Translate

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

ΙSSUU /BAΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ /// ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ /// ΨΗΦΙΑΚΑ ΒΙΒΛΙΑ





ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ :

http://issuu.com/basilislaliotis




Βασίλης Λαλιώτης, Τιττυβισμοί

Αλέκος, Γλυκερία Μπασδέκη

Σωτήρης Παστάκας, Λευκάδα

Βάιος Νικιώτης, Εναρμόνια

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ποιήματα

**

Αχιλλέας Κυριακίδης, Analecta

Διονύσιος Σολωμός, Η Τρίχα

 **

Νίκος Καρούζος, Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Αλφαβητάρι

Άγγελος Σικελιανός Πνευματικό Εμβατήριο

Διονύσιος Σολωμός, Ο Κρητικός

 

 **

 

Βασίλης Λαλιώτης Η Μνηστή της Κορίνθου

Στράτος Φουντούλης, ασκήσεις

Σπύρος Αραβανής, Πέντε Αστικές Ωδές

Αλ. Παπαδιαμάντης, Έρωτας στα Χιόνια

Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Οκτώ Σονέτα, Μετ. Π. Πάκος

 

 **

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΤΟΥΒΕΛΑ /// ΔΕΣΜΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ



                        






Η  μέρα διαδεχόταν με ανυπομονησία κι έπαρση τη νύχτα. Την υποτιμούσε αφού, αν και ποτέ δεν μπόρεσε να τη συναντήσει, είχε ακούσει πως τη νύχτα οι άνθρωποι σωπαίνουν, κοιμούνται, κλείνονται στα σπίτια τους, κλαίνε. Ενώ εκείνη ρίχνοντας το άπλετο φως της στη μαγική εκείνη χώρα έδινε τόσες πολλές επιλογές! Απλόχερα χωρίς να περιμένει ανταμοιβή!
Υπό το μαγευτικό φως της μπορούσες να ζήσεις συναρπαστικά, να ονειρευτείς με τα μάτια ανοιχτά, να ικανοποιήσεις κάθε επιθυμία, κάθε στόχος σου μπορούσε να εκπληρωθεί, κάθε γνώση να κατακτηθεί, κάθε αλλαγή να επιτευχθεί· αρκεί να έμενες ξύπνιος κατά τη διάρκεια της μέρας. Αυτός ήταν ο μοναδικός περιορισμός της. Δεν το λες και προϋπόθεση αυστηρή!
Ο καιρός περνούσε όμως, κι οι άνθρωποι, αν και ξύπνιοι, έμεναν τόσο στάσιμοι: καμιά επιθυμία δεν εκπληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε. Κανένα ονειροπόλημα δεν τους ταξίδεψε, γιατί δεν ονειρεύονταν. Καμιά αλλαγή δεν ήρθε, γιατί δεν πίστευαν σε αλλαγές. Και ναι, ήταν ξύπνιοι ωστόσο: σηκώνονταν πολύ νωρίς για να δεχτούν το φως της νέας μέρας, το οποίο αποχαιρετούσαν μόνο όταν χανόταν κάθε υποψία ήλιου. Άνθρωποι σκυθρωποί πηγαινοέρχονταν άσκοπα στους δρόμους κοιτώντας πάντα χαμηλά, ενώ ανασήκωναν το βλέμμα μόνο για να κοιτάξουν τους θρασύτατους τίτλους εφημερίδων, όπως κρέμονταν τόσο απειλητικά από αντιαισθητικά σκοινιά σε κακόγουστους γκριζωπούς πάγκους μέσα σε στοές που προστάτευαν από το περήφανο μεσημεριανό φως του ήλιου.
Η μέρα ήταν έξαλλη:
-Πώς είναι δυνατό να μπορούν να μένουν τόσο στάσιμοι;
Η νύχτα άρχισε να την υποβλέπει:
-Τόσο φως τι να το κάνουν;
Εναλλαγή με την εναλλαγή, η μέρα άρχισε να μαραζώνει, να μικραίνει· κι οι άνθρωποι οι σκυθρωποί κι ανυποψίαστοι εξακολουθούσαν να περιφέρονται δίχως σκοπό με το κεφάλι σκυμμένο και με το βλέμμα τόσο χαμηλωμένο, θαρρείς πως ήταν κατασκευασμένοι για να κοιτούν πάντοτε προς τα κάτω. Όμως, κάθε άλλο, ήταν άνθρωποι, όπως εμείς, με δυο ματιά ψηλά στο πρόσωπο με τα οποία μπορούσαν να κερδίσουν τον ορίζοντα όποτε το επιθυμούσαν!
Οι μέρες κυλούσαν δυστυχισμένες και συρρικνωμένες, τίποτα το καινούργιο δεν συναντούσαν. Η μία αποτελούσε απλή επανάληψη της άλλης, δίχως διασκευές κι
εκπλήξεις, με μια αδυσώπητη ακολουθία να τις ωθεί σε μια αέναη κίνηση εξαιτίας αυτής της αναγκαίας χρονικής αλληλουχίας που όριζε ο Νόμος.
Οι άνθρωποι, ακίνητοι και απαθείς, χρόνο με τον χρόνο έβγαλαν ρίζες· να όπως τα δέντρα! Δεν είχαν όμως τη λυγερή κορμοστασιά της περήφανης βλάστησης, αφού χέρια και πόδια ενώθηκαν με το έδαφος, έτσι που το κεφάλι μπορούσε πλέον να αντικρίζει το τόσο ποθητό για εκείνους τίποτα. Και για την ακρίβεια, αυτό μονάχα ήθελαν. Μια δικαιολογία για τη στασιμότητά τους, μια ανακούφιση για την αδράνειά τους, ένα καλοδεχούμενο εμπόδιο για την ενεργή δράση τους, μια απρόσμενη – τόσο θετικά – αρνητική εξέλιξη! Με χέρια και πόδια στο έδαφος, πλέον, δεν έφεραν ευθύνη καμία: ούτε για το μαστίγωμα της ελευθερίας, ούτε για τη δολοφονία της ισότητας, ούτε για τα βασανιστήρια του ανθρώπου. Επιτέλους, είχαν έναν λόγο για να ζουν ευτυχισμένοι: δεν έφταιγαν εκείνοι! Και το καλύτερο; Δεν μπορούσαν να προσφέρουν τίποτα· δεμένοι στο έδαφος, από εκεί που προήλθαν, ένιωθαν τόσο ασφαλείς όσο και ανήμποροι – μεγάλη ασφάλεια η ανημπόρια.
Η αλήθεια είναι πως φαντάζει ανυπόφορο να νιώθει κανείς ανήμπορος κι ακόμη δυσκολότερο, να το παραδέχεται, όχι λόγω της έκθεσής του, όχι· μα να, επειδή στο βάθος γνωρίζει καλά πως η ανημπόρια δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της ύπαρξης και πως ο συνομιλητής του ενδέχεται να ανακαλύψει και να αποκαλύψει κυρίως την παντοδύναμή του φύση. Αυτή που όλα τα μπορεί, αρκεί να το θελήσει.
-Πού καιρός και όρεξη και χρόνος για μπλεξίματα; Ανημπόρια για πάντα!
Καθένας τους ριζωμένος στο χώμα εκτιμούσε πολύ τα δεσμά του! Δεσμά ελευθερίας άρχισαν να τα καλούν, ο ένας μετά τον άλλο. Τον πρώτο καιρό μάλιστα μπορούσαν και να τα διαχειριστούν: μπορούσαν να συρθούν λίγο παραδίπλα χωρίς να κοπιάσουν ιδιαίτερα, να ανασηκωθούν ανάλογα με το περιθώριο που τους άφηναν οι ρίζες που κρέμονταν από τα χέρια, να κοιτάζουν πότε αριστερά, πότε στο κέντρο και πότε δεξιά, στο ύψος που πάντοτε έδειχναν να προτιμούν. Αυτή ήταν ζωή!
Ο καιρός όμως περνούσε, όπως ο Νόμος το είχε για τα καλά ξεκαθαρίσει. Κι οι άνθρωποι γίνονταν όλο και πιο δυσκίνητοι, αφού οι ρίζες βυθίζονταν ολοένα βαθύτερα στο χώμα· και μάκραιναν και πλάταιναν τόσο που άγγιζαν η μια την άλλη κι ο χώρος δεν ήταν αρκετός για όλους. Τόσο συνωστισμό στα χαμηλά η φύση δεν τον αντέχει. Φόβος άρχισε να ρέει στις ρίζες τους, ενώ ό, τι είχε απομείνει από εκείνους πάνω από τη γη είχε χάσει κάθε του δύναμη, το φως της μέρας που όλους τους έθρεφε, πλέον τους είχε εγκαταλείψει. Πού και πού αχνοφαίνονταν οι ανταύγειες της μέρας, απομεινάρι μιας άλλης εποχής και τι νοσταλγία, Θεέ μου.
Αχ και να μπορούσαν να γυρίσουν πίσω τον χρόνο! Δε θα επέτρεπαν ποτέ ξανά να σκύψουν τόσο πολύ, τόσο που να μην μπορούν πια να σηκωθούν, – έτσι σιγοψιθύριζαν μεταξύ τους. Κι όμως είχαν για καιρό όλο τον χρόνο και τη μέρα βασίλισσα να τους φωτίζει και να τους εμπνέει, τόσο δεδομένη, ωστόσο, γι’ αυτό και ανυπόφορη. Ευτυχώς, που δεν μπορούσαν να τον γυρίσουν πίσω, δεν τους έφταιγε σε τίποτα ούτε εκείνος ούτε το φως της.
Κι έζησαν χαμοκοιτώντας στο σκοτάδι που τόσο τους ταίριαζε αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία που εύχονταν να μην έρθει...

AΡΚΑΣ /// ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ







                                                             




Η μοναδική αυτοπροσωπογραφία του Αρκά, ο οποίος δεν έχει δώσει ποτέ φωτογραφία του στη δημοσιότητα!

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

EYΔΟΚΙΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ //// Το μωβ μαντίλι [ ΔΙΗΓΗΜΑ ]



                            
                           


                            





Ο Άρης σταμάτησε το αυτοκίνητό του μπροστά στη μικρή μονοκατοικία, που είχε πρόσφατα αποκτήσει, στους πρόποδες του βουνού. Ιδανικό καταφύγιο για έναν καλλιτέχνη. Ήταν νύχτες που ξυπνούσε κάθιδρος και έτρεχε στο πιάνο, γιατί μια καινούργια σύνθεση είχε πλημμυρίσει το είναι του και έπρεπε οπωσδήποτε να της δώσει μορφή. Να την αφήσει να χορέψει τις νότες της πάνω στα πλήκτρα. Αποφάσισε να μετακομίσει, γιατί οι γείτονές του ενοχλούνταν από τις νυχτερινές του εμπνεύσεις.
Ένα ακαθόριστο βουητό απ’ το δάσος έφτασε στ’ αφτιά του. Ήταν ο αέρας που πέρασε ανάμεσα από τα πεύκα, τα σκίνα και τα ρείκια του βουνού και κατέβηκε μέχρι στις ελιές και τις λεμονιές της αυλής. Ο Άρης ανατρίχιασε στην επαφή του αέρα με το κορμί του. Ήταν μια αίσθηση, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Έμοιαζε με ερωτική ανατριχίλα, με… ούτε κι αυτός δεν ήξερε με τι. Ένα περιστέρι φτερούγισε δυνατά κι ύστερα προσγειώθηκε στα πόδια του. Έμοιαζε φοβισμένο. Έσκυψε και το χάιδεψε κι εκείνο παραδόξως δεν πέταξε μακριά, αλλά δέχτηκε το χάδι του. Την ίδια στιγμή ένα μωβ μαντήλι, παρασυρμένο από τον αέρα, ξεσκάλωσε από τα κλαδιά ενός πεύκου και ταξίδεψε μέχρι τα κλαδιά του κυπαρισσιού, που φύτρωνε έξω από το παράθυρο του καθιστικού.
Το πρώτο βράδυ στο καινούργιο του σπίτι ο Άρης δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Πηγαινοερχόταν από την κρεβατοκάμαρα στο καθιστικό. Ζεσταινόταν. Άνοιξε το παράθυρο να μπει η δροσιά της νύχτας και πήγε στην κουζίνα να πάρει μια μπύρα. Το μωβ μαντήλι με τη βοήθεια του αέρα, άφησε το κυπαρίσσι και στάθηκε πάνω στο πιάνο. Ξαφνικά νότες πλημύρισαν το σπίτι. Και πάλι αυτή η ανατριχίλα. Έντρομος έτρεξε στο καθιστικό. Η μουσική σταμάτησε. Ίσα που πρόλαβε να δει το μοβ μαντήλι να γλιστρά απ’ το πιάνο στο πάτωμα.
Έσκυψε και το μάζεψε. Η επαφή με το ύφασμα τον αναστάτωσε. Οι χτύποι της καρδιάς του δυνάμωσαν. Το έφερε στο πρόσωπό του και το μύρισε. Άρωμα γυναικείο, δροσερό, νεανικό. «Να ανήκει στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού;» αναρωτήθηκε. Δεν την είχε γνωρίσει προσωπικά, αφού όλα τα είχε διεκπεραιώσει το
μεσιτικό γραφείο και ο πληρεξούσιος δικηγόρος. Το σίγουρο ήταν, πως για άγνωστο λόγο κάποιος είχε βιαστεί να το ξεφορτωθεί.
Ασυναίσθητα έσφιξε το μαντίλι στην παλάμη του. Ύστερα χαλάρωσε το σφίξιμο, το χάιδεψε και το ακούμπησε στο πιάνο. Αμέσως όμως κάτι τον έσπρωξε να το πάρει και πάλι, να το κρατήσει κοντά του. Κάθισε στο πιάνο. Νότες ξεχύθηκαν απ’ τα χέρια του. Στην αρχή απαλές, μετά πιο έντονες. Τα δάχτυλά του έτρεχαν στα πλήκτρα. Ιδρώτας έσταζε απ’ το πρόσωπό του. Έπειτα ηρέμησε και χαλάρωσε το παίξιμό του. Κατάκοπος σηκώθηκε, έκλεισε το παράθυρο και πήγε να ξαπλώσει. Κόντευε πια να χαράξει.
Τον ξύπνησαν κοριτσίστικες φωνές και ήχοι σαν χτυπήματα, που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Άρχισε να ψάχνει τα δωμάτια του σπιτιού. Δεν βρήκε τίποτα. «Και τα κορίτσια από πού ξεφύτρωσαν;» αναρωτήθηκε. Βγήκε έξω να δει τι συμβαίνει. Τα παντζούρια έχασκαν ορθάνοιχτα και χτυπούσαν όλο και πιο μανιασμένα κάθε φορά που δυνάμωνε ο αέρας. Οι φωνές τον έφεραν στο πίσω μέρος της αυλής, μπροστά στη σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα χωρίς κάγκελα. Τώρα μπορούσε να τις δει καθαρά, γιατί στεκόντουσαν άκρη άκρη. Ήταν μια παρέα από πέντε κορίτσια, που κρατούσαν στα χέρια τους χρωματιστά μαντίλια και προσπαθούσαν να τα πετάξουν στον αέρα σαν να ήταν χαρταετοί. Μιλούσαν δυνατά, γελούσαν και χαίρονταν το παιχνίδι τους.
-Προσέξτε, θα πέσετε, τους φώναξε.
Η φωνή του χάθηκε μέσα στην βοή του αέρα.
Έκανε υπεράνθρωπη προσπάθεια να ανέβει τη σκάλα, γιατί η δύναμη του αέρα τον έσπρωχνε προς τα πίσω, εμποδίζοντάς τον να φτάσει στην ταράτσα. Όμως ο Άρης είχε πεισμώσει και κατάφερε να ανέβει.
-Κορίτσια σταματήστε. Θα πέσετε, ούρλιαξε απελπισμένος.
Μάταια, εκείνες ούτε τον άκουσαν, ούτε τον είδαν.
« Άννα θα πέσεις, πρόσεχε», φώναξαν τα κορίτσια, γιατί εκείνο που κρατούσε το μωβ μαντίλι, όταν δυνάμωσε ο αέρας, έβαλε όλη του τη δύναμη να το πετάξει όσο πιο ψηλά μπορούσε. Στην προσπάθειά της όμως έχασε την ισορροπία της.
Ο Άρης με μια γρήγορη κίνηση, προσπάθησε να την αρπάξει και να την συγκρατήσει. Τα χέρια του αγκάλιασαν το κενό…
Δυο μέρες αργότερα, σ’ εσωτερική σελίδα εφημερίδας υπάρχει η είδηση: «Νέος και πολλά υποσχόμενος συνθέτης βρέθηκε νεκρός στο ίδιο ακριβώς σημείο, που έξι μήνες πριν είχε σκοτωθεί νεαρό κορίτσι. Οι συνθήκες του θανάτου παραμένουν αδιευκρίνιστες και πιθανότατα αποδίδονται σε ατύχημα».
Η Άννα παραπάτησε και έπεσε με το κεφάλι πάνω σε μια πέτρα στον κήπο.
Το μωβ μαντίλι στροβιλίστηκε για λίγο, άγγιξε τα χείλη της και την αποχαιρέτησε μ’ ένα φιλί. Ο άνεμος το σήκωσε ψηλά και το ταξίδεψε μέχρι τα κλαδιά ενός πεύκου στο κοντινό δάσος…

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

FRACTAL // 31 NEA KEIMENA








www.fractalart.gr


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ:



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ:




ΒΙΒΛΙΟ:


ΣΙΝΕΜΑ:
ΘΕΑΤΡΟ
ΙΣΤΟΡΙΑ:
ΑΠΟΨΕΙΣ:




FRACT-ALL:

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Panaït Istrati Τα γαϊδουράγκαθα του Μπάραγκαν





​

ISBΝ: 978-960-9441-59-9, διάστ. 17Χ12, σελ. 160, τιμή 9,59 €

                                                                      



Mετάφραση από τα γαλλικά: Γιώργος Μανάδης, εισαγωγή: Διαμαντής Καράβολας





Αφιερώνω αυτό το βιβλίο στον λαό της Ρουμανίας και στους έντεκα χιλιάδες που δολοφονήθηκαν από τη Ρουμάνικη κυβέρνηση στα εξής τρία χωριά: το Stanilesti, το Băilești  και τη Hodivoaia, που ισοπεδώθηκαν από τους βομβαρδισμούς. Τα εγκλήματα αυτά διαπράχθησαν τον Μάρτιο του 1907 και μέχρι στιγμής παραμένουν ατιμώρητα.


Παναΐτ Ιστράτι, Μάρτιος 1928

 

Τα Γαϊδουράγκαθα του Μπάραγκαν γράφτηκαν το 1928. Το βιβλίο διασώζει την μνήμη μιας αυθόρμητης, ανοργάνωτης και ηρωικής εξέγερσης τριών χωριών της Ρουμανίας ενάντια στην πείνα και τη σκληρή εκμετάλλευση που είχαν επιβάλει οι τσιφλικάδες της περιοχής. Το αποτέλεσμα ήταν να ισοπεδωθούν τα χωριά αυτά και να σφαγιασθούν οι κάτοικοί τους από τον ρουμανικό στρατό. Η περιγραφή γίνεται μέσα από τα μάτια ενός παιδιού χωρίς οικογένεια, ενός περιπλανώμενου αλητάκου, και απηχεί τα βιώματα του συγγραφέα από την εποχή που ο ίδιος, ως παιδί, περιπλανιόταν ανέστιος στη ρουμάνικη ύπαιθρο αναζητώντας την τύχη του. 


Ο Παναΐτ Ιστράτι (1884-1935) γιος μιας ρουμάνας πλύστρας κι ενός παράνομου κεφαλλονίτη καπνεμπόρου συγκαταλέγεται στις λιγοστές αλλά γοητευτικές περιπτώσεις κορυφαίων συγγραφέων όπου η ίδια η ζωή τους υπήρξε ένα μεγάλο μυθιστόρημα. Ασπούδαστος, έζησε όλη τη νιότη του μέσα στις πιο άθλιες συνθήκες, γυρίζοντας διάφορες χώρες και αλλάζοντας δεκάδες επαγγέλματα για να επιβιώσει. Οι ιδέες και η δράση του στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα της εποχής του, του στοίχησαν πολλές διώξεις αλλά και συγκρούσεις με εχθρούς και φίλους. Έγινε συγγραφέας από σύμπτωση, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια αυτοκτονίας. Από ένα γράμμα του, ο συγγραφέας Ρομέν Ρολάν διέγνωσε το ταλέντο του, και τον παρότρυνε, αλλά και τον στήριξε, ώστε να γράψει τα βιώματα και τα διδάγματά του απ’ το μεγάλο σχολείο του δρόμου. Ως συγγραφέας επισκέφτηκε το 1928 την Ελλάδα και το Σανατόριο Σωτηρία (όντας φυματικός ο ίδιος) όπου κατήγγειλε τις άθλιες συνθήκες νοσηλείας. Σε εκδήλωση, η οποία εξελίχθηκε σε διαδήλωση, μίλησε για την Οκτωβριανή Επανάσταση και την κατάσταση στη Ρωσία (που την είχε επισκεφτεί μαζί με τον Νίκο Καζαντζάκη πριν έρθει στην Ελλάδα), κάτι που στοίχησε στον ίδιον την άμεση απέλασή του απ’ τη χώρα, και μια δίκη στον Δημήτρη Γληνό ως υπεύθυνου διοργανωτή της εκδήλωσης.  


Χαρακτηρίστηκε ως «ο Γκόρκυ των Βαλκανίων». Αλλά και Τζακ Λόντον των Βαλκανίων να χαρακτηριζόταν κι αυτό σωστό θα ήταν...


--


εκδόσεις Φαρφουλάς
τηλ. 2111845583


--

Διαμαντής Καράβολας
εκδόσεις-βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς
τηλ. 2111845583
http://www.farfoulas.gr

'ΕΛΥΑ ΒΕΡΥΚΙΟΥ /// ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Η  θάλασσα της νήψης



Πού είναι ένα σύννεφο να δώσει χρώμα 
απόψε στην ερήμωση ;
Κυλά το φως σε καταρράκτη ανάμεσα στα 
φύλλα της οδύνης.
Κουράστηκα, αλλά η ψυχή στο τέλος 
έβρισκε ανάπαυση,
γλάρος που αέναα φτερουγίζει πάνω από 
τη θάλασσα της νήψης.



Γι' αυτό και ό,τι μου έλειψε, το χάρισα 
διπλό.
Αντιστάθηκα.
Σε αυτό το ταξίδι δεν κράτησα, παρά μόνο δύο ανταύγειες πορφυρές,
τα δειλινά να μου θυμίζουν την τραγική ιλαρότητα της ύπαρξης.




*****



 Αγρυπνία


Απόγευμα.
Τριγύρω ξέπνοα φύλλα να 
αναστέλλουν τη θλίψη.
Είμαι μία ρίζα ασθενική,
που ψάχνει να βρει φως για να βλαστήσει.
Ένα πουλί πετά μες στο δωμάτιο,
σκορπά, γύρη χρυσή, ο χρόνος.
Από αλήθεια ανυψώνονται τα πράγματα,
από αγάπη ανασταίνονται σε ιδέες.
Μέσα σε λάμψεις γκριζοπράσινες πεθαίνει
ήσυχα 
το σκοτάδι της σιωπής μου.



Αποχωρώ.
Η νύχτα απλώνει στο μυαλό τις μυστικές πηγές της.
Το ημίφως παίρνει τις σωστές διαστάσεις του,
σχεδιάζει θάλασσες, νησιά στις άκρες των δαχτύλων.
Η αγρυπνία, σημαίνον της πληρότητας.
Η ώρα είναι τρεις,
γράφω
και τα κεριά μου δεν είναι πια σβησμένα.



Από τη νέα προς έκδοση ποιητική συλλογή  ''Τα νηπτικά της θάλασσας ''

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ /// 'ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ










Στον Β.Λ.





Χθες το πρωί
σού κλέψαν το ποδήλατο.
"Κλέβεις ποδήλατο, κλέβεις
όνειρο",
σχολίασε κάποιος φίλος
ποιητής.
Ποδηλατώντας
μοιραία σημαίνει "είσαι ελεύθερη"
Ποδηλατώντας πετάς
μέσα στην πεζή σου πόλη
ξορκίζοντας έτσι
όλους τους αρνητικούς
κραδασμούς
της διαβρωμένης ζωής της
(ζωής που οι ίδιοι οι πολίτες της
αφέθηκαν να χάσουν
έχοντας καταντήσει τώρα
αξιοθρήνητα γελοίοι).



http://www.poiein.gr/archives/27842

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ /// ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΚΑΡΔΙΑ [ΕΚΔ.ΒΑΚΧΙΚΟΝ ]





                                                      






"Κοιμήθηκα ερωτευμένος και ξύπνησα ποιητής.
Αν κοιμηθώ ποιητής θα ξυπνήσω ερωτευμένος;"


 

Η παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής του ποιητή Κλεομένη Παπαϊωάννου θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 15-1-2015 και ώρα 20:30 στη Βιβλιοθήκη του Μίνου Βολανάκη στα Εξάρχεια. Ο τίτλος του βιβλίου είναι
"Γράμμα σε Αλλόκοτη Καρδιά" και κυκλοφορεί  από τις εκδόσεις "Βακχικόν".





Ο Κλεομένης Παπαϊωάννου γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1990 στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κι ασχολείται με την Ποίηση και τη Συγγραφή. Συμμετείχε ως συγγραφέας στο διαδικτυακό λογοτεχνικό project :" the 25th hour project", ενώ κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε ιστολόγια και διαδικτυακές εφημερίδες.


Τη συλλογή θα παρουσιάσουν η ποιήτρια
Αναστασία Κεραμάρη και

η ποιήτρια και κριτικός Λογοτεχνίας Ασημίνα Ξηρογιάννη

Η ηθοποιός Αμαλία Κωτσαδάμ  θα αναγνώσει ποιήματα της συλλογής.

Το έργο εξωφύλλου και αφίσας φιλοτέχνησε η καλλιτέχνης Αικατερίνη Κασσίμη.

Είσοδος Ελεύθερη



                   ******


NEA KYKΛΟΦΟΡΙΑ /// ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ /// ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ






Φροσούλα Κολοσιάτου

Γαβριηλίδης, 2014
54 σελ.







                                                          



                                                       Βουλιάζει ο τόπος συνεχώς
                                                       Και οι ψίθυροι κοντά στη θάλασσα

                                                       Εμείς που έτσι έχουμε φτιάξει τη ζωή μας
                                                       Την επιστρέφει ο αντίλαλος
                                                       Από όλες τις λύπες
                                                       Η πιο λυπημένη



                                                               ******




Ισορροπία σε μια χιονοστιβάδα
Η συμπεριφορά της πέτρας
Ξεδιπλώνει σιωπηλά μονοπάτια
Στους εντολοδόχους της νύχτας
Ακούγονται τύμπανα πολέμου
Κούκλες και ξυλοπόδαροι
Παριστάνουν πλήθος προσώπων
Έχουν το μυστικό κώδικα του διαρρήκτη
Όπως σε σύγκρουση τρένου
Κάποιοι θα επιζήσουν
Κάποιοι θα πεθάνουν



 Biblionet





 ********







 EΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΦΡΟΣΟΥΛΑΣ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ :




Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Σκοτεινή συγκατοίκηση, Γαβριηλίδης
(2010) Μισό σκοτάδι, Γαβριηλίδης
(2005) Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος, Γαβριηλίδης
(2002) Σα να συνέβη, Ομπρέλα
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2011) Τα ποιήματα του 2010, Κοινωνία των (δε)κάτων






BIBLIONET