Translate

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ///ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Της Μίνας Ξηρογιάννη


Ισορροπία σε μια χιονοστιβάδα
Και η συμπεριφορά της πέτρας
Ξεδιπλώνει σιωπηλά μονοπάτια
Στους εντολοδόχους της νύχτας
Το προβάδισμα είναι καημός 
Σύμβαση χρόνου
Μικροί τροπικοί
Δεν θα μπορέσουν να καλύψουν την απόσταση 
που μας χωρίζει
Ερήμωση
Το ψυχρό σύμπαν
Βρίσκεται στη σφυγμομέτρηση της φτώχειας
Και το αύριο 
Το αύριο
Η ίδια μέρα πάντα ξημερώνει

ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ///ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Η αρχιτεκτονική της λήθης
                  Στον Γιώργο Σεφέρη
 

Η αρχιτεκτονική της λήθης οικοδομείται
   πάνω στα θεμέλια της μνήμης.
Ένας λαός έτοιμος να απεκδυθεί τα ιμάτια του
  να αλλάξει τη σάρκα του με τη σάρκα του νέου
του ολότελα διαφορετικού μέλλοντος
   χωρίς να αφήσει κεντημένο στο δέρμα του
έστω ένα στίχο
             να κρατήσει στο βλέμμα του
ένα θρυμματισμένο άγαλμα
    και λίγη άμμο από τις ακτές της Ιστορίας του
μέσα στις μικρές του φούχτες.
Το φως που υμνήσαμε κρέμεται ανενεργό πάνω στα ηλεκτροφόρα
καλώδια,
οι θάλασσες που αγναντέψαμε, εμφιαλώνονται για τους τουρίστες,
          ο ήλιος κόβεται σε νομίσματα
και η ελιά σφραγίζεται με πύρινο σταυρό.
Και εκείνες οι καταστροφές και οι αποδημίες
οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι θυσίες
διαβάζονται πια σαν ξόρκια
      όχι σαν ιστορία
και προβάλλονται τρισδιάστατα σε σκοτεινές αίθουσες
               το χρήμα να ξεπλένει το αίμα
               το αίμα να ξεπλένει το χρήμα.
Κάποτε κάποτε φοράμε ψηλά τακούνια και κάνουμε θόρυβο
περπατώντας μέσα στα γήπεδα.
Μα με πέλματα βρώμικα και πόδια γεμάτα καντήλες
          επιστρέφουμε πιο βραχύσωμοι σπίτι.
Άλλοτε πάλι ακούμε τα υπόγεια νερά των ποταμών
και φαντασιωνόμαστε αρχαίους περιπάτους και χαϊδέματα.
Μα τα δάκτυλα συνήθισαν να πληκτρολογούν τη μοναξιά τους
να καρφώνουν τα χάδια πάνω σε κουμπιά
         και να ακομπανιάρουν ευνουχισμένα αισθήματα
φριχτά τραγουδισμένα από άφυλους αοιδούς.
Κι άλλοτε φτιασιδώνουμε την αρρώστιά μας
         με αρχαϊκό γέλιο ή κλάμα
κάθε καλοκαίρι και άλλος επιδαύρειος θίασος
στο ίδιο έργο.
Είμαστε η λήθη που οικοδομείται
              οι λίθοι που την οικοδομούν.
ο περιούσιος λαός ενός δολοφονημένου από την πίστη
θεού.
Οι γραμμές στα πρόσωπά μας άλλαξαν.
Οι αυλακιές στις παλάμες μας άλλαξαν.
Οι δρόμοι του αίματός μας άλλαξαν.
Οι λεωφόροι του μυαλού μας άλλαξαν.
Οι εθνικές οδοί μας άλλαξαν.
Δεν είναι πια τόπος.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις εδώ.

[Από τη τελευταία του ποιητική συλλογή“Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”, εκδ. Μετρονόμος 2011]
*************

 
Ερωτηματικό
Θυμάσαι εκείνο το βράδυ
που μιλούσαμε
για τους νεκρούς μας;


Τί να απογίναμε άραγε;

Βραχνή φωνή

Τα πρόσωπα των νεκρών
μεγαλώνουν μέσα μας σαν νύχια.

Γι’ αυτό και τις μέρες
που θα νιώθεις στο λαιμό σου ένα γδάρσιμο
θα ξέρεις πια

γιατί αυτή η βραχνή φωνή
και γιατί αυτές οι αιμάτινες λέξεις.

Σπύρος Αραβανής, "Η ανοσία της άγνοιας", Αθήνα: Οδός Πανός, 2008.
*************
Ένα κορίτσι χαμένο στις μνήμες 

 
Ένα κορίτσι χαμένο στις μνήμες
Επέστρεψε μια νύχτα ακροπατώντας
Την δέχτηκαν στο πάτωμα οι σανίδες
Χωρίς ούτε ένα τρίξιμο, σιωπώντας
Μπήκε στο σπίτι μέσα απ’ το φεγγίτη
Κόρη στερνή της λήθης και του ονείρου
Το δέρμα τρύπησε βαθιά με το νύχι
Κι έσταξε αίμα ως την πόρτα του κήπου
Την κύκλωσαν τα δυο σκυλιά στην πύλη
Την μύρισαν σαν πρόσωπο δικό τους
Αυτή τους χάιδεψε τη ράχη σαν μια φίλη
Και πρώτη χάθηκε πριν το φευγιό τους.
 


*************
 
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει

Στον Μανόλη Αναγνωστάκη
 
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι θάβω στο χώμα κάλυκες
από σφαίρες
που η ζωή ανάλωσε στη μάχη με το χρόνο,
από άνθη
που ο χρόνος προσέφερε, σημάδι αγάπης, στη ζωή.
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
οτι στα σπλάχνα μιας γυναίκας
κάπου στον κόσμο,
κυοφορείται ένα έμβρυο
που θα γίνει
η αυριανή λέξη,
η αυριανή σιωπή.
Αποχαιρετώ τους ποιητές μας θα πει
ότι ο κόσμος θα συνεχίζει
να ερωτεύεται,
να ονειρεύεται
και να θρηνεί,
ασφαλής
ότι κάποιος άλλος πέθανε στη θέση του,
ότι κάποιος άλλος έζησε γι’ αυτόν.
 


Ποιήματα από το βιβλίο «Η ανοσία της άγνοιας»  
 

Αντίδραση///της Ασημίνας Ξηρογιάννη(ΠΡΟΔΗΜΟΣΊΕΥΣΗ)


http://www.ideostato.gr/2013/02/blog-post_28.html
ιδεόστατο: Προδημοσίευση: "Εποχή μου είναι η Ποίηση" της Ασημίνας Ξηρογιάννη


 
Μου λένε συνέχεια
γράψε για την εποχή σου
για την πόλη σου
για τους τετράγωνους κυβερνώντες
για το μνημόνιο
για τους Ευρωπαίους
για τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων
για την καταλυση της εθνικής ταυτότητας
για τα πολιτικά σκάνδαλα
για την απώλεια της αξιοπρέπειας
για το γενικό ξεπούλημα της χώρας σου
για την κρίση
για το αμφίβολο μέλλον
για τους ξοφλημένους νέους
για την γενιά των τετρακοσίων ευρώ
και άλλα παρόμοια.
Μα εγώ θα γράψω μόνο για την Ποίηση
Που με βοηθάει να τ΄αντέχω όλα αυτά.

Τώρα που η ζωή σου έγινε χλωμή//AΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Τώρα που η ζωή σου έγινε χλωμή,
τώρα κατάλαβες τον στίχο του Σεφέρη
<<Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει>>
Μα όλες οι λέξεις σου πέφτουν κάτω
και τσακίζονται μία μία.
Πληγωμένες κι αυτές.
Πάψε να τραυματίζεις αυτό το ποίημα.


http://bibliotheque.gr/?p=16848

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Ενα μανιφέστο για την Ποίηση //της Ασημίνας Ξηρογιάννη

 http://bibliotheque.gr/?p=17100

[ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ/ΣΕ ΒΡΙΣΚΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔ.Κίχλη,2012]

 ΄ Eνα βλέμμα σαφές ,καθαρό,γοητευτικό για την ποίηση!Οι άπειρες διαστάσεις και εκδοχές της!Το απροσμέτρητο βάθος της!Η απύθμενη ζωοδόχος δύναμή της.Σε βρίσκει η ποίηση στην καθημερινή σου ζωή,αλλά και στα πιο απίθανα μέρη.Σε βρισκει η ποίηση όταν  όλα αρχίζουν,αλλά και όταν όλα έχουν τελειώσει.Κυρίως τότε.Είναι το μανιφέστο του Τίτου Πατρίκιου για την Ποίηση ,που εν τέλει δεν είναι καθόλου ''μια τέχνη περιττή''.Είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη του ανθρώπου και ΄΄έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα''.Είναι συνυφασμένη με τον εσωτερικό,διανοητικό,φαντασιακο κόσμο του ανθρώπου,αλλά και με τα  βιώματα,τις προσδοκίες,τα οράματα,τον στοχασμό,τις ενέργειες,τις προκλήσεις,την ηθική ή την μη ηθική του.Μια φορά με ρώτησαν τη γνώμη μου για τον θεό.'' Όταν τον  αναζητάς τον βρίσκεις.'',απάντησα..Το ίδιο θα πω και για την Ποίηση.Όταν την αναζητάς την βρίσκεις,ή την ξεθάβεις από παντού ή την δημιουργείς ο ίδιος.Σε βρίσκει,σου παρουσιάζεται όταν τη ζητήσεις.Και δεν είναι διώλου μεμπτό να παραδεχτείς πως την έχεις ανάγκη.Αυτό είναι και το πνεύμα του βιβλίου του Πατρίκιου,νομίζω!Άνθρωπε,σου είναι απαραίτητη η Ποίηση,γιατί σε αφυπνίζει,σε σοκάρει,σε συντροφεύει,σε θυμώνει,σε περιπαίζει,σε δελεάζει,σε πείθει,σε εξαπατά,σε απενοχοποιεί,σε κάνει να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου,με όσα αρνήθηκες,όσα δεν τόλμησες,όσα  φοβηθηκες,όσα αγάπησες...''...[...]σου ψιθυρίζει   μυστικά που πρέπει εσύ να εξιχνίασεις /σου φωτίζει  πράγματα που  μέναν σκοτεινά ως τότε/ώσπου κάποια στιγμή σε ανταμοίβει για την αφοσίωσή σου/ σου αποκαλύπτει την αλήθεια,σου λέει καθαρά πως/ανήκει σε όλους/''
   Ο Πατρίκιος δεν δίνει ορισμούς για το τί είναι ποίηση.Δεν υποτιμώ (΄ούτε και ο Πατρίκιος φαντάζομαι)τους δεκάδες ορισμούς που έχουν δοθεί για την ποίηση και από λογοτέχνες και από μη λογοτέχνες.Κάποιοι από αυτούς αγγίζουν την αλήθεια των πραγμάτων.Αλλά πώς μπορεί κανείς την ποίηση(και κάθε τέχνη) να την κλείσει,να την φυλακίσει  μέσα σε έναν ορισμό;Η Ποίηση είναι (μεταξύ άλλων)Ιδέα  και οι ιδέες δεν εγκλωβίζονται ακόμα κι αν εγκλωβιστεί το σώμα.Η Ποίηση έχει να κάνει με την ψυχή του δημιουργού και του αναγνώστη οπότε είναι ιερή.Η  Ποίηση είναι όμως και πανταχού παρούσα,φιλτράρει την πραγματικότητα με ιδιαίτερους και ανοίκειους τρόπους,την αναδεικνύει και την αναιρεί την .ιδια στιγμή.Και για να το πω με τον τρόπο της αγαπημένης μου Μάτσης Χτζηλαζάρου...η Ποίηση μας ΕΚΡΙΖΩΝΕΙ...

ENA EΡΩΤΙΚΟ ΤΡΙΓΩΝΟ της ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

 


http://bookstand.gr/2013/02/26/%CE%B5%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%BF/ 

Χένρι και Τζουν

 
Αναΐς Νιν
μετάφραση: Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης


Μεταίχμιο, 2011
396 σελ.
ISBN 978-960-501-336-3, [Κυκλοφορεί]
Διαβάζω πάλι τα ημερολόγια της Αναίς Νιν....Κατά καιρούς επανέρχομαι σε αυτές τις τολμηρές σελίδες που ""καταγράφουν το χρονικό ενός ερωτικού τριγώνου''.Δυο γυναίκες,ένας άντρας.Τρία πρόσωπα που εμπλέκονται μεταξύ τους με ένα αλλόκοτο τρόπο.Η Αναίς Νιν  προβαίνει σε βαθιές εξομολογήσεις που πολλές φορές σοκάρουν.Ό πως  σημειώνει και ο μεταφραστής του βιβλίου Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης πρόκειται για ΄΄μια συγκλονιστική μαρτυρία της ολέθριας δυσαρμονίας ανάμεσα στη λογική και το πάθος,ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα,ανάμεσα στο όνειρό και την πράξη''.
Η Νιν  περιγράφει λεπτομερώς τις έντονες ψυχολογικές της μεταπτώσεις,τις ατελειώτες ηδονικές συνευρέσεις με τον εραστή της ,καθώς και τις ποικίλες συναισθηματικές της εκρήξεις.Δεν διατάζει να αποκαλύψει πράγματα πολύ προσωπικά με φοβερή ευφράδεια,θάρρος,καιι λυρική ωμότητα.Η εμπλοκή της με τον Μίλερ δεν είναι μονοδιάστατη.Ο άντρας αυτός είναι εραστής της,επίγειος θεός της,μέντοράς της,Μούσα της.Τον ερωτεύεται σφόδρα και γίνεται έρμαιο του άκρατου ενθουσιασμού  και αισθησιασμού του τ,ον οποίο και κείνη ανατροφοδοτεί και ενθαρρύνει ώστε μοιραία οι δυο τους να οδηγούνται σε  απολαυστικά ,αλλά και επικίνδυνα συνάμα μονοπάτια.Η Αναίς δεν ενδιαφέρεται γι αμια κανονική και ανιαρή ζωή,ούτε καλά καλά γιια τον  συμβατικό τραπεζίτη άνδρα της,τον Χιούγκο Γκάιλερ.Αφήνεται και ενδίδει στον ακόλαστο έρωτά της  για τον κατά πολύ μεγαλύτερό της συγγραφέα .Έναν έρωτα σαρκοβόρο που θα της δώσει και αφορμές και ερεθίσματα για δημιουργία.Οι επιστολές που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι εραστές είναι πάρα πολλές.Μονάχα μέσα στο 1932 ο Μίλερ έστειλε στην ερωμένη του εννιακόσιες πολυσέλιδες επιστολές,όπως  αναφέρεται στιο επίμετρο του βιβλίου.Tα πράγματα περιπλέκονται ακόμα πιο πολύ όταν η Αναίς συναντά την γυναίκα του Μίλερ,την Τζούν,από την οποία συμβαίνει να γοητεύεται επίσης.Μέσα στην ψυχή της γίνεται πόλεμος.Σοκάρεται .Τρομάζει.Επιτίθεται κατά του Μίλερ,προσπαθεί να τον υποβαθμίσει,κάνει πράξεις αντιφατικές μεταξύ τους,ακριβώς γιατί ο εσωτερικός της κόσμος εκρήγνυται.Αμφιταλαντεύεται συχνά ανάμεσα στον πόθο για ακρότητες  και στον πόθο για μια ήσυχη και ασφαλή ζωή.Ο Χένρυ Μίλερ είναι ο άντρας που θα απελευθερώσει σεξουαλικά τη Νιν,θα την λατρέψει ,θα την κάνει να αισθάνεται άκρως ποθητή όμορφη,εκλεκτή,αξιοζήλευτη ερωμένη.Της απελευθερώνει μαγικά τα  ένστικτα σε τέτοιο βαθμό που δεν ξέρει πως να το διαχειριστεί ,όπως ομολογεί και η ίδια.Βιώνει την απόλυτη ηδονή,την ανορθόδοξη απόλαυση,το μεθύσι του παράνομου έρωτα.''Κλαίμε και φιλόμαστε κι ερχόμαστε σε οργασμό την ίδια στιγμή''.Κλεισμένοι σε μια κάμαρα στο Κλισί ρουφάνε ο ένας τον άλλο,μιλάνε για ποίηση και λογοτεχνία,χάνουν τις ισορροπίες τους,παραλογίζονται,αλληλοσπαράσσονται,αλλά σε καμία περίπτωση δεν πλήττουν.Ο Μίλερ της κάνει παρατηρήσεις για τον τρόπο της γραφής της ,αυτή γενικά αναφέρει πως νιώθει ότι εξελίσσεται διαρκώς μαζί του..Από την άλλη εκφράζει απέχθεια και αηδία γι ατον ΄΄πεζό΄΄ άνδρα της.'''Μυρίζει τράπεζα ο Χιούγκο.Μυρίζει τράπεζα.Το σιχαίνομαι αυτό.Αηδιάζω.Κακόμοιρε Χιούγκο'',γράφει κάπου.Από την άλλη,η Αναίς φαντασιώνεται πράγματα με την Τζουν,την πανέμορφη και δυναμική γυναίκα του εραστή της.Σκορπάει και σε κείνη φιλιά ,χάδια και φιλήδονη διάθεση και κείνη ανταποκρίνεται.Κάποια στιγμή η Αναίς αναρωτιέται΄΄Ποιόν ζηλεύω άραγε;Tη Τζουν ή τον Χένρυ;''Από τη άλλη παρατηρεί:'΄Mην ψάχνεις το γιατί.Δεν υπάρχουν γιατί,δεν υπάρχουν αιτίες,ούτε εξηγήσεις ,ούτε λύσεις.''Μεσα στα ημερολόγια αυτά συναντά κανείς ωμές και πρόστυχες περιγραφές τρελού πόθου .Η αχόρταγη Αναιν δίνει ατελίωτες πορνογραφικές  περιγραφές των ερωτικών της περιπτύξεων  και κάποια στιγμή προς το τέλος του βιβλίου καταλήγει :''Θέλω να κυλιστώ στη σεξουαλικότητα ώσπου να την ξεπεράσω,ή να φτάσω στο σημείο κορεσμού που έχε αγγίξει ο Χένρι''.Μην μπαίνοντας καν στην διαδικασία να επιλέξει ,γεύεται  ό,τι της προσφέρεται ,ζώντας με οδύνη ,ηδονή και πειραματισμό ,ψάχοντας παράλληλα να βρει τη λογοτεχνική της φωνή ,η οποία εν τέλει θα είναι συνάρτηση των  αισθηματικών και σεξουαλικών της εμπειριών.Οποιος αγαπά τη ερωτική λογοτεχνία δεν έχει να διαβάσει το εν λόγω βιβλίο το οποίο θα είχε ενδιαφέρον να μελετήσει παράλληλα μ ε το εξής βιβλίο: Anais Nin και Henry Miller : Αλληλογραφία / σε μετάφραση πάλι του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη · επιμέλεια Γκάνθερ Στούλμαν. - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2007. - 274σ. · 24x17εκ. - (Τετ α Τετ).

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Η ανάγνωση ως φετίχ


 πηγή:http://dimartblog.wordpress.com/2013/02/24/reading-as-a-fetish/
 
Ανάγνωση και αναγνώστες. Η ανάγνωση ως εικόνα, το βιβλίο ως φετίχ. Αφιέρωμα του dim/art με φωτογραφίες συγγραφέων, καλλιτεχνών, επιστημόνων, διανοουμένων, αθλητών κλπ. που διαβάζουν. Φωτογραφίες αυθόρμητες ή στημένες, αναγνώστες πραγματικοί ή σε ρόλο διαβάζουν βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, επιστολές, ημερολόγια, σημειώσεις, σενάρια. Εν είδει εισαγωγής, ένα απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο του Αλμπέρτο Μανγκέλ Η ιστορία της ανάγνωσης (μτφ. Λύο Καλοβυρνάς, εκδόσεις Λιβάνη) κι ένα ποίημα του Wallace Stevens.
Η ιδιωτική υπόθεση της ανάγνωσης
In omnibus requiem quaesivi, et nusquam inveni nisi in angulo cum libro
Ο Αργεντινός συγγραφέας, ανθολόγος, επιμελητής και μεταφραστής Αλμπέρτο Μανγκέλ (άλλη μία από τις δουλειές που έκανε στα νιάτα του ήταν να διαβάζει στον Χόρχε Λούις Μπόρχες, όταν εκείνος είχε χάσει πια την όρασή του), αποθησαύρισε επί επτά χρόνια πλήθος ιστοριών και λεπτομερειών από την ιστορία της ανάγνωσης παγκοσμίως και έγραψε ένα βιβλίο απολαυστικό, ένα βιβλίο-ταξίδι, όπως ταξίδι είναι και το ίδιο το θέμα του: η ανάγνωση.
«Έχω αναζητήσει την ευτυχία παντού», ομολογούσε ο Θωμάς εκ Κέμπης στις αρχές του δέκατου πέμπτου αιώνα, «αλλά δεν τη βρήκα πουθενά· μόνο σε μια γωνίτσα μ’ ένα βιβλιαράκι». Ποια γωνίτσα όμως; Και ποιο βιβλιαράκι; Είτε πρώτα διαλέξουμε το βιβλίο κι ύστερα την κατάλληλη γωνιά είτε πρώτα βρούμε τη γωνιά και κατόπιν αποφασίσουμε ποιο βιβλίο ταιριάζει στην ατμόσφαιρα της γωνίτσας, δε χωρά καμιά αμφιβολία ότι η σωστή πράξη της ανάγνωσης προϋποθέτει μια αντιστοιχία μεταξύ χρόνου και χώρου, και η σχέση μεταξύ των δύο αυτών συνιστωσών είναι άρρηκτη. Υπάρχουν βιβλία που διαβάζω σε πολυθρόνες και βιβλία που διαβάζω σε γραφεία· βιβλία που διαβάζω στον υπόγειο, σε τραμ και λεωφορεία. Βρίσκω ότι τα βιβλία που διαβάζω σε τρένα έχουν κάτι κοινό με τα βιβλία που διαβάζω σε πολυθρόνες, ίσως επειδή και με τα δύο μπορώ εύκολα να αποκοπώ από τον περίγυρό μου. «Η καλύτερη ώρα να διαβάσει κανείς μια καλή, χαριτωμένη ιστορία», είπε ο Άγγλος μυθιστοριογράφος Άλαν Σίλιτοου,
«είναι τελικά όταν ταξιδεύει μόνος του με το τρένο. Περιτριγυρισμένος όπως είναι από ξένους ανθρώπους και με το άγνωστο τοπίο να τον προσπερνά έξω από το παράθυρο (στο οποίο κάθε τόσο ρίχνει φευγαλέες ματιές), η προσφιλής και πολυδιάστατη ζωή που ξεπηδά από τις σελίδες δημιουργεί απροσδόκητες και βαθιές εντυπώσεις».
Τα βιβλία που διαβάζουμε σε μια δημόσια βιβλιοθήκη ποτέ δεν έχουν την ίδια γεύση με τα βιβλία που διαβάζουμε στη σοφίτα ή στην κουζίνα του σπιτιού μας. Το 1374 ο βασιλιάς Εδουάρδος Γ΄ πλήρωσε 66 λίρες, 13 σελίνια και 4 πένες για ένα βιβλίο με ειδύλια, «το οποίο θα φυλαγόταν στο δωμάτιό του», όπου προφανώς πίστευε ότι έπρεπε να διαβάζεται ένα τέτοιο βιβλίο. Στο έργο Η ζωή του Αγίου Γρηγορίου του δωδέκατου αιώνα, η τουαλέτα περιγράφεται ως «ένας χώρος όπου κανείς μπορεί να απομονωθεί και να διαβάσει πινακίδες άνευ παρεμβολών». Ο Χένρι Μίλερ συμφωνεί. «Την καλύτερη ανάγνωση την κάνω πάντα στην τουαλέτα», ομολόγησε κάποτε. «Υπάρχουν κομμάτια του Οδυσσέα που μπορούν να διαβαστούν μόνο στην τουαλέτα — αν κανείς θέλει να γευτεί στο έπακρο το περιεχόμενο του έργου». Για την ακρίβεια, το μικρό αυτό δωμάτιο «που προοριζόταν για ειδικότερη και χυδαιότερη χρήση» ήταν για τον Μαρσέλ Προυστ ένας χώρος «για όλες τις ενοχλήσεις μου που απαιτούν απαραβίαστη μοναχικότητα: την ανάγνωση, την ονειροπόληση, τα δάκρυα και την ηδονή των αισθήσεων».
Ομάρ Καγιάμ
Ο επικούρειος Ομάρ Καγιάμ συνιστούσε να διαβάζουμε ποίηση μεγαλόφωνα κάτω από ένα κλαδί· αιώνες αργότερα, ο σχολαστικός Σεντ Μπεβ συμβούλεψε τους αναγνώστες να διαβάζουν τα Απομνημονεύματα της κυρίας Ντε Σταλ «κάτω από νοεμβριάτικα δέντρα». «Έχω τη συνήθεια», έγραφε ο Σέλεϊ, «να ξεντύνομαι και να κάθομαι στα βράχια για να διαβάσω Ηρόδοτο μέχρι να καταλαγιάσει η εφίδρωση». Όμως δεν είναι όλοι ικανοί να διαβάζουν στο ύπαιθρο.«Σπάνια διαβάζω σε παραλίες ή σε κήπους», ομολόγησε η Μαργκερίτ Ντιράς. «Δεν μπορείς να διαβάζεις με δύο φώτα αναμμένα ταυτόχρονα, το φως της μέρας από τη μία και το φως του βιβλίου από την άλλη. Πρέπει να διαβάζεις με ηλεκτρικό φως, σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο σκιές, και μόνο η σελίδα να είναι φωτισμένη».
Είναι δυνατόν να μεταμορφώσει κανείς ένα χώρο με το να διαβάσει σ’ αυτόν. Κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών του, ο Προυστ γυρνούσε κρυφά στην τραπεζαρία όταν η υπόλοιπη οικογένεια είχε φύγει για τον πρωινό περίπατό της, βέβαιος ότι θα μπορούσε να διαβάσει με την ησυχία του, αφού για μόνη συντροφιά θα είχε «τα ζωγραφισμένα πιάτα που κρέμονταν στον τοίχους, το ημερολόγιο τοίχου όπου η σελίδα με τη χθεσινή ημερομηνία είχε μόλις κοπεί, το ρολόι και το τζάκι, που μιλούν δίχως να περιμένουν απάντηση και των οποίων η φλυαρία, σ’ αντίθεση με την ανθρώπινη λαλιά, δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει την έννοια των λέξεων που διαβάζεις με κάποια άλλη, διαφορετική έννοια».
Δύο ολόκληρες ώρες ευδαιμονίας προτού εμφανιστεί η μαγείρισσα «για να στρώσει το τραπέζι πριν από την ώρα του· και τουλάχιστον να το έστρωνε δίχως κουβέντα! Αλλά εκείνη έπρεπε σώνει και καλά να πει: “Δεν κάθεσαι άνετα έτσι· να σου φέρω ένα γραφείο;” Και μόνο που εγώ έπρεπε να της απαντήσω: “Όχι, ευχαριστώ πολύ”, αναγκαζόμουν να βάλω άνω τελεία στην ανάγνωσή μου και να προστάξω τη φωνή μου ναεπιστρέψει από τους μακρινούς τόπους όπου είχε ταξιδέψει κι όπου επαναλάμβανε γοργά και άηχα πίσω από τα ακίνητα χείλη μου κάθε λέξη που διάβαζαν τα μάτια μου· για να μπορέσω να πω ικανοποιητικά: ”Όχι, ευχαριστώ πολύ”, έπρεπε να ξυπνήσω τη φωνή μου, να την πιέσω να βγει έξω και να την κάνω να ακούγεται πεζή, χρωματίζοντάς την μ’ έναν απαντητικό επιτονισμό που είχε χάσει». Μόνο πολύ αργότερα —τη νύχτα, μετά το δείπνο— και μόνο όταν είχαν απομείνει λιγοστές σελίδες για να αποτελειώσει το βιβλίο ξανάναβε το κερί του, με κίνδυνο όχι μόνο να τιμωρηθεί αν τον ανακάλυπταν αλλά και να μείνει ξάγρυπνος, διότι, μόλις τέλειωνε το βιβλίο, το πάθος με το οποίο είχε παρακολουθήσει την πλοκή και τους ήρωές του θα τον καθιστούσαν ανήμπορο να κοιμηθεί και θα βημάτιζε στο δωμάτιο ή θα κειτόταν ξέπνοα στο κρεβάτι του, ποθώντας να συνεχιστεί η ιστορία ή τουλάχιστον να μάθει κάτι παραπάνω για τους χαρακτήρες που τόσο είχε αγαπήσει.
t από τον Ralph Bruce
Προς το τέλος της ζωής του, φυλακισμένος σ’ ένα δωμάτιο με επένδυση φελού που ανακούφιζε λιγάκι το άσθμα του, ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι γεμάτο μαξιλάρια και δουλεύοντας υπό το φως μιας αδύναμης λάμπας, ο Προυστ έγραφε: «Τα αληθινά βιβλία πρέπει να γεννιούνται όχι από το άπλετο φως της μέρας ή τη φιλική κουβέντα, αλλά από το ζόφο και τη σιωπή». Τη νύχτα στο κρεβάτι, με τη σελίδα να φωτίζεται από ένα αχνό, κιτρινιασμένο φέγγος, εγώ, ο αναγνώστης του Προυστ, αναπαριστώ εκείνη τη μυστηριώδη στιγμή της γέννησης.

Ο Τζέφρι Τσόσερ —ή μάλλον η άυπνη αρχόντισσα στο Βιβλίο της δούκισσας— θεωρούσε την ανάγνωση πριν πέσει για ύπνο καλύτερη ψυχαγωγία από ένα επιτραπέζιο παιχνίδι:
Κι όταν ο ύπνος δεν ερχόταν,
ως αργά μες στην νυχτιά προψές,
όρθια σηκώθηκα, μαθές,
βιβλίο να φέρουν ζήτησα
κι ολονυχτίς εδιάβαζα,
για να περάσω εκείνη τη νυχτιά·
είν’ μεγαλύτερη χαρά
απ’ το να παίξω σκάκι ή ντάμα.
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο εκτός από ψυχαγωγία που αντλεί κανείς από το να διαβάζει προτού να κοιμηθεί: μια ιδιάζουσα αίσθηση μοναχικότητας και προσωπικού χώρου. Το να διαβάζεις στο κρεβάτι είναι μια πράξη εγωκεντρική, ασάλευτη, απελευθερωμένη από τις συνήθεις κοινωνικές συμβάσεις, αόρατη από τον κόσμο, μια πράξη που, επειδή γίνεται ανάμεσα στα σκεπάσματα, σ’ αυτό το βασίλειο της ηδονής και της αμαρτωλής ραθυμίας, εμποτίζεται από το ρίγος που χαρακτηρίζει όλα τα απαγορευμένα πράγματα. Ίσως είναι η θύμηση εκείνων των νυχτερινών αναγνώσεων που προσδίδει μια κάποια ερωτική απόχρωση στις αστυνομικές ιστορίες του Τζον Ντίξον Καρ, του Μάικλ Ίνες και του Άντονι Γκίλμπερτ — που τους διάβασα όλους κατά τις καλοκαιρινές διακοπές των
εφηβικών μου χρόνων. Η συνηθισμένη φράση «παίρνω ένα βιβλίο να διαβάσω στο κρεβάτι» πάντα μου φαινόταν να ξεχειλίζει από αισθησιακή προσαρμογή.
Ο μυθιστοριογράφος Γιόζεφ Σκβορέσκι περιέγραψε τις αναγνώσεις του όταν ήταν παιδί στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία, «σε μια κοινωνία που διακυβερνιόταν από μάλλον αυστηρούς και περιοριστικούς κανόνες, όπου η απειθαρχία τιμωρείται με τον παλιό, καλό, προ δόκτορος Σποκ τρόπο. Ένας τέτοιος κανόνας: το φως στην κρεβατοκάμαρά σου πρέπει να σβήσει στις εννέα ακριβώς. Τα αγόρια πρέπει να σηκώνονται στις επτά και χρειάζονται δέκα ώρες ύπνο κάθε βράδυ». Το να διαβάζεις στο κρεβάτι έγινε, συνεπώς, απαγορευμένος καρπός. «Αφού έσβηνα τα φώτα», λέει ο Σκβορέσκι, «κούρνιαζα στο κρεβάτι μου, κουκουλωνόμουν πατόκορφα με μια κουβέρτα και επιδιδόμουν στην ηδονή τού να διαβάζω, να διαβάζω, να διαβάζω. Τελικά, συχνά μετά τα μεσάνυχτα, με έπαιρνε ο ύπνος από την ηδονική εξάντληση».
[Απόσπασμα από το βιβλίο του Alberto Manguel Η Ιστορία της ανάγνωσης, μετάφραση: Λύο Καλοβυρνάς, εκδόσεις «Νέα σύνορα» — Λιβάνη, Αθήνα 1997, από το κεφάλαιο με τίτλο: «Κατ' ιδίαν ανάγνωση»].

Το σπίτι ήταν σιωπηλό

Το σπίτι ήταν σιωπηλό κι ο κόσμος ήσυχος
Ο αναγνώστης έγινε το βιβλίο· κι η νύχτα του καλοκαιριού
λες κι ήταν του βιβλίου η συνείδηση.
Το σπίτι ήταν σιωπηλό κι ο κόσμος ήσυχος.
Προφέρθηκαν οι λέξεις σαν βιβλίο να μην υπήρχε.
Μόνο που έσκυψε ο αναγνώστης στη σελίδα,
να σκύψει ήθελε, ήθελε τόσο να ’ναι
ο λόγιος, που γι’ αυτόν το βιβλίο είναι αλήθεια, που γι’ αυτόν
η νύχτα του καλοκαιριού είναι σαν την τελειότητα της σκέψης.
Το σπίτι ήταν σιωπηλό γιατί έπρεπε να είναι.
Η σιωπή ήτανε μέρος του νοήματος, του νου:
η πρόσβαση της τελειότητας στη σελίδα.
Κι ο κόσμος ήταν ήσυχος. Η αλήθεια σ’ έναν κόσμο ήσυχο
στον οποίον άλλο νόημα δεν υπάρχει, η ίδια
είναι ήσυχη, είναι νύχτα και καλοκαίρι, η ίδια
είναι ο αναγνώστης που σκύβει αργά και διαβάζει εκεί.
[Wallace Stevens, μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς]

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΤΕ ΤΑ ΌΝΕΙΡΑ της ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ



Ποιόν να δικάσεις;
'Oσους παίζουν στον τζόγο
τα όνειρά σου;
Eσένα που τους αφήνεις
σιωπώντας,
(είναι και η σιωπή ήττα καμιά φορά)
ή τα ίδια τα όνειρα;
Nαι, στην εποχή των παραλογισμών,
δεν θα΄ταν απίθανο
κάποιοι να καταδικάσουνν και τα όνειρα.
Ναι, ναι, τα όνειρα φταίνε για όλα!
Πυροβολήστε τα όνειρα.
 
http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2013/02/blog-post_3009.html
 

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

ΣΤΗΛΗ THE ARTMANIACS///ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

 






συνέντευξη στην ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ


Αυτές τις μέρες..έχω συντροφιά την <Μικρή Διαθήκη> σου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περισπωμένη...Πες μου δυο λόγια για αυτό το βιβλίο...

Τα ποιήματα της Μικρής Διαθήκης άρχισα να τα γράφω στην Μαγιόρκα τον Ιούλιο του 2009 και ολοκληρώθηκαν τον Ιούλιο του 2010 στην Σάμο. Μετά τα Όρια του λαβύρινθου (εκδόσεις Κέδρος), ποιήματα που δούλευα έξι χρόνια πριν εκδοθούν, δεν ήθελα να γράψω άλλο. Βρισκόμουν σ΄ ένα μεταβατικό στάδιο. Βαθύτατα επηρεασμένος από έναν πεσιμισμό, διάχυτο σ΄ εκείνα τα ποιήματα, ήθελα περισσότερο από όλα να αποστασιοποιηθώ. Να που η ποίηση όμως έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις. Την τελευταία μέρα στην Μαγιόρκα γεμίζει η θάλασσα μέδουσες. Εκατοντάδες μέδουσες. Κι αποφασίζω, μιας και δεν γινόταν να κάνω μπάνιο να πάρω το αυτοκίνητο και να περιπλανηθώ στην ενδοχώρα. Φτάνω σ΄ ένα γραφικό χωριό, την Ντεϊα, χτισμένο σ΄ ένα κατάφυτο λόφο και αποφασίζω να διασχίσω τα καλντερίμια του με τα πόδια. Εντελώς τυχαία φτάνω σ΄ ένα κοιμητήρι, κι εκεί αντικρίζω τον τάφο του μεγάλου Άγγλου ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς. Χωρίς να το θέλω, επηρεασμένος από αυτή την τυχαία (υπάρχει τίποτα τυχαίο τελικά;) συνάντηση με έναν ποιητή που αγαπώ πολύ, άρχισα να γράφω σ΄ ένα μπλοκάκι. Δεν ήξερα τι έγραφα. Ούτε ξέρω πόσες ώρες έμεινα εκεί. Μετά, όταν δούλεψα εκείνους τους στίχους είδα ότι μπορούσαν να γίνουν μια ολοκληρωμένη ποιητική ενότητα. Δεν έγραψα κάτι άλλο, μέχρι την άλλη χρονιά, όπου πάλι τυχαία, κάθισα, έτσι απλά, κι έγραψα τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής. Δεν μου έχει συμβεί ποτέ κατ΄ αυτό τον τρόπο να εμπνευστώ, γι΄ αυτό δεν επεξεργάστηκα πολύ τα ποιήματα, αφήνοντας ανέγγιχτη εκείνη την πρώτη ύλη που μου δόθηκε. 

<Ειναι εφικτό να είμαι ποιητής προστατεύοντας τόση ύλη;>γράφεις σε ένα ποίημα...Ο ποιητής είναι και άνθρωπος,έχει προσωπική ζωή,υλικές ανάγκες,ζει σε έναν γηινο κόσμο...Που είναι η Ποίηση μέσα σε όλα αυτά;O Tιτος Πατρίκιος λέει ότι σε βρισκει η Ποιηση παντου....

Ο ποιητής δεν ήταν ποτέ ένα εξωπραγματικό όν, έτσι τουλάχιστον τον αντιλαμβάνομαι εγώ. Είναι ο πιο γήινος από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ο ποιητής είναι κάτι το ξεχωριστό. Γράφω για την δική μου λύτρωση και μόνο, ζώντας μια εντελώς φυσιολογική ζωή, χωρίς εντυπωσιασμούς και φανφαρονισμούς. Ήταν αρχή μου να μην διαφοροποιούμαι. Με τον στίχο που αναφέρεις εννοώ πως ο διακαής πόθος καθενός μας είναι να υπερβούμε την ύλη, με ότι συμπεριλαμβάνεται σ΄ αυτή, από την ατέλεια, μέχρι την απεγνωσμένη μας προσπάθεια να κρατήσουμε κάτι ζωντανό μέσα στην φθορά, φόβους, πάθη, όλα αυτά που μας προσγειώνουν και δεν μας αφήνουν να απογειωθούμε σε μια άλλη διάσταση, όπου η πνευματικότητα θα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Νιώθω μερικές φορές δεσμευμένος μέσα στις ίδιες μου τις ανάγκες, αναγνωρίζοντας την μικροπρέπεια μου. Συμφωνώ με τα λόγια του Πατρίκιου. Η ποίηση υπάρχει παντού. Ακόμα και στα πιο συνηθισμένα πράγματα. Ιδίως εκεί.

Λογοτεχνία και διαδίκτυο. 

Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη σ΄ αυτόν τον νέο τρόπο επικοινωνίας. Μου αρέσει που όσο περνά ο καιρός και φεύγει η πρώτη αμηχανία, εμφανίζονται στο διαδίκτυο ποιοτικές σελίδες που ασχολούνται με το βιβλίο. Άνθρωποι με μεράκι, με πάθος για την καλή λογοτεχνία, πραγματικοί σκαπανείς της γνώσης. Τους θαυμάζω. Η αυτοκρατορία των μίντια, που έλυναν κι έδεναν όλα αυτά τα χρόνια έχει καταρρεύσει. Μια νέα εποχή ξεκινά. Μου αρέσει που εδώ δεν υπάρχουν κλίκες, ούτε συμφέροντα. Και πιστεύω πως μέσα από το διαδίκτυο θα γνωρίσουμε τα πρώτα έργα μεγάλων συγγραφέων του μέλλοντος. 

Πώς είναι να ζεις μακριά από την Ελλάδα;

Μα και όταν ήμουν στην Ελλάδα πάλι μακριά της ζούσα. Δεν ξέρω, νιώθω χωρίς πατρίδα. Από μικρό παιδί το ένιωθα. Λες και είχα ορίσει μια δική μου φανταστική χώρα μέσα μου, χωρίς σύνορα, γλώσσα, έθιμα και ήθη. 

Ιχνη στο Χιόνι..Ενα βιβλίο που συζητήθηκε...

Όποιος αποφασίζει να γράψει κάτι για τον εμφύλιο είναι αυτομάτως και παρεξηγημένος. Μ΄ αυτό το βιβλίο ήθελα να αφηγηθώ πως βιώνει ένα παιδί τον πόλεμο, ορφανό, χαμένο στα βουνά με τους αντάρτες. Δεν έγραψα πολιτικό ούτε ιστορικό μυθιστόρημα. Κι όμως, η επίσημη κριτική μίλησε αρνητικά για το βιβλίο ότι δεν καταφέρνω να παρουσιάσω κάτι καινούργιο για τον εμφύλιο, μια νέα ματιά πάνω στα πράγματα. Μάλιστα ενόχλησε που ο πρωταγωνιστής, ηλικιωμένος πια, αποφασίζει να φύγει από το κομμουνιστικό κόμμα, απογοητευμένος από την Αριστερά. Βέβαια, αν το κοιτάξουμε λογοτεχνικά, σαν πρώτο βιβλίο έχει προβλήματα, μιας και δεν είχα γράψει μέχρι τώρα πεζό, από την άλλη όμως ήταν μια προσπάθεια να διασώσω μια αληθινή ιστορία. 

Θεός;

Πιστεύω στο θείο, γιατί είναι η πηγή της έμπνευσής μου. Η φύση, ο ίδιος ο άνθρωπος. Δεν θα μπορούσα να θαυμάζω την δημιουργία, χωρίς να πιστεύω σ΄ ένα νοήμονα Δημιουργό.

Παρακολουθείς τα πολιτικά πράγματα;

Φυσικά. Αλλά είμαι τόσο απογοητευμένος που δεν με ενδιαφέρει πια το άθλημα. Έχουν ισοπεδωθεί όλα. Κάθε ιδεολογία, κάθε αξία. Διανύουμε την εποχή του κίβδηλου, του επιφανειακού, του ψεύτικου. Οι πολιτικοί μου θυμίζουν μαριονέτες. Απορώ που υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πιστεύουν σ΄ αυτούς. Μπορεί να ακούγομαι υπερβολικός, αλλά η πολιτική της Ευρώπης σήμερα δεν σέβεται τον πολίτη. Έχουμε γίνει απλά ανώνυμα πιόνια μιας μηχανής που παράγει το μεγάλο Τίποτα. Και στην Ελλάδα, αλλά και στην Γερμανία, όλα έχουν θυσιαστεί στο βωμό του χρήματος. 

Aγαπημένοι σου ποιητές,συγγραφείς και μεταφραστές.

Αντί να πω για τους κλασσικούς, που ούτως ή άλλως αγαπώ, θα αναφέρω σύγχρονους που με τα γραπτά τους με έχουν ταξιδέψει. Σωτήρης Σελαβής. Η Κασετίνα του είναι ότι καλύτερο έχω διαβάσει από ποίηση τα τελευταία χρόνια. Κώστας Κουτσουρέλης με τον υπέροχο σε ρυθμό Αέρα Αύγουστο. Γιάννης Σμυρλής με το Κονσέρτο για σιωπή. Τα ποιήματα της Βανέσσας Καραγεώργου, παρ΄ όλο που δεν έχει εκδώσει ακόμα κάποιο βιβλίο. Ο Χρήστος Αστερίου, ο Γιώργος Ξενάριος, ο Χρήστος Αγγελάκος, όπου με τα βιβλία τους είδα τον κόσμο αλλιώς. Τα ποιήματα της Σιγούρου και του Γιώργου Μπλάνα. Μεταφραστές. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης και ο Ανταίος Χρυσοστομίδης. 

Πιστεύεις στα λογοτεχνικά βραβεία;

Έχω αρκετές αμφιβολίες για τα λογοτεχνικά βραβεία. Δεν θα το αρνηθώ, αν κάποτε μου δοθεί κάποιο, αλλά δεν ξέρω σε τι πραγματικά βοηθά ένα βραβείο. Στο να ταΐσω την ματαιοδοξία μου; Τότε δεν έχει νόημα. Στο να διαδοθεί το έργο μου; Τότε καλώς. 

Tελευταία γινεται προσπάθεια για την διάδοση και εδραίωση του ψηφιακού βιβλίου...

Όσο και παθιασμένος να είμαι με το χαρτί το ψηφιακό βιβλίο μπήκε στην ζωή μας. Πάντα θα αγοράζω βιβλία, αλλά δεν θα είχα πρόβλημα να κυκλοφορούν τα βιβλία μου ψηφιακά. Το θέμα είναι να φτάνει το βιβλίο στους αναγνώστες. Τι να το κάνω αν μένει αδιάβαστο και σκονισμένο στο ράφι; Σήμερα, που πολλοί δεν διαθέτουν τα λεφτά να αγοράσουν ένα βιβλίο που στοιχίζει 20 ευρώ, το βλέπω θετικό που υπάρχει και το φτηνό ψηφιακό βιβλίο.

Διαβάζεις κάτι τώρα;

Τη βιογραφία του Έρμαν Έσσε.

Γράφεις κάτι τώρα;

Εύχομαι μέχρι το καλοκαίρι να τελειώσω το καινούργιο μου μυθιστόρημα. Άρχισα να το γράφω τον Ιανουάριο του 2011 και τώρα κοντεύω να το ολοκληρώσω.

Ποιό το μέλλον της ποίησης;

Το μέλλον της ποίησης εξαρτάται από το μέλλον του ανθρώπου. Αν πάψουμε να υπάρχουμε θα πάψει να υπάρχει και εκείνη. Είναι άρρητα συνδεδεμένη με τις συναισθηματικές μας ανάγκες. Ή όπως λέει ο αγαπημένος μου Πάουλ Τσελάν: «Η ποίηση, κυρίες και κύριοι, αυτή η αναγόρευση της καθαρής θνητότητας και του μάταιου επ΄ άπειρον»!

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ///ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


 




Γερνούν όλα

                             


Γερνούν όλα μα μένουν αναλλοίωτοι οι ρόλοι
Η ηθοποιία εξέχει με την ματαιοδοξία της
Κάθε καλλιτέχνης είναι λάβαρο έπαρσης
Είδα πολλές πόλεις- άλλες βυθίζονταν στον κραταιό ήλιο
Κι άλλες έπιναν ζοφερή συννεφιά
Οι άνθρωποι όμως ίδια επαγγέλονταν εγωισμό και πάθος
Ζητώντας της φιλαυτίας σκοπό
Εφτά νάνοι οχτώ νάνοι όλοι τους νάνοι
Με καψαλισμένη ψυχή-
Ονειρεύτηκα μια παραλία που να κάθομαι μόνος
Πάνω στα βότσαλά και παίζοντας κιθάρα
Για κάποιο ανεξήγητο λόγο καθ’ όλα αθώος
Κατανοώντας τα παράδοξα της ποίησης
Ανασαίνοντας λευκά και σμίγοντας με γυναίκες άφραστου κάλλους
Τι φιλί αλήθεια το φιλί τους!
Μετά νύχτωνε οι σκιές μεγάλωναν για να τρομάξουν τον ταξιδευτή
Στον εθνικό δρόμο λείπαν τα φώτα
Πέρασα πολλά φτωχικά χωριά που δεν ανάβαν τα φώτα τους
όλοι πεθάναν νωρίς ή
Μπορεί για κάτι να είχανε λείψει..
Έτσι όπως το σκέφτομαι κάτι φορές
Μια μέρα θα μετακομίσω απλά απλούστερα απ’ ό,τιδήποτε
Σ’ έναν σκοτεινό ευανάγνωστο θάνατο.
Ως τότε καλουπώνω το χάος
Και το ραπίζω να εξαφανίσει την γκίνια του
και να γίνει βουρλισμένος αυλός!
                                                        

                                                                             1.6.2012       Βουδαπέστη…


***************


Η  ζωή σκηνοθετεί

 


Πάντα στα ψέματα-
Η ζωή σκηνοθετεί μα οι ηθοποιοί της
κομπάρσοι αγράμματοι είναι·
Λείπει το φως της γνώσης κι η ευρεία συνείδηση.
Ελληνικά στοχάζεται η μελαγχολία μου.
Υποβάλει τα γεγονότα μου σε μαρασμό.
Με διδάσκει
αυτοσαρκασμό και κατάθλιψη.
Θέλω να ζωστώ εκείνες τις εκρηκτικές σκέψεις μου και καμικάζι
αυτοκτονίας να εκραγώ ανάμεσα στους λέοντες
«αποθανέτω η ψυχή μου..»
που θέλουνε να με κατασπαράξουν.
Παλεύοντας με τα σεντόνια και που ήρθε, να, πρωί.
Με κούρασαν οι άνθρωποι. Καταφεύγω
στο καβούκι της μοναχικής κάμαράς μου.
Σπατάλησα πολλά αισθήματα-
όλα τα πήρε ο άνεμος.
Αθώος μιαν ανάσα ρήματος
παίρνω κι αυτό που μου ανήκει:
φρικώδη θλίψη. Κι όμως-
αγαπούσα το φως.
Κυκλοθυμικά επάνω μου χτυπιούνται οι που αγάπησα
ιδέες. Με πάνε στην αντίφαση.
Ακροατήριό μου όλοι όσοι τους αγνόησα
κάποτε άθελά μου-
Τώρα ψαύω τα λόγια τους, πολύ προσεκτικός είμαι
απέναντι στο δικό τους φεγγάρι.
Νάτο που ήρθε το πρωί! Την νύχτα
έσβησα όλα τα άστρα κι αμφισβήτησα κάθε αρχιτεκτονική του σύμπαντος-
Νάτο που θες την γόνιμη παρεκτροπή μου!
Παλεύω με μια κούπα
καφέ. Δηλητήριο είναι κάποια ώρα οι λέξεις.
Μπορεί και να πέθανα
κι ίσως δεν το ‘χω καταλάβει. Η φωνή μου έχει αντίλαλο
στον γκρεμισμένο οίκο της μέρας.
Μοναστηριακός τόσο που θα με πάρει ο διάβολος- και δεν φοβάμαι.
Αφήνω την κουτσουλιά του πουλιού πάνω στο καθαρό ρούχο μου.
Πείσμα που έχω!
Μόνο με το πανηγύρι της φύσης διασκεδάζω
και με σένα που θα με διαβάσεις όπως για να μ’ ερωτευτείς..

31.7.2011 


***************

Σπουδή θανάτου




Είναι μια σπουδή θανάτου που ξοδεύεται μες την ανάσα

Είναι μια ματαιότητα των ματαιοτήτων που ξεγυμνώνει τα πράγματα και τα κάνει ηθελημένα τυφλά

Είναι μια καταχρηστική χειμωνιά που κάνει τις σκέψεις να κουλουριάζονται νωχελικά γύρω από το τζάκι μιας μισοσβησμένης ελπίδας

Είμαι εγώ που δεν είδα πόσο έχω σφάλλει γκρινιάζοντας για να μου δώσει ο θεός ένα κομμάτι παράδεισο

Είναι η τελετή του δειλινού όταν ο ήλιος συμβολίζει το νυν που χάνεται μες το αμήν μιας νύχτας που έρχεται

Είναι η ποίηση που πίστεψα μέχρις θανάτου.



Οι μέρες που θα ζήσω είναι ακαδημαϊκά συμφωνημένες

Και ενέχουν πλησμονή φιλοσοφημένου αγάλματος που κοιτά

μες από μια δική του σιωπή

Και θέλει όλα μονομιάς μες από την ακινησία του για πάντα να ξεκαθαρίσει.



Είναι αυτά που πίστεψα μα και πιστεύω κι όταν θα ‘ρθουν να με βρουν

Τα κόκαλά μου θα έχουν φθαρεί τόσο που εγώ θα κουτσαίνω

Ξέροντας πια καλά τους νόμους που επιβάλλει η σατανική φθορά..


                                                                                          22.1.2012


***************

Γυναίκα
 

Νύχτα μεγάλη αστροφεγγιά κι αιθρία συλλαβίζοντας
Στ’ αλφαβητάρι ενός άστρου την γαλήνη.

Τοπία που μέσα τους σε ήπιανε
Τοπία που με κομμάτιασαν κι εσύ ήσουν μακριά
Ανάγνωθες την ζωή μακριά από την ζωή μου.

Γυναίκα, δεν υπήρξες ή υπήρξες
Καλουπωμένη μέσα σ’ ένα όνομα όταν ανέβαινα
Βιαστικός τα σκαλοπάτια της ηλικίας σου
Να σε φιλήσω στα χείλη;

Σε βρήκα θεόρατη να πάλλεσαι από φωτιά
Δίπλα μου
Μέσα μου
Γρατζουνώντας με απομέσα
Να ξεφλουδίσω να βγεις…
Πού να πας;
Η θλίψη καραδοκεί από παντού..

Εσύ λαξευμένη στην πέτρα στο στεγνό τούτο τοπίο
Την άνυδρη έκταση
Από βουνό και αμπέλια.

Με τα βέλη των ματιών σου αναδύεσαι από την πέτρα
Κοιτάζεις ολόγυρα και φτιάχνεις
Ένα φωνήεντο χαράς!
Ζουζουνάκι τρελό που παίζοντας μ’ άγγιξε!

Όχι η αυγή που γαντζώνεται με μανία στις βουνοκορφές
Που σου χτενίζει τα μαλλιά διαμαντικά- όχι
Η ώρα του μεσημεριού
Που λιγώνονται μυριάδες τζιτζίκια
Σε τετέρισμα μονότονο- όχι

Στο ύψος ενός λουλουδιού που τσάκισε
Η ζωή σου στέκει
Εκεί
Γίνεται καθρέφτης
Μέσα του αναγνωρίζω
Το άδικο και τον αδικημένο..


Ξέρω να πω την εύρωστη καρδιά που θα μιλήσει κάποτε
Αρθρώνοντας το φοβερό μυστικό
Της αλήθειας!


1983