Translate

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

ΜΙΚΡΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ /ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ - ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ 2012

                




 
                   Και κάθε  ποίημα 
                   είναι  πάντοτε ένα φως.
                   Υψώνεται   μπροστά μας 
                   και οργανώνεται σαν               σιωπηλή δύναμη
                   που, μέσα από τη σιωπή,
                   δίνει σχήμα και μορφή στη σιωπή.
     
                           [Χάρης Βλαβιανός]




***************
 


 XAΡΙΤΙΝΗ  ΞΥΔΗ




Μεταξουργείο

Περνώντας από την Παναγίτσα ήθελα να κλάψω. Θα έκλαιγα από θυμό, από οργή,  αν δεν σκεφτόμουν ότι πάνε δέκα χρόνια από τότε που έπαψα να πιστεύω και να  σταυροκοπιέμαι αυτιστικά όπως οι υπόλοιποι της οικογενείας. Μετά θυμήθηκα το ζυγό της άμαξας, το ψάρι του ανέμου και το καλαθούρι με τα άγκιστρα και τις πετονιές. Κι αντί να κλάψω, γέλασα. Μούδιασε το κεφάλι μου από το γέλιο. Μ' έπιασε μαύρη απελπισία γελώντας. Κι ο πανικός ξαναγύρισε. Μέχρι δακρύων. Μπήκα σ' ένα δισκάδικο. Βαθύτερο από εκκλησία. Εδώ είναι ο ναός. Εδώ και το φαρμακείο. Ακλόνητο το Μεταξουργείο-Βάθης τόπος ποίησης- ολοζώντανος βυθός ανέστιων και ανέργων. Ρούχα καρφωμένα στα κάγκελα. Πουτάνες νεοκλασικά βρυχηθμοί από χαλασμένες εξατμίσεις. Πρεζόνια τρελάδικα αφαίμαξη.
Εδώ είναι η ρωγμή του τραγουδιού εδώ και η ρίζα του ποιήματος.



 ****************




 ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ




 Ανθρωποι;



 Ti ονειρεύεται
 ο έφηβος ασπάλακας
 βαθιά κάτω απ΄τη ρίζα
 του ξερόχορτου;Δεν είναι
 ασήμαντο ερώτημα,γιατί
 αν ονειρεύεται χωράφια τρυφερά,
 κάτω απ΄το στοργικό
 φως της σελήνης,και γλυκό
 καρπό να ταπεινώνει
 την εξουσία του χάους,
 χαιδεύοντας τα  στήθη της βροχής....
 τότε ντροπή μας άνθρωποι!
 Ντροπή μας!









**********************




                                                                      ΑΜΑΛΙΑ  ΡΟΥΒΑΛΗ           





Σ.... συρρρρρριστικό
Δεν μπορεί,
κάποτε
θα υποσταλούν
                               οι σημαίες
                                                                   του εγώ
οι  συρμοί




σσσς συριστικό
ή παχύ?
sh-sch- ¿sheet?
θα  έχουν
καταποντιστεί
κάτω από
        τη μοναδική γέφυρα
που
    τους είχε απομείνει
                όλες
οι αναστροφές
                           τιμονιού
θα τρακάρουν
       σε δέντρα,



αισθήσεις,
ποντισμούς,
                                          σεισμούς-
\νύχτες ασέληνες_
                      θλιβερό αποτέλεσμα
                                                         συντρίμια λαμαρίνας
                                                           κατά προτίμησιν
                                                                                            γαλάζιας
σαν τα μάτια
                           του σούρουπου
                                                               στα Καμμένα Βούρλα
μώβιζε απαλά
                                 τα φλυτζάνια
με τον κρύο
                             καφέ


  κρυώναμε
                                          μες τη ζέστη
                                                                               του εμείς πιά-
Κάποτε
                                                   οι θάλασσές μου
δεν θα είναι γκρίζες
μόνο
γλυκά γαλάζιες
θ’ αναγνωρίζω


  τους ορίζοντές μου
πια-
Ίσως τότε,
λέω,
     ίσως τότε,
τα βράδυα
       να μην είναι αλαργινά
    παρά
     χιονένιες
                              νιφάδες
στα φυτά μας
Φυτά κοινά
κι αειθαλή
        στην αφή-
                                                           δεν θα περιμένουν
                                         άλλο/.



Τα α
δεν θα χάσκουν άδεια
σαν Κυριακές
που κλαίνε
Τα ο
θα κλείνουν








 ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ  ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ



ΟΙ ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΤΟ ΣΤΕΚΙ





Σκαρφαλωμένο στην αρχή του δάσους,
κάτω από ψάθες και πολύχρωμα λαμπιόνια
ήταν το στέκι που έχει θέα
το βουνό και τη θάλασσα.
Με ανοικτές αγκάλες με υποδέχτηκαν
όταν ανέβηκα.
Μαζί τους άρχιζε η σύναξη της νύχτας.
Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι αγαπημένε μου,
ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει
και υποβάλλει,
η σάρκα που εξευγενίζει, χαίρεται
και μαθαίνει να πεθαίνει.

( "Το γυμνό ζευγάρι" εκδ. Διαγωνίου )



  ******************



 ΜΑΡΙΑ ΠΙΣΙΩΤΗ


Την κολυμβήθρα του Σιλωάμ
αναζήτησα.
Έτσι στην απομίμησή της
χρίστηκα.
Τα δυο παράλληλα σοκάκια να διαβώ
ορίστηκα.
Σε δυο κομμάτια, και άλλα δυο
κι ακόμα δυο...
χωρίστηκα.
Ώσπου νάτην εμπρός μου.
Λιτή, επιβλητική, απλή!
Εξαγνίστηκα.


******************



ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ  ΓΚΙΤΣΗ

                                                          γλυκά να μου μιλάς
                                                          γλυκά να μελώνω
                                                          χαραμάδες πλησμονών




Επαίτης της τρυφερότητάς σου
παραπαίω σε κάθε
επικινδυνη ράγα
της σαρκικής σου αμαξοστοιχίας


Τα βράδια  όμως,
όταν ο κόσμος αποσύρεται
και τα μεγάφωνα χαμηλώνουν
την ένταση της πολυλογίας  τους
και οι διάδρομοι
πιο μόνοι από ποτέ γυαλίζουν
το μαρμάρινο κορμί τους
και τα τρένα κουλουριάζονται
το ένα δίπλα στου άλλου το χνώτο
και οι επιγραφές σβήνουν
να γίνει νύχτα για τα μικρά πλάσματα
της γης.

κλαίω για  το τόσο σακάτεμα
της απουσίας σου


[Από το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών]
 



**********************



 ΓΙΩΡΓΟΣ  ΛΙΛΛΗΣ


AIXMAΛΩΣΙΑ


Σε κρυφοκοιτάζω από το ανοιχτό παράθυρο.
Πίσω ο λόφος, η θάλασσα και πάλι από την αρχή
σε μια αργή επιστροφή στο κορίτσι, που πήρε την θέση
εκείνου που τώρα είναι ξαπλωμένο
κι ας έχουν διαμεσολαβήσει τα χρόνια.
Βοήθα με να κατανοήσω την κυλινδρική δομή
του σύμπαντος, να εξοικειωθώ με τη φθορά.
Να προσεγγίσω ξανά αυτό που χάθηκε.



******************




 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ 




―Κάποιος εδώ γύρω αναζητά μιαν εξίσωση―

Ακούω θορύβους στο δωμάτιο.
Με μυρίζω παντού, θυμάμαι το πρώτο σώμα.
Δάχτυλο επίμονο, όρθιο να μιλήσει.
Ακούω κάτι· άλογα θα ’ναι· τρέχει απέξω.
Στομάχι αδύναμο· ονειρεύεται άλογα.
Σχεδιάζω με το νύχι.

Βράδυ· το δωμάτιο πνίγεται· εγώ κοιμάμαι.
Σώμα άλλο· επεμβαίνει, με κοιτά.
Κάθεσαι δίπλα μου και με χαζεύεις.
Τα νύχια μου μεγαλώνουν· φτάνουν ώς το ταβάνι.
Το τρυπούν και χύνονται νερά.
Ρούχα παντού· δεν τ’ αναγνωρίζω.

Δεν θέλω να ξέρω αυτόν που χαζεύει τα νερά.
Να πλένεται· αλλιώς: να πνίγεται.
Μέσα κι έξω θόρυβοι.

Τα νύχια μού τελειώνουν.
Ονειρεύομαι καινούργιο σώμα ή κάτι που να μου ανήκει.

Έσπειρα σώματα, και τώρα θερίζω ρούχα.



 [2010]


*****************


ΣΤΑΘΗΣ  ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ 


ΤΟΚΕΤΟΣ

              Συνήθως ωριμάζω στο συρτάρι                                                       
                     όπως το έμβρυο στην κοιλιά

                    προτού διψάσω για οξυγόνο
                    ανασαίνω τα νερά                                                                 
                    του αμνιακού μου σάκου


                  τρέφομαι με τις σάρκες μου
                  καταβροχθίζω τις ασχήμιες              
                  τα περιττά κιλά
                 ώσπου η όρασή μου                                                                         
                 να ευφρανθεί στον καθρέφτη                                                           
                 της αυταρέσκειάς μου 


                μεστώνω στο σκοτάδι                                                                        

               έτοιμος να γεννηθώ                                                               
               στο φως των ματιών σου




[από την ποιητική συλλογή: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Μεταίχμιο 2004]


*************


 ΑΣΗΜΙΝΑ  ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ




Ανύποπτα κινούμαι μες στο χρόνο.
Σαν σκιά φύλλου που γλυστράει ανώδυνα στο δρόμο.



Από την ποιητική συλλογή Πληγές, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011




 **********************



 ΝΙΚΟΣ  ΕΡΗΝΑΚΗΣ




 
Από την αιωνιότητα στη ζωή


Γνώριζες από πάντα το δώρο
Και τώρα έρχονται για σένα

Μα εσύ κοιμάσαι κόντρα στον άνεμο
Και έχεις το νου σου στη θάλασσα

Ρωτάς τους νεκρούς για ευτυχία

Ήταν τα περίεργα αρώματα

Σε αναγνώρισα από τον τρόπο που ανακάτευες
τα κύματα στα βήματα σου

Κρυβόμουν πίσω από τις αμυγδαλιές

Σε μιλούσαν οι λέξεις 

 Ποιός αρχαίος θεός σε νίκησε στα όνειρα σου
Και σηκώθηκες με αυτήν τη γεύση ήττας

Ήταν το άγνωστο της μελαγχολίας

Κι αν θέλεις να αλλάξω πάθη
Γίνε εσύ το νέο μου πάθος

Και μίλα μας για τους παρακμασμένους βράχους
Και τους ήλιους που ξεπροβάλλουν από κακόκεφες αβύσσους

Από την αιωνιότητα στη ζωή

Πόσες φαντασίες θα χρειαστούμε ακόμα
Να μιλήσουν για τις ευχές μας

Από την αιωνιότητα στη ζωή

Κι αν αύριο όλα τελειώσουν
Εμείς θα παραμείνουμε εδώ
Αέναοι στις ανάσες που ορίσαμε

Εσύ η βουκαμβίλια κι εγώ το αμπέλι
Μια εξαίσια πάλη σε ένα ξεχασμένο μπαλκόνι

Θα περικυκλώνουμε τον ήλιο

Αφού χώρο για εμάς έχει μόνο στην αιωνιότητα



*********************



ΕΥΤΥΧΙΑ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ



ΣΑΣ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ


σηκώνω το δεξί, λέω χάιλ στήθος.

κλείνω τα μάτια, λέω χάιλ στόχος.

με τ’ αριστερό στην κοιλιά, λέω χάιλ σημαία.

και πυροβολούν αλύπητα.

κανείς δεν με βρίσκει.
εστιάζουν σε ό,τι λέγεται

—κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό, μπλα μπλα—

και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες.

εγώ όμως ζω

* χορεύω χάος

με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ.

σ’ έναν κάδο η καρδιά μου καίει τα ρούχα της.

για να σώσει η φωτιά της απ’ τα δακρυγόνα

ό,τι αξίζει.

κάπως έτσι αναπνέω.

πώς να το πω απλά;

μέσα στον κόσμο χάνεις

μόνο νύχτες.



[Απο΄το βιβλιο Μαύρη Μωραλίνα]




*********************

 ΒΑΛΗ   ΤΣΙΡΩΝΗ



Έχουμε τόσα κατάρτια μέσα μας…
Πρέπει να φτιάξουμε κι άλλες θάλασσες
Να υποδυθούμε τον άνεμο
Να κατασκευαστούμε κατά ριπές
Να πετάξουμε ως τους αστραγάλους της ελπίδας..
Και κύματα μουλιασμένα
με φλέβες λευκές
κεραυνού χιονισμένου
έτοιμα να τα κατοικήσουμε
Ιδού τα μάτια
  έτοιμα να γεμίσεις τις κούπες τους
Και στις λαβές των μελτεμιών
στροβιλικά προσηλωμένη η αύριος…
Τα στόματα θα φέρουν ρυπαρά τη σιωπή
(οι λέξεις ηχούνε μοναχά προς τα έξω?)
Από έσω μεταμοσχεύεις ράμματα
στα ανοιχτά παράθυρα χειλιών..
Τώρα οι μνήμες
διάφανα βρέφη στο παράθυρο
Στις μυρωδιές των κοχυλιών
μελετώντας την υγρασία της σιωπής
  --χωνευτικά σωπαίνοντας..
Ποιος νοιάζεται για τα φωνήεντα?
την κατάφαση στο «ναι» την κάνει αυτό το σύμφωνο…
Χωρίς συνέπειες…



********************************








 ΔΙΟΝΥΣΗΣ  ΜΑΡΙΝΟΣ




λέξεις, τόσες λέξεις 





οι λέξεις διαβαίνουν
καθώς  τα ρόδινα παζλ της μουσικής τρέμουν
στον τοίχο ήπειρο των μυρμηγκιών
φεύγουν αλυχτούν ψεκάζουν τις κόμπρες του μεσονυχτίου
οι λέξεις
ένας κιμάς λέξεων όπως αλεσμένο ξεψύχισμα
που ο Λι Πο θα τον έριχνε στον σπασμένο του φάρυγγα
που ο Σέσαρ Βαγιέχο θα’ στηνε θηλιά στο κλωνί του ιβίσκου
που ο Ρενέ Σαρ σεντόνια θα άπλωνε στο βορινό τοίχο των εκτελέσεων
α, κι ο Ενρίκε Λιν σκουριά κεφαλιού σε ύπνο βαθύ θα έβγαζε
ξέρω επίσης τι θα έκανε ο Χαρτ Κρέιν μ’ εκείνο το διαλεκτικό σημάδι θάνατος
στο ταβάνι του
οι λέξεις κλίνουν προς τα δεξιά αναπολώντας ουρανίσκους σε αποκόμματα ποιητών
τέτοιο ακατάπαυστο τσάκισμα
όπως ο Τσέζαρε Παβέζε άλωσε τα μάτια της υπέροχης στάχτης του δωματίου του
και ο Τζον Μπέριμαν άναψε όλα τα πορτοκάλια του πρωινού με νιφάδες τζιν τόνικ
και ο Τσαρλς Μπουκόφσκι είδε κόκκινα δόντια να φυτρώνουν στον εγκέφαλό του
τόσες ωραίες ύαινες λέξεις
για κάθε λακκούβα λογικής
για κάθε γουλιά τριαντάφυλλου που καίγεται
για κάθε ποίημα τόσες λέξεις για κάθε ιδρωμένο ποίημα
ακόμη και γι’ αυτό εδώ.


*****************************




 ΕΙΡΗΝΗ  ΒΟΓΙΑΤΖΗ


Αφησε με να φυγω

 Φάλτσα συγχορδία
επαναλαμβανόμενης ματαίωσης
πλήκτρα κατευθυνόμενα
δίχως πρωτοτυπία στο αποτέλεσμα,
δεν προκύπτουν συναισθήματα να με ξαφνιάζουν
μoνάχα ρηχές των δρόμων ανυπέρβλητες στοές
σαν προφητείες να μαστιγώνουν την υπομονή μου.

 Άφησε με να φύγω
από όρια και ορίζοντες χωρίς το ο
οι κορυφές μαρμάρωσαν
σ' αγέννητες λιακάδες.

Εγκλωβισμένη στο ατσαλάκωτο του χαρακτήρα μου
τσαλακώνω την ανεμελιά μιας πεταλούδας ,
εσύ δαμάζεις τις κακοτοπιές
σε έχω εμπιστευτεί σε περασμένες
του ήλιου μου ανατολές.


 Άφησε με να φύγω
μην με αφήνεις άλλο να παραπαίω
στα απομεινάρια ενός διχασμένου αιτήματος
που τίποτα δεν σκιάζει την αναίρεση του.

Αγρύπνια κι αμφιταλαντεύσεις
γδέρνουν τα σημάδια της νεότητας μου
κι έχω ξεχάσει πώς είναι να μην υπάρχεις
για να υπάρξεις.

Μια συντριβή να σέρνεται απ' το ψέμα η αλήθεια
-η ελεθερία αιχμαλωτίζεται στη λήθη μιας σπηλιάς-
μέσα από εσένα επέλεξα ν'απαλλαγώ
πάει καιρός για ετούτη την απόφαση ,
πολλά έχουν αλλάξει
όμως τα πρόσωπα γυρνούν στις ίδιες θέσεις
κι η αντοχή μου κρέμεται απ' ό,τι περισσεύει.

Λοιπόν μίλα
-πες κάτι εσύ αντί για εμένα-
θέλω να πιστέψω στη συγκίνηση σου
ή στήσε με στον τοίχο
μέχρι να σωπάσει ο μύθος που θέριεψε ,
να τσακιστεί από σκουριά η τρίαινα του Ποσειδώνα
που με τρυπάει και δεν ματώνω ν' αδειάσω ,
μέσα σε μουδιασμένες θάλασσες
γυρεύω αυθεντικότητα.

Άφησε με να φύγω
έχω πνιγεί σε περιορισμούς
και στη βαρύτητα της ανοχής ,
στην ελαφρότητα που αμαυρώθηκε
από την ευτέλεια συνειδήσεων.

Όν ,οντότητα, οντότητες . Ανήκεις.
Πού ; Ανήκω.
Έλα κι έχω αργήσει.





*****************



 ΕΛΕΝΗ  ΣΕΡΓΙΟΥ


Arte-poem



"Θα τα πούμε σύντομα".
Eπεσε κάθετα πάνω στην οθόνη του υπολογιστή
με εκκωφαντικό θόρυβο.
Η καρδιά μου ξέρει
πως δεν πρέπει να σε ρωτήσει
πόσο διαρκεί το "σύντομα".
Αν η ανάγκη να μου μιλήσεις δεν κοχλάζει
σήμερα, απόψε, τώρα,
άφησε το "σύντομα" να γίνει "ποτέ"
να χαθεί στη λιγοστή τη βλάστηση
στις χαμηλές ξερολιθιές
όπου η ασπαίρουσα καρδιά συνεχίζει να ονειρεύεται
και να ταξιδεύει με το βιβλίο "Σμιλεύοντας το Φως".
Η γυναίκα.
Ταραγμένη ψυχή στον ασάλευτο χρόνο
δίνει μάχη.
(Ποιoς την πιστεύει;)
Ο άντρας.
Μόνο αυτός πρέπει να αποφασίσει.
Μόνος αυτός.
Κι είναι μόνος.
Μόνος αυτός με το δίλημμα.
Δομήνικος* δεν είναι το όνομά του
μα έτσι φώναξέ τον.
Θ' ακούσει...

* Δομήνικος είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου του Γιώργου Ξενάριου, Σμιλεύοντας το Φως



************************* 



ΜΑΡΙΑ  ΤΣΙΡΑΚΟΥ
 


Μοντέρνοι άνθρωποι

Θέλω να έχω
έχω και θέλω

                       Ονόμασαν ανάγκη
                       τη συνηθεια των πραγμάτων


Αν είχα
θα ήθελα

                     την των υποθέσεων
                    παράνοια επέτρεψαν,

'Εχω,δε  βλέπω
Βλέπω,το θέλω .

                           σ τερώντας υγιή πραγματικότητα
                   από το μέλλον μας.

Μ ε τ ρ ο μ ά ζ ε ι η  σ ι ω π ή ό σ ω ν λ ο γ ί ζ ο ν τ α ι.



**************************




      

  ΒΑΓΓΕΛΗΣ  ΦΙΛΟΣ



Τι  ευτυχία

Ω! τι χαρά
να ανοίγεις τα μάτια σου
και να σου λέει καλημέρα
το χαμόγελο
που τριγυρνούσε στον ύπνο σου
όλη νύχτα
Και να σκεφτείς πως ξύπναγες
κάθε φορά στο άγγιγμά του
με εκείνη την αίσθηση τη στυφή
της διάψευσης
Ήταν συνήθεια πια
να περνάνε οι επιθυμίες
σε χρόνο περασμένο
να μην προφταίνεις
ποτέ να μην προφταίνεις
γιατί πάνω στην προσμονή
σ' έβρισκε ο ύπνος
κι ύστερα
κυνηγούσες τον προορισμό σου
σε νυκτερινές διαδρομές
αφώτιστες
Τι κρίμα!
Όμως
τι τύχη τώρα
να σε ξυπνά ένα χάδι
αιφνίδιο
πάντα η αφή ήταν η έλλειψη σου
στις πέτρες που κατοίκησαν
την ανάμνηση σου
Φως να σε λούζει
όνειρο
Ω! τι χαρά
τι ευτυχία
να επιστρέφεις

[Ανέκδοτο]




********************



XΡΥΣΑ  ΜΑΣΤΟΡΟΔΗΜΟΥ


ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΑΜΟΝΗ

Περάσαμε το ένα τρίτο της ζωής μας
σε αίθουσες δημόσιας αναμονής
κοιτάζοντας τα παπούτσια του μπροστινού
κλωτσώντας το μέλλον μας
σε θυρίδες δίχως φως

Το άλλο τρίτο
σε λάθος ανθρώπους το ξοδέψαμε
σε συναισθήματ δίχως αξία
και σε φιλίες χωρίς αντίκρισμα κανενα

Σε λάθος κόσμο επενδύσαμε
στη χώρα που κατάπιε
τα όνειρά  μας
σε κίβδηλους υποκριτές.

Τί έμεινε για μας;


***********

ΙΩΑΝΝΑ   ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ



ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Μέσα στη σαθρότητα των λόγων της κρύας τούτης νύχτας
στο δίχτυ των αστεριών
σωπαίνουν τα ουρλιαχτά μιας γυμνής ψυχής.
Ξυπόλητη σέρνεται στους αιώνες
ψάχνοντας.
Καρτερικά ακούει το διάβα των ανθρώπων
νωχελικά βήματα, ταλαιπωρημένα κορμιά, σμιλεμένα πρόσωπα
μυρωδιές στον αέρα ένα πράγμα σημαίνουν: ζωή
μια πόλη καταστρέφεται. Μια άλλη γεννιέται.
Η Αριάδνη καταστρώνει σχέδιο,
ο Θησέας σκοτώνει τον Μινώταυρο,
ο Αιγαίας πεθαίνει,
ο έρωτας και η δόξα τυφλώνουν.
Ένας πλανόδιος μουσικός παίζει έναν σκοπό..
χαρούμενος ακούγεται,
μα.... όχι... δεν είναι.... λάθος...
κι εσύ αδύναμος, κουρασμένος από τη φρίκη των ανθρώπων
σε ένα δωμάτιο μικρό
με τους τοίχους να ψηλώνουν επικίνδυνα και να φαντάζεις τόσο μα τόσο μικρός.
.


**************



ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗΣ

                                                                            Κανείς




Κανείς δε πρόκειται να ' ρθει.
Μονάχα δάχτυλα αθάνατων θα προπηλακίζουν τις σκανδάλες.
Μονάχα ξωτικά θα λοιδορούν βροχές θρυμματισμένες σε σταγόνες.
Μια λερναία ύδρα , πάλι μικρή ανόητη θέλησες να φοβίσεις
με τα ασημένια σου μαχαιροπίρουνα.
Κανένας.
Μονάχα το κορμί μου θα απαιτεί τα καθυστερημένα νοίκια από τη ζωή του.
Οι κυνηγοί του ονείρου πάλι με μια αγρύπνια θ' απεργήσουν.
Αν διαθέτετε τα κατάλληλα προσόντα
έχετε ήδη προσληφθεί για τα ισοζύγια των άδηλων μου λέξεων.
Πόνος να βγαίνει δηλαδή, σιγά το νέο.
Κανείς.
Μόνο ένα πείσμα σαν μουλάρι γερασμένο με τα χαϊμαλιά της τρέλας.
Ευτυχώς.
Δυστυχώς.
Τα χείλη μου σ' ένα καθρέφτη ψιθυρίζουν
''..αξιότιμε μου εγώ , μόνος κάτω από τις καστανιές θα αποκοιμηθώ...' 




 ********************
 

SALUADE Α΄
Μαρία  Πανούτσου

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ γ΄


Στους δρόμους αργά τη νύχτα τα τελευταία αυτοκίνητα.
Στις γωνιές τα σκουπίδια και οι γάτες.
Είσαι χρόνια τώρα μακριά μου.
Γίνομαι σκιά της σκέψης σου, σαν τον αέρα που στο σκοτάδι,
περνάει τις χαραμάδες και φτάνει ακάλεστος.
Στον κύκλο της μνήμης σου, είμαι και σαν στεφάνι μαγιάτικο,
πάνω απ’ το κρεβάτι σου με ’χεις
κι’ εγώ μοναστικές αγιορείτικες υπομονές φορτώνομαι
και θάλασσες ρηχές και λιμνοφόρες.
Εμείς γεννηθήκαμε κλεισμένοι σε χρυσό κλουβί,
με μπαλαλάικες στ’ αυτιά κι’ αντικρυστούς χορούς στα μάτια,
γι’ αυτό, με θεία δώρα κερασιάς με ράντισες από κορφή στο τέρμα.
Όμως όσοι δεν έζησαν πάνω στη γη, τα σύννεφα το δείλι δεν θυμούνται.
Το στήθος μου προτείνω τώρα στις δυό σου φούχτες κι’ ας μείνουμε
στο ίδιο σημείο, όπως μιά μέρα Σάββατο, μέρα ξεκούρασης, χαράς,
μέρα πρώτη.
Πόσες φορές κυράδες από άλλες ώρες δεν κάλεσα μαζί τους
να με πάρουν, σε χώρες λίγο σιωπηλές.
Τα μέλη του κορμιού μου μουσεία έγιναν γι’ αγαπημένους άνδρες
και γυναίκες.
Όταν ο ήλιος θα ξανάρθει μη τον ρωτήσεις ό,τι χτες.
Καβάλα ένα άλογο σε χωματένιους τάφους να φτάσεις, πριν ένα γίνεις
με τα ρόδα, τις σταφίδες, τα πούπουλα, τα λάδια, τις βελόνες των πεύκων, το γάλα απ’ τα σύκα ...
Φθινόπωρο κι’ έλπιζα να σε δω μακριά να προσπερνάς.
Τα γράμματα ταχτικά βαλμένα στο κουτί με τα βότσαλα και
η βεντάλια από πάνω.
Όλα ας πλαγιάσουν την ώρα αυτή του αποχαιρετισμού.
Η Ιώ μόνη στο ακροπύργιο θρηνεί, συνηθισμένη σε αρχαίους νόμους.
Μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο, μεγάλο και το κρεβάτι στενό, δίπλα
στο παράθυρο.



********************************



 ΆΝΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

 

 ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ


 Το ξημέρωμα με βρίσκει να βάφομαι
 με τα χρώματα του πολέμου
 Μετά θα καλύψω το πρόσωπο
 με μια βενετσιάνικη μάσκα,
 ξεχασμένη σ’ένα αραχνιασμένο συρτάρι.
Το τέλειο καμουφλάζ!
 Έτσι , θα κερδίσω στο παιχνίδι της υποκρισίας.
 Κανείς δεν θα δει
τους μορφασμούς της οργής μου.
 Είναι άοσμος ο πόνος της απελπισίας.
Σαρδόνιο το χαμόγελο της μάσκας,
 παγωμένο.
Και κάτω απ΄ αυτήν , εγώ.
 Ένας κλόουν
 με κέρινο πρόσωπο.




***************




                                                               ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ    ΕΥΤΥΧΙΑ





ΓΕΦΥΡA




Στο ποτάμι του καιρού
το νερό
ξύπνησε ανυπόταχτο
σαν το ακούραστο κορμί
που την αγάπη
με φλέβα ζωντανή
μοιράζει
με την βροχή με
στόμα υγρό μαζί της να ενωθεί


***



Οι μέρες, πέτρινες εντολές
με χέρια  αξόδευτης
δύναμης
και με άσπρες πέτρες
του βυθού
χτίζω γέφυρα
δυο κόσμους, δυο δρόμους
δυο στεριές να ενώσω
τα όνειρα  από τις
όχθες της φθοράς να σώσω


                                                                                 ***



Βυθίζομαι  στην πέτρα
γίνομαι στήριγμα γερό
Γέφυρα βάσταξε τον Ουρανό
το ξάστερο συναίσθημα



*******


ΕΛΕΝΗ  ΚΟΦΤΕΡΟΥ





 ΤΑ "ΚΟΚΚΙΝΑ" ΦΙΛΙΑ

"Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη"
μου είχες πει...
Κι εγώ, μόνο τα "κόκκινα" φιλιά
ονειρευόμουν.
Έτσι νόμιζα
πως ήταν όλα τα φιλιά
του πάθους και του
τριαντάφυλλου
και τ' ουρανού
που καίγεται

T' αηδόνια τ' άστρα
απ' τα φιλιά μας
γεννημένα
κόκκινα τα
ήθελα κι αυτά


Κι όταν εντέλει
με πλησίασες
μ' ένα φυλλάδιο
κόκκινο της επανάστασης
(αυτής που αναβλήθηκε
για λόγους ανωτέρας λείας)
που γέμισε αργότερα
τους κάδους
ανακύκλωσης
χαρτιού και επιθυμίας,
λέξη ανώδυνη
μικρό φιλί σου
το μέτωπό μου
καταδέχτηκε..




Το φύλαξα
το κόκκινο
το ακριβό σημάδι
και για καιρό
αυτοπαραμυθιάστηκα
Ινδή ιέρεια πως ήμουν.



************** 



 ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΧΑΝΔΡΙΝΟΥ


mui generis
Είναι όμορφη η Θεσσαλονίκη αρχές Σεπτέμβρη.
Ενώνεται με την Ισταμπούλ.
Πρέπει όμως να πάρεις το τρένο το αργό απ' την Αθήνα
για να πας.
Στα μαύρα του καθίσματα αν προσέξεις, υπάρχουν πάνω ανάγλυφες παραστάσεις με γυναίκες του μεσαίωνα κλεισμένες μες στα σπίτια τους να υποφέρουν από δυσμηνόρροια.
Φτάνεις μετά από δέκα περίπου ώρες, ο σταθμάρχης ευχαριστεί τον κάθε επιβάτη χωριστά και του χαρίζει από ένα καπέλο που' χει πάνω
έναν αητό.
Αρχίζεις να περπατάς και τα χρώματα είναι τόσο μουντά
που θυμάσαι όλους σου τους παλιούς συμμαθητές.
Μέσα στη θάλασσα που κολυμπάς κατόπιν με τα ρούχα, υπάρχει πάντα ανοιχτός, ένας ναός.
Μπες.



***********************



ολοστρόγγυλα
αποκλείοντας τους ορίζοντες.
Τα σύμπλοκά τους
θα μας πλεύσουν
σε ποσειδώνιες
τρικυμίες
τα βαρκάκια
θα κυμανθούν
ποντιστούν,αμυνθούν-
                                                 καταφύγιο
σε θυελλώδεις
αφρούς-/.,
Θα κεραυνωθεί
το άκρο της γης
Το βλέμμα μας
στο διάστημα
υπάρχω-εμείς-/γιατί\???




Γαλήνη
μετά
την κρεμάμε
σε λόγμες
φουντωτής
κραυγής.
Καταύγασμα
σε νέες αιχμές
,μιας άνοιξης
,,/με πεδιάδα 



         θαλερή/????
       δέντρα χαμογελαστά
και
τις ελπίδες μας
να λιάζονται
/γυμνές\
από κάτω
Μια κουβέρτα σιωπηλή
-γκρι κατά προτίμησιν_/
να
τις σκεπάσει
στοργικά
παρακαλώ/
ή
\να τις πνίξει
ανηλεώς/.-
\ ¿απηνέστατα?/-???
Μάρτιος 10-11/2012



**********************



 ΓΙΩΡΓΟΣ  ΛΙΛΛΗΣ


AIXMAΛΩΣΙΑ


Σε κρυφοκοιτάζω από το ανοιχτό παράθυρο.
Πίσω ο λόφος, η θάλασσα και πάλι από την αρχή
σε μια αργή επιστροφή στο κορίτσι, που πήρε την θέση
εκείνου που τώρα είναι ξαπλωμένο
κι ας έχουν διαμεσολαβήσει τα χρόνια.
Βοήθα με να κατανοήσω την κυλινδρική δομή
του σύμπαντος, να εξοικειωθώ με τη φθορά.
Να προσεγγίσω ξανά αυτό που χάθηκε.



******************




 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ 





―Κάποιος εδώ γύρω αναζητά μιαν εξίσωση―

Ακούω θορύβους στο δωμάτιο.
Με μυρίζω παντού, θυμάμαι το πρώτο σώμα.
Δάχτυλο επίμονο, όρθιο να μιλήσει.
Ακούω κάτι· άλογα θα ’ναι· τρέχει απέξω.
Στομάχι αδύναμο· ονειρεύεται άλογα.
Σχεδιάζω με το νύχι.

Βράδυ· το δωμάτιο πνίγεται· εγώ κοιμάμαι.
Σώμα άλλο· επεμβαίνει, με κοιτά.
Κάθεσαι δίπλα μου και με χαζεύεις.
Τα νύχια μου μεγαλώνουν· φτάνουν ώς το ταβάνι.
Το τρυπούν και χύνονται νερά.
Ρούχα παντού· δεν τ’ αναγνωρίζω.

Δεν θέλω να ξέρω αυτόν που χαζεύει τα νερά.
Να πλένεται· αλλιώς: να πνίγεται.
Μέσα κι έξω θόρυβοι.

Τα νύχια μού τελειώνουν.
Ονειρεύομαι καινούργιο σώμα ή κάτι που να μου ανήκει.

Έσπειρα σώματα, και τώρα θερίζω ρούχα.



 [2010]


*****************


ΣΤΑΘΗΣ  ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ 


ΤΟΚΕΤΟΣ

              Συνήθως ωριμάζω στο συρτάρι                                                       
                     όπως το έμβρυο στην κοιλιά

                    προτού διψάσω για οξυγόνο
                    ανασαίνω τα νερά                                                                 
                    του αμνιακού μου σάκου


                  τρέφομαι με τις σάρκες μου
                  καταβροχθίζω τις ασχήμιες              
                  τα περιττά κιλά
                 ώσπου η όρασή μου                                                                         
                 να ευφρανθεί στον καθρέφτη                                                           
                 της αυταρέσκειάς μου 


                μεστώνω στο σκοτάδι                                                                        

               έτοιμος να γεννηθώ                                                               

               στο φως των ματιών σου




[από την ποιητική συλλογή: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Μεταίχμιο 2004]


*************


 ΑΣΗΜΙΝΑ  ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ





Ανύποπτα κινούμαι μες στο χρόνο.
Σαν σκιά φύλλου που γλυστράει ανώδυνα στο δρόμο.



Από την ποιητική συλλογή Πληγές, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011




 **********************




 ΝΙΚΟΣ  ΕΡΗΝΑΚΗΣ





 
Από την αιωνιότητα στη ζωή


Γνώριζες από πάντα το δώρο
Και τώρα έρχονται για σένα

Μα εσύ κοιμάσαι κόντρα στον άνεμο
Και έχεις το νου σου στη θάλασσα

Ρωτάς τους νεκρούς για ευτυχία

Ήταν τα περίεργα αρώματα

Σε αναγνώρισα από τον τρόπο που ανακάτευες
τα κύματα στα βήματα σου

Κρυβόμουν πίσω από τις αμυγδαλιές

Σε μιλούσαν οι λέξεις 

 Ποιός αρχαίος θεός σε νίκησε στα όνειρα σου
Και σηκώθηκες με αυτήν τη γεύση ήττας

Ήταν το άγνωστο της μελαγχολίας

Κι αν θέλεις να αλλάξω πάθη
Γίνε εσύ το νέο μου πάθος

Και μίλα μας για τους παρακμασμένους βράχους
Και τους ήλιους που ξεπροβάλλουν από κακόκεφες αβύσσους

Από την αιωνιότητα στη ζωή

Πόσες φαντασίες θα χρειαστούμε ακόμα
Να μιλήσουν για τις ευχές μας

Από την αιωνιότητα στη ζωή

Κι αν αύριο όλα τελειώσουν
Εμείς θα παραμείνουμε εδώ
Αέναοι στις ανάσες που ορίσαμε

Εσύ η βουκαμβίλια κι εγώ το αμπέλι
Μια εξαίσια πάλη σε ένα ξεχασμένο μπαλκόνι

Θα περικυκλώνουμε τον ήλιο

Αφού χώρο για εμάς έχει μόνο στην αιωνιότητα



*********************



ΕΥΤΥΧΙΑ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ



ΣΑΣ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ


σηκώνω το δεξί, λέω χάιλ στήθος.

κλείνω τα μάτια, λέω χάιλ στόχος.

με τ’ αριστερό στην κοιλιά, λέω χάιλ σημαία.

και πυροβολούν αλύπητα.

κανείς δεν με βρίσκει.
εστιάζουν σε ό,τι λέγεται

—κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό, μπλα μπλα—

και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες.

εγώ όμως ζω

* χορεύω χάος

με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ.

σ’ έναν κάδο η καρδιά μου καίει τα ρούχα της.

για να σώσει η φωτιά της απ’ τα δακρυγόνα

ό,τι αξίζει.

κάπως έτσι αναπνέω.

πώς να το πω απλά;

μέσα στον κόσμο χάνεις

μόνο νύχτες.



[Απο΄το βιβλιο Μαύρη Μωραλίνα]




*********************

 ΒΑΛΗ   ΤΣΙΡΩΝΗ




Έχουμε τόσα κατάρτια μέσα μας…
Πρέπει να φτιάξουμε κι άλλες θάλασσες
Να υποδυθούμε τον άνεμο
Να κατασκευαστούμε κατά ριπές
Να πετάξουμε ως τους αστραγάλους της ελπίδας..
Και κύματα μουλιασμένα
με φλέβες λευκές
κεραυνού χιονισμένου
έτοιμα να τα κατοικήσουμε
Ιδού τα μάτια
  έτοιμα να γεμίσεις τις κούπες τους
Και στις λαβές των μελτεμιών
στροβιλικά προσηλωμένη η αύριος…
Τα στόματα θα φέρουν ρυπαρά τη σιωπή
(οι λέξεις ηχούνε μοναχά προς τα έξω?)
Από έσω μεταμοσχεύεις ράμματα
στα ανοιχτά παράθυρα χειλιών..
Τώρα οι μνήμες
διάφανα βρέφη στο παράθυρο
Στις μυρωδιές των κοχυλιών
μελετώντας την υγρασία της σιωπής
  --χωνευτικά σωπαίνοντας..
Ποιος νοιάζεται για τα φωνήεντα?
την κατάφαση στο «ναι» την κάνει αυτό το σύμφωνο…
Χωρίς συνέπειες…



********************************








 ΔΙΟΝΥΣΗΣ  ΜΑΡΙΝΟΣ




λέξεις, τόσες λέξεις 





οι λέξεις διαβαίνουν
καθώς  τα ρόδινα παζλ της μουσικής τρέμουν
στον τοίχο ήπειρο των μυρμηγκιών
φεύγουν αλυχτούν ψεκάζουν τις κόμπρες του μεσονυχτίου
οι λέξεις
ένας κιμάς λέξεων όπως αλεσμένο ξεψύχισμα
που ο Λι Πο θα τον έριχνε στον σπασμένο του φάρυγγα
που ο Σέσαρ Βαγιέχο θα’ στηνε θηλιά στο κλωνί του ιβίσκου
που ο Ρενέ Σαρ σεντόνια θα άπλωνε στο βορινό τοίχο των εκτελέσεων
α, κι ο Ενρίκε Λιν σκουριά κεφαλιού σε ύπνο βαθύ θα έβγαζε
ξέρω επίσης τι θα έκανε ο Χαρτ Κρέιν μ’ εκείνο το διαλεκτικό σημάδι θάνατος
στο ταβάνι του
οι λέξεις κλίνουν προς τα δεξιά αναπολώντας ουρανίσκους σε αποκόμματα ποιητών
τέτοιο ακατάπαυστο τσάκισμα
όπως ο Τσέζαρε Παβέζε άλωσε τα μάτια της υπέροχης στάχτης του δωματίου του
και ο Τζον Μπέριμαν άναψε όλα τα πορτοκάλια του πρωινού με νιφάδες τζιν τόνικ
και ο Τσαρλς Μπουκόφσκι είδε κόκκινα δόντια να φυτρώνουν στον εγκέφαλό του
τόσες ωραίες ύαινες λέξεις
για κάθε λακκούβα λογικής
για κάθε γουλιά τριαντάφυλλου που καίγεται
για κάθε ποίημα τόσες λέξεις για κάθε ιδρωμένο ποίημα
ακόμη και γι’ αυτό εδώ.


*****************************




 ΕΙΡΗΝΗ  ΒΟΓΙΑΤΖΗ



Αφησε με να φυγω

 Φάλτσα συγχορδία

επαναλαμβανόμενης ματαίωσης
πλήκτρα κατευθυνόμενα
δίχως πρωτοτυπία στο αποτέλεσμα,
δεν προκύπτουν συναισθήματα να με ξαφνιάζουν
μoνάχα ρηχές των δρόμων ανυπέρβλητες στοές
σαν προφητείες να μαστιγώνουν την υπομονή μου.

 Άφησε με να φύγω

από όρια και ορίζοντες χωρίς το ο
οι κορυφές μαρμάρωσαν
σ' αγέννητες λιακάδες.

Εγκλωβισμένη στο ατσαλάκωτο του χαρακτήρα μου
τσαλακώνω την ανεμελιά μιας πεταλούδας ,
εσύ δαμάζεις τις κακοτοπιές
σε έχω εμπιστευτεί σε περασμένες
του ήλιου μου ανατολές.


 Άφησε με να φύγω

μην με αφήνεις άλλο να παραπαίω
στα απομεινάρια ενός διχασμένου αιτήματος
που τίποτα δεν σκιάζει την αναίρεση του.

Αγρύπνια κι αμφιταλαντεύσεις
γδέρνουν τα σημάδια της νεότητας μου
κι έχω ξεχάσει πώς είναι να μην υπάρχεις
για να υπάρξεις.

Μια συντριβή να σέρνεται απ' το ψέμα η αλήθεια
-η ελεθερία αιχμαλωτίζεται στη λήθη μιας σπηλιάς-
μέσα από εσένα επέλεξα ν'απαλλαγώ
πάει καιρός για ετούτη την απόφαση ,
πολλά έχουν αλλάξει
όμως τα πρόσωπα γυρνούν στις ίδιες θέσεις
κι η αντοχή μου κρέμεται απ' ό,τι περισσεύει.

Λοιπόν μίλα
-πες κάτι εσύ αντί για εμένα-
θέλω να πιστέψω στη συγκίνηση σου
ή στήσε με στον τοίχο
μέχρι να σωπάσει ο μύθος που θέριεψε ,
να τσακιστεί από σκουριά η τρίαινα του Ποσειδώνα
που με τρυπάει και δεν ματώνω ν' αδειάσω ,
μέσα σε μουδιασμένες θάλασσες
γυρεύω αυθεντικότητα.

Άφησε με να φύγω
έχω πνιγεί σε περιορισμούς
και στη βαρύτητα της ανοχής ,
στην ελαφρότητα που αμαυρώθηκε
από την ευτέλεια συνειδήσεων.

Όν ,οντότητα, οντότητες . Ανήκεις.
Πού ; Ανήκω.
Έλα κι έχω αργήσει.





*****************



 ΕΛΕΝΗ  ΣΕΡΓΙΟΥ



Arte-poem



"Θα τα πούμε σύντομα".
Eπεσε κάθετα πάνω στην οθόνη του υπολογιστή
με εκκωφαντικό θόρυβο.
Η καρδιά μου ξέρει
πως δεν πρέπει να σε ρωτήσει
πόσο διαρκεί το "σύντομα".
Αν η ανάγκη να μου μιλήσεις δεν κοχλάζει
σήμερα, απόψε, τώρα,
άφησε το "σύντομα" να γίνει "ποτέ"
να χαθεί στη λιγοστή τη βλάστηση
στις χαμηλές ξερολιθιές
όπου η ασπαίρουσα καρδιά συνεχίζει να ονειρεύεται
και να ταξιδεύει με το βιβλίο "Σμιλεύοντας το Φως".
Η γυναίκα.
Ταραγμένη ψυχή στον ασάλευτο χρόνο
δίνει μάχη.
(Ποιoς την πιστεύει;)
Ο άντρας.
Μόνο αυτός πρέπει να αποφασίσει.
Μόνος αυτός.
Κι είναι μόνος.
Μόνος αυτός με το δίλημμα.
Δομήνικος* δεν είναι το όνομά του
μα έτσι φώναξέ τον.
Θ' ακούσει...

* Δομήνικος είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου του Γιώργου Ξενάριου, Σμιλεύοντας το Φως



************************* 



ΜΑΡΙΑ  ΤΣΙΡΑΚΟΥ
 


Μοντέρνοι άνθρωποι

Θέλω να έχω
έχω και θέλω

                       Ονόμασαν ανάγκη

                       τη συνηθεια των πραγμάτων


Αν είχα
θα ήθελα

                     την των υποθέσεων

                    παράνοια επέτρεψαν,

'Εχω,δε  βλέπω
Βλέπω,το θέλω .

                           σ τερώντας υγιή πραγματικότητα

                   από το μέλλον μας.

Μ ε τ ρ ο μ ά ζ ε ι η  σ ι ω π ή ό σ ω ν λ ο γ ί ζ ο ν τ α ι.



**************************




      

  ΒΑΓΓΕΛΗΣ  ΦΙΛΟΣ




Τι  ευτυχία

Ω! τι χαρά
να ανοίγεις τα μάτια σου
και να σου λέει καλημέρα
το χαμόγελο
που τριγυρνούσε στον ύπνο σου
όλη νύχτα
Και να σκεφτείς πως ξύπναγες
κάθε φορά στο άγγιγμά του
με εκείνη την αίσθηση τη στυφή
της διάψευσης
Ήταν συνήθεια πια
να περνάνε οι επιθυμίες
σε χρόνο περασμένο
να μην προφταίνεις
ποτέ να μην προφταίνεις
γιατί πάνω στην προσμονή
σ' έβρισκε ο ύπνος
κι ύστερα
κυνηγούσες τον προορισμό σου
σε νυκτερινές διαδρομές
αφώτιστες
Τι κρίμα!
Όμως
τι τύχη τώρα
να σε ξυπνά ένα χάδι
αιφνίδιο
πάντα η αφή ήταν η έλλειψη σου
στις πέτρες που κατοίκησαν
την ανάμνηση σου
Φως να σε λούζει
όνειρο
Ω! τι χαρά
τι ευτυχία
να επιστρέφεις

[Ανέκδοτο]




********************



XΡΥΣΑ  ΜΑΣΤΟΡΟΔΗΜΟΥ


ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΑΜΟΝΗ

Περάσαμε το ένα τρίτο της ζωής μας
σε αίθουσες δημόσιας αναμονής
κοιτάζοντας τα παπούτσια του μπροστινού
κλωτσώντας το μέλλον μας
σε θυρίδες δίχως φως

Το άλλο τρίτο
σε λάθος ανθρώπους το ξοδέψαμε
σε συναισθήματ δίχως αξία
και σε φιλίες χωρίς αντίκρισμα κανενα

Σε λάθος κόσμο επενδύσαμε
στη χώρα που κατάπιε
τα όνειρά  μας
σε κίβδηλους υποκριτές.

Τί έμεινε για μας;


***********

ΙΩΑΝΝΑ   ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ



ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Μέσα στη σαθρότητα των λόγων της κρύας τούτης νύχτας
στο δίχτυ των αστεριών
σωπαίνουν τα ουρλιαχτά μιας γυμνής ψυχής.
Ξυπόλητη σέρνεται στους αιώνες
ψάχνοντας.
Καρτερικά ακούει το διάβα των ανθρώπων
νωχελικά βήματα, ταλαιπωρημένα κορμιά, σμιλεμένα πρόσωπα
μυρωδιές στον αέρα ένα πράγμα σημαίνουν: ζωή
μια πόλη καταστρέφεται. Μια άλλη γεννιέται.
Η Αριάδνη καταστρώνει σχέδιο,
ο Θησέας σκοτώνει τον Μινώταυρο,
ο Αιγαίας πεθαίνει,
ο έρωτας και η δόξα τυφλώνουν.
Ένας πλανόδιος μουσικός παίζει έναν σκοπό..
χαρούμενος ακούγεται,
μα.... όχι... δεν είναι.... λάθος...
κι εσύ αδύναμος, κουρασμένος από τη φρίκη των ανθρώπων
σε ένα δωμάτιο μικρό
με τους τοίχους να ψηλώνουν επικίνδυνα και να φαντάζεις τόσο μα τόσο μικρός.
.


**************



ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗΣ

                                                                            Κανείς





Κανείς δε πρόκειται να ' ρθει.
Μονάχα δάχτυλα αθάνατων θα προπηλακίζουν τις σκανδάλες.
Μονάχα ξωτικά θα λοιδορούν βροχές θρυμματισμένες σε σταγόνες.
Μια λερναία ύδρα , πάλι μικρή ανόητη θέλησες να φοβίσεις
με τα ασημένια σου μαχαιροπίρουνα.
Κανένας.
Μονάχα το κορμί μου θα απαιτεί τα καθυστερημένα νοίκια από τη ζωή του.
Οι κυνηγοί του ονείρου πάλι με μια αγρύπνια θ' απεργήσουν.
Αν διαθέτετε τα κατάλληλα προσόντα
έχετε ήδη προσληφθεί για τα ισοζύγια των άδηλων μου λέξεων.
Πόνος να βγαίνει δηλαδή, σιγά το νέο.
Κανείς.
Μόνο ένα πείσμα σαν μουλάρι γερασμένο με τα χαϊμαλιά της τρέλας.
Ευτυχώς.
Δυστυχώς.
Τα χείλη μου σ' ένα καθρέφτη ψιθυρίζουν
''..αξιότιμε μου εγώ , μόνος κάτω από τις καστανιές θα αποκοιμηθώ...' 




 ********************
 

SALUADE Α΄
Μαρία  Πανούτσου

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ γ΄


Στους δρόμους αργά τη νύχτα τα τελευταία αυτοκίνητα.
Στις γωνιές τα σκουπίδια και οι γάτες.
Είσαι χρόνια τώρα μακριά μου.
Γίνομαι σκιά της σκέψης σου, σαν τον αέρα που στο σκοτάδι,
περνάει τις χαραμάδες και φτάνει ακάλεστος.
Στον κύκλο της μνήμης σου, είμαι και σαν στεφάνι μαγιάτικο,
πάνω απ’ το κρεβάτι σου με ’χεις
κι’ εγώ μοναστικές αγιορείτικες υπομονές φορτώνομαι
και θάλασσες ρηχές και λιμνοφόρες.
Εμείς γεννηθήκαμε κλεισμένοι σε χρυσό κλουβί,
με μπαλαλάικες στ’ αυτιά κι’ αντικρυστούς χορούς στα μάτια,
γι’ αυτό, με θεία δώρα κερασιάς με ράντισες από κορφή στο τέρμα.
Όμως όσοι δεν έζησαν πάνω στη γη, τα σύννεφα το δείλι δεν θυμούνται.
Το στήθος μου προτείνω τώρα στις δυό σου φούχτες κι’ ας μείνουμε
στο ίδιο σημείο, όπως μιά μέρα Σάββατο, μέρα ξεκούρασης, χαράς,
μέρα πρώτη.
Πόσες φορές κυράδες από άλλες ώρες δεν κάλεσα μαζί τους
να με πάρουν, σε χώρες λίγο σιωπηλές.
Τα μέλη του κορμιού μου μουσεία έγιναν γι’ αγαπημένους άνδρες
και γυναίκες.
Όταν ο ήλιος θα ξανάρθει μη τον ρωτήσεις ό,τι χτες.
Καβάλα ένα άλογο σε χωματένιους τάφους να φτάσεις, πριν ένα γίνεις
με τα ρόδα, τις σταφίδες, τα πούπουλα, τα λάδια, τις βελόνες των πεύκων, το γάλα απ’ τα σύκα ...
Φθινόπωρο κι’ έλπιζα να σε δω μακριά να προσπερνάς.
Τα γράμματα ταχτικά βαλμένα στο κουτί με τα βότσαλα και
η βεντάλια από πάνω.
Όλα ας πλαγιάσουν την ώρα αυτή του αποχαιρετισμού.
Η Ιώ μόνη στο ακροπύργιο θρηνεί, συνηθισμένη σε αρχαίους νόμους.
Μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο, μεγάλο και το κρεβάτι στενό, δίπλα
στο παράθυρο.



********************************



 ΆΝΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ


 


 ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ



 Το ξημέρωμα με βρίσκει να βάφομαι

 με τα χρώματα του πολέμου
 Μετά θα καλύψω το πρόσωπο
 με μια βενετσιάνικη μάσκα,
 ξεχασμένη σ’ένα αραχνιασμένο συρτάρι.
Το τέλειο καμουφλάζ!
 Έτσι , θα κερδίσω στο παιχνίδι της υποκρισίας.
 Κανείς δεν θα δει
τους μορφασμούς της οργής μου.
 Είναι άοσμος ο πόνος της απελπισίας.
Σαρδόνιο το χαμόγελο της μάσκας,
 παγωμένο.
 Και κάτω απ΄ αυτήν , εγώ.
 Ένας κλόουν
 με κέρινο πρόσωπο.




***************




                                                               ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ    ΕΥΤΥΧΙΑ






ΓΕΦΥΡA




Στο ποτάμι του καιρού
το νερό
ξύπνησε ανυπόταχτο
σαν το ακούραστο κορμί
που την αγάπη
με φλέβα ζωντανή
μοιράζει
με την βροχή με
στόμα υγρό μαζί της να ενωθεί


***



Οι μέρες, πέτρινες εντολές
με χέρια  αξόδευτης
δύναμης
και με άσπρες πέτρες
του βυθού
χτίζω γέφυρα
δυο κόσμους, δυο δρόμους
δυο στεριές να ενώσω
τα όνειρα  από τις
όχθες της φθοράς να σώσω


                                                                                 ***




Βυθίζομαι  στην πέτρα
γίνομαι στήριγμα γερό
Γέφυρα βάσταξε τον Ουρανό
το ξάστερο συναίσθημα



*******


ΕΛΕΝΗ  ΚΟΦΤΕΡΟΥ





 ΤΑ "ΚΟΚΚΙΝΑ" ΦΙΛΙΑ


"Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη"
μου είχες πει...
Κι εγώ, μόνο τα "κόκκινα" φιλιά
ονειρευόμουν.
Έτσι νόμιζα
πως ήταν όλα τα φιλιά
του πάθους και του
τριαντάφυλλου
και τ' ουρανού
που καίγεται

T' αηδόνια τ' άστρα
απ' τα φιλιά μας
γεννημένα
κόκκινα τα
ήθελα κι αυτά


Κι όταν εντέλει
με πλησίασες
μ' ένα φυλλάδιο
κόκκινο της επανάστασης
(αυτής που αναβλήθηκε
για λόγους ανωτέρας λείας)
που γέμισε αργότερα
τους κάδους
ανακύκλωσης
χαρτιού και επιθυμίας,
λέξη ανώδυνη
μικρό φιλί σου
το μέτωπό μου
καταδέχτηκε..




Το φύλαξα
το κόκκινο
το ακριβό σημάδι
και για καιρό
αυτοπαραμυθιάστηκα
Ινδή ιέρεια πως ήμουν.



************** 



 ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΧΑΝΔΡΙΝΟΥ



mui generis
Είναι όμορφη η Θεσσαλονίκη αρχές Σεπτέμβρη.
Ενώνεται με την Ισταμπούλ.
Πρέπει όμως να πάρεις το τρένο το αργό απ' την Αθήνα
για να πας.
Στα μαύρα του καθίσματα αν προσέξεις, υπάρχουν πάνω ανάγλυφες παραστάσεις με γυναίκες του μεσαίωνα κλεισμένες μες στα σπίτια τους να υποφέρουν από δυσμηνόρροια.
Φτάνεις μετά από δέκα περίπου ώρες, ο σταθμάρχης ευχαριστεί τον κάθε επιβάτη χωριστά και του χαρίζει από ένα καπέλο που' χει πάνω
έναν αητό.
Αρχίζεις να περπατάς και τα χρώματα είναι τόσο μουντά
που θυμάσαι όλους σου τους παλιούς συμμαθητές.
Μέσα στη θάλασσα που κολυμπάς κατόπιν με τα ρούχα, υπάρχει πάντα ανοιχτός, ένας ναός.
Μπες.



***********************

 
 

.





 



Εκτύπωση όλων

Σε νέο παράθυρο


 
 
 





















ΜΙΚΡΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ /ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ 2012,





  


                      


                                              




                                      
                       









                            ''Θυμάμαι παιδί  που έγραψα τον πρώτο στίχο μου.
                                 Από τότε ξέρω ότι δεν θα πεθάνω ποτέ-
                                 αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα''



                                   [Τάσος Λειβαδίτης]
                                            

         

     

 
 


Εκτύπωση όλων                                          
Σε νέο παράθυρο

ΧΑΡΗΣ    ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ





58








΄Ολες οι λέξεις που ισχυρίζονται
 ότι εξημερώνουν τον θάνατο λένε ψέμματα.
 Τα χέρια σου όμως που τώρα κρατάνε
 την τεφροδόχο με τις στάχτες της είναι αληθινά.
 Όλες οι λέξεις που ισχυρίζονται
 ότι παγιδεύουν τηv ομορφιά λένε ψέματα.
 Τα χείλη σου όμως που τώρα γεύονται
 μές  στο σκοτάδι τα δικά της είναι αληθινά.
 Ολες  οι λέξεις που ισχυρίζονται
 ότι αλώνουν τη σιωπή λένε ψέματα.
 Το ποίημα όμως που τώρα έρχεται στο φως
 καταλύοντας τη λευκότητα  είναι αληθινό.
 


 Κρατιέσαι από τις λέξεις,λες και η θάλασσα έχει κλαδιά.
 Όμως βουλιάζεις διαρκώς.Το στόμα σου είναι ήδη κάτω από το νερό.








[  από το βιβλίο  Σονέτα της Συμφοράς ]

**********************************






ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ







Ζωή κι αυτή



Ό,τι χώρεσε από ζωή,
χώρεσε.
Τώρα στριφώνω τα ξεφτίδια
για να μην ξηλωθεί
και το λίγο που απομένει.


«’Επεα πτερόεντα», εκδ. Τυπωθήτω, 2009





*************










ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ







Η διαρκής έκπληξη εκείνων των ερώτων







Ακόμη ένα, αλλά γρήγορο σώμα
το κλέος των προσφορών του
μέσα στο σκοτάδι γίνεται Κυβέλη
ή κατά τις περιστάσεις, Εκάτη
ένα σπίτι γεμάτο πυρσούς
έτοιμο ν΄ ανάψει
οι σπασμοί έχουν αρχίσει από νωρίς
δάχτυλα ερευνούν απερίσπαστα χάος


                                         --


Ποιο είναι το αρμόδιο ρήμα,
μήπως souffler;
Αλλά αρκεί για μια τόσο βαθιά πράξη;


                                          --


Θηλάζει συχνά η ίδια το στήθος της-έξοχα!
Όχι από βουλιμία,
Αλλά από αυτοπεποίθηση πάντα.


                                       --


Με το μισό κορμί να γέρνει ήδη
πάνω από το χαντάκι της έξωσης
οι δανειστές να κορυβαντιούν προ πολλού
εμείς ψάχνουμε στο χάρτη νέες πηγές
τροφή στα έσχατα των ηπείρων
περισσότερο αποδημητικά πλέον
παρά σημασίες δίποδες.


                                          --


Θα επιστρέψω,
Σίμων ο Μάγος ή απλώς Αλέκος Π.
θα επιστρέψω μέσα στο φως της αλάνθαστης
πτώ
σης.


                                                     --


Πώς το έχει πει ο Κομπαγιάσι Γιατάρο,
πιο γνωστός ως Ίσσα
πριν από δύο αιώνες
«Εκεί που ο πέλεκυς λαθεύει
εκεί κάνει τη φωλίτσα του το φρόνιμο πουλί»


έτσι κι εμείς θα σκαλίσουμε στη φλούδα του πεύκου
«Άσχετοι με τα θαύματα,
 εδώ θα χτίσουμε μαζί ένα- ένα τα φιλιά».


                           --


Οι κλειδώσεις μας ποτέ δεν θα πονέσουν
όσο βάζουμε λίγο μέλι στους αφαλούς
από εκεί ως το μεδούλι μπορεί να φτάσει
κι από εκεί ως τους αστερισμούς του Αυγούστου
να μας δείξει


                                    --


Μπορούμε ν΄ αντέξουμε, σήμερα τουλάχιστον,
κι άλλη, δίπατη πραγματικότητα
και το αντίθετό της μαζί
είμαστε από κεράσια
ξαφνικά αδάμαντες.


                                         --


κάτι από την επανάληψη
κάτι από την επανάληψη
έρχεται ο οργασμός να δέσει με το όνειρο της Ρουθ.


                                               --


...καθώς κουταβάκια τρέχουμε
πάνω κάτω στο χαλί της όρεξης και της έκστασης
όμως
τα ασταθή βηματάκια της Πάρκινσον
τα κραυγαλέα σινιάλα της γεροντικής άνοιας
τα σφαγμένα βλέμματα της Αλτσχάϊμερ
ας τα συνηθίσουμε όλα αυτά
από τώρα που τρέχουμε σαν  κουταβάκια
πάνω κάτω στο χαλί της όρεξης και της έκστασης...


                                                   --


Παρεισφρέουν πάλι οι γλουτοί
κι αναστατώνουν για τα καλά
τη σύνταξη της νύχτας.
                                                      --


Από τον μονόλογο της Ευρυδίκης
καθώς κατεβαίνει ήρεμη την Πατησίων
προλαβαίνω ν΄ ακούσω:
«.κι η απόσταση που χωρίζει την αριστερή κλείδα
από τις υποσχέσεις του ουρανού
μισή ώρα μόνο με τα πόδια είναι
και μας φαίνεται αιώνας.»


                                                             


4 Μαρτίου 2012

 **************




ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ






 ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ ΕΞΙ   ΓΡΑΜΜΑΤΑ






 το όνειρο είναι όνειρο
 αυτό είναι σ΄αγαπώ


 από το άλφα ως το ωμέγα του
 αυτό είναι σ΄αγαπώ


 δυο λέξεις που κανείς
 δεν πρόφερε ως τώρα
 και μόλις ανακάλυψα εγω


με την ομίχλη
με το άρωμα του ονείρου
ομως απτές,πραγματικές
όπως η γη
όπως η ανάσα σου


εσύ τρομάζεις και γω τρέμω
μα σ΄αγαπώ
μ΄όλα τα γράμματα
μ΄όλα τα ρήματα
τα επιφωνήματα
με τη σιωπή μου
σ΄αγαπώ




[Από το Μυστικό Αλφάβητο]






*****************






ΓΙΩΡΓΟΣ   ΜΠΛΑΝΑΣ




Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ






Καλύτερα να συντριβούν τ΄αστέρια   όλα
στη ραχη μου΄καλύτερα ν΄αρπάξουν
φωτιά οι θάμνοι και τα δέντρα,να χωθούν
βαθιά  στη δίψα οι πηγές,να λάμψει
στα μάτια μου η αρετή του έμφυτου τέλους
μια χούφτα θάρρος σκοτεινό
στο ασάλευτο καβούκι της σιωπής,
παρά αυτή η ευτελής συνήθεια να βάζουν
τα πράματα στη θέση τους.Ποιά θέση;
Έχουν σκεφτεί πως ολα αυτά
που αγνοεί η σκέψη τους τα ξέρει η άγνοιά μου;
Πώς είναι βέβαιοι  πού βρίσκεται η θέση
μιας χελώνας σαν κι εμένα;Kαν δεν έχουν
καβούκι πάντα έκθετοι στα πάντα.Κι όμως τίποτα
πάντα ούτε ερπετά ούτε πουλιά,ούτε ζώα
Φόβος και μίσος δίποδο,που θατελειώσει δυστυχώς
έρποντας για να βρει τη θέση του.Τη θέση!








*******************************






ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ




(...)
-Τσίου; ρώτησε 
Ξυπνώντας ξαφνιασμένο το κοτσύφι
Τέλειωσε ο κόσμος;


-Θα ξαναρχίσει είπα
Όπως πάντα


(Έστω 
Μόνο για μια στιγμής ζευγάρωμα θεού
Στον ύπνο
Με το μαύρο θηλυκό του)


-Τσίου σφύριξε το κοτσύφι


-Αρκεί απάντησα


Το σπίτι αναλήφτηκε 
Λοιπόν θα μείνω ο κήπος


Θα τρώω μόνο σπόρους θα πίνω βροχή 
Ένα αντικείμενο από χώμα
Ένα υποκείμενο από πέτρα
Ένα κείμενο σπαραγμένο
Από φτερά


-Τσίου
Έκανε τότε το κοτσύφι σιγανά
Κι αποκοιμήθηκε  






Aπό ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΥΣ 40 ΔΡΟΜΟΥΣ, Ροές, 2011










*******************










 ΓΙΩΡΓΟΣ  ΛΙΛΛΗΣ




ΤΙΜΩΜΕΝΟΣ




Ήπια αχαλίνωτα το δηλητήριο της υπερηφάνειας
από τις σάρκινες κούπες σου, αφήνοντας
τα σκονισμένα μου ρούχα στην ζυγαριά σου.
Κρυμμένος πίσω από τον αχτιδωτό άξονα του ήλιου
όταν σπέρνει την μέρα από τα ανατολικά και βάφει
την ψυχή με πνοή. Σε εμπιστεύομαι.
Κι ας είναι η δύναμη των ανέμων με το μέρος
του πέτρινου δικαστή, του δημιουργού
που δεν φανερώνεται. Όταν έρθει ο καιρός
και μάθω την αντοχή, στο υπόσχομαι
θα παρατείνω τις ζωές μας στην αιωνιότητα
μακριά από τον λεηλατημένο αυτό κόσμο
ουδέτεροι και ευθείς, σαν αίτημα
διαρκείας σ΄ έναν ολοκληρωμένο παράδεισο.
Σε θέλω με μεγάλα χέρια. Ταπεινή αλλά λαίμαργη
για ζωή.






*********************






ΣΩΤΗΡΗΣ  ΣΕΛΑΒΗΣ






Αυτό μονάχα: Μια σπιθαμή χωμάτινο βράδυ
να ζητάς, του ρόδου την άγρυπνη ιερότητα
τη μυστική του συνεννόηση -μες στο σκοτάδι-
μ' ένα χέρι, την ερωτευμένη ανθρωπότητα.


Μέσα στο ψόφιο φως του κήπου δεν αρκεί
ακόμη μια παρήγορη κοσμητική ανθολογία·
η ομορφιά δεν έχει νόημα αν σύρριζα κοπεί·
απ' τα αγκάθι ξεκινά η πολυπέταλη λατρεία.


Ώστε: Κι ας είν' το ρόδο της ρόδο του Ισπαχάν
όταν, με μάτια βυθού, γείρει αυτή να σε φιλήσει
μια κίνηση: Αποσιώπησε τα χείλη της. Κι αν
τ' αγκυλωμένο χάδι σου πάλι αποζητήσει


ναι, τότε μπορείς γι' αγάπη να μιλήσεις
και το ρόδο των χειλιών της να μαδήσεις.




[Σονέτο/από ποιητική συλλογή που είναι υπό έκδοσιν]






*****************






ΧΑΡΙΤΙΝΗ  ΞΥΔΗ






Η ξέρα


  Έτσι έγειρες στη πρώτη άμμο 
 που πέρασε κάτω από τη γλώσσα σου
   χωρίς να την ονομάσεις
 Πίσω απ΄τα βλέφαρα οι στέπες
  Δεν θα το σκοτώσεις το θηρίο
 Μόνο θα ψιθυρίσεις <ψέματα>
 επειδή πλανεύτηκες από μια ξέρα
 Έτσι προσευχήθηκες στον πρώτο
   τυχόντα θεουλη
 που πέρασε μέσα σπό τα δάχτυλά σου 
 χωρίς  να τον πιστέψεις
  Κάτω απ΄το δέρμα σου οι στέπες
  Δεν θα τον κομματιάσεις τον φάρο
   μόνο θα ουρλιάξεις  < ψέματα> 
  επειδή πυροβόλησες την πέτρα του
  Εσύ που γύρεψες μόνο ένα ψαθάκι
  σινιάλο από αταξίδευτο καράβι
  μεθυσμένο  γράμμα ξημερώματα
   κι εκείνον τον ερειπωμένον ανεμόμυλο
   στο τέλος του χωματόδρομου
  στην άκρη ακρη του κόσμου
  πλάι στη θάλασσα με τα παραμύθια
  Ετσι σε πήρε ο καιρός βαθύς
  χωρίς ψαθάκι άστεγο και  άνεργο
  με τη σελίδα λευκά να σκεπάζει
        το κεφάλι σου 
 Μ΄ένα μολύβι να σου φυλάει τα δόντια
 Ένα δέντρο ανάμεσα στα γένια σου
   Και τη χαρά βαλσαμωμένη σ΄ενα
     ξένο χαμόγελο.


 
 
***********************


ΕΥΤΥΧΙΑ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ



ΧΑΡΑΖΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ



στο βιβλίο μου ζωγραφίζω ένα τρίγωνο.

στην επάνω γωνία ο θεός, στην αριστερή η γάτα μου,

στη δεξιά το μολύβι.

είν’ ένα μαγικό τρίγωνο

γιατί

σε μια προέκταση της μνήμης μου

ανεπιθύμητη

οι γραμμές ατονούν και χαλαρώνουν και κινούνται πέρα δώθε
κι ο θεός γίνεται μαύρη ιέρεια, η γάτα μου πάνθηρας,

το μολύβι μου στυλό.

ο πάνθηρας αχόρταγος· ποθεί την ιέρεια.

το στυλό ανεξίτηλο· τον εκδικείται.

έτσι αφανίζονται τα άκρα

και σώζεται

μονάχο του το θηλυκό

ανίδεη από εξουσία

κέρδισε μια μάχη που αγνοούσε.

λευκός θίασος — έλαχε σ’ εμένα.

κάποιο δώρο θα ’ταν της ανάγκης,

που με το ραβδάκι της τώρα με βάζει να

παριστάνω την τρελή.



Απροπόνητη

αφήνομαι σε κάτι που καλπάζει σαν τα γιατρικά μου κόβω

τα χαρτιά μου σκίζω τα θαυματουργά μου, μια κρύπτη

είσαι —Grotta Azzurai 1— και κάτι σαν γραμμή χαράζει

νέα στραβή, κάτι συμβαίνει με το σχήμα αυτό —τρίγωνο

διαβολικό— δεν ζωγραφίζεται.




[Από το βιβλιο <Μαύρη Μωραλίνα>]








*****************






 ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ




 "Η φαγάνα"




Το κρανίο μου ζέχνει ακόμα


με βγάλαν
μας αλλάζουν θέση


οι φαγάνες σκάβαν


η κυρά Φ. λίγο πιο πέρα




το κρανίο χωρίστηκε


απ' το σώμα


μια σακούλα μπλε πλαστική


είδα την κνήμη


με λίγο καλσόν




μεταφέρουν το νεκροταφείο




το κρανίο σου σ' ένα ξύλινο ράφι


τρίζει ενώ σκάβει η φαγάνα  .






*****************






ΒΑΛΗ  ΤΣΙΡΩΝΗ




Φοράνε τις ποινές των ενδυμάτων και οι λέξεις
σκοντάφτοντας μες τα σπασμένα ποδήλατα των φράσεων
Ένα ποίημα σαν τη ρωγμή των καταρτιών υποφερτό
Ετούτο μόνο, ενσυνείδητα, μπορεί να ερμηνεύσει τις ανάσες μας...
Οι φουσκωμένες παπαρούνες των λέξεων
Συνένοχα προελαύνουν στις αρτηρίες της σκέψης
Αχνίζουν οι στίχοι, ταπετσαρίες πρωινών
σκορπίζοντας τις λευκοφορεμένες σκέψεις
που-μοναδικές αυτές
την οιδιπόδεια μοίρα της ύπαρξης διέψευδαν
Και οι ιστορίες αντιφέγγουν τους ανθρώπους
Φορώντας ολόκληρες τις περικεφαλαίες των στίχων
εύθραυστα ξεκουράζοντας νοήματα
στις σιωπές και στις προθήκες …
Μια παρουσία ακτήμονα
ντυμένη αχόρταγα μια ύπαρξη
με ριζωμένα βλέφαρα στους ώμους της δικής μας…
Ένας ήλιος ολόσωμος στα βράχια του μυαλού
τυλιγμένος τα υπαίθρια μάτια της σκέψης
κι όλα τα λόγια εδώ αναδεύτηκαν
ατμώδη στους βυθούς των κοχυλιών...
Σε ένα ξημέρωμα υπερφίαλο αρμύρας
Διέσχιζε τις λέξεις, αποκαθηλώνοντας το ποίημα….
 


**************************




               ΑΣΗΜΙΝΑ   ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ




                Και τώρα που έφυγες , Μάγια;


               Πλαγιάζεις μέσα στη θάλασσα
               Η θάλασσα είναι θάλασσα
               πάντα λυτρωτικά σπουδαία
               Κι η στάχτη σου είναι θάλασσα πια




                Μάγια έγινες θάλασσα
  •      κι εκείνος δεν το ξέρει

  •      Το χυμένο πόρτο
         ο χώρος βρώμικος
         και ανάστατος
         κι εσύ γυμνή
         και σκόρπια
         τα βιβλία του τριγύρω
         χιλιουπογραμμισμένα
         με κόκκινους
         πράσινους
         μπλε μαρκαδόρους
         -να μην χάσεις τη σοφία του-

  •      Ήθελες να κρατάς στα χέρια σου
         τον Ποιητή πιο πολύ παρά τον άνθρωπο
         -ή στα μάτια σου αυτές οι ιδιότητες ήταν μία;

  •      Tί υφής ήταν αυτή η γοητεία που δεν ξεπέρασες;
  •       Kαι έμοιαζες με πληγωμένο πουλί
          λευκό
          επικίνδυνα όμορφο
          απόκοσμο
          και μακρινό

  •      Μάγια έφυγες
         και κείνος δεν το ξέρει

  •      Τα γεμάτα σου ημερολόγια
         οι πίνακες του Μontiliani
         τα χάπια στο κομοδίνο σου
         το αποχαιρετιστήριο γράμμα προς συγγενείς
         μια σκισμένη τράπουλα-
         απ΄όταν προσπαθούσε να σου μάθει χαρτιά...

  •      Δεν θα μάθει  πως εφυγες
         παρά μονάχα αν εκδοθείς...


              [πρωτη δημοσιευση  19/2/2012]




             [Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή]








***********************






ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ


Ρόδο στο νερό
Αρκεί με αλήθεια να μπεις στην πηγή είναι θαύμα
Βρίσκομαι εκεί που σε χάνω που μ έχεις κλέψει από μένα
Εσύ πιο αμίλητη από Καρυάτιδα καθώς νεωκόρος
σβήνει τα πολυέλεα ψηλά σε ποιόν Ερεχθέα τάζεις;
Μωρό μου φάλτσο φωτιστική μας ύλη
είσαι ποτάμι σε άλλη κοίτη είσαι γυναίκα σε άλλη κλίνη
Αρκεί με αλήθεια να μπεις στην πηγή είναι θαύμα
Η χώρα μου μέσα σε εσπέριες λεμονιές χτισμένη
λεμόνια κίτρα φύλλα η χώρα μου εσύ ένα μουσκεμένο ρόδο
όνειρο μου νυχθημερινό καθρέφτης στο νερό
τρεχούμενο τρέμει τις μορφές στο πάντα ρει ένα ρίγος
Αρκεί με αλήθεια να μπεις στην πηγή είναι θαύμα
Βρίσκομαι εκεί που σε χάνω που μ έχεις κλέψει από μένα
εσύ πιο αμίλητη από Καρυάτιδα μουσκεμένο μου ρόδο
καθώς καθρέφτης στο νερό τρέμει τις μορφές στο πάντα ρει ένα ρίγος

******************


ΧΡΥΣΑ ΜΑΣΤΟΡΟΔΗΜΟΥ
Μεγέθη


Oι άνθρωποι
δυσανάλογα μεγέθη
που να φτάσουν
το ίδιο μέγα μέγεθος επιθυμούν


Μεγέθη που επιβάλλουν
οι περιστάσεις,
οι καταστάσεις
και ο κακός μας ο καιρός.
από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή "Κλειδιά στο τραπέζι"

*****************




 XAΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ




Ματαιοδοξία ποιητού






Είναι μεσημέρι και μου τηλεφωνεί
εκείνος ο εκδότης (γνωριζόμαστε εξάλλου
και μου 'ναι, στ' αλήθεια, πολύ συμπαθής) 
που έχει δυο μήνες τώρα τα ποιήματά μου


και μου λέει πόσο του αρέσουν, που όλο
με τα μικρά και τα ασήμαντα ασχολούνται
(ένα κυκλάμινο, αναφέρει, ένα λευκό φανελάκι,
ένα ρήμα που το προτιμώ ασυναίρετο)


κι ότι τα πήρε στο σπίτι του για να τα διαβάζει,
μα η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι τάσεις της εποχής,
η οικονομική κρίση και οι γράφουσες Ελληνίδες
δεν του επιτρέπουν να τα εκδώσει.


Κι εγώ πιστεύω κάθε λέξη που μου λέει
κι ας μην μπορώ να θυμηθώ πότε έχω γράψει
για κείνο το κυκλάμινο (είναι γνωστό εξάλλου
πως εγώ τα τριαντάφυλλα αγαπάω).   



********************** 




 ΑΝΝΑ  ΝΙΑΡΑΚΗ




άνοιξη όπως έρωτας


Πάνω στο χέρι σου άνθισαν και φέτος οι κισσοί,
αυτοί που φουντώνουν και βάφουν την πλάτη σου και το όνειρο πράσινα
και στο κεφάλι σου μπλέχτηκαν μπουμπούκια αμυγδαλιάς με τα μαλλιά σου.
Περιμένεις τα χελιδόνια λες, να έρθουν, φωλιές να χτίσουν από κλαδάκια
και χορτάρι στο στήθος σου, να τραγουδούν τα πρωινά σουίτες και άριες.
Δυο βασιλικοί φύτρωσαν στα πόδια σου, ψηλώνουν κάθε μέρα
και εκεί κάπου στο μέρος της καρδιάς μια πορτοκαλιά φάνηκε.
Να την μπολιάσω, ζήτησες, με την απώλεια,
σαγκουίνια να βγουν, με χυμό κόκκινο, να βάψουν τον έρωτα.


(ανέκδοτο)


 


*************************




 ΝΙΚΟΣ   ΕΡΗΝΑΚΗΣ




 Το μέλλον θα μας βιώσει




Mας κλείσαν στα καλύτερα τους σπίτια
Nα μην είμαστε κίνδυνος για κανέναν πια
Mας φιλοξένησαν σε παλάτια
Eίναι ήρεμοι που δεν είμαστε εκεί έξω
Nα τους απειλούμε
Ξέρουν πως εδώ πονάμε μόνοι
Και πως είμαστε δυνατοί
Μόνο όταν δεν είμαστε μόνοι
Μας σκόρπισαν σε μέρη απόμακρα
Μας κλέψαν τις λέξεις μας
Μας φόρεσαν τις μάσκες τους
Υποδύθηκαν τους έρωτες μας
Χόρεψαν τα τραγούδια μας
Μέρχι που η μουσική τους 
Δεν μας θύμιζε τίποτα πια


Που να ξέραν όμως


Πως οι μύθοι θα νικάνε πάντα τους αριθμούς
Πως το μέλλον θα μας βιώσει
Η καύτρα μας θα καίγεται για πάντα
Σαν τις ιερές λίμνες
Eίμαστε ο καπνός του κρύου στο ζεστό
Και κανείς δεν είναι ευτυχισμένος μακριά μας
Είναι ωραία η βόλτα
Φωτιά και χρόνος
Μια αθώα διαστροφή
Μια αστική ιεροτελεστεία
Κι όταν κάνουμε ευχές
Πετάμε κέρματα σε υπονόμους
Tα συντριβάνια μοιάζαν από πάντα ρηχά
Κι ας είπαν πως θα έπεφταν κεραυνοί να μας κάψουν
Δεν έπεσε κανένας
Μπορεί και να τους γοητεύσαμε
Και ίσως ναι,
Το συμπάν τελικά να έχει λίγο από τη γεύση μας
Που να ξέραν λοιπόν
Πως εμείς κοιταζόμαστε τα βράδια μέσα από καθρέφτες και τα λέμε
Γεννάμε νέες λέξεις
Χορεύουμε ξανά αρχαίες μουσικές
Κάνουμε βουτιές
Έχουμε τους τρόπους μας να ερωτευόμαστε
Οπλιζόμαστε
Και τους περιμένουμε
Αναζητώντας την πραγματικότητα που θα νικήσει το όνειρο
Τους περιμένουμε να μας ανοίξουν τις πόρτες
Νομίζοντας πως μας έχουν ημερέψει
Για να ξεχυθούμε στον άνεμο
Και να γίνουμε ανάσα
Χωρίς να μας φοβίζουν
‘Οπλα, φυλακές και κατάρες


Αναμένουμε τους εξόριστους
Δεν υπάρχουν ανάγκες
Δεν χρειάζονται νόμοι


Η σάρκα μας απολογήθηκε
Το μυαλό μας ποτέ


Συνεχίζουμε να πέφτουμε
Παραμένοντας υποχρεώμενοι στο θάνατο


Εμείς
Και τώρα


Βρισκόμαστε στα σύνορα
Έχει χελιδόνια εδώ


Είχαμε να θυσιάσουμε και θυσιάσαμε


Ας περπατήσουμε
Κι ας μην έφτασε ποτέ κανείς


Κουβαλάμε μαζί το μεθυσμένο μας μέλι


Κι αν μόνο ο θάνατος και το τίποτα μας έχουν απομείνει
Τότε στο θάνατο και στο τίποτα θα βρούμε την ελπίδα


Είχαμε από πάντα μαζί μας τον ήλιο
Και από ότι βλέπω ο ήλιος είναι ακόμα εδώ








*************************************************






Ν.Γ.ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ




ΕΡΩΤΙΚΗ ΡΑΨΩΔΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ


Όταν τα αγκομαχητά μας συντονίζονται,
όταν οι ανάσες μας βαραίνουν,
όταν τα κορμιά μας πάλλονται,
τότε είναι, ίσως, η μοναδική στιγμή
που μπορώ να αφεθώ και να ξεχάσω τα πάντα.
Ξέρω πως δε θα ʼχω ποτέ ξανά
(κι ίσως να μην είχα ποτέ)
εκείνο το ανέμελο βλέμμα του εφήβου
που κοιτά το αντικείμενο του πόθου του
με μια ανεπιτήδευτη αθωότητα
αλλά μου φτάνει
που είμαστε εδώ μαζί τώρα. 






**********************************

β.κουστουδας


Ενώ εσυ δεν ήσουν εκεί

Και ενώ εσύ δεν ήσουν εκεί ,
είδα να σε ορίζουν μανιασμένες θύελλες
και κύματα μιας άγριας θάλασσας
να πλέκουν γαλαξίες τα μαλλιά σου ,
κι είδα τρικυμίες μέσα στην ψυχή σου
που με ναυάγησαν σε όλους
τους ωκεανούς του απέραντου ,


είδα τα αστρικά φαντάσματα των ανθρώπων
να με κοιτούν με απορία ,
τον κόσμο ολόκληρο μέσα στα μάτια σου
τον είδα να πεθαίνει και να ανασταίνεται ,
με μιαν ανάσα ,με ένα τίποτα ,


και ενώ εσύ δεν ήσουν εκεί ,
με κάθε τρόπο σε ένιωσα


και μέσα σε ένα θλιμμένο όνειρο
γεύτηκα την ανελέητη μοναξιά


των ξεχασμένων θεών ,
των πεθαμένων ανθρώπων....


Και ενώ εσύ δεν ήσουν εκεί ,
είδα τη μορφή σου υγρή


να πνίγεται μέσα στις αργές μεταμορφώσεις της ,


και άγριες καταιγίδες να γράφουν τα μαύρα σύννεφα
πάνω στα βλέφαρα σου


και αστρικά παράδοξα να γεμίζουν τρυφερά
τις ατελείωτες νύχτες μου ,


και ενώ εσύ δεν ήσουν εκεί ,
ένιωσα μέσα μου βαθιά την αγάπη
να με πλημμυρίζει....


***************
ΣΤΕΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ


Η άνοιξη σ' οδήγησε. Σωστά;
Κοίτα!
Κοίταξε το πουλί, το χελιδόνι
πώς φτερουγάει την άνοιξη
Ακάματο να χτίσει τη φωλιά
κλαράκι κι άχυρο κι αγάπη ζώσα
Κι ας την αφήσει πάλι έρμαιο
του φονικού χειμώνα και του σφετεριστή
δήθεν αδύναμου σπουργίτη
Είναι η χρεία του χαρά
κι ευγνωμοσύνη το κελάηδισμά του
αποδημητικό κατά περίσταση
από κλαδί και σ' άλλο ποίημα
Κάποτε και στα τροπικά μου όνειρα
μοσχοβολάει ανθούς το λάλημά του


Κι εσύ
που τα 'χες όλα -από γενέσεως αφής-
κι οι μοίρες σου σε φίλησαν
μ' αισθήματα σφοδρά κι ακμαία χάρη
δεν έστερξες στον ήλιο ένα χαμόγελο


Όλο ν' ανασκαλεύεις το χαμό
τον πόνο μιας αγέννητης πληγής
μόνη γητειά σου η νάρκη
Οι νύχτες σου μισές, ο ύπνος λίγος
αφύσικος, μετέωρος και άσπλαχνος
ο ουρανός σου
Γκρεμίζεις τα φυλλώματα απ' τα χέρια μου
δέντρο γυμνό ξεραίνομαι και σπάω
Σπλαχνίσου το πουλί
δώρα σου φέρνει
απ' τα μακρινά σου κύτταρα
ήχους από ποτάμια βουερά
στις εκβολές της μνήμης
μακριά από του χάους την ορμή
Μια διαδρομή στο φως
να καίει και να ζεσταίνει
το βάθος κάθε λέξης κάθε αγγίγματος


Επίμονη θαρρείς η φετινή λιακάδα
σαν ένα μήνυμα να εικάζει
γνέφοντας απαλά στην Άνοιξη
τους κόσμους σου ν' ανοίξει
Ν' αποδημήσεις πέρα
απ' αυτή
τη μέση ανάγνωση


Από τη Συλλογή Μάσκα Οξυγόνου, εκδ. Γαβριηλήδη, 2011.



***********



 BAΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ



Κύριε ελέησον


Ελέησε Κύριε τις θλίψεις που βουρκώνουν τα νέφη
Ελέησε Κύριε τη φωνή που σφάζει τη σιγή
Ελέησε Κύριε το τυφλό βλέμμα στα αόρατα
Ελέησε Κύριε τα κλειστά δάχτυλα στα δώρα
τα όχι της αδυναμίας
τα ναι της υποχώρησης
τα ίσως των συμβιβασμών


Ελέησε Κύριε
την άγονη καρδιά μου
το νωθρό μου νου
το άρρωστο σώμα μου


Ελέησε την άγνοια,
τη σκληρότητα,
τη μισανθρωπία μου
-δικά μου τα χειρότερα όλα-


Κύριε, Κύριε, αχ Κύριέ μου
τι να πρωτοελεήσεις
δεν ξέρω να πω
δεν ξέρω να ζητήσω
ούτε και να ονομάσω δύναμαι
τις μισές μου λέξεις
τις άναρθρες κραυγές
ή την αγλωσσία μου;


Βρες ένα νήμα Εσύ απ' το κουβάρι μου
και τράβα το απαλά -να μη πονέσω
σαν ουρά χαρταετού
στον ουρανό της Αγάπης σου
κι αν μείνει στο τέλος η μια άκρη μου στο χώμα
κράτα την άλλη Εσύ ψηλά και σταθερά
πνεύσε Πνοή μου, Αύρα μου και πάλι
ν' ανασάνει η κλωστή μου απ' την αρχή


λύσε τους κόμπους Κύριε
ένωσε Κύριέ μου τα σπασμένα
χρωμάτισέ με Αγαπημένε
και ελέησέ με Κύριε


κοίταξέ με
χάιδεψέ με
πάρε με αγκαλιά



************