Translate
Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011
Για τη νύχτα που θα βρέξει στο φεγγάρι,του Αλέξη Καζαντζιδη
Βροχή στην άσφαλτο. Και βροχή στους αγρούς.
Βροχή της πόλης. Φοιτήτρια με βρεγμένα μαλλιά στην έξοδο απ' το σινεμά, σε τραβάει απ' το χέρι. Η άσφαλτος, καθρέφτης για τα φώτα της πόλης. Σε κοιτάζει με μάτια που λάμπουν, καθότι ήταν ωραίο το φιλμ και συνεπώς προς στιγμήν ελπίζει πως θα είσαι και συ ωραίος σαν φιλμ στη ζωή της.
Βροχή των σοφών χωραφιών. Μυστικά πράγματα. Οταν τον χάρτη σου πλέκουν ήσυχες κι ανήσυχες ξωτικές, αυτές που γνωρίζουν το πρωθύστερο των προσπαθειών σου και το κεντάνε σταυροβελονιά, άφιξη, αναχώρηση, παύση, αναμονή, λήξις. Απορούν μαζί σου που ξέρεις τι σε περιμένει!
Πολύ καλές κοπέλες. Ποτέ δεν σου αρνούνται την παρτίδα το σκάκι που τους ζητάς.
Στην αρχή της εβδομάδος έλαβες την καρτ - βιζίτ της βροχής. Μια μικρή ταραχή· να ανοίξεις τα παράθυρα να αεριστεί το σαλονάκι. Εσιαξες κι ολίγον τα σεμέν στο τραπεζάκι και το πιάνο. τέλος της εβδομάδος ήλθε και η ίδια! Μέσα Οκτώβρη, αρχή της βροχής. Έρχεται όπως κάθε χρόνο σφιγμένη στο ταγιεράκι της, πάντα κομψή σε μία απόχρωση μπεζ. Το σπίτι σου εξακολουθεί να τής μυρίζει ταμπάκο, χαρτί κι ένα ίχνος βενζίνης απ' τα ταξίδια σου.
Εσύ, όπως κάθε χρόνο έχεις ξεχάσει να ρυθμιστείς στην αλλαγή κάθε τέτοια εποχή της ώρας και μένεις ο μισός στο λυκόφως ο μισός νυχτωμένος, χάνεις την ωορρηξία της στιγμής.
Για μιαν ακόμα φορά η βροχή είναι μια σκιά που σε αφορά και δεν σε αφορά. Χαμένος στα νέφη της. Μένεις για πολλοστή φορά -διότι πλέον η ζωή σου χωράει «πολλοστές φορές»- ψιλομετέωρος πίσω απ' το παράθυρό σου με τα καλοκαιρινά ακόμα κουρτινάκια, να κοιτάζεις έξω στο δρόμο καθώς σκοτεινιάζει απόγευμα Κυριακής-να θυμηθείς να πεις στην «οικονόμο» σου, όπως ευγενικά αποκαλείς την κυρία που σε κρατάει ζωντανό, ν' αλλάξει τις κουρτίνες, ήρθε πλέον ο χειμώνας, ήρθε η βροχή.
Ηρθε κι όπως κάθε φορά όλο και πιο πολύ τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνει- και γι' αυτό με τακτ σε περιπαίζει- ότι κάθεσαι και την περιμένεις σαν να περιμένεις την άφιξη μιας απουσίας.
Πράγματι. Κοιτάζω τον δρόμο για ένα κόκκινο αυτοκίνητο που δεν έρχεται ποτέ να παρκάρει. Αλλη παλιά επέτειος αυτή, από κάποτε που άκουγα αλλότριους κινητήρες να περνούν από έναν άλλον δρόμο, να σταματούν ή να προσπερνούν, ήξερα ότι είναι της «τάδε» ή της «δείνα» μάρκας, αλλά πάντα ήλπιζα πως θα είναι «αυτής» που όμως δεν ήταν ποτέ...
Ποτέ δεν τους μπέρδεψα! Ποτέ δεν έκανα λάθος! Κι αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Τελικώς ασκήθηκα να ξεχωρίζω τους κινητήρες κι απέμεινα να περιμένω ομίχλες που στάθμευαν σε άλλες πόλεις.
Στο μεταξύ το κόκκινο αυτοκίνητο, ποιος ξέρει τι χρώμα θα είναι τώρα. Το μόνον σίγουρο είναι πως εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Απόδειξη ότι εξακολουθεί κάθε χρόνο τέτοια εποχή να έρχεται η βροχή.
Το αστείο βεβαίως πλέον είναι -διότι όλα αυτά κατά βάθος είναι εύθυμα- πως την εν λόγω βροχή αισθάνονται περισσότερο, όταν έρχεται, τα σκυλιά στην αυλή και το χώμα που πανηγυρίζει να μοσχοβολά μετά το πλούσιο άγγιγμά της, παρά εσύ, το τζάμι σου και τα κουρτινάκια σου, Κυριακή απογευματάκι την ώρα που βραδυάζει... κι εύκολοι στίχοι τραγουδιών γεμίζουν το σαλονάκι σου, εύκολες ωδές στη μοναξιά, «η Αννα πίνει ούζα με τον Βούδα» ή κάτι τέτοιο, χαμηλώνεις το ραδιόφωνο κι ύστερα το κλείνεις.
Τώρα έχει νυχτώσει και στο σαλονάκι σου.
Το σκοτάδι είναι ευεργετικό για την όρασή σου. Μπορείς να βλέπεις πέρα απ' τους ορίζοντές σου. Στις ομίχλες των άλλων πόλεων...
***
Η φωτό είναι παρμένη από εδώ
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011
Ο ΒΟΜΒΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ, ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ,απόσπασμα
[...]
Σ΄αυτήν την πόλη δεν μπορείς να εμπιστευτείς με ευκολία τη φαντασία σου.Ξάπλωσα αγκαλιά με τα βιβλία μου.Βάλθηκα να ονειρευτώ το αποτέλεσμα.Προσπάθησα να φανταστώ την πράξη,να φανταστώ πως είχε γίνει κτήμα μου.Σ΄αυτήν την πόλη ονειρευόμαστε κάποια ιδανική κτήση.Τί θα γινόταν πρώτο;H εκπληξη.Οι συνέπειες.
Κανείς δεν το πιστεύει.Όλοι ψιθυρίζουν με τρόμο.Κανείς δεν θέλει να το πιστέψει.΄Ολοι τρέχουν να δουν με τα μάτια τους,να βεβαιωθούν.'Εγινε στ΄αλήθεια;Δεν εμπιστεύονται τις αισθήσεις τους.Δεν πιστεύουν στα μάτια τους.Τίποτα δεν είναι σίγουρο,τίποτα δεν είναι ακόμα τελειωτικό.Τί έχει μείνει;Mόνο ένας ρημαγμένος βράχος.Το βάθρο,τραυματισμένο από τη φωτιά.Μια λεπτή στήλη καπνού υψώνεται ανάμεσα στους λυγισμένους σιδερένιους στύλους με τα πορτοκαλιά φανάρια.Μερικά φωτίζουν ακόμα.Είναι απόγευμα.Σούρουπο.Η ώρα που ο ουρανός πάνω από την πόλη έχει βαθύ γαλάζιο χρώμα.Τα ηλεκτρικά φώτα των δρόμων ανάβουν ένα ένα και ο αέρας δροσίζεται από την εκπνοή της γης.Ένας υπέροχος ουράνιος καμβάς ζωντανεύει,που πάνω του ξετυλίγονται φλόγες λεπρόμακρες και περιπεπλεγμένες σαν κορδέλες,για να σκορπίσουν σχεδόν αμέσως από την κορυφή της πόλης και να χαθούν προς κάθε κατεύθυνση.΄Ενα αέρινο λεπτό πέπλο απλώνεται με φόντο το στερέωμα.Κι όμως διαρκεί μόνο για λίγα δευτερόλεπτα.
Τότε θα γίνω για πρώτη φορά κύριος της μοναδικής μου πράξης.Θα τρέξουν όλοι σαν τρελοί να σώσουν ό,τι νομίζουν πως μπορεί να περισωθεί.Τα ελικόπτερα θα ζώσουν τον λόφο και οι δρόμοι θα χαρακώνονται από κόκκινες σειρήνες που ανοίγουν δρόμο μέσα στο συνωστισμένο πλήθος.Θα απλωθεί ο βόμβος της ανήσυχης πόλης,τα οχήματα,οι άνθρωποι,οι σειρήνες...Και όσοι δεν είναι έξω στον δρόμο θα στέκουν μπροστά στις οθόνες και θα παρακολουθούν με το μάτι του ελικοπτέρου και θα προσεύχονται να γίνει κάτι,να γυρίσει πίσω ο χρόνος.
Όμως ο χρόνος δεν μπορεί να γυρίσει πίσω,γιατί ξαφνικά αντιστράφηκε.Το παρόν είναι ένας ενεστώτας εκφρασμένος σε αόριστο:το παρελθόν δεν είναι πλέον αυτό που ήταν.Το μέλλον ήταν παρελθόν.Η φιλοδοξία ήταν ανάμνηση.Το όνειρο ήταν αναπόληση.Και τώρα για πρώτη φορά δεν έχουμε αφετηρία και ίσως γι αυτό καταφέρουμε να διαλέξουμε ένα προορισμό.Δεν υπάρχουν πια διαδρομές κι οι εξιστορήσεις δεν έχουν πλέον αντίκρισμα.΄Ολα γκρεμίστηκαν με μια πράξη που κανείς άλλος δεν μπορεί να διεκδικήσει.Με μια πράξη που δεν μπορεί να οριοθετηθεί από τίποτα.Από αυτήν την πράξη που μου ανήκει.Από το γκρέμισμα του συμβόλου.
Δεν έχω τίποτα άλλο να πω.Δεν έχω να φανταστώ τίποτε άλλο.Οι λεπτομέριες δεν έχουν σημασία γιατί δεν τις ζούμε.Μόνο η τελεσίδικη πράξη είναι εξ ορισμού δική μου.
Δεν ήθελα να με περάσουν για εγκληματία.Ούτε για τρελό.Είναι πολύ σημαντικό για μένα να μην παρανοηθούν τα κίνητρά μου.Δεν σκόπευα να κάνω κακό.Δεν ήθελα να καταστρέψω.Δεν ήταν σκοπός μου να στερήσω αυτό που ήταν πολύτιμο.Αποζητούσα μόνο να απελευθερώσω από αυτό που θεωρούνταν αξεπέραστα τέλειο.΄Εβλεπα τον εαυτό μου να προσφέρει ένα δώρο,μια διέξοδο,μια πρόκληση.
Άνοιξα το παράθυρο και τον είδα να αστράφτει μέσα στο ηλεκτρικό,πορτοκαλί πέπλο του.Είχα δίκαιο.΄Επρεπε να πέσει όποιο κι αν ήταν το τίμημα.
Σ΄αυτήν την πόλη δεν μπορείς να εμπιστευτείς με ευκολία τη φαντασία σου.Ξάπλωσα αγκαλιά με τα βιβλία μου.Βάλθηκα να ονειρευτώ το αποτέλεσμα.Προσπάθησα να φανταστώ την πράξη,να φανταστώ πως είχε γίνει κτήμα μου.Σ΄αυτήν την πόλη ονειρευόμαστε κάποια ιδανική κτήση.Τί θα γινόταν πρώτο;H εκπληξη.Οι συνέπειες.
Κανείς δεν το πιστεύει.Όλοι ψιθυρίζουν με τρόμο.Κανείς δεν θέλει να το πιστέψει.΄Ολοι τρέχουν να δουν με τα μάτια τους,να βεβαιωθούν.'Εγινε στ΄αλήθεια;Δεν εμπιστεύονται τις αισθήσεις τους.Δεν πιστεύουν στα μάτια τους.Τίποτα δεν είναι σίγουρο,τίποτα δεν είναι ακόμα τελειωτικό.Τί έχει μείνει;Mόνο ένας ρημαγμένος βράχος.Το βάθρο,τραυματισμένο από τη φωτιά.Μια λεπτή στήλη καπνού υψώνεται ανάμεσα στους λυγισμένους σιδερένιους στύλους με τα πορτοκαλιά φανάρια.Μερικά φωτίζουν ακόμα.Είναι απόγευμα.Σούρουπο.Η ώρα που ο ουρανός πάνω από την πόλη έχει βαθύ γαλάζιο χρώμα.Τα ηλεκτρικά φώτα των δρόμων ανάβουν ένα ένα και ο αέρας δροσίζεται από την εκπνοή της γης.Ένας υπέροχος ουράνιος καμβάς ζωντανεύει,που πάνω του ξετυλίγονται φλόγες λεπρόμακρες και περιπεπλεγμένες σαν κορδέλες,για να σκορπίσουν σχεδόν αμέσως από την κορυφή της πόλης και να χαθούν προς κάθε κατεύθυνση.΄Ενα αέρινο λεπτό πέπλο απλώνεται με φόντο το στερέωμα.Κι όμως διαρκεί μόνο για λίγα δευτερόλεπτα.
Τότε θα γίνω για πρώτη φορά κύριος της μοναδικής μου πράξης.Θα τρέξουν όλοι σαν τρελοί να σώσουν ό,τι νομίζουν πως μπορεί να περισωθεί.Τα ελικόπτερα θα ζώσουν τον λόφο και οι δρόμοι θα χαρακώνονται από κόκκινες σειρήνες που ανοίγουν δρόμο μέσα στο συνωστισμένο πλήθος.Θα απλωθεί ο βόμβος της ανήσυχης πόλης,τα οχήματα,οι άνθρωποι,οι σειρήνες...Και όσοι δεν είναι έξω στον δρόμο θα στέκουν μπροστά στις οθόνες και θα παρακολουθούν με το μάτι του ελικοπτέρου και θα προσεύχονται να γίνει κάτι,να γυρίσει πίσω ο χρόνος.
Όμως ο χρόνος δεν μπορεί να γυρίσει πίσω,γιατί ξαφνικά αντιστράφηκε.Το παρόν είναι ένας ενεστώτας εκφρασμένος σε αόριστο:το παρελθόν δεν είναι πλέον αυτό που ήταν.Το μέλλον ήταν παρελθόν.Η φιλοδοξία ήταν ανάμνηση.Το όνειρο ήταν αναπόληση.Και τώρα για πρώτη φορά δεν έχουμε αφετηρία και ίσως γι αυτό καταφέρουμε να διαλέξουμε ένα προορισμό.Δεν υπάρχουν πια διαδρομές κι οι εξιστορήσεις δεν έχουν πλέον αντίκρισμα.΄Ολα γκρεμίστηκαν με μια πράξη που κανείς άλλος δεν μπορεί να διεκδικήσει.Με μια πράξη που δεν μπορεί να οριοθετηθεί από τίποτα.Από αυτήν την πράξη που μου ανήκει.Από το γκρέμισμα του συμβόλου.
Δεν έχω τίποτα άλλο να πω.Δεν έχω να φανταστώ τίποτε άλλο.Οι λεπτομέριες δεν έχουν σημασία γιατί δεν τις ζούμε.Μόνο η τελεσίδικη πράξη είναι εξ ορισμού δική μου.
Δεν ήθελα να με περάσουν για εγκληματία.Ούτε για τρελό.Είναι πολύ σημαντικό για μένα να μην παρανοηθούν τα κίνητρά μου.Δεν σκόπευα να κάνω κακό.Δεν ήθελα να καταστρέψω.Δεν ήταν σκοπός μου να στερήσω αυτό που ήταν πολύτιμο.Αποζητούσα μόνο να απελευθερώσω από αυτό που θεωρούνταν αξεπέραστα τέλειο.΄Εβλεπα τον εαυτό μου να προσφέρει ένα δώρο,μια διέξοδο,μια πρόκληση.
Άνοιξα το παράθυρο και τον είδα να αστράφτει μέσα στο ηλεκτρικό,πορτοκαλί πέπλο του.Είχα δίκαιο.΄Επρεπε να πέσει όποιο κι αν ήταν το τίμημα.
Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
δέκα συμβουλές σε νέους συγγραφείς... από τον από τον Ernest Hemingway
- Να είσαι ερωτευμένος
- Να πεθαίνεις από επιθυμία να γράψεις
- Να παρατηρείς τον κόσμο γύρω σου
- Να συναναστρέφεσαι καθιερωμένους συγγραφείς
- Να μην σπαταλάς άδικα το χρόνο σου
- Να ακούς μουσική και να ενδιαφέρεσαι για τη ζωγραφική
- Να διαβάζεις ασταμάτητα
- Να μην προσπαθείς να γίνεσαι κατανοητός
- Να κάνεις πάντα το κέφι σου
- Να σιωπάς
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Δύστυχα δίστιχα
σαν κάθαρμα που βλαστούς ομορφιάς αιμορραγεί
Την τέφρα της προσευχής να τινάζεις στην έρημο
λες και τα πουλιά θα αναζητήσουν τις άκαρπες πηγές
Κορώνα γράμματα τον θηρευτή της νύχτας να ορίζεις
τα ασημένια βήματα κυκλώνουν τις αθάνατες εικόνες των νεκρών
Αθώα ηττημένος
σε γενετήσια δροσιά να κατέρχεσαι
Κάτω από τις σκάλες – ο ίλιγγος
κάτω από τον ίλιγγο – το μέλι της σιωπής
Τα τύμπανα των μηρών πάνω στο λεπίδι του καλοκαιριού
αμέριμνα πλουτίζουν
Τα πλήκτρα παίζουν μια θεσπέσια φρικωδία
φορώντας κόκκινες κορδέλες κεραυνού
***
Οι ποιητές που ξέρω
Εχουν ρυτίδες
που πάνω τους ανθίζουνε
μηλιές
τα χέρια τους
κοντεύουν στις πηγές
καταρρίπτοντας λευκά φτερά
γυρεύουν ένα στήθος
σπασμένο πηλό
και από το στόμα τους
γκρεμίζεται
η νότα του μεσημεριού
Οι ποιητές που ξέρω
αμίλητα αδέρφια έχουν
τις λέξεις τους
τις νύχτες βγάζουν
τα ρήματα
να ουρήσουν στα έρημα πάρκα
και καπνίζουν
σέρτικα επίθετα
για να δίνουν στόχο
Οι ποιητές που ξέρω
έγιναν το εξάνθημα
της όρασης
και όταν ανοίγουν μια πόρτα
τρέχει σιντριβάνι
η φωτιά
και τους ανάβει.
***
ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
***
ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Όχι άλλα ανδραγαθήματα -
Ούτε για αδένες θρήνων
Σε παλιά πωρόλιθα δάχτυλα
Μήτε για πεποιημένες ασπίδες
Που μας γλίτωσαν απ’ τα δαγκώματα.
Τίποτα να μην γράψω
Τίποτα να μην θέλω
Μόνο να βλέπω το ποίημα να με συντρέχει
Καθώς θα γερνάω
Με σπασμένα τακούνια να γυρνάει σαν αρουραίος
Κάτω από τα έπιπλα
Μέσα στα μάτια μου να τρέχει
Και η άμμος να ανθίζει πανικούς
Τίποτα να μην με μέλει
Να υπογράφει μόνο του θανατικές καταδίκες
Να μιλάει από μνήμης για γαντοφορεμένες γυναίκες
Που έζησαν στον πάτο μιας συμφόρησης
Μα και για κείνα τα μόρια του ξυδιού
Που μου αναλογούσαν στο σκοτάδι
Τίποτα να μην γράψω
Τίποτα να μην θέλω
Να μου δοθεί μόνο η χάρη
Να ξαναβρώ αυτούς που με περίμεναν
Κάτω από τους αρμούς των λέξεων.
***
***
Εμπυρη πιθανότητα
Λέω
Μαθαίνω απ’ την αρχή
Τα οστά των λέξεων
Στο σκελετό
Της πέτρας
Ολομόναχος.
Λέω
Η σάρκα του νερού
Θα με σκεπάσει
Με μια μακρόσυρτη μνήμη πυράς
Εξόριστη σκουριά
Που ξέμεινε στη φαγωμένη άμμο
Λέω
Θα σβήσω το δέρμα
Με νέες ολοκάθαρες πληγές
Ενώ η φωνή
Θα με λυτρώνει από τραγούδια
Λέω
Ταγμένος είμαι
Σε παρανάλωμα
Τα εμπύρετα χέρια να κρύβω
Λέω δεν είμαι εγώ
Ούτε ένας άλλος.
Είμαι ο ίδιος
Μεταμφιεσμένος
Πάμπλουτος
Από
Διψασμένο
Δηλητήριο.
***
***
Τρίστιχα για την άχνη του δρόμου
Ενας ουρανός ζεματισμένο τσιγάρο.
Χαθήκαμε στη μηχανορραφία των χρωμάτων
θα μας βρει το ανεπίδοτο άσπρο της λέξης.
Διαγωνίως του ψυχοβάλτου
ο τρυπημένος βράχος του πρωινού
μαχαιρώνει τα βλέφαρα με καθρέφτες.
Το μυογράφημα μιας παλιάς φωτογραφίας
άξαφνα οι παλιοί εχθροί γίνονται διάφανοι
φίδι γερόλυκος τους ραντίζει με το σπασμένο μάρμαρο του χρόνου.
Είναι ένας σκύλος που διασχίζει τις χούφτες μου
αγγίζει ένα βάθος όλο δέντρα
τους βάζει φωτιά, ο σκύλος, ο εμπρηστής.
Στο τέλος άρχισαν να φτιάχνουν στίγματα από γαλάζια νερά,
να πλάθουν ανήμπορες φλόγες και τσέπες γεμάτες συλλαβές
στο τέλος άρχισαν να φτιάχνουν ένα πρόσωπο.
Χαθήκαμε στη μηχανορραφία των χρωμάτων
θα μας βρει το ανεπίδοτο άσπρο της λέξης.
Διαγωνίως του ψυχοβάλτου
ο τρυπημένος βράχος του πρωινού
μαχαιρώνει τα βλέφαρα με καθρέφτες.
Το μυογράφημα μιας παλιάς φωτογραφίας
άξαφνα οι παλιοί εχθροί γίνονται διάφανοι
φίδι γερόλυκος τους ραντίζει με το σπασμένο μάρμαρο του χρόνου.
Είναι ένας σκύλος που διασχίζει τις χούφτες μου
αγγίζει ένα βάθος όλο δέντρα
τους βάζει φωτιά, ο σκύλος, ο εμπρηστής.
Στο τέλος άρχισαν να φτιάχνουν στίγματα από γαλάζια νερά,
να πλάθουν ανήμπορες φλόγες και τσέπες γεμάτες συλλαβές
στο τέλος άρχισαν να φτιάχνουν ένα πρόσωπο.
Κολχόζ παράδεισος, του Αλέξη Καζαντζίδη
Τον παλιό καλό καιρό, όταν ακόμα υπήρχε το οχτάωρο, τα Σάββατα έπινε κι ο… Θεός τον καφέ του. Φούμαρε στη ζούλα, κρυφά απ' το Αγιον Πνεύμα και κάνα τσιγαράκι, κοίταζε ο Πλάστης την πλάση -τα πάντα εν σοφία ποιήσας χαμογελούσε ευχαριστημένος- άγνωστοι αι βουλαί Του, και το 'ριχνε στις βόλτες.
Η αλήθεια είναι ότι ο Πανάγαθος το παράκανε. Όλο σε τριήμερα ξεχείλωνε τα γουήκ εντ. Από μια πλευρά κατανοητό, είναι και πολλά τα τέκνα του. Άρχιζε από Παρασκευή, διάλεγε και πήγαινε σε κάποιο τζαμί, στη Βαγδάτη ή στην Καζαμπλάνκα, έπιανε κουβέντα με τους πιστούς, μάθαινε τα βάσανα του ντουνιά - όλα είναι γραμμένα αναστέναζε-
Από το Σάββατο διάλεγε μια Συναγωγή στο Βερολίνο ή στη Νέα Υόκρη και πήγαινε να ακούσει ξανά στην αρχαία γλώσσα ιστορίες απ' την εποχή που ήταν ακόμα ο κόσμος νέος.
Τις Κυριακές ο Παντοδύναμος περνώντας πότε από ένα εκκλησάκι στο Αιγαίο και πότε από μια γοτθική Καθεδρική της κεντρικής Ευρώπης, έκλεινε την τριήμερη σχόλη του, βλέποντας το ηλιοβασίλεμα στην Παταγωνία ή πηγαίνοντας θέατρο στη Μόσχα...
Μεγαλεία.
Το πάλαι ποτέ, όταν ο Κτίστης έχτιζε τον Κόσμο εργαζόταν έξι ημέρες και αναπαυόταν την έβδομη. Όμως με τους αιώνες, όταν το μέγα μέρος της εργασίας ανέλαβαν οι άνθρωποι, συνταξιούχος πλέον ο Δημιουργός επέτρεψε στον εαυτόν Του την πολυτέλεια του γουηκ εντ άντε κι ορισμένων ακόμα αργιών: του άρεσε η 4η Ιουλίου είχε χαζοχαβαλέ, και την ημέρα της Αντιφασιστικής Νίκης στο Νεκροταφείο υπέβάλλε τα σέβη του κι οπωσδήποτε γιόρταζε με τους Κινέζους κάθε χρονιά το νέον έτος. Χόρευε μέσα στους χάρτινους δράκους και πάνω στα πυροτεχνήματα ή έπλεε μέσα σε ένα φαναράκι πάνω στο Κίτρινο Ποτάμι.
Την πρώτη φορά που άκουσε ο Πάνσοφος ότι «χαλάει την πιάτσα», δεν πίστευε στα αυτιά του.
Κι όμως! ένας Καλβινιστής πάστορας από την Ελβετία κι ένας Ευαγγελικός ραδιοφωνικός ιεροκήρυκας από τη Γιούτα, δήλωναν urbi et orbi ότι ο Θεός το έχει παρακάνει με τον τρόπο που ζει χαλαρά, χωρίς να παράγει, όλο ταξιδάκια.
Kι επιτέλους! δεν καταλαβαίνει ο τα πανθ' ορών ότι έτσι τίθεται εν κινδύνω το ασφαλιστικό σύστημα;
Πόσον καιρό σκοπεύει ακόμα να ζήσει;
Και ώς πότε οι σκληρά και τίμια εργαζόμενοι άνθρωποι θα Του πληρώνουν εισφορές τους για να πηγαίνει ο Πανταχού Παρών δώθε κείθε, ταξιδάκια στο Μάτσου Πίτσου και το Χονγκ Κονγκ;
Ηταν να μην αρχίσει η γκρίνια.
«Τι προσφέρει ο Αμνός;» ούτε καν φόρους πληρώνει, είναι ακτήμων. Ούτε καν πιστωτική κάρτα διαθέτει, είναι παρίας· κλοσάρ, αποσυνάγωγος.
Μυρμήγκια οι άνθρωποι και τζίτζικας ο Θεός; Πού ακούστηκε;
Προσπάθησε να ορθώσει έναν αντίλογο ο Παντογνώστης (συμβουλευόμενος καλού-κακού και τον Λόγο), άρχισε να εξηγεί ότι απλώς ζει ανθρώπινα, αλλά πού να τον ακούσουν οι άνθρωποι;
Αρον άρον Σύνοδον, Συνέδριο και Κονγκλάβιο να συσκεφθούν οι ηγεσίες και να συναποφασίσουν οι λαοί, τι θα κάνουν με έναν Θεό που πια δεν τους εκφράζει, δεν τους εκπροσωπεί, δεν τους μοιάζει.
Θεός ελεήμων, πολυεύσπλαχνος κι αγαπησιάρης; Ευρύχωρος, παιγνιδιάρης και ταξιδιάρης; - ποιος τον χρειάζεται;
Σε κάποιον άλλον Γαλαξία ίσως. Πάντως όχι στον δικό μας.
Κι έτσι, ο πρώτος που έθεσε θέμα απόλυσης του Θεού, διαπίστωσε ότι δεν ήταν μόνος! Γιατί όχι; βεβαίως! Ναι! Ώρα να τελειώνουμε με τα κολλήματα απ' το παρελθόν! η απόφαση δεν άργησε να βγει...
Μια φορά κι έναν καιρό...
Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011
Για την ποιητική συλλογή ΠΛΗΓΕΣ της Μίνας Ξηρογιάννη,γράφει η ΒΑΛΗ ΤΣΙΡΩΝΗ
http://sunoasis.ning.com/forum/topics/mina-xirogianni-new-poetry-collection-wounds
Wounds” («Πληγές») is Minas Xirogianni new poetry collection. Her poetry is a haunting evocation of a lost paradise She is not try to seduce the reader into thinking this is going to be a benign pastoral or nostalgic poems.. The poem's clean, short lines are like the snow that creates a smooth surface...From the first verses immediately signals that the poetess is taking us on a ride through a world that is more dynamic and unpredictable than what our ordinary vision perceives:
"Κι εγώ,ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.”
(“And I free
,I will whisper our truth
and you
,for first time
will agree”)
The descriptions of the different kinds of silence in her poems are pitch-perfect! Mina Xirogianni graps our attention with unusual imagery of the stanzas that includes in her poems, and their tone is somehow too precious.Brilliant work by the hand of Mina Xirogianni.
![]() |
| Πληγές,Ποιήματα,Γαβριηλίδης 2011 |
Wounds” («Πληγές») is Minas Xirogianni new poetry collection. Her poetry is a haunting evocation of a lost paradise She is not try to seduce the reader into thinking this is going to be a benign pastoral or nostalgic poems.. The poem's clean, short lines are like the snow that creates a smooth surface...From the first verses immediately signals that the poetess is taking us on a ride through a world that is more dynamic and unpredictable than what our ordinary vision perceives:
"Κι εγώ,ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.”
(“And I free
,I will whisper our truth
and you
,for first time
will agree”)
The descriptions of the different kinds of silence in her poems are pitch-perfect! Mina Xirogianni graps our attention with unusual imagery of the stanzas that includes in her poems, and their tone is somehow too precious.Brilliant work by the hand of Mina Xirogianni.
What about Mina Xirogianni poetry?
Mina Xirogianni is a modern Greek poetess... Recently published her new poetry collection under the title "Wound" (Πληγές)...
Minas Xirogianni poetry, has an instantly recognizable character
Την άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαιδεύομαι
Φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς,
την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα,
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα,
Κι εγώ,
ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.
(And I
free,
I will whisper our truth
and you,
for first time
will agree)
What gives these deceptively simple lines so much power? Perhaps it is the immediacy and sincerity of the feelings that the poet shares with us.
There is no self-conscious drama, no aesthetic affectation.The poems of Mina Xirogianni, just as the lovers ecstasy are always intermingled with awareness of mortality.
Striking imagery, brilliant wording.
Minas Xirogianni poetry, has an instantly recognizable character
Την άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαιδεύομαι
Φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς,
την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα,
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα,
Κι εγώ,
ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.
(And I
free,
I will whisper our truth
and you,
for first time
will agree)
What gives these deceptively simple lines so much power? Perhaps it is the immediacy and sincerity of the feelings that the poet shares with us.
There is no self-conscious drama, no aesthetic affectation.The poems of Mina Xirogianni, just as the lovers ecstasy are always intermingled with awareness of mortality.
Striking imagery, brilliant wording.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

