεκτιμημένοι, ενώ όσοι έχουν πραγματικά αξία μένουν άγνωστοι;
Δ. ΦΥΣΣΑΣ:Σε γενικές γραμμές δε συμφωνώ.. Υπάρχουν συγγραφείς 1. που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή με το σπαθί τους (Βουτυράς, Παπαδημητρακόπουλος, Τριαρίδης, Δούκας, Ιωάννου, Χάκκας, Σκαμπαρδώνης, Μπεράτης, Θεοδωρόπουλος, Πατρίκιος, Αισχύλος, Καρυωτάκης, Δούκα, Θεοτόκης, Ηρόδοτος, Καβάφης, Θουκυδίδης, Ρωμανός, Σεφέρης, Ροϊδης, Βαλτινός, Βιζυηνός, Χατζής, Παπαδιαμάντης, Τσίρκας, Βασιλικός, Ευριπίδης, Δούκας, Κουμανταρέας, Ρωμανός κλπ). Αυτοί οι συγγραφείς είναι οι περισσότεροι 2. που βρίσκονται (ακόμα;) στο προσκήνιο, ενώ η μέση ποιότητα του έργου τους είναι χαμηλή (Μακρυγιάννης, Σοφοκλής και Πλάτωνας κατά το λογοτεχνικό σκέλος τους, Σικελιανός, Καραγάτσης, Λειβαδίτης, Πεντζίκης, Ρίτσος, Ελύτης, Δημουλά, Μελάς, Παλαμάς, Μυριβήλης, κλπ, και, βεβαίως, σύμπαν το συγγραφολόι της «γυναικείας λογοτεχνίας» –κι ας γράφεται κι από τα δύο φύλα– και το στρατοκαυλικό ανάλογο των αντρών) 3. με απήχηση όχι απολύτως ανάλογη προς τη σημαντική αξία τους (Αλεξάνδρου, Ν. Νικολαϊδης, Λουκιανός, Πάλλης, Ασλάνογλου, Μητσάκης, Θεοδωρίδης, Πετρόπουλος, Μήτσου, Αλ. Παπαδόπουλος, Ρόμβος κλπ). Φυσικά, η γνώμη μου έχει περιορισμένη αξία, γιατί μιλάω μόνο για ό,τι έχω διαβάσει- κι εκείνα που δεν έχουμε διαβάσει είναι πάντα περισσότερα. Ας πούμε, δεν έχω διαβάσει Μπακόλα, Καχτίτση, Φραγκιά, Γονατά, Λούλη, Χειμωνά, Δημητριάδη, Μπούτο, Κούρτοβικ, Θέμελη, Καπάνταη και πολλά άλλα.

VARELAKI:Κρίνεις τον άνθρωπο ή το βιβλίο;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Το βιβλίο και μόνο το βιβλίο. Μ΄ ενδιαφέρει το βιβλίο που έγραψε ο άλλος, το οποίο έχει μια δική του ζωή. Το τι άνθρωπος είναι ο συγγραφέας παύει να ενδιαφέρει όταν βγει το βιβλίο του. Ή εξαρχής δεν το ξέρω καν. Ύστερα, οι άνθρωποι πεθαίνουν, ενώ τα βιβλία τους μένουν. Ποσώς μ΄ ενδιαφέρει τι άνθρωπος είναι ο άλλος, κομμουνιστής ή δεξιός, γκέι ή στρέιτ, αν συμφωνώ ιδεολογικά μαζί του ή όχι, αν είναι πατριώτης ή άπατρις, ένθεος ή άθεος. Έτσι, μ΄ αρέσει ο Καρυωτάκης ενώ δεν αυτοκτονώ, ο Βάρναλης ενώ δεν είμαι κομμουνιστής, ο Καβάφης δίχως να είμαι ομοφυλόφιλος, ο Σεφέρης δίχως να πιστεύω στο «πανάρχαιο δράμα», ο Σκαμπαρδώνης ενώ είμαι άθεος. Από την άλλη, υπάρχουν συγγραφείς με τους οποίους μπορεί να έχω τα ίδια μυαλά, αλλά δεν τους θεωρώ καλούς συγγραφείς.

VARELAKI: Τι λες για τη στίξη στη λογοτεχνία;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Έχω δημιουργήσει έναν αλάνθαστο (μέχρι στιγμής) κανόνα: όσο περισσότερα αποσιωπητικά και θαυμαστικά έχει ένα σημερινό λογοτεχνικό κείμενο, τόσο χειρότερο είναι. Δυστυχώς, δεν ισχύει το αντίστροφο: δηλαδή, δεν ισχύει ότι αν έχει λίγα ή και καθόλου αποσιωπητικά και θαυμαστικά είναι αξιόλογο κείμενο.

VARELAKI: Περνάει κρίση η γλώσσα μας;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Όχι, καθόλου, μια χαρά είναι, ζει και βασιλεύει, έχω βαρεθεί να διαβάζω και ν΄ ακούω αυτή τη μαλακία επί αιώνες. Παπάδες, συνταξιούχοι στρατιωτικοί, φιλόλογοι (το σινάφι μου, δηλαδή), πολιτικοί, ποικιλώνυμοι αρχαιομανείς και αναλφάβητοι εθνοσωτήρες διακινούν αυτή τη μπούρδα, που βέβαια έχει ως μόνιμη επωδό κι άλλα αρχαία, περισσότερα αρχαία, αρχαία ακόμα και στο νηπιαγωγείο και στον παιδικό σταθμό, ίσως μέχρι και στην κοιλιά της μάνας. Κάθε άνθρωπος που ξέρει λίγη γλωσσολογία γελάει, όπως και όλοι οι γλωσσολόγοι. Όποιος θέλει μπορεί να ψάξει στο διαδίκτυο τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου, ή στα βιβλιοπωλεία τα βιβλία του Σαραντάκου ή του Βασίλη Αργυρόπουλου και θα δει τι λέει η επιστήμη για τη λεγόμενη «κρίση της γλώσσας». Ακόμα μια συνωμοσιολογία: κινδυνεύει η γλώσσα, κινδυνεύει η Ελλάδα, κινδυνεύει η ράτσα, κινδυνεύει η φυλή, καραδοκούν οι κακοί ξένοι, όλοι είναι εναντίον μας, οι νέοι δεν ξέρουν να μιλήσουν, χάθηκαν οι αξίες κλπ κλπ. Αυτοί που τα λένε αυτά ακούγανε τις ίδιες βλακείες 30 χρόνια πριν ως παιδιά, γιατί τις αναπαράγουν τώρα; Βαριέμαι να επιχειρηματολογήσω σοβαρά, το θέμα είναι εξαντλημένο. Ο έχω ώτα ακούειν, ακουέτω.

VARELAKI:Ποια είναι η γνώμη σου για το ηλεκτρονικό βιβλίο, το kindle;
Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Πολύ θετική. Θα συμβάλει στην περαιτέρω διάδοση της αναγνωστικής διαδικασίας και του βιβλίου γενικά, άρα και της λογοτεχνίας. Επίσης, θα βοηθήσει να σωθούν μερικά εκατομμύρια δέντρα. Γενικά η τεχνολογία έχει βοηθήσει την τέχνη (ντιβιντί, διαδίκτυο, μουσικά όργανα, χρώματα της ζωγραφικής, επεξεργασία κειμένου κλπ) αλλά και την ανθρώπινη επικοινωνία (τηλεπικοινωνιακοι δορυφόροι, εσεμές, ιμέιλ, φέισμπουκ κλπ).

VARELAKI:Ποιος είναι ο Δημήτρης Φύσσας με δυο λόγια;

Δ.ΦΥΣΣΑΣ:Απαντάω μ΄ ένα δίστιχο που έχω γράψει για τον εαυτό μου:

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΟΦΙΛΕΥΕΘΕΡΟΥ (1956 ;)

Τρία παιδιά, σινέ, βιβλία, πόλη, σκάκι και φτωχός.
Άθεος, ποτέ γραβάτα και Παναθηναϊκός.


***

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

ARTMANIAC 17-ΚΕΛΛΥ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ-ΘΕΑΤΡΟ

Η ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΚΕΛΛΥΣ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ


VARELAKI: Πες μου και για το βιβλίο και για την παράσταση[λεπτομέρειες παρακαλώ].
ΚΕΛΛΥ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ:Το «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ» είναι ένα ταξίδι στο χωροχρόνο που πετυχαίνει αξιοθαύμαστα να αποδώσει θέματα σημερινά διατηρώντας ταυτόχρονα τη γοητεία του κλασικού παραμυθιού. Είναι ένα παραμύθι πρωτότυπο, σύγχρονο και διαφορετικό, που άλλοτε μας απλώνει το χέρι και μας οδηγεί στη γνώση κι άλλοτε μας αφήνει να παρασυρθούμε από την πρόκληση. Ένα παραμύθι συναγερμός κι όχι νανούρισμα που μοιάζει να έρχεται από το μέλλον κι όχι από το παρελθόν. O μύθος της Ραπουνζέλ, αποτελεί τη συνάντηση της τέχνης με τον ουμανισμό κι είναι ευκαιρία να σκεφτούμε κατά πόσο υπάρχουν σήμερα μάγισσες, δράκοι και αν ναι, τι μορφή έχουν; Πόσο επίκαιροι είναι οι πρίγκιπες και από τι έχουν αντικατασταθεί τα μαγικά φίλτρα; Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να ισχυριστεί πως αποτελεί «κάτι περισσότερο» από ένα απλό παραμύθι

ΚΕΛΥ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ /// ΡΑΠΟΥΝΖΕΛ







Κ.ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ:Το «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ» μεταπλάθοντας στοιχεία και χρησιμοποιώντας κάποιες αρχετυπικές αναφορές από τον κλασικό μύθο, αφηγείται τις περιπέτειες της Ραπουνζέλ, την οποία η μάγισσα Φράου Φον Κλοπίδου κρατάει έγκλειστη στον υπερσύγχρονης τεχνολογίας πύργο της. Ο Ιάσονας, ένας εθελοντής από «Το Χαμόγελο του παιδιού», εκμεταλλευόμενος τα ίδια τα «όπλα» της Μάγισσας, θα παλέψει για να τη σώσει. Με παραμυθιακό τρόπο και ευρηματικότητα μιλάμε στα παιδιά για τους κινδύνους που τα περιβάλλουν, προσφέροντας ένα παραμύθι με χιούμορ, αγάπη, αγωνία, φιλία, λύτρωση. Μαγικά ραβδιά, κρυστάλλινες σφαίρες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες έχουν μετουσιωθεί σε σύγχρονες έννοιες και πρόσωπα. Τα μαγικά φίλτρα έχουν αντικατασταθεί από την τεχνολογία και τα πρόσωπα από απλούς καθημερινούς ανθρώπους.

Το έργο έχει ανέβει στην παιδική σκηνή του θεάτρου Βεάκη, υπό την αιγίδα του οργανισμού «Το Χαμόγελο του παιδιού». Το διεισδυτικό σκηνοθετικό βλέμμα του Γιάννη Βούρου και η πρωτότυπη μουσική του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα φωτίζουν το ευαίσθητο και χιουμοριστικό κείμενο και αναδεικνύουν, ανάμεσα σε άλλα, τη σημασία του εθελοντισμού και της αγάπης προς το συνάνθρωπό μας. Πρόκειται για μία διαδραστική παράσταση με ζωντανή μουσική επί σκηνής, όπου οι εμψυχωτές ηθοποιοί «βαφτίζουν» εθελοντές τα παιδιά και τα προσκαλούν να αναζητήσουν μαζί τους τη Ραπουνζέλ.
Παίζουν οι: Στάθης Βούτος, Νατάσα Μαρματάκη, Στέλιος Πετράκης, Μαριάννα Λουκάκη, Θοδωρής Πανάς, Άννα Κολιοφώτη, Ιάκωβος Παυλόπουλος, Τεπελένα Κατερίνα, Λουκάς Αγγελίνας
Οι παραστάσεις μας δίνονται καθημερινά οργανωμένες στις 10:30 και Κυριακές 11:00 και 15:00, Διάρκεια: 90’
Στις 23 Ιανουαρίου 2010 μάλιστα πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία και η παρουσίαση του βιβλίου στη Στοά του Βιβλίου, υπό την αιγίδα του οργανισμού «Το Χαμόγελο του ιού» όπου μας τίμησαν με την παρουσία τους και μας γέμισαν χαμόγελο τα παιδιά που φιλοξενούνται στα σπίτια του οργανισμού, ο πρόεδρος του κύριος Κώστας Γιαννόπουλος, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, εθελοντές και εκπαιδευτικοί. Το «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωρίων, κι είναι εικονογραφημένο σε τετραχρωμία από εθελοντές από «Το Χαμόγελο του παιδιού». Περιλαμβάνει το πλήρες θεατρικό κείμενο, μεταφορά σε παραμύθι για μικρότερα παιδιά, καθώς και CD με αφήγηση του παραμυθιού από τη συγγραφέα κι όλα τα τραγούδια της παράστασης από τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα.
VARELAKI:Πώς ξεκίνησε ο θίασος ΑΒΑΝΤΙ; Έχει ανεβάσει πολλά έργα;
Κ.ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ:Οι ζωντανές μνήμες των παιδικών μου χρόνων από τον «παραμυθά» πατέρα μου με οδήγησαν στις σπουδές θεάτρου και αργότερα κινηματογράφου. Δουλεύοντας ως ηθοποιός σε θιάσους για παιδιά συνειδητοποίησα βαθιά τις ανάγκες, τη σκέψη, τον φαντασιακό κόσμο τους και ταυτίστηκα με αυτόν.Αργότερα, μεγαλώνοντας το γιο μου και παράλληλα οργανώνοντας σεμινάρια κατασκευής κούκλας και σκιάς και διδάσκοντας θεατρική αγωγή σε παιδιά πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, διαπίστωσα ότι ο αυθορμητισμός και το αλάθητο ένστικτο των παιδιών, που αποτελούν και το πιο απαιτητικό κοινό, δεν επιτρέπει ούτε την προχειρότητα, ούτε την επιτήδευση. Ως συγγραφέας βιβλίων για παιδιά, και σκηνοθέτης δημιούργησα τον προσωπικό μου χώρο έκφρασης, μέσα στον οποίο βρίσκω την ελευθερία που έχω ανάγκη για να ανθίσω με κάθε δυνατό τρόπο. Αν δεν ακουγόμουν υπερβολική θα έλεγα ότι το θέατρο για παιδιά αποτελεί για μένα ελιξίριο ζωής, έτσι όπως διαρκώς μου εμπνέει καινούργια όνειρα και ανανεώνει τις επιθυμίες μου.
Με αυτή τη μακροχρόνια ενασχόλησή μου με το θέατρο για παιδιά, θέλησα να γίνω κοινωνός της μαγείας του και με πλήρη συναίσθηση των απαιτήσεων που συνεπάγονται οι παραστάσεις οι οποίες απευθύνονται σε αυτά, ίδρυσα το 2002 το Θίασο «Αβάντι», στελεχωμένο τόσο από έμπειρους και καταξιωμένους καλλιτέχνες όσο και από ταλαντούχους νέους.
Για την πρώτη μας παράσταση το 2002 επιλέξαμε, όχι αβασάνιστα, την «ΤΡΙΚΥΜΙΑ» του Σαίξπηρ, (Θεατρική απόδοση Βίλλυ Σωτηροπούλου, σκηνοθεσία Πέτρος Φιλιππίδης, μουσική Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Θέατρο ΒΡΕΤΑΝΙΑ) πιστεύοντας ότι αποτελεί το ιδανικό έργο για την παραγωγή μιας παράστασης θεατρολογικά, παιδαγωγικά και εικαστικά άρτιας.
Στη συνέχεια το 2003, αποφασίσαμε να ανεβάσουμε την «ΙΛΙΑΔΑ» του Ομήρου (θεατρική απόδοση Κέλλυ Σταμουλάκη, μουσική Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Θέατρο ΟΡΦΕΑΣ) έχοντας πλήρη επίγνωση της «βαριάς» ευθύνης και των δυσκολιών ενός τέτοιου εγχειρήματος. Παράλληλα στο πλαίσιο της πειραματικής μας σκηνής, ανεβάσαμε το έργο «΄Η ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ Ή ΤΟΥ ΜΗΚΟΥΣ» του Γιάννη Προεστάκη (Σκηνοθεσία Υρώ Μανέ, Θέατρο ΑΘΗΝΩΝ) το οποίο απευθυνόταν στις μικρότερες ηλικίες και βασιζόταν στη σύγχρονη παιδαγωγική αντίληψη της βιωματικής μάθησης.
Η παράστασή μας το 2004 «Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΚΑΙ Ο ΦΤΩΧΟΣ» (Θεατρική απόδοση Κέλλυ Σταμουλάκη, σκηνοθεσία Βασίλης Μυριανθόπουλος, μουσική Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Θέατρο ΟΡΦΕΑΣ), ύστερα από την «Τρικυμία» και την «Ιλιάδα», δεν υπήρξε τυχαία επιλογή, αλλά επιδίωξε να διευρύνει τον προβληματισμό του Θιάσου πάνω στο ζήτημα της εξουσίας και των αμφίσημων συνεπειών της. Το 2005 μεταφερθήκαμε «ΩΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ...» με το ομότιτλο έργο (Σκηνοθεσία Κέλλυ Σταμουλάκη με τη συνεργασία του Χάρη Ρώμα, μουσική Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Θέατρο ΠΕΡΟΚΕ) και πρωταγωνιστή τον γνωστό ερμηνευτή Βασίλη Λέκκα. Μία συγκινητική ιστορία για τη μικρή Πετρίνα, που «κυνήγησε» μια χούφτα όνειρα… για να τα κατακτήσει μετά από πολλές περιπέτειες. Το 2006 ανακαλύψαμε μαζί «ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΟΧΩΡΑΣ» (της Κέλλυς Σταμουλάκη σε σκηνοθεσία της ίδιας με τη συνεργασία του Χάρη Ρώμα, μουσική Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, στο Θέατρο ΠΕΡΟΚΕ). Ένα παραμύθι για την απληστία και τα δεινά που φέρνει στους ανθρώπους, σε μια παράσταση που ξεχώρισε για την πλούσια και εκφραστική εικαστική της γλώσσα.
Το 2007 προβληματισμένοι από τα σημαντικά οικολογικά ζητήματα που απασχολούν τη χώρα μας αλλά και ευρύτερα την παγκόσμια κοινότητα, φωνάξαμε μαζί με τα παιδιά «ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΗ ΓΗ ΝΑ ΚΑΤΕΒΩ!», (της Κέλλυς Σταμουλάκη σε σκηνοθεσία της ίδιας, μουσική Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, στο Θέατρο ΠΕΡΟΚΕ). Η παράσταση συνδυάζοντας το παραμύθι με την ψυχρή πραγματικότητα, τα παιχνιδιάρικα λογοπαίγνια με την αυστηρή κριτική, ενθαρρύνει τους θεατές, μικρούς και μεγάλους, να σκεφτούν σοβαρά την τύχη του πλανήτη και της ανθρωπότητας, να αναλογιστούν την ευθύνη τους και να αναλάβουν δράση.
Το 2009, «ΙΛΙΑΔΑ» του Ομήρου, μετά την παράκληση εκπαιδευτικών φορέων, ανεβάζουμε ξανά το μοναδικό αυτό αριστούργημα με νέα ματιά και νέους συνεργάτες.
To 2010, συμπράττοντας με τον οργανισμό «Το Χαμόγελο του παιδιού» ανεβάσαμε το έργο «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ» (σε σκηνοθεσία Γιάννη Βούρου, μουσική Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, στο θέατρο ΒΕΑΚΗ) Μια πρωτότυπη ιστορία, με καταιγιστική δράση, ανατρεπτικό χιούμορ, ευρηματικά σκηνικά και ζωντανή μουσική επί σκηνής που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων, αποτυπώνοντας τρυφερά στο μυαλό και την καρδιά εικόνες και νοήματα!
O <Αβάντι> ανεβάζει σταθερά τον πήχυ του νεανικού θεάματος με παραστάσεις που οξύνουν το πνεύμα, αφυπνίζουν το συναίσθημα και ενσταλάζουν αξίες στην ψυχή του θεατή, μέσα από τη γόνιμη σύζευξη εικόνας και ήχου, εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας.
Τέλος, θεωρώντας ότι κάθε καλλιτεχνική δημιουργία όταν δεν έχει κοινωνικό αντίκρισμα λειτουργεί εγωκεντρικά και έξω από τους ευρύτερους σκοπούς της τέχνης, συμπορευόμαστε με την προσπάθεια κοινωνικά ευαισθητοποιημένων φορέων, που ασχολούνται με την προστασία του δικαιώματος των παιδιών για ένα καλύτερο κόσμο – όπως η Unicef, το Χαμόγελο του παιδιού, η UNESCO, η GREENPEACE, η WWf, o ΑΡΚΤΟΥΡΟΣ, η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ κ.ά. - και θέτουμε κάθε χρόνο την παράστασή μας στην ενίσχυση του αγώνα τους.
Παράλληλα, με την ενασχόληση μου με τα θεατρικά και το θίασο «Αβάντι» σκηνοθέτησα στον κινηματογράφο δύο ταινίες μικρού μήκους: «Η ωραία Λου» 2007: σε σενάριο δικό μου. Συμμετοχή στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας και «Τα λιλά μαντήλια» 2008: σε σενάριο δικό μου και πάλι, συμμετοχή στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας, όπου η ταινία απέσπασε βραβείο εύφημης μνείας από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, συμμετοχή στο Διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ Πάτρας, όπου επίσης απέσπασε το βραβείο ποιητικότητας «ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ» και τέλος στο «Φεστιβάλ Φανταστικού κινηματογράφου» βραβείο Ενδυματολογίας.
Κ.ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ: Ο κινηματογράφος είναι ένα μέσον που ασκούσε πάντοτε μεγάλη γοητεία επάνω μου... Ως φοιτήτρια της δραματικής σχολής θυμάμαι τον εαυτό μου να παρακολουθεί με μανία κινηματογραφικές ταινίες... και πάντα μέσα στις προθέσεις μου ήταν να σπουδάσω κινηματογράφο. Δεν μπορούσα λόγω αυξημένων υποχρεώσεων. Αλλά την εποχή που έδινε πανελλήνιες ο γιος μου, αισθάνθηκα την ανάγκη να επιστρέψω κι εγώ στα «θρανία», κι επιτέλους ξεκίνησα σπουδές σκηνοθεσίας κινηματογράφου εκπληρώνοντας το παλιό μου όνειρο. Βλέπετε, τα όνειρα μπορεί να τα αναβάλουμε αλλά δεν τα ακυρώνουμε.
Ό,τι δεν πραγματοποιούμε είναι ψευδοεπιθυμίες... Είναι πολύ ισχυρή δε, πρέπει να σας πω, η επίδραση αυτού του μέσου σε κάθε έκφανση της δημιουργίας μου, ακριβώς όπως κι ένας μεγάλος έρωτας διαμορφώνει την οπτική μας για τον κόσμο. Επίσης, πάντα αγαπούσα την ποίηση και έγραφα στίχους και ποιήματα, ικανοποιώντας την ανάγκη για αυτοέκφραση. Αργότερα έγραψα στίχους για τις ανάγκες των θεατρικών μου έργων. Με το Λαυρέντη Μαχαιρίτσα συνεργάζομαι από τον πρώτο χρόνο της ίδρυσης του «Αβάντι» κι έχουμε μια αμοιβαία σχέση εκτίμησης. Κάποιοι στίχοι μου του άρεσαν και θεώρησε καλό να τους συμπεριλάβει στο άλμπουμ του «Ήρωες με καρμπόν».
VARELAKI:Πώς βλέπεις το παιδικό θέατρο στην Ελλάδα; Aνεβαίνουν σπουδαία έργα; Γίνονται καλές παραγωγές; Μένουν ευχαριστημένοι οι μικροί θεατές;
Κ.ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ:Βρισκόμαστε στη μέση μια παγκόσμιας κρίσης σε επίπεδο οικονομικό – πολιτικό, η οποία νομοτελειακά αντανακλά στα συστήματα αξιών και στην τέχνη. Ο συνδυασμός αυτής της κρίσης με την αυξανόμενη ισχύ που έχει αποκτήσει η τηλεόραση προκαλεί και ενισχύει τη μαζική σύγχυση στο κοινό, της οποίας τον απόηχο συναντάμε συχνά και στο δημιουργικό αποτύπωμα: ένας επικίνδυνος φαύλος κύκλος.
Το θέατρο για παιδιά, ειδικότερα, δυστυχώς για πολλούς αποτελεί ένα κίνητρο εύκολου κέρδους με αποτέλεσμα κάποιες παραστάσεις να είναι στημένες εκ του προχείρου, με απουσία προβληματισμού και με λάθος προσανατολισμό…
Σε όλους τους εργασιακούς χώρους υπάρχει άμιλλα και ανταγωνισμός. Έτσι και στον δικό μας χώρο, η άμιλλα είναι ζητούμενο για να ανεβάσουμε όλοι μας τον πήχυ, ενώ ο μη υγιής ανταγωνισμός είναι στείρος και όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά, αλλά είναι ικανός να μας διαλύσει. Μέσα σ’ όλα αυτά όμως, υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις, καλλιτέχνες, θίασοι που αγωνιούν και αγωνίζονται για την προάσπιση της ποιότητας του είδους αυτού, ανεξάρτητα από το οικονομικό κέρδος.
Αλλωστε, μόνο το πάθος γι’ αυτή τη δουλειά μας κρατάει όρθιους. Οι αγωνίες και οι κόποι στο θέατρο είναι τρόπος ζωής, δεν πληρώνονται με κανέναν τρόπο... για να μην πούμε τίποτε άλλο, καθότι, χρήματα και θέατρο είναι κάτι σαν ...σύντομο ανέκδοτο.
Εύχομαι όμως και ελπίζω πως όταν αυτή η κρίση περάσει, θα σηματοδοτήσει ταυτόχρονα μια νέα αρχή για την τέχνη και τον άνθρωπο μέσα από τον επαναπροσδιορισμό των αξιών και της γενικότερης οπτικής για τη ζωή.
Η τέχνη προσλαμβάνεται διαφορετικά από τον κάθε θεατή και αυτό άλλωστε την κατοχυρώνει στο πέρασμα των αιώνων. Άλλα παιδιά ταυτίζονται με τους ήρωες – αρχέτυπα - άλλα επικεντρώνονται στην ροή της ιστορίας και άλλα ενθουσιάζονται από το συνολικό θέαμα που διαδραματίζεται πάνω στη σκηνή. Φαίνεται ότι το παραμύθι και το θέατρο εν τέλει, ενυπάρχουν μέσα μας κατ’ επέκταση του πολιτισμικού φορτίου που κουβαλάμε και εν γένει ενσταλάζουν αρχετυπικές αξίες στο συλλογικό ασυνείδητο.
Με ενθαρρύνει η αποδοχή του κόσμου - αν και δεν πρέπει να μιλήσω εγώ γι’ αυτήν. Ωστόσο, το γεγονός ότι κάθε χρόνο το κοινό που έρχεται για πρώτη φορά στις παραστάσεις μου γίνεται «κατ’ εξακολούθησιν» κοινό του «Αβάντι», μου δίνει ελπίδα ότι η πορεία που έχω χαράξει είναι σωστή. Συγκινούμαι πολύ όταν βλέπω στις παραστάσεις μου παιδιά-εφήβους που τα γνωρίζω από την ηλικία του νηπιαγωγείου.
VARELAKI:Τελικά, το θέατρο πρέπει να μπει ολοκληρωτικά σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες; .ως κύριο μάθημα εννοώ...
Κ.ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ:Όπως το συντακτικό και τα μαθηματικά, έτσι και το θέατρο είναι ένας κώδικας επικοινωνίας κι έκφρασης, μια γλώσσα. Αυτή λοιπόν η επιπλέον δυνατότητα των ανθρώπων να συνδιαλέγονται, να αλληλεπιδρούν, να συνυπάρχουν και να εξελίσσονται, πρέπει να αξιοποιείται κατάλληλα από το εκπαιδευτικό σύστημα, εντάσσοντας το θέατρο και τη θεατρική αγωγή στο σχολικό πρόγραμμα.
Η βιωματική μάθηση είναι πολύ αποτελεσματική, βοηθά στην ταχύτερη και βαθύτερη απορρόφηση των πληροφοριών. Όταν λοιπόν το μάθημα γίνεται «παιχνίδι» η ψυχαγωγία συναντά την εκπαίδευση, γεφυρώνει και συνδέει με τον πιο διασκεδαστικό και αβίαστο τρόπο το «μάθημα» με το παιχνίδι. Στόχος του μαθήματος οφείλει να είναι, μέσω της μύησης στην ομορφιά της θεατρικής τέχνης, η ενθάρρυνση της μαθητικής και εκπαιδευτικής κοινότητας στη διαπαιδαγώγηση, στη μάθηση, στην κοινωνικοποίηση.. Η συνεισφορά στην ψυχοκινητική τους ανάπτυξη των παιδιών, στην ανίχνευση των ιδιαίτερων δεξιοτήτων και τη μεγέθυνση των ικανοτήτων τους, οδηγώντας τα κατά συνέπεια στην αυτοεξέλιξη και αυτοπραγμάτωση.
Εξάλλου είναι γνωστή η χρήση του θεάτρου στην ορθοφωνία – λογοθεραπεία, αλλά και η δραματοθεραπεία ως μέσο αντιμετώπισης και επίλυσης ψυχοκοινωνικών ζητημάτων των παιδιών, όπως ενδεικτικά ντροπή, απομόνωση, επιθετικότητα.
Σε εποχές που άνθησαν οι Τέχνες και τα Γράμματα, το ανθρώπινο πνεύμα διευρύνθηκε και δημιουργήθηκαν έργα τέχνης που αποτελούν σημεία αναφοράς για τις σύγχρονες κοινωνίες και πολιτισμούς στα οποία και επιστρέφουμε ακόμη. Το θέατρο που είναι η συγκλίνουσα των Τεχνών (συνυπάρχουν η ποίηση, η μουσική, οι εικαστικές τέχνες, αλλά και η σύγχρονη μεταστοιχείωσή τους μέσα από την εξέλιξη των τεχνολογικών μέσων), αφυπνίζει τις συνειδήσεις, απελευθερώνει το νου, ισορροπεί το συναίσθημα και εκπαιδεύει ενώ ψυχαγωγεί.
VARELAKI:Τί σχέδια έχεις για το άμεσο μέλλον;
K.ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ:Ως θίασος δε θα μπορούσαμε παρά να στοχεύουμε σταθερά στην παιδεία, την ψυχαγωγία, τη γνώση και την υψηλή αισθητική, παραμένοντας συνεπείς στο αρχικό όραμά μας. Τα σχέδια μου λοιπόν, προβλέπουν την προώθηση, μέσω του θιάσου «Αβάντι», της ιδέας του ουμανισμού στην τέχνη και ειδικότερα στο θέατρο για παιδιά, άλλοτε μεταπλάθοντας κλασικά έργα και αρχέτυπους μύθους, κι άλλοτε με σύγχρονα έργα.
Η αίσθηση της σκηνής λειτουργεί μαγικά για μένα. Όλα κινούνται γύρω από την επιθυμία μου για το θέατρο και για τη μεγάλη οθόνη.
Επίσης, αυτό που προέκυψε ως πρόκληση από τις σπουδές κινηματογράφου που έχω κάνει, είναι η ιδέα μιας ταινίας μεγάλου μήκους για παιδιά το σενάριο της οποίας έχω ξεκινήσει να γράφω. Ζώντας στο χώρο του παιδικού θεάματος αντιλαμβάνομαι την έλλειψη αυτού του είδους στη χώρα μας, βλέποντας τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς φορείς να στρέφονται σε ξενόγλωσσες ταινίες, που πολύ συχνά η θεματολογία τους δεν αγγίζει, ίσως, τις ιδιαιτερότητες της δικής μας κουλτούρας.
Ελπίζω σύντομα να είμαι σε θέση να το πραγματοποιήσω.
Η ενασχόληση μου αυτή με τον κινηματογράφο εξάλλου, αλλά και η ιδιαίτερη έλξη που ένιωθα πάντα για τη συγκεκριμένη μορφή τέχνης, είναι που εξηγεί και τη χρήση σύγχρονων κινηματογραφικών τεχνικών στις θεατρικές παραστάσεις που ανεβάζω. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί δηλαδή ότι είναι έντονη η θεατρικότητα στις ταινίες μου και εξίσου ισχυρό το κινηματογραφικό ύφος στο θέατρο.