Translate

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Οσδελnet - Βιβλιογραφική Βάση Δεδομένων του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου




                                     







ΟΣΔΕΛ






    H πλατφόρμα Βιβλιογραφικής Βάσης Δεδομένων του ΟΣΔΕΛ, μετά την περίοδο πιλοτικής εφαρμογής της, είναι ανοιχτή σε όλους τους ενδιαφερόμενους χρήστες με ένα μόνο κλικ (http://www.osdelnet.gr/). H οσδελnet είναι πλέον πραγματικότητα. Μετά από εργασίες τριών ετών, είναι σε θέση να εξυπηρετήσει και τους χρήστες του Διαδικτύου εκτός από τους επαγγελματίες του βιβλίου.

    Προσφέρει πλούσιες πληροφορίες για κάθε έργο, ενώ η λειτουργία της έχει σχεδιαστεί με στόχο τόσο την ενημέρωση όσο και την ευχάριστη εμπειρία κάθε χρήστη. Αξιοποιώντας τις πλέον σύγχρονες προδιαγραφές interface, ο κάθε χρήστης μπορεί να βρει τις πληροφορίες που αναζητά μέσα από έναν αριθμό πεδίων αναζήτησης ή και εμφανιζόμενων λέξεων αναζήτησης με ένα απλό κλικ ή την εισαγωγή του όρου που τον ενδιαφέρει (εκδότες, είδος έργου, θέματα, λέξεις-κλειδιά, κ.ά.).

    Ελπίζουμε να εξελιχθεί σε ένα πολύτιμο εργαλείο τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες, ευρωπαϊκές και μη, οι οποίες διασυνδέονται με την πλατφόρμα ARROW. Προσβάσιμη, πιλοτικά, στους συμβασιούχους εκδότες μας από την 24η Ιουνίου 2014, η οσδελnet έτυχε θερμής υποδοχής και αποδοχής. Έτσι, την επισκέφτηκαν από τότε 564 εκδότες από όλη την Ελλάδα. Είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν και να τροποποιήσουν τους τίτλους τους, να εμπλουτίσουν τα πληροφοριακά στοιχεία και να επιμεληθούν τη συνολική εικόνα της παραγωγής τους.

    Η ενημέρωση της Βιβλιογραφικής Βάσης Δεδομένων έχει περάσει πλέον στα χέρια των ίδιων των εκδοτών. Ο ΟΣΔΕΛ θα προσφέρει την οσδελnet ως άλλη μία παροχή, όχι μόνο προς τους συμβασιούχους του εκδότες και δημιουργούς, αλλά και τους επαγγελματίες του βιβλίου (συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές), καθώς και τους απλούς αναγνώστες, ερευνητές, κ.ά. Με την οσδελnet και την πλατφόρμα ARROW, το ελληνικό βιβλίο, αμέσως μετά την κυκλοφορία του, ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο.

    Ο ΟΣΔΕΛ παρακολουθεί τις διεθνείς τεχνολογικές εξελίξεις στο χώρο της βιβλιοπαραγωγής και πρωτοπορεί, όχι μόνο σε ελληνικό επίπεδο, προετοιμάζοντας και άλλες καινοτομίες.

Ευχόμαστε καλή πλοήγηση.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς /// ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ


πηγή:http://dimartblog.com/2014/09/07/italo-calvino/












Ποια βιβλία θεωρούνται κλασικά; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Τι προσφέρουν στον αναγνώστη; Γιατί, πώς και πότε τα διαβάζουμε; Ο Ίταλο Καλβίνο δίνει απαντήσεις στο βιβλίο του Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000. Μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης. Με τον απολαυστικό του τρόπο, ο συγγραφέας του Διχοτομημένου Υποκόμη, του Μαρκοβάλντο και του Αν μια νύχτα του χειμώνα, ένας ταξιδιώτης... μάς πλοηγεί στην ανάγνωση της κλασικής λογοτεχνίας, από τον Όμηρο και τον Οβίδιο στον Ντιντερό και τον Μπαλζάκ. Η στήλη Ιστορίες Ανάγνωσης αντιγράφει το πρώτο κεφάλαιο, που φέρει και τον τίτλο του βιβλίου.

Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς


Ας ξεκινήσουμε με μερικούς ορισμούς.



1. Κλασικά είναι τα βιβλία για τα οποία ακούμε συνήθως να λένε: «Τα ξαναδιαβάζω…» και ποτέ «Τα διαβάζω…».

Αυτό τουλάχιστον ισχύει για όσους θεωρούνται «πολυδιαβασμένοι»· δεν ισχύει για τους νέους, για την ηλικία δηλαδή όπου η συνάντηση με τον κόσμο, και τους κλασικούς ως τμήμα του κόσμου, έχει την αξία της πρώτης συνάντησης.

Το επαναληπτικό πρόθεμα μπροστά από το ρήμα «διαβάζω» μπορεί όμως να αποτελεί και μια μικρή υποκρισία από όσους ντρέπονται να παραδεχτούν ότι δεν έχουν διαβάσει ένα πασίγνωστο βιβλίο. Για να τους καθησυχάσει κανείς, αρκεί να παρατηρήσει ότι όσο ευρύς κι αν είναι ο αριθμός των αναγνωσμάτων «διάπλασης» ενός ατόμου, υπολείπεται πάντα ένας τεράστιο αριθμός βασικών έργων που κάποιος δεν έχει διαβάσει.

Όποιος έχει διαβάσει ολόκληρο τον Ηρόδοτο και ολόκληρο τον Θουκιδίδη να σηκώσει το χέρι. Και τον Σαιν-Σιμόν; Και τον καρδινάλιο του Ρετς; Αλλά και οι μεγάλοι μυθιστορηματικοί κύκλοι του 19ου αιώνα περισσότερο μνημονεύονται παρά διαβάζονται. Στη Γαλλία, τον Μπαλζάκ, αρχίζουν να τον διαβάζουν στο σχολείο, και από τον αριθμό των εκδόσεων που κυκλοφορούν θα έλεγε κανείς πως εξακολουθούν να τον διαβάζουν και μετά. Αν όμως γινόταν στην Ιταλία μια δημοσκόπηση, φοβάμαι πως ο Μπαλζάκ θα βρισκόταν στις τελευταίες θέσεις. Οι παθιασμένοι με τον Ντίκενς αναγνώστες στην Ιταλία αποτελούν μια περιορισμένη ελίτ ανθρώπων που όταν συναντιούνται, αρχίζουν αμέσως να θυμούνται πρόσωπα και επεισόδια λες και πρόκειται για γνωστούς τους ανθρώπους. Πριν από κάποια χρόνια ο Μισέλ Μπιτόρ, διδάσκοντας στην Αμερική, κουράστηκε να ακούει να τον ρωτάνε για τον Εμίλ Ζολά τον οποίο ποτέ του δεν είχε διαβάσει, και αποφάσισε να διαβάσει όλο τον κύκλο των Ρουγκόν-Μακάρ. Ανακάλυψε πως ήταν διαφορετικός από ό,τι πίστευε: μια εκπληκτική μυθολογική και κοσμογονική γενεαλογία την οποία περιέγραψε σ’ ένα ωραιότατο δοκίμιο.

Αυτά για να πω ότι η πρώτη ανάγνωση ενός μεγάλου βιβλίου σε ώριμη ηλικία προσφέρει μια εξαιρετική απόλαυση: διαφορετική (κανείς όμως δεν μπορεί να πει αν είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη) σε σχέση με την ανάγνωσή του σε νεανική ηλικία. Η νεότητα μεταδίδει στην ανάγνωση, όπως σε κάθε άλλη εμπειρία, μια ιδιαίτερη γεύση και μια ιδιαίτερη σημασία· ενώ στην ωριμότητα εκτιμούνται (θα έπρεπε να εκτιμούνται) πολύ περισσότερες λεπτομέρειες και επίπεδα και σημασίες. Μπορούμε επομένως να προτείνουμε και τον παρακάτω τύπο ορισμού:


2. Κλασικά λέγονται τα βιβλία που συνιστούν ένα πλούτο για όποιον τα έχει διαβάσει και αγαπήσει· συνιστούν όμως έναν εξίσου σημαντικό πλούτο για όποιον κρατάει για τον εαυτό του την τύχη να τα διαβάσει για πρώτη φορά στις καλύτερες για να τα απολαύσει συνθήκες.

Πράγματι, οι αναγνώσεις της νεότητας μπορούν να αποδειχτούν ελάχιστα αποδοτικές λόγω ανυπομονησίας, απροσεξίας, απειρίας στη χρησιμοποίηση των οδηγιών χρήσης, απειρίας στη ζωή. Μπορούν να είναι (ίσως και ταυτόχρονα) επιμορφωτικές με την έννοια ότι δίνουν μια μορφή στις μελλοντικές εμπειρίες, προσφέροντας πρότυπα, περιορίσμους, όρους σύγκρισης, σχήματα ταξινόμησης, κλίμακες αξιών, παραδείγματα ομορφιάς: πράγματα που εξακολουθούν να λειτουργούν ακόμα κι αν κάποιος θυμάται ελάχιστα πράγματα ή και τίποτα από το βιβλίο που διάβασε στα νεανικά του χρόνια. Αν ξαναδιαβάσουμε το βιβλίο σε ώριμη ηλικία, θα ξαναβρούμε στις σταθερές αυτές, που τώρα πια αποτελούν τμήμα των εσωτερικών μας μηχανισμών και των οποίων είχαμε ξεχάσει την προέλευση. Υπάρχει σε κάθε έργο μια ιδιαίτερη δύναμη την οποία ποτέ δεν θυμόμαστε, αλλά η οποία αφήνει το σπόρο της. 

Επομένως ο ορισμός που μπορούμε να δώσουμε θα είναι ο εξής:


3. Κλασικά είναι τα βιβλία που ασκούν μια ιδιαίτερη επίδραση τόσο όταν επιβάλλονται ως αλησμόνητα όσο και όταν κρύβονται στις πτυχές της μνήμης με τη μορφή του συλλογικού ή ατομικού ασυνείδητου.

Γι’ αυτό, στην ενήλικη ζωή μας, θα έπρεπε να αφιερώνουμε τον απαραίτητο χρόνο για να επανερχόμαστε στα σημαντικότερα διαβάσματα των νεανικών μας χρόνων. Αν τα βιβλία έμεναν τα ίδια (γιατί κι αυτά αλλάζουν κάτω από το φως μιας διαφορετικής ιστορικής προοπτικής), εμείς σίγουρα έχουμε αλλάξει, και η συνάντηση αποτελεί ένα εξ ολοκλήρου νέο γεγονός.

Επομένως, είτε χρησιμοποιούμε το ρήμα «διαβάζω» είτε το ρήμα «ξαναδιαβάζω» δεν έχει μεγάλη σημασία. 

Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι:


4. Κάθε νέα ανάγνωση ενός κλασικού βιβλίου είναι μια ανάγνωση ανακάλυψης όπως η πρώτη.

5. Σ’ ένα κλασικό βιβλίο κάθε πρώτη ανάγνωση είναι στην πραγματικότητα μια νέα ανάγνωση.

Ο ορισμός 4 μπορεί να θεωρηθεί μέρος του παρακάτω ορισμού.

6. Κλασικό είναι το βιβλίο που δεν έπαψε ποτέ να λέει όσα έχει να πει.

Ενώ ο ορισμός 5 παραπέμπει σε μια πιο επεξηγηματική διατύπωση:

7. Κλασικά είναι τα βιβλία που φτάνουν στα χέρια μας κουβαλώντας τα ίχνη των αναγνώσεων που έχουν προηγηθεί της δικής μας και σέρνουν πίσω τους τα ίχνη που άφησαν στην κουλτούρα ή στις κουλτούρες που διέτρεξαν (ή πιο απλά στη γλώσσα ή στα ήθη).

Το ίδιο ισχύει τόσο για τους αρχαίους όσο και για τους σύγχρονους κλασικούς. Όταν διαβάζω την Οδύσσεια, διαβάζω το κείμενο του Ομήρου αλλά παράλληλα δεν μπορώ να ξεχάσω όλα όσα οι περιπέτειες του Οδυσσέα έχουν σηματοδοτήσει στη διάρκεια των αιώνων, και δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ αν αυτά τα νοήματα ήταν φανερά στο κείμενο ή αν είναι επικαλύμματα ή παραμορφώσεις ή επεκτάσεις. Διαβάζοντας Κάφκα, δεν μπορώ παρά να επικυρώσω ή να απορρίψω τη νομιμότητα του επιθέτου «καφκικός» που μας συμβαίνει να ακούμε κάθε τέταρτο της ώρας, σε ευθεία ή πλάγια χρήση. Όταν διαβάζω το Πατέρες και γιοι του Τουργκένιεφ ή τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως αυτά τα πρόσωπα συνέχσαν να επανενσαρκώνονται ώς τις μέρες μας.

Η ανάγνωση ενός κλασικού πρέπει να μας προξενεί κάποια έκπληξη σε σχέση με την εικόνα που είχαμε γι’ αυτό. Επομένως, δεν θα είναι ποτέ αρκετή η προειδοποίηση ότι πρέπει να καταφεύγουμε στην άμεση ανάγνωση των πρωτότυπων κειμένων και να αποφεύγουμε όσο γίνεται τις κριτικές βιβλιογραφίες, αναλύσεις και ερμηνείες. Το σχολείο και το πανεπιστήμιο θα έπρεπε να κάνουν κατανοητό ότι ένα βιβλίο που μιλάει για ένα άλλο βιβλίο, σε καμιά περίπτωση δεν λέει περισσότερα πράγματα από το ίδιο το βιβλίο για το οποίο γίνεται λόγος· κι όμως, σχολείο και πανεπιστήμιο κάνουν ό,τι μπορούν να πείσουν για το αντίθετο. Υπάρχει μια διαδεδομένη αντιστροφή των αξιών, με αποτέλεσμα η εισαγωγή, η κριτική θεώρηση, η βιβλιογραφία να χρησιμοποιούνται ως προπέτασμα καπνού, προκειμένου να κρύψουν αυτά που το κείμενο έχει να πει και που μπορεί να τα πει μόνο αν το αφήσουμε να μιλήσει χωρίς εκείνους τους μεσάζοντες που έχουν την απαίτηση να γνωρίζουν περισσότερα από αυτό. Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι:

8. Κλασικό είναι το έργο που προκαλεί αδιάκοπα έναν κονιορτό κριτικών αναλύσεων γι΄αυτό, αλλά συνεχώς τον αποτινάζει από πάνω του.

Δεν είναι υποχρεωτικό ένα κλασικό έργο να μας διδάσκει κάτι που δεν γνωρίζαμε· πολλές φορές ανακαλύπτουμε κάτι που γνωρίζαμε από πάντα (ή που πιστεύαμε ότι γνωρίζαμε) αλλά δεν ξέραμε ότι ήταν κάτι που το έργο αυτό το είπε πρώτο (ή που εν πάση περιπτώσει ήταν συνδεδεμένο μαζί του με έναν ιδιαίτερο τρόπο). Και είναι αυτή επίσης μια έκπληξη που προσφέρει μεγάλη ικανοποίηση, όπως προσφέρει πάντα η ανακάλυψη μια ρίζας, μιας σχέσης, μιας εξάρτησης. Από όλα αυτά μπορούμε να αντλήσουμε έναν ορισμό του τύπου:

9. Κλασικά είναι τα βιβλία που όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι τα γνωρίζουμε επειδή τα έχουμε ακουστά, τόσο περισσότερο όταν τα διαβάζουμε μας αποκαλύπτουν νέες, απροσδόκητες, άγνωστες πλευρές τους.

Φυσικά αυτό συμβαίνει όταν ένα κλασικό βιβλίο «λειτουργεί» ως κλασικό, δηλαδή εδραιώνει μια προσωπική σχέση με όποιον το διαβάζει. Αν ο σπινθήρας δεν ανάψει, δεν γίνεται τίποτα: οι κλασικοί δεν διαβάζονται από υποχρέωση ή σεβασμό, αλλά μόνο από αγάπη. Εκτός από το σχολείο: καλώς ή κακώς, το σχολείο πρέπει να σου γνωρίζει έναν συγκεκριμένο αριθμό κλασικών ανάμεσα στους οποίους (ή αναφορικά με τους οποίους) εσύ θα μπορέσεις στη συνέχεια να αναγνωρίσεις τους «δικούς σου» κλασικούς. Το σχολείο είναι υποχρεωμένο να σου δίνει τα απαραίτητα εργαλεία για να κάνεις μια επιλογή· αλλά οι επιλογές που μετράνε είναι μόνο εκείνες που συμβαίνουν έξω ή μετά το σχολείο.

Μόνο στα ανιδιοτελή διαβάσματα μπορεί να πέσεις πάνω σ’ ένα βιβλίο που θα γίνει το «δικό σου» βιβλίο. Γνωρίζω έναν εξαιρετικό ιστορικό τέχνης ο οποίος, ανάμεσα σε όλα τα βιβλία, συγκέντρωσε την προτίμησή του στα Χαρτιά του Πίκγουικ, και δεν χάνει ευκαιρία να αναφέρει αποσπάσματα από το βιβλίο του Ντίκενς, και κάθε γεγονός της ζωής το παραλληλίζει με επεισόδια από το βιβλίο. Έτσι, σιγά σιγά, ο ίδιος, το σύμπαν του, η αληθινή φιλοσοφία, πήραν τη μορφή των Χαρτιών του Πίκγουικ σε μια απόλυτη ταύτιση. Φτάνουμε, λοιπόν, μέσα από αυτή τη λογική σε άλλη μια αντίληψη του κλασικού βιβλίου, μια αντίληψη μεγαλόπνοη και απαιτητική:

10. Αποκαλείται κλασικό ένα βιβλίο που παρουσιάζεται ως ισοδύναμο του σύμπαντος, όπως τα αρχαία φυλαχτά.

Με αυτόν τον ορισμό πλησιάζουμε στην αντίληψη του ολικού βιβλίου, όπως το ονειρευόταν ο Μαλαρμέ. Ένας κλασικός, όμως, μπορεί να καθορίσει επίσης δυνατή σχέση αντιπαράθεσης, αντίθεσης. Αγαπώ όλα όσα σκέφτεται και κάνει ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, όλα όμως μου εμπνέουν μια ακατάσχετη διάθεση να του αντιταχθώ, να του ασκήσω κριτική, να καβγαδίσω μαζί του. Φταίει η αντιπάθεια που μου προκαλεί ο χαρακτήρας του, αλλά γι’ αυτό θα αρκούσε να μην τον διαβάσω, από την άλλη όμως δεν μπορώ παρά να τον περιλάβω ανάμεσα στους αγαπημένους μου συγγραφείς. Θα πω επομένως ότι:

11. Ο «δικός σου» κλασικός είναι εκείνος που δεν μπορεί να σου είναι αδιάφορος και σου χρησιμεύει για να ορίσεις τον εαυτό σου σε σχέση ή και σε αντιπαράθεση με αυτόν.

Πιστεύω πως δεν χρειάζεται να δικαιολογηθώ αν χρησιμοποιώ τον όρο «κλασικό» χωρίς να κάνω διακρίσεις αρχαιότητας, ύφους, κύρους. (Για την ιστορία όλων αυτών των εκδοχών του όρου, μπορεί κανείς να δει το πληρέστερο λήμμα «Κλασικός» του Φράνκο Φορτίνι στην Εγκυκλοπαίδεια Εϊνάουντι, τ. 3.) Αυτό που διαφοροποιεί την έννοια του κλασικού σε όσα λέω είναι ίσως μόνο η αίσθηση της απήχησης που μπορεί να έχει τόσο ένα αρχαίο όσο και ένα σύγχρονο έργο, το οποίο όμως ήδη κατέχει μια θέση στην πολιτισμική συνέχεια. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι:

12. Κλασικό είναι ένα βιβλίο που έρχεται πριν από άλλα κλασικά βιβλία· όποιος όμως έχει διαβάσει πρώτα τα άλλα κι ύστερα διαβάζει αυτό, αναγνωρίζει αμέσως τη θέση του στη γενεαλογία.

Στο σημείο αυτό δεν μπορώ πλέον να μεταθέσω το κρίσιμο πρόβλημα της σχέσης της ανάγνωσης των κλασικών με όλες τις άλλες αναγνώσεις έργων που δεν είναι κλασικά. Πρόβλημα που συνδέεται με ερωτήσεις του τύπου: «Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς αντί να επικεντρωνόμαστε σε αναγνώσματα ικανά να μας δώσουν την ευκαιρία να γνωρίσουμε σε βάθος την εποχή μας;» και «Πού θα βρούμε το χρόνο και την άνεση του μυαλού για να διαβάσουμε τους κλασικούς, πνιγμένοι όπως είμαστε από τη χιονοστιβάδα του τυπωμένου χαρτιού της επικαιρότητας;»

Βεβαίως μπορούμε να υποθέσουμε την ύπαρξη ενός ευτυχούς ατόμου που αφιερώνει τον «αναγνωστικό χρόνο» της ζωής του για να διαβάζει αποκλειστικά Λουκρήτιο, Λουκιανό, Μονταίν, Έρασμο, Κεβέδο, Μάρλοου, το έργο Λόγος περί της Μεθόδου, τον Βίλχελμ Μάιστερ, Κόλεριτζ, Ράσκαν, Προυστ και Βαλερύ, και για να διασκεδάσει, την Μουρασάκι ή του ιρλανδέζικους θρύλους. Κι όλα αυτά χωρίς να έχει καμιά σχέση με βιβλιοπαρουσιάσεις φρεσκοτυπωμένων επανεκδόσεων, ούτε με δημοσιεύσεις για την κατάληψη κάποιας έδρας, ούτε με εκδοτικές εργασίες των οποίων το συμβόλαιο έχει ημερομηνία λήξης. Για να κρατήσει αμόλυντη τη δίαιτά του, το μακάριο αυτό άτομο θα έπρεπε να απέχει από το διάβασμα των εφημερίδων, να μην παρασύρεται από τις προκλήσεις κάποιου καινούργιου μυθιστορήματος ή μιας πρόσφατης κοινωνιολογικής έρευνας. Απομένει να αποδεχτεί πόσο σωστή και ωφέλιμη θα ήταν μια παρόμοια δογματική στάση. Η επικαιρότητα μπορεί να είναι κοινότοπη και αποβλακωτική, παραμένει όμως πάντα ένα σημείο προσανατολισμού για να κοιτάμε μπροστά ή πίσω. Για να μπορέσει κανείς να διαβάσει τους κλασικούς, πρέπει να προκαθορίσει «από πού» θα τους διαβάσει, ειδάλλως τόσο το βιβλίο όσο και ο αναγνώστης θα χαθούν σε μια νεφελώδη αχρονία. Να λοιπόν που η μέγιστη αποδοτικότητα της ανάγνωσης των κλασικών βρίσκεται με το μέρος όποιου ξέρει να την εναλλάσσει σε σόφες δόσεις με την ανάγνωση της επικαιρότητας. Κι αυτό δεν προϋποθέτει αναγκαστικά μια ισορροπημένη εσωτερική γαλήνη: μπορεί να είναι επίσης και αποτέλεσμα ενός ανυπόμονου εκνευρισμού, ενός ασθμαίνοντος ανικανοποίητου.

Το ιδεώδες θα ήταν να αντιλαμβανόσμασταν την επικαιρότητα σαν ένα θόρυβο έξω από το παράθυρο, που μας προειδοποιεί για τα κυκλοφοριακά προβλήματα ή τις μετεωρολογικές μεταπτώσεις, ενώ εμείς παρακολουθούμε το λόγο των κλασικών που ακούγεται σαφής και διαρθρωμένος μέσα στο δωμάτιο. Έχει όμως επίσης τη σημασία του αν για τους πολλούς η παρουσία των κλασικών γίνεται αισθητή σαν μια μακρινή βαβούρα, έξω από το δωμάτιο που έχει πλέον καταληφθεί από την επικαιρότητα ή τη φωνασκούσα σε όλη της την ενταση τηλεόραση. Επομένως, ας προσθέσουμε ότι:

13. Είναι κλασικό ό,τι τείνει να εκτοπίζει την πραγματικότητα στη θέση ενός μακρινού θορύβου, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτόν τον μακρινό θόρυβο.

14. Είναι κλασικό ό,τι εμμένει να υπάρχει ως μακρινός θόρυβος ακόμα και όπου κυριαρχεί η πιο παράταιρη επικαιρότητα.

Παραμένει γεγονός ότι η ανάγνωση των κλασικών μοιάζει να αντιφάσκει με το ρυθμό της ζωής μας, που δεν γνωρίζει αργόσυρτους χρόνους, την ανάσα του ουμανιστικού otium· μοιάζει, επίσης, να αντιφάσκει με τον εκλεκτικισμό της κουλτούρας μας η οποία δεν θα ήξερε ποτέ να συντάξει έναν κατάλογο των κλασικών που θα ταίριαζε στην περίπτωσή μας.

Οι συνθήκες αυτές υλοποιούνταν πλήρως στην περίπτωση του Λεοπάρντι αν λάβουμε υπόψη μας τη ζωή του στην πατρική οικία, τη λατρεία του για την ελληνική και λατινική αρχαιότητα και τη θαυμαστή βιβλιοθήκη που του χάρισε ο πατήρ Μονάλντο, η οποία περιλάμβανε το σύνολο της ιταλικής λογοτεχνίας, καθώς και γαλλική λογοτεχνία, με εξαίρεση τα μυθιστορήματα και γενικώς τις νέες εκδόσεις, που είχαν εκτοπιστεί στο περιθώριο προς μεγάλη χαρά της αδελφής («ο Σταντάλ σου» έγραφε στην Παολίνα). Αλλά και τις πολύ ζωντανές επιστημονικές και ιστορικές του αναζητήσεις, ο Τζάκομο για τις συνήθειες των πουλιών ανέτρεχε στη φυσική ιστορία του Μπιφόν, για τις μούμιες του Φεντερίκο Ρους στα κείμενα του Φοντενέλ, για το ταξίδι του Κολόμβου στον Ρόμπερτσον.

Σήμερα, όχι μόνο μια κλασική διαπαιδαγώγηση όπως εκείνη του νεαρού Λεοπάρντι είναι αδιανόητη, αλλά και η βιβλιοθήκη του κόμη Μονάλντο έχει εκραγεί. Οι παλιοί τίτλοι έχουν αποδεκατιστεί και οι καινούργιοι έχουν πολλαπλασιαστεί και απλώνονται σε όλες τις σύγχρονες λογοτεχνίες και κουλτούρες. Δεν απομένει παρά να εφεύρουμε ο καθένας μας την ιδεατή βιβλιοθήκη των κλασικών του· θα έλεγα μάλιστα πως η βιβλιοθήκη αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει κατά το ήμισυ βιβλία που έχουμε διαβάσει και που είχαν σημασία για μας, και κατά το ήμισυ βιβλία που θέλουμε να διαβάσουμε και υποθέτουμε ότι θα έχουν σημασία για μας. Αφήνοντας ένα τμήμα κενών θέσεων για τις εκπλήξεις, τις περιστασιακές ανακαλύψεις.

Συνειδητοποιώ ότι ο Λεοπάρντι είναι το μόνο όνομα της ιταλικής λογοτεχνίας που έχω αναφέρει. Συνέπεια της έκρηψης της βιβλιοθήκης. Θα έπρεπε κανονικά να ξαναγράψω ολόκληρο το άρθρο για να φανεί πολύ καθαρά ότι οι κλασικοί μάς είναι χρήσιμοι για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πού έχουμε φτάσει, και γι’ αυτό οι Ιταλοί είναι απαραίτητοι ακριβώς για να τους συγκρίνουμε με τους ξένους, και οι ξένοι είναι απαραίτητοι για να τους συγκρίνουμε με τους Ιταλούς.

Στη συνέχεια όμως θα έπρεπε να ξαναγράψω το άρθρο άλλη μια φορά για να μη φανεί ότι οι κλασικοί πρέπει να διαβάζονται επειδή «είναι χρήσιμοι» σε κάτι. Ο μόνος λόγος που μπορεί κανείς να προβάλει είναι ότι το να διαβάζουμε τους κλασικούς είναι καλύτερο από το να μην τους διαβάζουμε.

Κι αν κάποιος αντιτάξει πως δεν άξίζει τον κόπο τόση προσπάθεια, θα αναφέρω τον Σιοράν (δεν είναι κλασικός, τουλάχιστον προς το παρόν, αλλά ένας σύγχρονος στοχαστής που μόλις τώρα αρχίζει να μεταφράζεται στην Ιταλία): «Ενώ ετοίμαζαν το κώνειο, ο Σωκράτης μάθαινε μια μελωδία στον πλαγίαυλο. “Σε τι θα σου χρησιμεύσει;” τον ρώτησαν. “Μα να μάθω αυτή τη μελωδία πριν πέθανω”».








ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ /// ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΜΠΑΝΙΑ








                                                             






Βασίλης Λαλιώτης, «Θαλάσσια μπάνια», εκδ. Bibliotheque, 2014

 

 

1
 
Παραλίες αδόξων σωμάτων.
 
Την τραβάει η εγγονή της Χρεοκοπίας
με την εφηβεία της στο Σχέδιο Μάρσαλ
 
Το εκθετήριον βιβλίου δεν λείπει, όπως
δεν λείπει από καμία εικόνα παρακμής.
 
δεν διαβάζει κανείς.
 
Τραβάς το λάστιχο από την άκρη του
διακόπτη και ρίχνεις νερό στα πόδια
σου.
 
Ένα δέντρο αγνώστου προελεύσεως,
μάλλον μεγαλωμένος υπέρμετρα σχίνος
με κρεμασμένες τσάντες.
 
Η γυναίκα που πουλάει τα ψάρια ρίχνει
πάγο στις κασέλες και μας κοιτάει σαν
γάτα. διαβάζω μια βιογραφία του
Χορκχάϊμερ.
 
Ο Αφρικάνος έχει φορέματα, πολλά
φορέματα σε κρεμάστρες και περνάει
από τους λουόμενους…
Γιατί να πας στη Βραζιλία;
 
Η βασιλεύουσα του πρωϊνού γυναίκα λόγω
σώματος είναι ανήσυχη. Δεν έχει
βλέμματα ανδρών.
 
Ξυπνάω στο πούλμαν της επιστροφής
από τηλεφώνημα.
 
 
 


2

Πόσα παγάκια καλοκαίρι…
Το εμπριμέ ανήκει στη σημειολογία του δροσερού
είναι ένα είδος ιδρωμένου ποτηριού αλλά σε ύφασμα.

Το ερείπιο ήταν σπίτια σχεδιασμένα για βλέμματα
κατά μέτωπον στην ακτή. Τώρα στίχος του Ελύτη:
τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα…

Το διπλανό παίζει το παιχνίδι του πεύκου και
της σκιάς. Το παραδίπλα μια γέφυρα πλοίου
από μπετόν, κουπαστές, έτοιμο για σαλπάρισμα.

Στη σκιά του η νωχέλεια δυο σαιζ-λόνγκ, η κυρία
κατεβαίνει αργά με τζόκεϊ ιστιοπλοϊκού και χανγκόβερ.
Δεν βγάζει τα σκούρα γυαλιά ούτε όταν βουτάει.

Εν τω μεταξύ μια γυναίκα σε ασπρόμαυρο με ομπρέλα
μαύρη και ρόμπα ψιλοκοπάκι μαύρο με γκρίζα ανθάκια
κάνει για μια στιγμή το πράγμα ασπρόμαυρη ταινία.

Η παναγία με το γιο της, διανοητικά ανάπηρος. Λέει
με υπαινιγμούς ότι τον αυνανίζει πριν έρθουν
για να μην ενοχλεί τις λουόμενες.

Οι πορτοκαλάδες πάνω στο τραπεζάκι μου θυμίζουν
ότι διψάω… και οι μεσόκοπες κυρίες μου θυμίζουν
τις λέξεις μπιρίμπα, κουμ καν, σταυρόλεξα

Μήπως έχετε σταυρόλεξα λέει μια κυρία στο περίπτερο…
Ο Χορκχάϊμερ έχει γίνει καθηγητής, κι έχει παντρευτεί
επιτέλους την αγαπημένη του.

Ανάσκελα, κλείνεις τα μάτια επιπλέοντας. Όταν τα ανοίγεις
όλα βρίσκονται κάτω από φρέσκο φως.





3
 
Οι πολυεθνικές αποικίζουν τις ακτές σαν
σκουπίδια.
 
Φελιζόλ, πιβισί, πλαστική σακούλα,
κονσέρβα, κουτάκι αλουμινένιο, καπότα,
καλαθάκι, καπάκι
 
Η βάρκα βουλιάζει στο χώμα σαπίζοντας.
 
Η γυναίκα με την ομπρέλα ξαναπερνάει
στην ώρα της όπως στο προηγούμενο
κείμενο. Τώρα φοράει μπλε.
 
Ο αριστερόστροφος πολιτισμός του
Μεγάρου αποικίζει το καλοκαίρι με
αφίσες για συναυλίες εικονορύπανση του
βλέμματος από κολώνες.
 
Η χοντρή γυναίκα καθισμένη στην
καρέκλα μοιράζει φέτες ψωdιού με
μαρμελάδα. Όλοι
γύρω της υπέρβαροι. Η Μεγάλη Μητέρα
σε μιαν απόμακρη εκδοχή. Η θρέψη ως
καταναγκασμός.
 
Η δομή μεταξύ ταβέρνας και θαλάσσης
τσιμεντόλιθοι, μάρμαρα, θαλάσσιες
πέτρες τσιμεντωμένα στο οριζόντιο
επίπεδο όπου φυσάει ο αέρας τα
τραπεζομάντιλα.
 
Κάποια σπίτια διατηρούν ακόμα σημάδια
από το αυθαίρετο που υπήρξαν και τα
συνόδευε ο μεγάλος κόπος του νερού.
 
Από την εφευρετικότητα στις
υπερκατασκευές μαθαίνεις αυτό που
είναι ο ήλιος: ανελέητος.
 
Άοσμα φρούτα σε κοιτάζουν από τα
καφάσια. Σχεδόν χρωματικές παλέτες
του Σεζάν.
 
Ο Χορκχάιμερ είναι πια στην Αμερική.
 
“δεν έκανε ο κόσμος μπάνιο. Πήγαιναν
μόνο τα άλογα της Αναλήψεως ανήμερα
να τα πλύνουν. Από τον Φάληρο έφταναν
ως το Έδεμ. τα κατέβαζαν από όλη την
Αθήνα. δεν κολυμπούσαν. Τόση θάλασσα,
τόσες ακτές και πνιγόμαστε.”
 
Το παιδί με τη μάσκα φωνάζει: ένας
αστερίας!
 
 
 
 
 
4
 
Διακειμενίζοντας και μη αμαρτάνοντας…
Το πέος που θέλει να ελευθερώσει τα
δάκρυά του, στην Αρρώστια του Θανάτου
της Μαργκερίτ Ντυράς, και το σπέρμα,
“ας το πάρει όποιος θέλει” από το
Τζιάκομο Τζόυς… Τι θα πει Κυναίγειρος: Ο
εγειρόμενος από σκυλιά, ή ακολουθώντας
τη γυναίκα που έχει στο στόμα διδύμους
και κύνα, είναι ο εγειρόμενος από τον
κύνα, δηλαδή ο έχων πρωϊνή στύση,.
κοινώς σηκωμάρες ή κατουρόκαυλες.
 
Ο νιόπαντρος Νίκος Γαβρήλ Πεντζίκης,
κλείνει το φαρμακείο και
επιβιβαζόμενος στο λεωφορείο της
γραμμής, εκεί όπου παραθερίζει η
σύνευνος, ως αναγνώστης της Έρσης του
Δροσίνη, συναντάει τον Ρούιτ Χόρας, ως
Παύλος Ροδανός. Ο αφηγητής αποδέχεται
το διχασμό του υποκειμένου και δεν έχει
όνομα. Δανείζεται το όνομα
ευκαιρίας Πωσνατονπούμ, από το Αρχείον
Έρωτος, πάλι του Πεντζίκη… η Χαμενμολύβ
τυλιγμένη στην ώα της, αγαπημένη.
 
Η γυναίκα που περνάει είναι άλλη. Φοράει
ένα εμπριμέ με κόκκινους ιβίσκους και
κρατάει γιαπωνέζικο ομπρελίνο λευκό.
Ωστόσο διασχίζει την παραλία την ίδια
ώρα με την προηγούμενη.
 
Ο Χορκχάιμερ μιλάει για τον ωμό άνθρωπο
του παρόντος.
 
Ο Πωσνατονπούμ στέκεται εμπρόθετος
και βλέπει την αφήγηση από τα άπατα
της θάλασσας. Το καϊκι έχει ένα σχήμα
από το κύμα που συγκεντρώνει μια
τεράστια εμπειρία του ελληνικού
ταρσανά… Μια αιωνιότητα παρατήρησης
ίδια με του δέντρου που γίνεται το
ακίνητο σχήμα όλου του αέρα που
πέρασε από τη διαμόρφωση του κορμού
του. Κοντά στην τελειότητα του
αχειροποίητου.
 
Είπα αέρας, η Αέρας όνομα γυναικείο
παίζει κι αυτή σαν απουσία, δίπλα στην
κυρία την αυτάρεσκη και δαμαλισμένη
στο μηρό, όταν τα σώματα δεν ήθελαν
τον ήλιο και το λευκό δέρμα ήταν
αριστοκρατία.
 
Σκιάδι σαν αυτό του σέμπρου που τον
έβλεπες από δακριά ανάμεσα στα
κληματόφυλλα σε διαρκή κίνηση.
 
Τα τσιγάρα έχουν ονόματα: το τσιγάρο
μετά τον έρωτα και το τσιγάρο μετά
το μπάνιο είναι αδέλφια.
 
Μια παπαριά είναι το μεταμοντέρνο: ήτοι
να μιλάς με τη συνείδηση ότι όλα έχουν
ειπωθεί και να επιμένεις…
 
Σα παγλ
 
 
 
 
5
 
Χιλιάδες βιβλία πεταμένα στο νερό να
επιπλέουν σε μια σεκάνς που να είναι
ένα είδος μεσογειακού Παρατζάνωφ…
 
Εκεί που σκέφτομαι δεν υπάρχω, κι εκεί
που υπάρχω δεν σκέφτομαι αλλά όλο
αυτό σε μιαν ευθραυστότητα… να μην
απαλλάσσεσαι ποτέ από τη μέριμνά του…
 
Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στου Τιμονιού το
Αυλάκι σχεδόν μας επιπλήττει για τα
χαμένα παίγνια του λεξιλογίου των
αλόγων… Έτσι κάπως καταφέρνει να
κρύψει τη λιγότητά του να συναγείρει
λέξεις σε καινούρια παίγνια για να τον
πάρουν ακέραιο ο σνόμπ λεξιθήρες να
τον παραμάσουν εν αφθονία λεξικών…
ωστόσο τί δεν βλέπω επειδή μου λείπουν
“διατσέντα” όπως τα συνέγειρε ο Ελύτης
χαρισματικός.
 
Πρέπει να βάλεις νερό στο κρασί σου
για να νιώσεις την υφή αυτού που ο
Όμηρος έδωσε ως οίνοπα πόντο
 
Ο Τζόϋς λέει: Μάδερ, αρχιδοσφίχτρα
θάλασσα, θα πρέπει, αν δεν έχει γίνει
κιόλας, να βρούμε ένα ακόμη ποσωνύμιο,
μέρες που έρχονται: Η Παναγιά η
Θάλασσα.
 
Τα όρια θαλάσσης και αγρού
κατοικούνται κυρίως από λέξεις του
Παπαδιαμάντη… θαλασσώθηκα.
 
Μου διηγείται πως κάποιος έμεινε από
καρδιά σ’ αυτή την παραλία και
επέπλεε ώρα νεκρός, δεν μπορούσε το
ασθενοφόρο να πλησιάσει, ήρθε μέσα
από τα χωράφια κι όταν τον έπαιρναν
με το φορείο τους έπεσε δεν μπορούσαν
να τον κουβαλήσουν στην άμμο.
 
Έρχεται πάντα την ίδια ώρα. Έχει κρύψει
ένα ολοθούριο από διήγηση του Πεντζίκη
και το χρησιμοποιεί σαν όλισβο… Ακούς
τους αναστεναγμούς της όταν οργάζεται…
 
Ο Χορκχάϊμερ είναι σόλοικος γιατί κάνει
μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια να
μιλήσει για το διαφωτισμό με τα
γερμανικά την κατ’ εξοχήν γλώσσα
έκφρασης του Ρομαντισμού… Γι αυτό είναι
πιο ενδιαφέρον στις “ρομαντικές”
αποστροφές του…
 
Το τρακτέρ κατεβάζει το σκάφος με
τους επιβάτες κιόλας πάνω του…
Μπαίνει στα νερά σαν άλογο και κάνει
μανούβρα… Το ρίξιμο του πλοίου από τα
Λόγια της Πλώρης του Καρκαβίτσα:
Καλοτάξειδο! Και το καρφί του μάλαμα!
 
Γυρίζοντας το πληγωμένο βουνό δείχνει
μια πρόσοψη Οίκου Ατρειδών από το
λατομείο μαρμάρου. Ο Μιχαελάγγελος στην
Καρράρα, ψάχνει την εντελέχεια των
μορφών στους όγκους του μαρμάρου… Εν
τω μεταξύ ο Στήβεν, καμ εντ χεβ ε
λούκ, συνεχίζει παρα θιν’ αλός… μαέστρο
ντι κολόρ και σάνο, μπάστα: αν είναι να
δω, θα δω…
 
ω! ντραλόν καλοκαίρι…
 
 
[...]
 
 
 

 

 

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ////// KΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ : H AΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

                                                                            




                                         




                                                                  




Πρώτο κίνητρο για να γραφεί αυτό το βιβλίο ήταν, μπορώ να πω, η πυκνή παρουσία των σκύλων  δίπλα μας. Κάποτε είδα πόσο συχνά αποτυπώνονται σε φωτογραφίες όλων των εποχών, διάσημους ή μη πίνακες ζωγραφικής (απείρως περισσότερους απ' όσους νομίζουμε), αλλά ανακάλεσα και τους σκύλους της δικής μου ζωής. Μια παρουσία, λοιπόν, εντοπίσημη σ' όλους τους χρόνους,  που παρακολουθεί σιωπηλά την ανθρώπινη περιπέτεια. Στο εισαγωγικό κείμενο ήδη, υπάρχουν πολλές αναφορές από παρατηρήσεις μου. Από την πρώτη καταγραφή του σκύλου στα πειραματικά φιλμ των Λιμιέρ, μέχρι τους πίνακες από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα. Από το φιλμ με την είσοδο του στρατού μας στη Θεσσαλονίκη (1912) μέχρι κηδείες μοναρχών τον 19ο αιώνα. Όμως η πυκνότερη παρουσία του βρίσκεται στην εικαστική ιστορία. Αποσπώ: «Απόλυτα ψύχραιμο στις «Meninas» του Βελάσκεθ, το ισπανικό Μαστίφ που κλωτσά η μικρή πριγκίπισσα κατέχει το πρώτο πλάνο του πίνακα, όπως ο μεγάλος κόκκινος σκύλος που μυρίζει το χώμα στο «Αrearea» του Γκωγκέν. Ακόμα και το λευκό πόιντερ που παρακολουθεί την τελετή μπροστά στον ανοιχτό τάφο (Γκιστάβ Κουρμπέ, «Κηδεία στην Ορνάν») είναι ένα απ' αυτά τα μοναχικά δαιμόνια. Ο υπαινιγμός της απόλυτης αμεριμνησίας που δείχνει η μη σκεπτόμενη φύση για τα ανθρώπινα».



 Είναι ιστορίες που επιχειρώ να γράψω όσο πιο οικονομικά γίνεται, άλλοτε ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής, άλλοτε ως γυναίκα, άλλοτε ως κάποιος τρίτος. Όπως τα πρόσωπα, αλλάζουν οι τόποι, οι εποχές, οι πρωταγωνιστές . Θα έλεγα ότι υπάρχει ένα βλέμμα που αφορά περισσότερο το παρελθόν, ένα βλέμμα κατάνυξης για τους ανθρώπους που εμφανίστηκαν, έζησαν, ονειρεύτηκαν, και πέρασαν. Να μην ξεχνάμε πως το παρελθόν είναι το ιερό της λογοτεχνίας, η περιοχή της λατρείας της. Έτσι, έρωτες, πάθη, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, υπάρχουν  σε ένα φόντο που συχνά φωτίζει το λυκόφως του χρόνου, ενώ  εμπλέκεται πάντα η ιστορία και η μοίρα ενός ζώου.



Πιθανό ερώτημα είναι τι σημαίνει ο τίτλος. Ο κύριος ενός υπερήλικα και άρρωστου σκύλου λέει σε κάποιον ότι ναι  μεν ο πιστός του σύντροφος υποφέρει, αλλά συγχρόνως είναι μακάριος αγνοώντας το τέλος του. «Πεθαίνουμε», εξηγεί στον συνομιλητή του, «μόνον όταν το γνωρίζουμε. Ο σκύλος μου είναι σαν το δάσος που αγνοεί το πριονιστήριο.  Σε λίγο πρόκειται να υποβάλω σε ευθανασία μια ανύποπτη, δηλαδή μιαν αθάνατη ύπαρξη».  Η συνάντηση, ο διάλογος και η ιδέα της αθανασίας δίνει τον τίτλο στο βιβλίο.


Υπάρχει, πρέπει να πω, η αίσθηση της εικόνας έντονη, μια αίσθηση περίπου κινηματογραφική,  μια εικαστική οπτική στα αφηγήματα. Δεν ήξερα πού με οδηγούσε η διαδρομή κάθε ιστορίας. Άλλες βρέθηκαν να έχουν ποιητική έξοδο, με μια λυρική διαχείριση της γλώσσας (προέρχομαι άλλωστε απ' την ποίηση), άλλες είχαν το δραματικό στοιχείο που συχνά έβρισκα να συνορεύει με την κωμωδία των ηθών και το ευτράπελο της ζωής. Εν πάση περιπτώσει, οι σκύλοι είναι ένα σκηνικό στοιχείο στις 70 ιστορίες, συχνά συνδέονται στενά με τα πρόσωπα, άλλοτε είναι περαστικές παρουσίες εκεί όπου παίζεται η ανθρώπινη περιπέτεια και η ποικιλία των επεισοδίων της. Όλες οι αφηγήσεις, εξάλλου, συνδέονται με κάτι κοινό. Είναι μέρη ενός κομματιού ζωής, που βγαίνει στην επιφάνεια όπως η ποίηση, σαν κατανυκτική αποκάλυψη.



                                                         
                                      




Στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις  υπάρχει προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα. Όμως είναι όλα μεταπλασμένα βιώματα, μεταμορφώσεις τόπων και προσώπων που θα μπορούσαν να υπάρχουν. Ποια είναι η αλήθεια της γραπτής ιστορίας τελικά; Αυτό που λέει στο μότο του βιβλίου ο μεγάλος ψευδολόγος Βαρώνος Μυνχάουζεν. «Αλήθεια είναι ό,τι αφηγούμαστε καλά». 


Να προσθέσω κάτι που νιώθω γι' αυτό το βιβλίο. Ότι δεν έχει τελειώσει. Όχι ότι δεν έχουν ολοκληρωθεί οι αφηγήσεις του, αλλά υπάρχει ένα παρελθόν που καθώς ο αφηγητής και ο συγγραφέας συχνά ταυτίζονται, με προκαλεί να το ψάξω, να το εκμεταλλευτώ επί πλέον. Για παράδειγμα στην σελίδα 91 υπάρχει μια ιστορία όπου ο πατέρας του αφηγητή με τον γιο του βρίσκονται, Σαββατόβραδο ενός παλιού αλλά απροσδιόριστου χρόνου, σε ένα μεγάλο καφενείο.  Τόπος είναι η κωμόπολη όπου ζουν. Η αίθουσα είναι κατάμεστη. Ο πατέρας μόλις διάβασε στην Εστία μια παράδοξη ιστορία, όπου κάποιος φτωχός ισπανός συνταξιούχος ανακάλυψε  πετρέλαιο να αναβλύζει από τον κήπο του: [...] «θυμάμαι με λεπτομέρειες το βροχερό σαββατόβραδο. Τις συντροφιές, περισσότερο με επιτραπέζια παρά με καφέ και γλυκίσματα, τους γαλάζιους καπνούς των τσιγάρων, τη μεταλλική μηχανή στο ταμείο -με το κουδουνάκι που αντηχούσε για ώρα μετά το χτύπημα-, ακόμα και την πιο εντυπωσιακή καλλονή της πόλης που μπήκε με κίνηση σταρ, με τα βαμμένα χείλη και τον κόκκινο μπερέ της να γέρνει δεξιά: το καφενείο «Ανεμώνη», μήτρα χιλιάδων άλλων που θα γνώριζα μετά από χρόνια, κατεσπαρμένα παντού, όπως οι άπειροι απόγονοι ενός βιβλικού πατριάρχη. Πόσες ώρες -με ποιους, σε ποια πόλη;-, τι συζητήσεις, εχθροπραξίες, ρεμβασμοί, ψάχνοντας κάτι που δεν θα εμφανιζόταν ποτέ. Στίχοι, ασήμαντες σημειώσεις, συναντήσεις κι απροσδόκητες γνωριμίες απ' το διπλανό κάθισμα, όταν πια ο προστατευτικός ομοτράπεζος της πρώτης αίθουσας δεν υπήρχε. Ο σερβιτόρος πλησίασε και σκύβοντας του μίλησε με σεβασμό, υπόχρεος για το πάντοτε υπολογίσιμο φιλοδώρημα. Η πετσέτα απ' το μπράτσο του μου χάιδεψε ανάλαφρα τα μαλλιά: «Θα σας φέρω και το Εμπρός, κύριε τμηματάρχα. Αποκλείεται να φύγετε. Βρέχει δυνατά». 

Υπάρχει η μνεία του παλιού επαρχιακού καφενείου, «πρόλογος» όλων των καφενείων που ο αφηγητής γνώρισε αργότερα. Ξέρω πως  κάθε αφήγηση για αρκετούς λόγους, όχι τους ίδιους πάντα, έχει παραλείψει στοιχεία που θα ήταν οφειλόμενη αναφορά στην ακρίβεια. Παραλείπουμε, άλλοτε γιατί το κάτι επιπλέον βαραίνει, γίνεται περιττό, άλλοτε γιατί θέλουμε να τονίσουμε μια μονάχα, συγκεκριμένη, πλευρά. Το ότι ο αφηγητής ήταν ο συγγραφέας σε παιδική ηλικία, μπορεί να εξηγεί γιατί αργότερα θέλει να προσθέσει στο κείμενο το προσωπικό στοιχείο που παρέλειψε. Μετά από καιρό πρόσθεσα αυτό το κομμάτι:«Δίπλα μας, πολύ συχνά, καθόταν κάποιος καπνιστής που του άρεσε να επιδεικνύει πόσο δεξιοτεχνικά έφτιαχνε δαχτυλίδια με τον καπνό του. Με αυτόν το ρόλο τον θυμάμαι. Δεν ξέρω- και καλύτερα,- ποιος ήταν, τι έκανε, τι υπήρξε. Αυτό για το οποίο δεν αμφιβάλλω είναι ότι ήταν φιλοπαίγμων και μόνος. Κάπνιζε από ένα κόκκινο πλακέ κουτί. Θα μπορούσα να πω ότι κάπνιζε αποκλειστικά για να επιδεικνύει τα δαχτυλίδια του καπνού, σε διάφορα μεγέθη και σχήματα, τέλειους κύκλους  (μπορούσε να τους εγκαταστήσει σαν φωτοστέφανα πάνω από ένα κεφάλι), ή ελαφρά παραμορφωμένους κατά πλάτος και ύψος, που συχνά κατόρθωνε να τους ενώσει σε αλυσίδα. Τα χείλη του έπαιρναν σχήματα που το καθένα  έφτιαχνε διαφορετικό κύκλο και το βλέμμα του, μολονότι κάθε εκπνοή ήταν  θρίαμβος, έμενε ηθελημένα αδιάφορο, σαν να εκτελούσε εύκολες εφαρμογές. Και βέβαια, ενώ αιφνιδίαζε και γοήτευε κυρίως τα παιδιά, απευθυνόταν με άκρα σοβαρότητα σε όλους. Έχω την εντύπωση πως μπορούσε να μιλά μέσω του καπνού ακόμα και για την επικαιρότητα ή τα σοβαρά γεγονότα της. Στις 19 Φεβρουαρίου του 1956 έγιναν βουλευτικές εκλογές. Η νεοσύστατη ΕΡΕ του  Κωνσταντίνου Καραμανλή κέρδισε περισσότερες έδρες, με  αριθμό ψήφων, όμως, μικρότερο από εκείνον των αντιπάλων της! Την επόμενη κιόλας μέρα,ο δεξιοτέχνης των δαχτυλιδιών, στο καφενείο, εμφάνισε με τρείς διαφορετικές κινήσεις των χειλιών του έναν σαρδόνιο υπαινιγμό για το μειοψηφικό ποσοστό.  Πάνω απ' τα κεφάλια μας έστειλε δυο μικρούς κύκλους που τους χώριζε μια κυρτή γραμμή (%). Κάτι ακόμα πιο δύσκολο  έγινε το απόγευμα της 22ας Νοεμβρίου (πάλι του 1956). Από το διπλανό τραπέζι, πλάι στη μεσαία από τις τρεις εισόδους, με την ίδια δεξιοτεχνία και ταχύτητα, έφτιαξε πέντε ανισοϋψείς  συνάλληλους κύκλους. Η σύνθεση ανέβαινε αργά και εγκαταστάθηκε, ακίνητη και σταθερή, σε μικρό ύψος. Ορισμένοι σταμάτησαν τα επιτραπέζια για να τη δούν. Ο ειρηνοδίκης έμεινε με το άλογο να αιωρείται στο χέρι του. Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης, με  ανοικτή την μεταλλική ταμειακή, κοίταζε το περίτεχνο σχήμα, έμβλημα των Ολυμπιακών αγώνων. Ώσπου να το διαλύσει το ελαφρό ρεύμα από την πόρτα που άνοιξε, η βραχύβια τέχνη μάς είχε ανακοινώσει ότι στη Μελβούρνη άρχιζαν οι 16οι Ολυμπιακοί αγώνες» 

Το παλιό κείμενο, ενωμένο όπως το διαβάσαμε με το νέο, συνέχειά του, είναι μέρος απ' το καινούργιο μου βιβλίο που έχει τον προσωρινό τίτλο 
Η χαμένη πόλη
. Μοιάζει πολύ με τη Στενογραφία του 2006, αλλά εδώ υπάρχουν και κάπως πιο θερμά κείμενα, προσωπικά γεγονότα, αφηγήσεις, κρίσεις από αναγνώσεις, αναπόφευκτη ποιητική ματιά στο παρωχημένο, και όχι μόνο  εκείνη η θεωρητική και ηθολογική ματιά στον κόσμο και στη λογοτεχνία της Στενογραφίας. Και πάλι σύντομα κείμενα παρακολουθούν άλλα εκτεταμένα, απόψεις με αφοριστική απολυτότητα και συντομία γειτονεύουν με αφηγήσεις αυτοβιογραφικές. Υπάρχουν πάλι εκείνες οι αυτοσαρκαστικές ιστορίες με τον εστέτ. Στο παλιό ήταν οι «έντεκα θέσεις για τον εστέτ», εδώ είναι οι «Είκοσι θέσεις για τον εστέτ» Ένα δείγμα, ίσως πρώιμα, για τους αναγνώστες μας: 
 

 Να ένας συγγραφέας πρότυπο, είπε ο εστέτ. Μόλις είχε διαβάσει για τον βίο και τα έργα του πεζογράφου Ζιλ Ρενάρ που γνωρίζοντας εξαντλητικά τους συμπατριώτες του μυθιστοριογράφους (Φλωμπέρ, Σταντάλ, κλπ) είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μόνη δυνατή εξέλιξη της πεζογραφίας είναι η σύμπτυξη, ο πουαντιλισμός, η οικονομία, και αμέσως έγραψε σε ένα ημερολόγιο με χίλιες εκατό σελίδες ότι «τα λογοτεχνικά έργα που γράφονται σήμερα είναι υπερβολικά εκτενή». Πολύ πριν απ' τον Ντίλαν Τόμας («μην πας ευπρεπής στο θάνατο, οργή, οργή για το φως που φεύγει»), εκείνος είχε γράψει κάτι σχεδόν σιαμαίο:  «το μόνο που αισθάνομαι για τον θάνατο είναι ένα είδος θυμού». Κυρίως όμως τον εστέτ έθελξε ένα πνεύμα ειρωνείας και αφ' υψηλού βλέμματος στον κόσμο, καθώς ο γάλλος συγγραφέας, ζώντας σε μια μικρή επαρχιακή πόλη καταλάβαινε πως κανείς από τους χωρικούς δεν συμπαθούσε την ύπαιθρο, δεν ασχολούνταν μαζί της, ούτε την πρόσεχε ποτέ. Και το 1904,  εκλεγμένος  δήμαρχος πια, αιφνιδίασε τον εκλεκτό, σύγχρονο και μελλοντικό, αναγνώστη, υπογραμμίζοντας τη συγγένεια αίματος ανάμεσα στο πνευματικό και την παρακμή: «Ως δήμαρχος είμαι υπεύθυνος για τη συντήρηση των επαρχιακών δρόμων. Ως ποιητής θα προτιμούσα να τους βλέπω παραμελημένους».