Translate

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 



Το δέρμα της άμμου


Αιχμηρό βότσαλο

Ο αποφλοιωμένος χρόνος

Τα πάντα ρήμαξε

Από την ψίχα του ψωμιού

Θα πλάσω

Την ερημιά του ύστερου ανθρώπου

Θα γεμίσω

Τις εγκοπές της βροχής και του σύννεφου

Δίσταζαν τόσο καιρό

Καθώς την αλήθεια μάταια έκρυβαν

Ξαφνικά από νεότητα πάλιωσαν

Όπως τα αισθήματα

Και τα ουράνια ψέματα


Η αλήθεια είναι σαν το νερό

Βρίσκει ρωγμές

Και αναδύεται


Εκφράζει ο χρόνος την ανάγκη του

Πλανήτης με όλα τα βασίλεια


***


Μέτρηση

Άμπωτη και παλίρροια

Μη φανταστείς ότι δε ζήλεψαν

Την ανωνυμία του μαύρου


Σπαρακτικά

Η ένταση της σφαγής

Όταν η Αν Γόντα φώναξε:

- Περιμένω τον γιο μου να πεθάνει

Τουλάχιστον δε θα πονάει άλλο


Ένα μωβ αναρριχητικό φυτό ανέβηκε ψηλά για να τη χαιρετήσει

Μωβ καμπανούλες

Ανοίγουν κλείνουν και κλαίνε


Στην άλλη πλευρά

Οι κήποι είναι γεμάτοι τριαντάφυλλα και τα παιδιά πάνε σχολείο


***


Υλικά της πραγματικότητας


Ένας κατάπληκτος κόσμος λικνίζεται και γέρνει

Μπροστά ο ερωτευμένος χρόνος

Ένα μοτίβο Άνοιξη

Η νευρική μέλισσα δεν είναι προτεραιότητα

Μια σκιά μού φάνηκε πίσω από τα δάκρυα

Όπως τη νύχτα των κρυστάλλων έκλαιγε η Ελένη

Με το σώμα του αέρα να γέρνει

Η αληθινή αιτία να πεθάνεις

Με αναρίθμητες αφορμές

Μοιάζει να είναι

Ένα ρήγμα που βαθαίνει

Ένας αόρατος μαγνήτης

Μας τραβάει όλους προς τα κάτω


Δεν χρειαζόμαστε αποδείξεις

Ό,τι ζήσαμε

Να αποκρυπτογραφήσουμε τη

Μυστική γλώσσα των θαυμάτων


Το πιο πολύτιμο

Απόλυτα εύθραυστο


***


Καραντίνα


Έπεσε στάχτη στο πάτωμα

Μάτια θηρίου

Αμείλικτα

Ελαφρά εξογκωμένα

Ακτινοβολούν αβυσσαλέες προθέσεις

Μια ταραγμένη μοναξιά εισβάλλει

Υγρή αίσθηση βάρους

Γιατί κλαις

Να βγάλεις αντικλείδια για την εξώπορτα

Ξανακτύπησε η εφήμερη όψη του φόβου

Έφερε ένα αίσθημα διφορούμενο στην κοκκινόγατα

Κάναμε μια άψυχη χειραψία

Και τώρα θα κεραστούμε μια τούρτα λεμόνι

Το πρωί βρήκαμε μια χελώνα στην αυλή

Πεσμένη ανάποδα


(ανέκδοτα)


*H εικόνα είναι παρμένη από το διαδίκτυο

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗΣ (1978-2020) /// ΠΟΙΗΜΑΤΑ


 


«Μάνα, αύριο νωρίς να με ξυπνήσεις
προτού τη λάμπα του σπιτιού μας σβήσεις.
Κι αν μάθεις πως ποιητής ήταν ο γιος σου
σβήσε το φως, και κάνε τον σταυρό σου».
Δημήτρης Ελευθεράκης, 1978 – 10/11/2020



[ειδύλλιο]

Ψηλά η αττικώτατη σελήνη
και κάτω η Αθήνα που σφαδάζει
από τα γέλια, μα κι απ' την οδύνη:
άλλους κλωτσά, κι άλλους τους αγκαλιάζει.
Π.χ. τους γάτους: άκουσα για έναν
σ' υπνοδωμάτια μόνο πως συχνάζει.
Κι ένας άλλος; Σκουπίδια πεταμένα
μαζεύει για να φάει. Κι ακόμη ξέρω
κάποιον που μου ‘πε τα εξής: “Εμένα
φίλε που με βλέπεις, με λένε γέρο.
Μα όταν προβάλλει ξαφνικά εμπρός μου
γατούλα χαϊδεμένη, της προσφέρω
φύλλο βασιλικού - ή μάλλον δυόσμου”.

Eγχειρίδιο νέας ποιητικής,εκλογή 15 νέων ποιητών
Εισαγωγή -Ανθολόγηση Σωτήριος Παστάκας, εκδόσεις Ρώμη



Φωτό Αναστασία Γκίτση



 Ευχή

Άλλοι φεύγουν γλιστρώντας απ’ το κατάστρωμα ενός καραβιού
κι άλλοι με τα μάτια στο ταβάνι ένα ξημέρωμα μόνοι,
άλλοι την ώρα του ύπνου κι άλλοι με μια σφαίρα στο στήθος.

Όλοι γνωρίζουν πού πηγαίνουν μα όχι γιατί
δεν αναχωρήσαν νωρίτερα ή δεν στάθηκαν λίγο παραπάνω
να σκαλίζουν με το τακούνι τους τα ξερά φύλλα
ή να σχεδιάζουν αδέξιους χάρτες μ’ ένα μολύβι
σε κιτρινισμένο τετράδιο. Και τι παίρνουν μαζί τους;

Σίγουρα αυτό το σώμα που δεν θέλει να κοιτάζει κανείς
κι όλα του τα υπάρχοντα: παλιές ανάσες, ελπίδες,
δείγματα της φθοράς, δέρμα και δόντια.

Όσοι έμειναν πίσω φαντάζονται το δικό τους σενάριο
που έχει κύματα λύπης κι έναν μακρύ αποχαιρετισμό
ίσως κι έναν μισοτελειωμένο καμβά που θα ολοκληρώσει
κάποιος άλλος που ενδέχεται να κάτσει στο ίδιο παράθυρο.

Όλοι πάντως μένουν μόνοι: σε μια φωτισμένη παγόδα
ή σ’ ένα κρεβάτι που τυλίγουν οι φλόγες
κ’ ύστερα γίνεται βάρκα σ’ αμίλητα σκοτεινά νερά.

Είθε αυτή η μοναξιά να διαρκέσει μόνο για λίγο.



************


Πέτρα του φεγγαριού

Κανένας δεν μαρτυρεί για το τέλος. Για την ακροτελεύτια σκέψη.
Κανείς δεν την αφηγείται. Γνωρίζουμε τι έγινε πριν
και πού πάμε μετά. Ότι μεγαλώνουμε μαζί με τα παιδιά
ότι το δέρμα μας πεθαίνει χωρίς το αίμα, ότι θα ζήσουμε
μέσα στη λήθη των άλλων. Ποια θα είναι η τελική εικόνα
όμως κανείς δε γνωρίζει, ποιες λέξεις θα παντρευτούν
για να δώσουν μια σκέψη σ’ ένα μυαλό με αγγεία που σκάνε.
Είναι μια συμφωνία ανάμεσα στον ουρανό και το σώμα:
για ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού η σκέψη μας γίνεται
γραφή στο εσωτερικό μιας πέτρας του φεγγαριού,
τα πνευματικά δικαιώματα περνούν στο σύμπαν.
Δημήτρης Ελευθεράκης, Φρέαρ, 16/9/19




Από το βιβλίο : «Εγκώμια», εκδόσεις Πατάκη


Με Παλαμά και Λαπαθιώτη
το ένα βράδυ πίσω απ’ τ’ άλλο·
ας έφτανε η νύχτα πρώτη
κι ας σιωπούσε – τίποτ’ άλλο.
Απ’ τα μεσάνυχτα απόψι
φιλώ τα μάτια της καλής μου
π’ αποκοιμιέται – κι έχει όψη
γλυκιά στον πόνο της ψυχής μου.
Ένα σημείο που βυθίζει
εκεί που τότε μεσουράνει!
Κάποιο βαπόρι θα σφυρίζει,
κάποιο θα δένει στο λιμάνι.
Κάτι σαν ποίημα, μεγάλο,
κάτι σαν κόσμος – τίποτ’ άλλο.
Δημήτρης Ελευθεράκης
Νέα Εστία, τχ. 1723, Μάιος 2000



Ο Δημήτρης Ελευθεράκης γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα. Σπούδασε ελληνική και ξένη φιλολογία στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και το Εδιμβούργο. Ποιήματά του πρωτοδημοσιεύθηκαν το 1998 στο περιοδικό Νέα Εστία. Επιμελήθηκε τις εκδόσεις των ποιημάτων του Κ. Γ. Καρυωτάκη (2010) και του Κ. Π. Καβάφη (2011) και δημοσίευσε, μαζί με τους ποιητές Δημήτρη Αγγελή και Σταμάτη Πολενάκη, το βιβλίο “Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι: μία συζήτηση για την ποίηση” (2010). Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές.

ΠΗΓΗ:Βιβλιονέτ ,φίλοι , βιβλία του ποιητή και αναρτήσεις στο facebook

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ///ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚΟΝ

 

 

Η λαϊκή σοφία

Εντυπώσεις από την συλλογή

Στην Σκιά του Κόσμου

Της Κατερίνας Λιβιτσάνου – Ντάνου

Από τις εκδόσεις Βακχικόν


ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

 

Οι Βρετανοί που καθώς λένε φημίζονται για την ροπή τους στην ποίηση της πρώτης εντύπωσης, είπαν κάποτε πως η τέχνη στοχεύει στην αλήθεια, δεν είναι εξαρτημένη από μαρτυρίες εξωτερικές, , μεταγγίζεται στο αίμα από την καρδιά , το πάθος της είναι το χρονικό της. Έπειτα έφθασαν οι κριτικοί με τα βαριά τους βήματα και άρχισαν να ψάχνουν τις λέξεις, να σηκώνουν τα φουστάνια τους, να ξεθάβουν τις πέτρες που έχουν ένα βάρος να φυλάξουν. Κάποιοι φοβήθηκαν, είπαν πως ο ρυθμός είναι μονάχα ότι μετρά, έσπασαν το μαρμάρινο γόητρο του δεκαπεντασύλλαβου, όμως με τον απλούστερο τρόπο ακούγονταν φωνές που είχαν δαμάσει το όνειρο μέσα τους και κάθε μέρα σώζονταν από την αρχή. Η τέχνη της φωτογραφίας, μαρτυρία εκείνου του ασταθούς και αβέβαιου παραστάτη που συγκρατεί με όλες της τις δυνάμεις η ποίηση, η εικόνα που γεννιέται και πεθαίνει μέσα από τα ανυπέρβλητα μέσα της εποχής διαμορφώνουν το υλικό των στίχων της Κατερίνας Λιβιτσάνου – Ντάνου στην συλλογή της Στην Σκιά του Κόσμου των εκδόσεων Βακχικόν. Στην συλλογή που υπερασπίζεται έναν άλλο κόσμο, μια φίνα εσπεράντο που υπάρχει από το μελόδραμα του Ορφέα ως τις καρδιές μας και αντέχει κόντρα στους καταλόγους και τους επικήδειους των ρευμάτων. Όσο υπάρχουν άνθρωποι, αυτά θα επανέρχονται.

Ένα προσωπικό όραμα και ο ανάλογος βαθμός της πειθαρχίας στήνουν τα θεμέλια αυτού του κόσμου που δείχνει να κινείται στην κατεύθυνση ενός προσωπικού πάντα οράματος. Όπως αυτό που εκτυλίσσεται μέσα από την παρατήρηση και το προσωπικό χρονικό στην σκιά που σύμφωνα με κάποιους κρύβει ένα παράθυρο λυτρωτικό και έναν δρόμο για το αφάνταστο και εκείνο που κανείς και ποτέ δεν ονειρεύτηκε.

Ο ποιητής αντλεί από ένα παρόν συνειδητό. Γυρεύει νοήματα και αλλιώς να ειπωθούν τα μικρά και τα μεγάλα δράματα, σκηνές ατομικής βιογραφίας και μιας άλλης, ξέφρενης που μας δένει πάνω στο άρμα του χρόνου. Όμως, εκείνο που αναζητά δεν ολοκληρώνεται ποτέ από μόνο του, δίχως την αυθεντικότητα και την στοχαστική προσαρμογή της μαρτυρίας κάτω από τα φώτα ενός παράξενου θεάτρου. Εκεί, στην σκηνή του παίζονται τα πάντα. Στυλ, άνθρωποι, στίχοι και πάνω από όλα η συνείδηση του ζωντανού, εκείνου που ανταποκρίνεται εντός μας. Η ποιήτρια, κυρία Λιβιτσάνου – Ντάνου, που μόνον καινούρια δεν μπορεί να λογιστεί στο μετερίζι που υπηρετεί, έπειτα από επτά εκδόσεις, θυμίζει την συγκίνηση των κοριτσιών που θυμούνται μετά, στις μεγάλες ησυχίες τους. Και τότε βρίσκουν το απόσταγμα του κόσμου, ψάχνουν και ανακαλύπτουν τους βαθμούς της συγκίνησης που καίει την ποίηση και την ιστορία και τον κλειδωμένο τους λαιμό. Έτσι μόνον μπορεί και κατοικεί τις Στιγμές Ονείρου εκείνο το μεταφυσικό νανούρισμα του κύματος στην αλαργινή σκηνή του παιδικού κουκλοθέατρου που σφύζει από όραμα. Με τον δικό τους ρυθμό τα ποιήματα της Σκιάς των εκδόσεων Βακχικόν μπλέκουν στα γρανάζια της ανάγνωσης και έπειτα προχωρούν ως το αίσθημα, καταβάλλοντας όλες τους τις δυνάμεις, όλα τους τα σημεία στίξεως για να υπάρχει εκείνος ο υπαινιγμός στο τέλος,

ρωγμή και χάσμα ανάμεσα στους κόσμους που συγκρούονται. Σε εκείνον της πραγματικότητας και τον άλλον που φωτίζει παράλογα και προσωπικά τα υλικά του εργαστηρίου της ποιήτριας. Μόρια του κόσμου, ραγισμένες πλάκες της καρδιάς και μια βουβή παράδοση που τρέχει μες στις φλέβες της και φτιάχνει τους στίχους της Διαπίστωσης που ως να τελειώσει αυτό το σημείωμα θα δώσει μια και θα γίνει η σκιά του κόσμου και του εξωφύλλου, κυκλοφορούν σπαραχτικά στα ποιήματα της πολυσέλιδης συλλογής.

Το σημείωμα τριγυρνά στους στίχους. Ψάχνει να βρει εκείνο το οριακό σημείο πέρα από όπου γεννιέται το συλλογικό και ο δρόμος διαφυγής από την πραγματικότητα. Η ποιήτρια ανοίγει πολλούς, μικρούς αγωγούς και από εκεί περνά την πίκρα της για τις σύγχρονες σκηνογραφίες, την πίστη της, γαλήνη ενός ιερωμένου στο όνομα της αγάπης, το λεπτό και επιδέξιο χέρι του τεχνίτη που αιώνια νέος και άδολος, δεν γράφει δίχως το συγκλονιστικό συναίσθημα της μοναξιάς του. Η βραχνάδα των λέξεων και η βαρύτητα της μνήμης συνιστούν τους φωτισμούς που ξεπηδούν από το δάπεδο, λούζοντας στο φως και το αίσθημα το έργο που τίθεται στην κριτική του κοινού. Σε αυτού του κοινού που ολοένα και περισσότερο και πιο αυξητικά δείχνει να αγαπά την ποίηση και να περηφανεύεται για την ευλογημένη και ποικίλη αρρυθμία των κόσμων που συνομιλούν εκεί έξω. Αυτό το στοιχείο του προσωπικού, του αποτυπώματος που φέρει τις καταβολές του αλλά διατυπώνεται ψυχικά κοσμεί την Σκιά της Κατερίνας Λιβιτσάνου – Ντάνου και δικαιώνει το ανεπτυγμένο αισθητήριο των εκδόσεων Βακχικόν στην ανάδειξη κάθε φωνής που αναμετράται με το ταλέντο της τούτη την εποχή της παγωμένης μουσικής.

KΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Ο ΙΟΣ /// ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚΟΝ

 



«Παρών, Δυστοπία και Αποσύνθεση ή Μέλλον, Ουτοπία και Σύνθεση;»

O IΟΣ, 19 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ, εκδόσεις Βακχικόν

Γράφει η Τσιοτινού Αθανασία, Φιλόλογος-Θεατρολόγος, Μed



   O «Ιός», δεκαεννέα διηγήματα λογοτεχνικού εγκλεισμού, δεκαεννέα ιστορίες, όπως και το νούμερο που συνοδεύει το όνομα του ιού που μας ταλαιπωρεί εδώ και καιρό, του Covid 19, δεκαεννέα ιστορίες που παραπέμπουν και στη χρονολογία 2019. Ας μην ξεχνάμε ότι το Δεκέμβρη του 2019 «συναντηθήκαμε» πρώτη φορά με τον ιό, όταν έκανε θριαμβευτική «πρεμιέρα» στην Κίνα, στην πόλη Γιουχάν.

Το περιοδικό Cartel ανέλαβε την πρωτοβουλία να διοργανώσει διαγωνισμό με διηγήματα εμπνευσμένα από τη νέα πραγματικότητα που δημιουργήθηκε μετά την επέλαση του κορονοϊού στη χώρα μας και στη ζωή μας. Αποτέλεσμα του διαγωνισμού το βιβλίο που περιλαμβάνει τα διηγήματα που ξεχώρισαν ανάμεσα σε πολλά άλλα και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν τον Ιούλιο του 2020.

Όπως γράφει στον πρόλογο ο Αχιλλέας Σωτηρέλλος, οι συνεργάτες του περιοδικού επιδίωξαν με αυτά τα διηγήματα την καταγραφή της «νέας πραγματικότητας, όχι για να διεκδικήσουν δάφνες πρωτοτυπίας», αλλά για να συμβάλουν με το δικό τους λιθαράκι στην ιστορική αυτή ανατροπή.

Κι όντως πρόκειται για ιστορική ανατροπή. Επτά μήνες μετά τα πρώτα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση για την καταπολέμηση του κορονοϊού και το γενικό lockdown που επιβλήθηκε στις 14 Μαρτίου 2020 η κατάσταση δείχνει να είναι πιο ζοφερή παρά ποτέ. Στην αρχή κλειστήκαμε στο σπίτι και πιστέψαμε, μένοντας σπίτι, ότι θα εξορκίσουμε το κακό. Ελπίζαμε και ήμαστε αισιόδοξοι ότι αν προσέχαμε ο ιός θα μας έκανε τη χάρη και θα μας εγκατέλειπε! Επτά μήνες μετά, αφού ζήσαμε μία άνοιξη διαφορετική και ένα δύσκολο ομολογουμένως καλοκαίρι, φτάνοντας στα μέσα του Οκτώβρη διαπιστώσαμε ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει. Σίγουρα δεν είμαστε στην αρχή, αλλά ακόμη δεν ξέρουμε αν είμαστε στη μέση της διαδρομής προς την έξοδο από τη σκοτεινή πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Μήπως παρακολουθούμε το τρέιλερ όσων έπονται;

Ανεργία, φτώχεια, ανέχεια, φόβος τα παρεπόμενα του ιού στη ζωή μας και στη ζωή των κρατών. Ωστόσο, δεν απειλείται μόνο η οικονομία της χώρας μας και ολόκληρου του πλανήτη, απειλείται και η ίδια η ψυχική μας υγεία και η εσωτερική μας αρμονία. Το άγχος κατακλύζει τη ζωή μας, οι ισορροπίες ανατρέπονται κι εμείς νιώθουμε αδύναμοι να σταματήσουμε τη ροή των πραγμάτων, «δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θαύμα», -όπως λέει και ο ποιητής μας, ο Βάρναλης- το οποίο θα μας σώσει από τη φρίκη και τον καθημερινό τρόμο που βιώνουμε.

Η ζωή ξεπερνάει και την πιο τρελή φαντασία. Εφιαλτικά σενάρια, που μόνο στο σινεμά μπορούσαμε να δούμε και σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας μπορούσαμε να διαβάσουμε, τώρα όχι απλά τα ζούμε αλλά γίναμε και οι πρωταγωνιστές των γεγονότων και μάλιστα χωρίς την άδειά μας, χωρίς να προλάβουμε να το συνειδητοποιήσουμε!

Υποδυόμαστε ρόλους για τους οποίους δεν θα πληρωθούμε ποτέ! Απεναντίας, μπορεί να πληρώσουμε με την ίδια μας τη ζωή, στην καλύτερη περίπτωση με συνέπειες στην ψυχική και συναισθηματική μας υγεία.

Τα διηγήματα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Παρών, Δυστοπία και Αποσύνθεση.

Στην κατηγορία «Παρών» έχουμε επτά διηγήματα που τοποθετούνται στο «τώρα» και στον τρόπο με τον οποίο οι ήρωες των διηγημάτων βιώνουν τη «νέα» κατάσταση που διαμορφώθηκε λόγω του ιού.

Στο «Ημερολόγιο καταστρώματος» του Άγγελου Χαριάτη παρακολουθούμε την πορεία προς το θάνατο ενός βορειοηπειρώτη που πέρασε τα αλβανικά σύνορα πριν τριάντα χρόνια για να έρθει στην Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή. Η καλύτερη ζωή γι’ αυτόν τελειώνει τη δέκατη τέταρτη μετά την προσβολή του από τον ιό, δεκατέσσερις μέρες αφότου ο ιός εισχώρησε στο σώμα του και του έκλεψε τον αέρα.

Η Κάτια Τζανεττή μας μιλάει για ένα ναυτικό μαθημένο σε καραντίνες στην ανοιχτή θάλασσα, ο οποίος προτιμάει την καραντίνα που επιβλήθηκε εξαιτίας του ιού, ακόμη και μετά τη λήξη της, επιλέγοντας την απομόνωση αντί της κανονικής ζωής που τον έχει εγκαταλείψει. Συνομιλεί με τον Καββαδία -ακόμη και την κατσαρίδα που τριγυρνάει στο σπίτι του την αποκαλεί Γιουδήθ-, γίνεται ένας από «του Κολόμβου τους πέντε κολασμένους» και πεθαίνει.

Ο Ιωάννης Μπάχας με τη «Λέξη ασφαλείας» μας συστήνει το Γεράσιμο, ένα δικηγόρο που αναλαμβάνει το σύμφωνο συμβίωσης του Ισίδωρου και του τζογαδόρου Μάρκου, ο οποίος παντρεύεται τον Ισίδωρο για τα λεφτά του. Ο Ισίδωρος πεθαίνει σε μια στιγμή ερωτικού «παροξυσμού», ο Μάρκος καλεί το Γεράσιμο για βοήθεια και αποφασίζουν πως ο ιός θα τους σώσει! Ο Μάρκος επιδιώκει να κολλήσει ιό για να μην χρεωθεί το θάνατο του Ισιδώρου, αλλά ο ιός του φέρεται αλύπητα! Πόσο εύκολα οι 201 νεκροί γίνονται 202 με την προσθήκη του δικού του θανάτου!

Στο «BSL-4» του Γιώργου-Νεκτάριου Παναγιωτίδη πρωταγωνιστεί ο Τηλέμαχος Αθαναηλίδης, καριερίστας, πετυχημένος οικογενειάρχης, κάτοχος μεζονέτας κι εξοχικού. Ακολουθώντας τον οδηγούμαστε σε μια μεταλλική πόρτα, όπου αναγράφεται κάτι κωδικοποιημένο, το BSL-4. Ο Τηλέμαχος μας αποκαλύπτει τη συνωμοσία εις βάρος της Ελλάδας, αφού βασικός σκοπός του ιού είναι η καταστροφή της πατρίδας μας!

Η Ελπίδα Πέτροβα με την «Τερέζα» μας μεταφέρει σε ένα εφιαλτικό σκηνικό όπου εκατομμύρια κόσμος αποδεκατίζεται από τον ιό και ο στρατός καίει ό,τι απομένει! Η ηρωίδα Τερέζα έχει ανοσία στον ιό, είναι καθαρή. Οι «μολυσμένοι» μεταφέρονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η μυρωδιά της καμένης σάρκας επικρατεί παντού. Ωστόσο, υπάρχει ελπίδα. Η Τερέζα ονειρεύεται ένα Λευκό πάνθηρα! Ξυπνάει και το εμβόλιο έχει βρεθεί. Στα πρόσωπα όλων αποτυπώνεται η ελπίδα!

O Σίμος, ο ήρωας του «Μικρόκοσμου» του Θοδωρή Καρανικόλα απολύεται λόγω κορονοϊού και απομονώνεται στο σπίτι του για δεκαπέντε μέρες παρέα με τη Sade, τον Σπάρτακο και τον Μπέντζαμιν το γαϊδουράκι από τη «Φάρμα των ζώων». Η καραντίνα τελείωσε αλλά για το Σίμο τίποτα δεν έχει τελειώσει! Πόσο τελικά απέχει η πραγματικότητα από τη φαντασία, η ζωή από το όνειρο;

Στην «Πόρτα» ο ήρωας του Μιχάλη Κακατσάκη μετά την άδεια ειδικού σκοπού και τα 800 ευρώ, από τη μερική έξοδο με την αποστολή μηνυμάτων στη διάρκεια της καραντίνας, φτάνει στην εθελούσια ολική απομόνωση στο σπίτι στην μετά καραντίνα εποχή, γράφοντας μάλιστα άρθρο στην εφημερίδα υπέρ της, που ενοχλεί και ξεσηκώνει όσους το διαβάζουν, περνώντας τον για τρελό. Μαζεύεται πλήθος κόσμου έξω από το σπίτι, χτίζουν πόρτα, παράθυρα και καταδικάζουν στην απομόνωση τον ήρωα, ο οποίος, παραδόξως, απολαμβάνει αυτήν την κλεισούρα!

Στη δεύτερη κατηγορία με τον τίτλο «Δυστοπία» έχουμε διηγήματα η υπόθεση των οποίων τοποθετείται στο κοντινό ή απώτερο μέλλον, σε μια κοινωνία που είναι ανεπιθύμητη ή τρομακτική, όπου η κυριαρχία του ιού είναι δεδομένη, η ζωή έχει προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα εφιαλτική πραγματικότητα και οι άνθρωπο βιώνουν τις συνέπειες της εξάπλωσης του ιού.

Ο Αργύρης Κόσκορος με τη «Μάνα» διακηρύττει, εκκινώντας από ένα δυστοπικό, μακρινό σκηνικό ότι η Μάνα υπάρχει εδώ και χιλιετίες, ότι Μάνα σημαίνει αγάπη, ότι «τα βιονικά μέλη στο γένος Homo προστέθηκαν εκατοντάδες γενιές πριν και ότι για την κατάσταση αυτή «οι άνθρωποι του μέλλοντος» έχουν μόνο πληροφορίες και όχι βιώματα, δεν μπορούν να μιλάνε για γνώση ούτε να κάνουν συγκρίσεις». Συνεπώς, αυτοί οι «άνθρωποι» εκατοντάδες γενιές μετά από εμάς αγνοούν τον Homo Sapiens, όσο κάποτε αυτός -δηλαδή εμείς- αγνοεί τους δικούς του προγόνους.

Η Ανθή Φούντα στον «Άγνωστο τοίχο του σπιτιού της», μας ενημερώσει για το οικοδόμημα από τραπουλόχαρτα το οποίο μπορεί ανά πάσα στιγμή να γκρεμιστεί, δηλώνοντας ταυτοχρόνως ότι φοβάται το άγνωστο που επικρέμαται στο κεφάλι της και ψάχνει τρόπους να ξεφύγει από αυτό. Τα βήματα που ακούγονται από πάνω ίσως να δηλώνουν ότι κάποιος έχτισε όροφο!

Το «Σύστημα» του Συμεών Βασ. Καραγαβριηλίδη μας παρουσιάζει τον Ρον, το Σκοτ και τον Χάουαρντ, τρία μυρμήγκια-λεγεωνάριους που συνεχώς σκάβουν!

Μεταφερόμαστε στο 2238 μ.Χ. Τα τρία μυρμήγκια μεταλλάσσονται με τη βοήθεια του ντόκτορ Φάουστ! Στόχος, το δέντρο, η αχίλλειος πτέρνα του «Συστήματος». Αν αυτό σαπίσει, ο ιός θα εξαπλωθεί πάρα πολύ γρήγορα σε όλο το δάσος. Κι εκεί που όλα τα δέντρα δηλητηριάζονται, ένα νέο δέντρο γεννιέται! Ο ιός μεταλλάσσεται, ο θάνατος φέρνει νέα ζωή. Το νέο δέντρο καταστρέφεται με την παρέμβαση του ιού. Τίποτα όμως δεν έχει τελειώσει! Το χώμα κινείται! Η ζωή δεν είπε την τελευταία της λέξη!

Στο «Παράθυρο» του Νίκου Κουλούρη μαθαίνουμε ότι ο Ιός είναι μια μεγάλη δυναστεία που ελέγχει τον πλανήτη εδώ και 6000 χρόνια. Ο Γουφ και η Γαβ από έγκλειστους που βλέπουν τη ζωή μέσα από ένα παράθυρο θα γίνουν ελευθερωτές και με τη βοήθεια κρυστάλλων θ’ αποδείξουν ότι ο ιός είναι ψέμα που εγκλωβίζει τις ψυχές.

Ο Παναγιώτης Κεφαλάς στη «Φωτιά Αγγέλων» μας παραδίδει τη συνομιλία του Καρλ με τον Πόε, ο οποίος ξεπήδησε μέσα από ένα βιβλίο πάνω στο τραπέζι. Ο Καρλ αναρωτιέται που πρέπει να πάμε εμείς που σ’ αυτήν την έρημη Γη ψάχνουμε τον καλύτερο εαυτό μας; Και ο Πόε απαντάει ότι το αληθινό είναι και όμορφο! Αισιόδοξο διήγημα. Όπως ο Καρλ, έτσι κι εμείς θα ήταν ευχής έργο, «στη μέση της καταιγίδας των ανθρώπων», ν’ ανακαλύψουμε ότι «μέσα μας υπάρχει ένα αόρατο καλοκαίρι».

Στις «Ζοφερές αναπνοές» του Βασίλη Μέγα ο ήρωας ζει ένα εφιάλτη. Ο θάνατος πλανάται παντού, διπλός θάνατος, από τον ιό και από τις σφαίρες της εξουσίας. Όσοι δεν αντέχουν, επιλέγουν την αυτοκτονία. Ωστόσο, η ώρα της αφύπνισης πλησιάζει, αλλά ο ένοικος του σπιτιού όχι μόνο δεν μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από τη φαντασία, αλλά και φοβάται ν’ αντιμετωπίσει την πραγματικότητα.

Η Καλλιόπη Πλέσσα στις «Αμόλυντες ψυχές» μας μεταφέρει στο Κέντρο Φιλοξενίας Αμόλυντων Ψυχών όπου συναντούμε την Ελένη, η οποία έχει πάθει ανοσία με τον ιό. Η συνάντησή της με τον Μάνο Δανέλη θ’ αποβεί μοιραία για την ίδια. Ή όχι;

Η «Πόλη» του Νίκου Καμόντου είναι μια πόλη του μέλλοντος, μια πόλη στην οποία ψηφίστηκε το δικαίωμα στην ευθανασία, μια πόλη που κατασκευάστηκαν κάποια μηχανικά μοντέλα ανθρώπινων λογισμικών, τα οποία σε συνεργασία με τους ανθρώπους διευκολύνουν τη ζωή, μια πόλη όπου με την έλευση του ιού δημιουργούνται Μονάδες Ειδικής Διαχείρισης Μελλοθανάτων και μέλη οικογενειών προσβάλλονται από τον ιό, όπως η μαμά του διηγήματος. Στο τέλος, όμως, μια ολόκληρη πόλη γιορτάζει το τέλος της πανδημίας!

Στην τρίτη κατηγορία διηγημάτων με τον τίτλο «Αποσύνθεση» έχουμε διηγήματα για το θάνατο, τη φθορά, την αποσύνθεση σωμάτων και ψυχών.

Ο Γιώργος Διακάκης με το διήγημά του «Αχέροντας» μας μεταφέρει στους δρόμους της Ακοίμητης Πόλης, όπου ο θάνατος με τη μορφή ενός πανύψηλου άντρα με λεπτό κορμό και παχύ μουστάκι έρχεται να πάρει τον Κριστιάν Γουάλο, έναν επαίτη που τριγυρνάει στο Λονγκ Άιλαντ και το Μπρούκλιν. Η διαδρομή προς τη σπηλιά και τη Μεγάλη Φλόγα τελειώνει με το φως της αυγής! Ο Γουάλο βρίσκεται νεκρός με ένα βιβλίο, όπου στη χρυσοκέντητη ράχη του βρίσκεται το όνομα Αχέροντας, το όνομα του ταπεινού βαρκάρη που μεταφέρει αιώνια τις ψυχές στον Κάτω Κόσμο, το όνομα του αθλητή που λαχταρούσε την αθανασία και ο Άδης του την προσέφερε απλόχερα!

Ο Χριστόφορος Τριάντης με το διήγημα «Μάθημα» μας δίνει ένα μάθημα ζωής. Ο ήρωάς του, ένας εργαζόμενος σε μια υπηρεσία τροφίμων και φαρμάκων επισκέπτεται ένα γηροκομείο στα πλαίσια της δουλειάς του και παίρνει το μάθημά του. Οι ηλικιωμένοι δεν τηρούν τα μέτρα ασφαλείας, φτύνουν, βρίζουν, καταριούνται τους δικούς τους που τους πέταξαν εκεί, ο χρόνος τους τελειώνει, οι μνήμες τους έχουν πεθάνει και η χαρά τους έχει ξεχάσει. Το μίσος είναι αυτό που τους έχει μείνει, το μοναδικό ζωντανό συναίσθημα. Μπροστά στο θάνατο και την αποσύνθεση οι άνθρωποι εξαχρειώνονται.

Ο Απόστολος Θηβαίος στις «Σελίδες ιστορίας» συλλογίζεται τι θα πουν οι άνθρωποι σε 100 ή χίλια χρόνια μετά από εμάς για εμάς, μελετώντας τα αίτια του χαμού μας. Δίπλα στον Κίτσο Τζαβέλα και την Αντιγόνη θα προστεθούν στοιχεία που συνθέτουν την εθνική μας ταυτότητα, στοιχεία διάλυσης και αποσύνθεσης. Και αυτοί οι καινούριοι άνθρωποι θα γράψουν τη δική τους ιστορία, γιατί η ζωή συνεχίζεται και ίσως -ευελπιστούμε- αποφύγουν τα δικά μας λάθη.

Τέλος, η «Ευπαθής ομάδα» του Μιχάλη Κατράκη μας παρουσιάζει την αντίδραση του Μέγα λογοτέχνη όταν ο υπουργός του έτεινε το χέρι στην απονομή της ύψιστης κρατικής διάκρισης. Ο Μέγας Λογοτέχνης, όντας φορέας του ιού έχει κατακτήσει ένα βαθμό ανοσίας που τον προστατεύει, από τη στιγμή που ο ιός πλέον αποτελεί ευπαθή ομάδα!

Οι συγγραφείς των διηγημάτων με απλή, κατανοητή γλώσσα και με ένα λιτό αλλά ενδιαφέροντα τρόπο γραφής κατάφεραν μέσα σε λίγες γραμμές ν’ αποτυπώσουν στο χαρτί τους φόβους και τις ανησυχίες τους, καθώς και την απόγνωσή τους για την κατάσταση που δημιουργήθηκε από την απροσδόκητη εισβολή του ιού στη ζωή μας. Συνάμα, κατάφεραν να εκφράσουν με την υπέροχη πένα τους την ελπίδα και την αισιοδοξία ότι όλα θα τελειώσουν και η ζωή θα ξαναβρεί τους ρυθμούς της και τις ισορροπίες που διαταράχθηκαν από την επέλαση του ιού.

Σε πολλά διηγήματα η διασαλευθείσα τάξη αποκαθίσταται και οι ήρωες καλωσορίζουν την μετά κορονοϊό εποχή! Γιατί όχι κι εμείς! Ας ευχηθούμε ότι σύντομα ο εφιάλτης θα τελειώσει, το χαμόγελο θα ζωγραφιστεί και πάλι στα χείλη μας και η ζωή θα μας πάρει από το χέρι και θα μας οδηγήσει σε φωτεινά μονοπάτια, έτσι όπως μόνο αυτή γνωρίζει. Εξάλλου, η ομορφιά της ζωής έχει τη δύναμη να νικήσει το θάνατο και το σκοτάδι. Και τότε όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη θα γιορτάσουμε το τέλος της πανδημίας! Μετά από λίγο καιρό θα λησμονηθεί κι αυτή η πανδημία όπως και όλα τα κακά που συνέβησαν στην ανθρωπότητα στο πέρασμα των αιώνων. Γιατί το καλό μπορεί και πρέπει να νικήσει το κακό!

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω το Χριστόφορο Τριάντη, φίλο, συνάδελφο, συνταξιδιώτη και συνοδοιπόρο στο όνειρο και στην ελπίδα για το βιβλίο «Ο ιός, 19 διηγήματα λογοτεχνικού εγκλεισμού» που μου χάρισε, δίνοντάς μου την ευκαιρία να «συναντηθώ» με τα 19 διηγήματα «εγκλεισμού» και με τους ισάριθμους συγγραφείς τους, που ένας από αυτούς είναι και ο Χριστόφορος. Τον ευχαριστώ για αυτό το μοναδικό ταξίδι που «ετοίμασε» για μένα, για αυτή τη μοναδική αναγνωστική περιπέτεια, την οποία, χωρίς την πολύτιμη «παρότρυνσή» του, δεν θα την είχα ζήσει και ειλικρινά θα ήμουν φτωχότερη σε εμπειρία. Ιδιαίτερα τώρα που έχουν περιοριστεί τα ταξίδια μας λόγω Covid, αυτό το «ταξιδάκι» ήταν πραγματική αποκάλυψη για μένα!

Καλοτάξιδος ο λογοτεχνικός «Ιός» των εκδόσεων Βακχικόν. Τουλάχιστον ας μας βοηθήσει η τέχνη να εξοβελίσουμε για λίγο τον ιό από τη ζωή μας και να εξορκίσουμε το κακό μέχρι οι επιστήμονες να βρουν τον τρόπο να γλιτώσουμε από αυτόν άπαξ και δια παντός!

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// EIΡΗΝΗ ΨΥΡΡΑ /// ΑΘΩΑ ΨΕΜΜΑΤΑ, ΈΝΟΧΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ



Αποτύπωση του χρονικού της τρέλας στο χαρτί…»

Γράφει η Τσιοτινού Αθανασία, Φιλόλογος-Θεατρολόγος, Μed

«Αθώα ψέματα, ένοχες αλήθειες…», Ειρήνη Ψύρρα, Εκδόσεις Αρμός

«Αθώα ψέματα, ένοχες αλήθειες...» είναι ο εύγλωττος τίτλος του πρώτου μυθιστορήματος της πολλά υποσχόμενης Ειρήνης Ψύρρα. Ένας τίτλος που μας θέτει «προ των ευθυνών μας» και έμμεσα μας «βάζει στο τρυπάκι» να αναλογιστούμε πόσες φορές έχουμε πει ψέματα στη ζωή μας για να δικαιολογήσουμε πικρές αλήθειες, αλήθειες που μας στοιχειώνουν και μας πληγώνουν. Είναι αυτά τα κατά συνθήκη ψεύδη που πολλές φορές είναι απαραίτητα και μας βοηθάνε να συμβιβαστούμε με τις αλήθειες που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε, γιατί μας πονάνε, τις αλήθειες που θα προτιμούσαμε να είναι ψέματα. Και τελικά πόσο αθώα είναι τα ψέματα; Ένα ψέμα μπορεί να οδηγήσει σε ένα άλλο ψέμα που με τη σειρά του δικαιολογεί το προηγούμενο και πάει λέγοντας…Φαύλος κύκλος! Συνεπώς, τα ψέματα δεν είναι και τόσο αθώα από τη στιγμή που έχουν οδυνηρές συνέπειες. Και η αλήθεια, οι αλήθειες είναι ένοχες; Γιατί; Η αλήθεια όσο και αν πονάει, σώζει και οδηγεί στην κάθαρση. Γιατί να είναι ένοχη; Γιατί να φοβόμαστε την αλήθεια και να ντρεπόμαστε γι’ αυτή; Άλλωστε, την αλήθεια δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Αργά ή γρήγορα θα βγει στο φως. Και δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Αυτή είναι η δύναμή της, γιατί η αλήθεια, σύμφωνα με την ετυμολογία της, είναι το αντίθετο της λήθης.

Γι’ αυτό όσο ένοχη και αν είναι η αλήθεια, όσο αργά και αν αποκαλυφθεί, έχει τη δύναμη να λυτρώσει τις ηρωίδες μας. Γιατί στο αριστοτεχνικά δομημένο μυθιστόρημα της Ειρήνης Ψύρρα έχουμε δύο ηρωίδες, τη Μάγια και τη Ζωή και δύο ιστορίες, της Μάγιας και της Ζωής. Δύο ιστορίες φαινομενικά άσχετες. Πόσο άσχετες τελικά είναι αυτές οι δύο ιστορίες; Θα συναντηθούν σε κάποιο σημείο; Που τελειώνει η αλήθεια της Ζωής και που αρχίζει η αλήθεια της Μάγιας; Πότε οι αλήθειες γίνονται ένοχες και χρειάζονται αθώα ψέματα -όχι όμως ακίνδυνα- για να τις σώσουν;

Η Μάγια τον τελευταίο χρόνο είναι επιμελήτρια κειμένων, στον εκδοτικό οίκο «Ηλιαχτίδα» (συμβολικό το όνομα του εκδοτικού οίκου, αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο, αχτίδα του ήλιου, αχτίδα του φωτός και της αλήθειας που πρέπει να λάμψει), λατρεύει τα βιβλία και το διάβασμα και νιώθει μεγάλη εκτίμηση και θαυμασμό για το αφεντικό της, τον εκδότη Ορέστη Φιλίππου, ο οποίος διακρίνει το λογοτεχνικό της ταλέντο, την ξεχωριστή της προσωπικότητα και πιστεύει ότι κάποια μέρα άλλοι θα επιμελούνται τα δικά της βιβλία. Η Μάγια περιμένει με ανυπομονησία την αναγνώριση της αξίας της, ελπίζοντας ότι ο Φιλίππου θα της αναθέσει την επιμέλεια βιβλίων του Στρατάκη, ενός σημαντικού λογοτέχνη της «Ηλιαχτίδας». Προς απογοήτευσή της ο εργοδότης της της αναθέτει την επιμέλεια ενός βιβλίου μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, της Ζωής Ορφανού. Την αρχική απογοήτευση διαδέχεται η περιέργεια να γνωρίσει την αξιόλογη συγγραφέα, και να διεισδύσει στη σπάνια ιστορία μιας σπάνιας γυναίκας, σύμφωνα με τον Φιλίππου.

Η Μάγια «αποκηρύσσει» για λίγο τα αδέρφια της, τους γονείς της, την ιστορία της οικογένειάς της και το βιβλίο της Ζωής (συμβολικό και το όνομα της δεύτερης ηρωίδας, παραπέμπει στη ζωή που παλεύει κατά του θανάτου) με τον τίτλο «Γυναικείας ψυχής εσώτατα» γίνεται ο νέος της σύντροφος. Με αυτόν τον τρόπο η ιστορία της Ζωής εισβάλλει δυναμικά στη ζωή της Μάγιας, η οποία γοητεύεται από την ιστορία και τον τρόπο γραφής της Ζωής. Δεν γοητεύεται μόνο η Μάγια από τη Ζωή, συνάμα γοητευόμαστε κι εμείς από τον τρόπο γραφής της Ειρήνης. Στον πρόλογο του βιβλίου της Ζωής, διά χειρός Ειρήνης, διαβάζουμε «Τα γεγονότα της ζωής μου άρπαξα κι έγιναν γράμματα, λέξεις, ιστορία, αθώα ψέματα κι ένοχες αλήθειες, μέσα σε μια ανεπαίσθητη στιγμούλα. Άλλωστε, τα γεγονότα τα πιο σημαντικά, εκείνα που ορίζουν, προσδιορίζουν και τελικά καθορίζουν την ύπαρξή μας, είναι μικρές ανεπαίσθητες στιγμούλες. Μια στιγμή η ζωή, μια στιγμή ο έρωτας, μια στιγμή ο θάνατος, μια στιγμή για να γίνουν η ζωή και ο έρωτας θάνατος».

Η Ζωή Ορφανού, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου μέσα στο βιβλίο, είναι ένας άνθρωπος που από μικρή ηλικία ζει ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει. Είναι εσωστρεφής, συνεσταλμένη και όχι ιδιαίτερα κοινωνική. Τελειομανής, αναζητά την ευτυχία στους στόχους του μυαλού και αρνείται επιμόνως να ακολουθήσει τα όνειρα της καρδιάς, όπως τη συμβουλεύουν τα αγαπημένα της πρόσωπα, οι γονείς και ο παιδικός της φίλος Κίμων, η φωνή της λογικής, από τον οποίο απομακρύνεται, γιατί λέει αλήθειες που η Ζωή δεν θέλει να παραδεχτεί, προτιμώντας να περιπλανιέται στα σοκάκια του ψεύδους. Επιλέγει την απόλυτη μοναξιά και την απελπισία που την οδηγούν στη δυστυχία, ενώ η ευτυχία είναι δίπλα της, αρκεί ν’ απλώσει το χέρι της. Όμως εθελοτυφλώντας, φαντασιώνεται ότι η ευτυχία βρίσκεται σ’ αυτό που δεν μπορεί να έχει. Η εμμονή της να το αποκτήσει την οδηγεί σε λάθος μονοπάτια. Διχασμένη από μικρό παιδί. Αυτός ο διχασμός, αυτό το μοίρασμα ανάμεσα στα πρέπει και τα θέλω, στην αλήθεια και στο ψέμα, στην τρέλα και τη λογική θα την οδηγήσει στα άκρα. Θα κάνει τα πάντα, θα αποκηρύξει την καριέρα της -μια πετυχημένη καριέρα που θα ζήλευαν όλοι-, θα εγκαταλείψει την πατρίδα της και την οικογένειά της και θα καταστρώσει ένα σκοτεινό σχέδιο, γιατί πλέον αποφασίζει η τρέλα και όχι η λογική. Για την επίτευξη του σχεδίου δεν διστάζει να κυλιστεί ακόμη και στο βούρκο, να συναναστραφεί με τον υπόκοσμο και να φτάσει στο σημείο της άκρας ταπείνωσης, στο τελευταίο σκαλί της αξιοπρέπειας. Όταν η τρέλα πλέον θριαμβεύει δεν διστάζει να διαπράξει ακόμη και φόνο.

Και όμως η Ζωή Ορφανού θα μπορούσε να ήταν ευτυχισμένη, αν η αίσθηση του ανικανοποίητου δεν την ταλάνιζε από το σχολείο ακόμη, όπου ήταν καλή μαθήτρια και ξεχώριζε. Παίρνει υποτροφία και πάει για σπουδές στο εξωτερικό. Επιστρέφει πίσω, βρίσκει μια δουλειά με τρομερές δυνατότητες ανέλιξης, κάνει έναν επιτυχημένο γάμο που δεν διστάζει να τον διαλύσει γιατί δεν εκπληροί τους στόχους του μυαλού. Στη συνέχεια γνωρίζεται με έναν άνθρωπο που την αγαπάει πολύ και αυτή τον θαυμάζει. Αλλά και πάλι θα τον αφήσει γιατί δεν μπορεί να της

εκπληρώσει την εμμονή της που την οδηγεί στην τρέλα, στην αυτοκαταστροφή και στα ατέλειωτα ψέματα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το μόνο μελανό σημείο στη ζωή της ήταν ο άτυχος και ανεκπλήρωτος -πάντα σύμφωνα με τους στόχους του μυαλού της- έρωτας στο πανεπιστήμιο που τη στιγμάτισε και την κατατρύχει μέχρι τη δολοφονία που θα την λυτρώσει και θα την απαλλάξει από το ψέμα και την υποκρισία, την εμμονή και την τρέλα. Τα μάγια λύνονται, δεν μένει παρά η αποτύπωση του χρονικού της τρέλας στο χαρτί. Η πολυπόθητη κάθαρση φτάνει. Δεν υπάρχουν πλέον αθώα ψέματα κι ένοχες αλήθειες, υπάρχουν μόνο ψέματα και μόνο αλήθειες, οι οποίες πρέπει να ειπωθούν.

Η Ειρήνη σκιαγραφεί με αγάπη τη φόνισσα Ζωή, μεταδίδοντάς μας αυτήν την αγάπη. Βέβαια, όσο και να την συμπαθεί, δεν μπορεί να την αθωώσει. Στη συνείδηση όμως του αναγνώστη η Ζωή δεν είναι φόνισσα, είναι μια διχασμένη προσωπικότητα, μια πονεμένη ύπαρξη, που δεν μπορείς παρά να την συμπαθήσεις. Η όποια τιμωρία έρχεται βέβαια από τους ανθρώπους και τα δικαστήρια, αλλά ο Θεός ή μια ανώτερη δύναμη θα μπορούσε ν’ αποδώσει καλύτερα δικαιοσύνη και να κρίνει τη Ζωή.

Εδώ έγκειται το μεγάλο κατόρθωμα της Ειρήνης. Με τον υπέροχο τρόπο της γραφής της, το πλούσιο λεξιλόγιο και την δουλεμένη έκφρασή της -σε καμία περίπτωση δεν γίνεται εξεζητημένη-, μας έδωσε ένα μυθιστόρημα που κινείται σε δύο επίπεδα αφήγησης, που το διαβάζεις με κομμένη την ανάσα και σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος, ένα τέλος που δεν μπορείς να το φανταστείς, αφού οι ανατροπές των τελευταίων σελίδων σε ξεπερνούν.

Πρόκειται για μια εντέχνως δομημένη πλοκή, όπου η μετάβαση από τη μία ιστορία στην άλλη, από το σήμερα στο χθες και από το χθες στο σήμερα παραπέμπει σε σκηνές κινηματογραφικής ταινίας. Διαβάζουμε και συγχρόνως παρακολουθούμε ένα ψυχολογικό θρίλερ. Προβληματιζόμαστε και προσπαθούμε ν’ απαντήσουμε σε διάφορα

υπαρξιακά ερωτήματα που τίθενται, καθώς βλέπουμε τα «γκρο» πλάνα της ζωής της ηρωίδας Ζωής. Η συγγραφέας μας παρουσιάζει πολυπρόσωπα κινηματογραφικά πλάνα, αφού η Ζωή και η Μάγια περιβάλλονται από ένα πλήθος προσώπων (οικογένεια, φίλοι σχολείο, πανεπιστήμιο, εργασιακός χώρος), γυρισμένα σε διάφορα μέρη (Αθήνα, Λονδίνο, Οξφόρδη). Πλούτος εικόνων, πλούτος προσώπων, περίτεχνα «κοσμημένοι» διάλογοι, αυθεντικότητα και πρωτοτυπία, ένα δυνατό κι ενδιαφέρον μυθιστόρημα που κερδίζει τον αναγνώστη

Η λογοτεχνική πένα της Ειρήνης είναι γοητευτική, σε ταξιδεύει και σε μαγεύει. Και αν αναλογιστούμε ότι είναι το πρώτο της βιβλίο, είμαστε περίεργοι να δούμε τι μας επιφυλάσσει το λογοτεχνικό μέλλον της. Αναμφίβολα, όχι κάτι λιγότερο και κατώτερο. Η Ειρήνη, αν και νέα στο χώρο της συγγραφής, φαίνεται να διαθέτει τη λογοτεχνική στόφα έμπειρων εργατών του λόγου. Δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από παλιότερους και καταξιωμένους λογοτέχνες. Δίκαια μπορεί και μόνο με αυτήν την πρώτη της λογοτεχνική απόπειρα και συγχρόνως κατάθεση ψυχής να διεκδικήσει μια σημαντική θέση στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ανυπομονούμε για τη συνέχεια και πιστεύουμε ότι έχει τη δυνατότητα να μας εκπλήσσει ευχάριστα και στο μέλλον, προσκαλώντας μας σε μοναδικές αναγνωστικές περιπέτειες και σε μοναδικά ταξίδια του μυαλού και της φαντασίας!

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

NEA KYKΛΟΦΟΡΙΑ /// ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ /// ΤΩΡΑ ΘΑ ΜΙΛΗΣΩ ΕΓΩ ///

 



Η Μαρίνα µπαινόβγαινε σε διάφορες κοινότητες απεξάρτησης, σε πόλεις της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, επί τριάντα χρόνια. Προσπαθούσε να κόψει τα ναρκωτικά αλλά δεν τα κατάφερνε. Έµενε καθαρή για λίγους µήνες και µετά έβρισκε πάλι καταφύγιο στην ηρωίνη.

«Σε ποια πραγµατικότητα ακριβώς θέλεις να επανενταχθώ;» µου είπε κάποτε.

Στο βιβλίο αυτό δίνω φωνή στην ίδια. Να µιλήσει για τους λόγους που την οδήγησαν στα ναρκωτικά, για την ανάγκη της να ερωτοτροπεί διαρκώς µε τον θάνατο, λες και µέσα από αυτό το µακάβριο φλερτ θα µπορούσε να επουλώσει τις πληγές της και να απαλύνει τον πόνο που ένιωθε. Στην τραγική ζωή της καθοριστικό ρόλο έπαιξε η νοσηρή σχέση µε τη µητέρα της, σχέση που δυστυχώς επηρέασε για πολύ καιρό και τη δική µου επικοινωνία µαζί της. Τώρα που και οι δύο γυναίκες δεν ζουν πια, µπόρεσα να δω πιο καθαρά το πρόσωπο της αδελφής µου, να φωτίσω πλευρές της προσωπικότητάς της που µε απωθούσαν και µε κρατούσαν µακριά της. Ξαναδιάβασα τις επιστολές και τα σηµειώµατα που είχαµε ανταλλάξει µέσα στα χρόνια, ξέθαψα παλιές φωτογραφίες που ήταν στοιβαγµένες σε κουτιά, ανακάλεσα στιγµές από τα ανέµελα καλοκαίρια µας στις Σπέτσες, όταν ήταν ακόµη ένα µικρό χαριτωµένο κορίτσι, και άλλες αργότερα, οδυνηρές, από τις σύντοµες συναντήσεις µας στη Ρώµη.

Το Τώρα θα µιλήσω εγώ είναι το κύκνειο άσµα της. Όσα δεν είπε όσο ζούσε –αφού τον ρόλο του αφηγητή τον µονοπωλούσε άλλος– τα λέει τώρα σ’ αυτόν τον δραµατικό αποσπασµατικό µονόλογο. Κάθε λέξη του υπογραµµίζει το απαράµιλλο σθένος της, αλλά και την αβάσταχτη µοναξιά της.

Aπό το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Πατάκης 2020

Η αμερικανίδα ποιήτρια Louise Glück κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2020.


 

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/culture/book/685062_nompel-logotehnias-poia-einai-i-skoteini-poiitria-louise-gluck»

Στην Αμερικανίδα ποιήτρια Louise Glück απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2020. Δύο χρόνια μετά την Πολωνή Όλγκα Τοκάρτσουκ, η Louise Glück είναι η 16η γυναίκα που τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10 εκατ. κορωνών Σουηδίας (958.000 ευρώ).

H Louise Glück γεννήθηκε το 1943 στη Νέα Υόρκη και ζει στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης. Είναι γνωστή και ως η «σκοτεινή» ποιήτρια για τη ροπή της σε θέματα γύρω από το τραύμα, την απώλεια και τη θλίψη. Εκτός από ποιήτρια, που έχει κερδίσει πολλά λογοτεχνικά βραβεία και διεθνή αναγνώριση, είναι και καθηγήτρια αγγλικών στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ.

Το 1992 της απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της «The Wild Iris» και το 1999 το βραβείο Μπόλινγκεν του Πανεπιστημίου του Γέιλ για τη συλλογή της «Vita Nova». Το 2003 χρίσθηκε 12η «Poet Laureate» των ΗΠΑ, ένας εξαιρετικά τιμητικός τίτλος. Το 2014 της απονεμήθηκε το αμερικανικό «Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Ποίησης» για τη συλλογή της «Faithful and Virtuous Night», ενώ το 2016, ο Μπαράκ Ομπάμα της απένειμε το ανώτατο παράσημο των ΗΠΑ για τους εκπροσώπους των Τεχνών και των Γραμμάτων.


Σε αρκετά ποιήματά της, άντλησε τα θέματά της από την ελληνική μυθολογία. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει για τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο, τον Αδη και την Περσεφόνη, την Κίρκη, τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη.

Σε ένα από τα πιο δημοφιλή της ποιήματα, με τίτλο «Νόστος», περιλαμβάνεται και ένας από τους πιο γνωστούς της στίχους: «Μια φορά κοιτάμε τον κόσμο, όταν είμαστε παιδιά. Τα υπόλοιπα είναι μνήμη». Η παιδική ηλικία και η οικογενειακή ζωή, η στενή σχέση ανάμεσα στους γονείς και τους αδελφούς και τις αδελφές αποτελούν κεντρική θεματική στο έργο της. 

Ως έφηβη, η Glück έπασχε από νευρική ανορεξία την οποία περιέγραψε σε πολλά ποιήματά της. Κυρίως σε ένα δοκίμιό της χαρακτήρισε την ασθένεια ως το μέσο στην προσπάθειά της να διεκδικήσει την ανεξαρτησία της από τη μητέρα της. Σε άλλο κείμενό της, έχει συνδέσει την ασθένειά της με το θάνατο μιας μεγαλύτερης αδελφής της, ένα γεγονός που είχε συμβεί πριν γεννηθεί.

Ποιήματα της  Louise Glück, μεταφρασμένα από τη Δήμητρα Κωτούλα και τον George Le Nonce έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Ποίηση και Ποιητική. 

Ένα από αυτά είναι «Το ζευγάρι στο πάρκο», (μετάφραση George Le Nonce):

Ἕνας ἄντρας περπατάει μόνος στὸ πάρκο καὶ δίπλα του περπατᾶ μιὰ γυναίκα, ἐπίσης μόνη. Πῶς τὸ καταλαβαίνει κανείς; Εἶναι σὰν νὰ ὑπῆρχε μιὰ γραμμὴ ἀνάμεσά τους, σὰν τὶς γραμμὲς στὰ γήπεδα. Ἐντούτοις, ἂν τοὺς φωτογράφιζες θὰ ἔμοιαζαν μὲ παντρεμένο ζευγάρι, ἕνα βάρος ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, βάρος ὅπως καὶ οἱ χειμῶνες ποὺ ἔχουν ὑπομείνει μαζί. Κάποια ἄλλη στιγμή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ἄγνωστοι ἕτοιμοι νὰ συναντηθοῦν τυχαῖα. Τῆς πέφτει τὸ βιβλίο της˙σκύβει νὰ τὸ σηκώσει, ἀγγίζει, τυχαῖα, τὸ χέρι του καὶ ἡ καρδιά της ἀνοίγει σὰν παιδικὸ μουσικὸ κουτί. Καὶ μέσα ἀπὸ τὸ κουτὶ ξεπροβάλλει μιὰ μικρὴ ξύλινη μπαλλαρίνα. Ἐγὼ τὸ ἔφτιαξα αὐτό, σκέφτεται ὁ ἄντρας˙ καίτοι στὸ ἴδιο σημεῖο βιδωμένη περιστρέφεται, δὲν παύει νὰ εἶναι χορεύτρια, κι ὄχι ἁπλῶς ἕνα κομμάτι ξύλο. Ἔτσι μᾶλλον ἐξηγεῖται ἡ αἰνιγματικὴ μουσικὴ τῶν δέντρων.

Στην Ελλάδα, η φετινή νομπελίστρια ανήκει  από την άνοιξη του 2020 στους συγγραφείς των Εκδόσεων Στερέωμα. Τα έργα της μεταφράζονται από τον Χάρη Βλαβιανό και τη Δήμητρα Κωτούλα και θα κυκλοφορήσουν σύντομα. 

Για τη Louise Glück μπορείτε να διαβάσετε και εδώ:

ΒΗΜΑ

ΕΡΤ

Το σχόλιο του Χάρη Βλαβιανού για τη νομπελίστρια ποιήτρια Louise Glück





Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

Το Varelaki προτείνει : Aνθολογία Νέων Κροατών Ποιητών , Βακχικόν 2020 /// Μετάφραση Ασημίνα Ξηρογιάννη


 












Οι νεαροί ποιητές που παρουσιάστηκαν σε αυτόν τον τόμο εμφανίστηκαν στην ποιητική σκηνή τα τελευταία δέκα χρόνια, με εξαίρεση τον Ντίνκο Κρέχο, του οποίου το πρώτο βιβλίο δημοσιεύτηκε κάπως νωρίτερα. Ανήκουν στη νεότερη γενιά Κροατών ποιητών, εκείνη που καθιερώθηκε (ή καθιερώνεται) μετά τη γενιά στην οποία ανήκω, αν και είμαι της ίδιας ηλικίας με ορισμένους από τους ποιητές που περιλαμβάνονται εδώ. Όλοι τους -και πάλι, με εξαίρεση τον Ντίνκο Κρέχο- δημοσίευσαν τα ποιητικά ντεμπούτα τους μέσα από τα δύο σημαντικότερα βραβεία χειρογράφων ποίησης στην Κροατία: το βραβείο Goran για νέους ποιητές, το οποίο απονέμεται στο καλύτερο χειρόγραφο από έναν μη δημοσιευμένο ποιητή μέχρι τα 30 του χρόνια, και το βραβείο Na vrh jezika για ποιητές μέχρι 35 ετών. Ως μέλος της κριτικής επιτροπής για τα δύο βραβεία, παρακολουθώ όλους αυτούς τους ποιητές από την αρχή της σταδιοδρομίας τους και η δική μου εικόνα για την κατάσταση του πεδίου, καθώς και η δική μου επιλογή, δεν θα ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που έγινε εδώ από τον Μίρζα Πούριτς, λογοτεχνικό μεταφραστή με ασυνήθιστη ευαισθησία και ενδιαφέρον για την ποίηση. Ωστόσο, πρέπει να αναφερθώ σε μερικά ακόμη ονόματα, χωρίς τα οποία θα ήταν ελλιπής η ευρύτερη εκδοχή μιας τέτοιας επιλογής, κατά κύριο λόγο στη Μαρία Αντριάσεβιτς, τον Μάριο Γκλάβας, την Τζέλικα Τσετς και τον Γκόραν Τσολακχόντζιτς.
Ακόμη και μια σύντομη ματιά στα ποιήματα αποκαλύπτει μάλλον ετερογενείς ποιητικές και τάσεις. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν δύο κοινοί τόποι: όλοι οι ποιητές σχηματίστηκαν κυρίως στον εγχώριο ποιητικό κανόνα και, ειδικά στους νεότερους από τους δέκα ποιητές, μπορούν να ανιχνευθούν ορισμένες ποιητικές παραλληλίες, αλλά και κοινά σημεία αναχώρησης, τα οποία πυκνώνουν καθώς στενεύει η επιλογή αυτών των συγγραφέων. [...] (Από τον πρόλογο του Μάρκο Πογκατσάρ)








Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// ΌΛΓΑ ΠΑΤΣΟΥΡΑ ΛΕΝΗ /// ΠΙΚΡΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ /// Από τις ΑΩ Εκδόσεις

 



Όλγα Πατσούρα- Λένη «Πικρά σταφύλια», Αφηγήματα, εκδ. ΑΩ
 

 Αναδημοσίευση από το Φράκταλ

Όταν η ιστορία και η μνήμη κατέχουν περίοπτη θέση στην δράση των λογοτεχνών, μικρά θαύματα μπορούν να συντελεστούν. Ζώντας η ίδια σε μια κατάσταση δυστοπική, η Όλγα Πατσούρα – Λένη με κάνει και αφουγκράζομαι μια δύσκολη εποχή και με βάζει στη διαδικασία συνδέσεων ανάμεσα στις χρονικές βαθμίδες και την χροιά και ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

«Πικρά σταφύλια» είναι ο τίτλος του βιβλίου με 24 μικρές ιστορίες-αφηγήματα από μια μακρινή σε μας εποχή. Τόπος: Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα ελληνική επαρχία. Χρόνος: πριν και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. «Πέτρινα» χρόνια, φτώχεια, προλήψεις και προκαταλήψεις, συντηρητισμός, μνήμες που πονάνε ή προβληματίζουν. Ανθρώπινα στιγμιότυπα, σαν φωτογραφίες ξεθωριασμένες που μαρτυρούν ζωές ρημαγμένες, λάθη και πάθη. Ο άνθρωπος και η μοίρα του, συχνά ανίσχυρος μπροστά στο άγνωστο, πορεύεται σε συνθήκες θολές και ασαφείς, προσπαθεί να επιβιώσει και να υπάρξει εν τέλει με κάθε δυνατό τρόπο. «[…] Μετά τον πόλεμο δεν είχα τίποτε. Ξεριζωμένος και φτωχός. Ήξερα από γλυκά. Νοίκιασα ένα δωμάτιο στο παραθαλάσσιο χωριό και άρχισα να φτιάχνω. Πήγαιναν καλά οι δουλειές. Φρόντιζα γονείς και αδερφές. Τους είχα φέρει όλους μαζί μου. Αν έμεναν στο χωριό θα θυμόνταν τη φωτιά. Που μας άφησε χωρίς σπίτι. Καλοπάντρεψα τις αδερφές, αγόρασα κι ένα σπιτάκι. Και τώρα, σκεφτόμουν, μόνος μου θα μείνω; Είχαν περάσει τα χρόνια, δεν ήμουν πια νέος, αλλά είχα στρώσει καλή δουλειά.. Στο μαγαζί περνούσαν διάφοροι, έβλεπαν που ήμουν σοβαρός και εργατικός και μου έφερναν προξενιά.[…] (Χέλι, σελ.33)

Απλότητα, σαφήνεια, διαύγεια και καθαρότητα. Χωρίς περιττά στολίδια ή φτιασίματα, γραφή ουσιαστική που δεν καταφεύγει σε τεχνάσματα ή λεκτικά πυροτεχνήματα για να σαγηνεύσει. Η αλήθεια αναδύεται γυμνή και στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά ή το μυαλό. Από τα λίγα φανταζόμαστε πολλά, χωρίς να πελαγοδρομούμε σε άστοχες περιγραφές ή ανούσιες φλυαρίες και υπερβολές. Το χάος μιας εποχής μπαίνει σε τάξη και η συνείδηση και η νόηση ταξιδεύουν προς κατευθύνσεις που γεννούν ερωτηματικά. Γιατί με κερδίζει αυτό το βιβλίο; Γιατί αισθάνομαι πως υπάρχει τίμια πρόθεση. Γιατί νιώθω οικειότητα με κάτι ανθρώπινο που απλόχερα μου προσφέρει. Γιατί νοσταλγώ κάτι που δεν έχω ζήσει.

Οι ήρωες είναι άνθρωποι απλοί, με ξεκάθαρες σκέψεις ή αδυναμίες, που δεν είναι χειραφετημένοι. Κυρίως από την επαρχία, φτωχοί, ταλαιπωρημένοι. Και οι γυναίκες βασανισμένες, εξαρτώμενες, με ρόλο σαφή. Και όλοι πικραμένοι, ζουν μέσα σε μια δίνη αφού η Ιστορία τους υπερβαίνει. Αλλά μέσα στο γενικότερο χτύπημα της Μοίρας, η συγγραφέας εκτυλίσσει με τρόπο άμεσο τις προσωπικές τους ιστορίες. Οι Γερμανοί που μπαίνουν στα χωριά, ο ξανθός, ψηλός, και άσπρος Ερνέστο, που του έλειπαν τα παιδιά του, οι φωτογραφίες που φουντώνουν τις μνήμες και επιτείνουν τον μαρασμό, οι έξοδοι στα βουνά, η δίψα για λευτεριά, η Φωτεινούλα που διαρκώς γεννούσε παιδιά, αλλά έμενε μόνη χωρίς σύντροφο, οι ιστορίες με γιαγιάδες και προγιαγιάδες, για χαμένους αδερφούς, νύφες και άγνωστους παππούδες, το παιδικό βλέμμα που προσπαθεί να ερμηνεύσει συμπεριφορές και καταστάσεις, ο ερωτύλος παππούς που χούφτωνε τη γιαγιά, όλα αυτά ανήκουν στο λογοτεχνικό σύμπαν που δημιουργεί η Πατσούρα και έχουν την ιδιαίτερη θέση τους μέσα σε αυτό.

«[…] Όταν πέθανε η μάνα μου, αυτή με φρόντιζε, είπε. Ήταν ζαχαροπλάστισσα. Κάθε πρωί έφερνε έξω από το σχολείο λιχουδιές. Ζαχαρωμένα μηλαράκια, γλειφιτζούρια, γλυκά ψωμάκια. Με αγαπούσε πολύ. Δεν είχε άλλα εγγόνια. Ούτε άντρα. Στον εμφύλιο τον σκότωσαν. Χαιρόταν που με φρόντιζε. Τραγουδούσε ωραία. Μου έπλεκε κοτσίδες τα μαλλιά.[…](Προγιαγιά σ.σ.73-74 )

Γλώσσα απλή, εύγλωττες εικόνες, λόγος που ρέει με άνεση. Έλλειψη μελοδραματικού τόνου, που αν υπήρχε, θα αποδυνάμωνε το κείμενο και θ’ απωθούσε τον αναγνώστη. Μνήμες και μυθοπλασία εμπλέκονται επιτυχώς και συμπλέουν σε  ένα όμορφο και συγκινητικό αφηγηματικό ταξίδι… σε μια μακρινή μας εποχή που σημάδεψε την σκέψη, την ψυχή του ανθρώπου.

Μια Ελλάδα που λυγίζει, αλλά καταφέρνει να σταθεί στα πόδια της. Αγκομαχά, πικραίνεται, αλλά κάπου υπάρχει μια μικρή φλόγα, μια αμυδρή ελπίδα. Μέσα από τις κακουχίες, ο άνθρωπος σκληραγωγείται. «Γι’ αυτό σου λέω, άμα έχεις χάσει τα πάντα, δεν φοβάσαι. Τι να μου κάνει εμένα το ανθρωπάκι;» (Τα γλυκά, σελ.31)

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε αυτούς που έφυγαν. Σε κατατοπιστικό πρόλογο και επιμέλεια της Διώνης Δημητριάδου. Οι ΑΩ εκδόσεις διαρκώς στοχεύουν σε ουσιαστικές και καλαίσθητες εκδόσεις που δεν μπορούν να μας αφήσουν αδιάφορους.












ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ /// Ο ΚΗΠΟΣ του Γιώργου Τσιρακίδη ///Εκδόσεις Momentum

 



Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη ///
[Αναδημοσίευση από Φράκταλ)

 

Γιώργος Τσιρακίδης «Ο Κήπος», εκδ. Momentum

   Κρατώ στα χέρια μου τον Κήπο του Γιώργου Τσιρακίδη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μomentum [Αθήνα 2020] και είναι η πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα. Ο συγγραφέας μάς διηγείται μια ιστορία τρόμου και μάς εισάγει σε έναν κόσμο αλλόκοτο, στον οποίο το Κακό πηγαίνει να κατατροπώσει το Καλό. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο νεαρός Μάρκος που μετά από ένα χωρισμό και μέσα στο καλοκαίρι αποφασίζει να περάσει λίγες μέρες στο σπίτι της γιαγιάς του Αλεξάνδρας που έφυγε προδομένη από την καρδιά της. Το σπίτι βρισκόταν σε ένα μικρό χωριό έξω από την Αθήνα και για πολλά χρόνια κανείς από την οικογένεια δεν γνώριζε την ύπαρξή του- άγνωστο γιατί η γυναίκα δεν το μοιραζόταν με τους δικούς της. Όταν όμως ανοίχτηκε η διαθήκη, έμαθαν πως το σπίτι τώρα ανήκε στον Μάρκο.

Παράλληλα με την δράση του Μάρκου που εκτυλίσσεται στο παρόν, ο συγγραφέας ξετυλίγει και μια ιστορία από το παρελθόν, την ιστορία της Ναυσικάς, που έζησε στο εν λόγω σπίτι και που την οικογένειά της θέρισε ο μεγάλος πόλεμος. Έτσι οι γονείς της την πήγαν να ζήσει στο σπίτι της Αλεξάνδρας, μια πανέμορφης, αλλά μυστηριώδους γυναίκας που έκρυβε επικίνδυνα μυστικά και είχε ύποπτη συμπεριφορά.

Ο Μάρκος ελπίζει να ξεκουραστεί και να χαλαρώσει μακριά από όλους και απ’ όλα, όμως, δυστυχώς, η παραμονή του εκεί είναι γεμάτη προβλήματα. Αλλόκοτα πράματα συμβαίνουν, φιγούρες εμφανίζονται από το πουθενά, νιώθει παράξενα και έχει διαρκώς την αίσθηση πως κάποιος τον παρακολουθεί και τον απειλεί. Μήπως είναι το σκοτεινό παρελθόν που ορθώνεται απειλητικό και δεν τον αφήνει να ηρεμήσει; Μήπως μια κληρονομική κατάρα τρόπον τινά ή μια αίσθηση που τον πνίγει για πράγματα που αδυνατεί να ερμηνεύσει ή να κατανοήσει;

Πώς συγκλίνει η ιστορία του νεαρού με την ιστορία της Ναυσικάς, αν και ζουν και δρουν σε τελείως διαφορετικές εποχές; Ποιος ο ρόλος του πίνακα που είναι κρεμασμένος έξω από το παλιό πλυσταριό που απεικονίζει εννέα γυναίκες και έναν τράγο με δύο θεόρατα κέρατα στο κεφάλι του, που αν τα κοιτούσες από μακριά, μπορεί να νόμιζες πως έβλεπες δυο χοντρά στριφογυριστά κλαδιά; Φαντάσματα πλανώνται πάνω από το κεφάλι του Μάρκου.

Το θέμα είναι πως ο αναγνώστης ανυπομονεί να δει ποια θα είναι η συνέχεια. Προσπαθεί να ενώσει τα κομμάτια του παζλ και να βρει την ουσία των πραγμάτων. Η γυναίκα που φτιάχνει φάρμακα από τα φυτά κατέχει μια ιδιαίτερη θέση μέσα στην ιστορία και πριν ξεκαθαριστεί ο ρόλος της γοητευόμαστε από μια 

Οι ιδιαίτερες τελετές, ο Μανδραγόρας και τα άλλα φυτά του Κήπου με τις θαυμαστές – όχι απαραίτητα θετικές- ιδιότητές που διαθέτουν, τα φάρμακα και τα φαρμάκια, ο λογοτεχνικός αυτός διάλογος ανάμεσα στο Φως και το Σκοτάδι, οι γνώσεις και οι προλήψεις για Μαγείες, Μάγους και άλλα παρόμοια, ο Φόβος που καραδοκεί, η Πλάνη που αποπροσανατολίζει, τα μυστικά γράμματα Ραφαήλ- Ναυσικάς που προωθούν την πλοκή. Όλα αυτά είναι στοιχεία – κλειδιά της ιστορίας που παρακολουθούμε με ενδιαφέρον και – πριν λυθεί το μυστήριο -οδηγούν τη σκέψη μας σε διάφορες ατραπούς. Ο συγγραφέας μπλέκει πετυχημένα τον τρόμο και τη μαγεία και το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που καθηλώνει. Δεν θέλεις να το αφήσεις, επειδή αναρωτιέσαι διαρκώς για τη συνέχεια. Ναι, δεν ξέρεις που οδηγεί και αναρωτιέσαι. Και ξαφνικά τα νερά ταράζονται κα οι άνθρωποι γίνονται Άλλοι, μεταμορφώνονται σε τέρατα και κάνουν πράξεις αδιανόητες, ανείπωτες. Πού τελειώνει η ψευδαίσθηση και πού αρχίζει η πραγματικότητα; Πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει κανείς εν τέλει και πώς μπορεί κανείς να προχωρήσει στην ευτυχία που του αξίζει;

Θα κλείσω με τα λόγια της γιαγιάς του Μάρκου, που τα μόνα φωτεινά χρόνια της ζωής της ήταν αυτά που πέρασε στο Ορφανοτροφείο στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο πόλεμο: «Να μην μιλάς για θλιβερά πράγματα ποτέ. Όσο μιλάς γι’ αυτά τους δίνεις ζωή. Τα θρέφεις και θα μεγαλώσουν τόσο, που θα σε καταβροχθίσουν.» (σελ. 37)

Και αναμένω την επόμενη ιστορία τρόμου του ελπιδοφόρου Γιώργου Τσιρακίδη.