Translate

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΤΑΛΟΥΣΗΣ /// ΜΠΑΡΓΟΥΜΑΝ ΚΑΙ ΘΑΜΩΝΕΣ



Πιάνοντας το αίσθημα, έχανα το νόημα των επιλογών μου καθώς μετρούσα τα τελευταία χρήματα. Τριανταπέντε ευρώ. Ένας λογικός άνθρωπος θα υπολόγιζε πρώτα τη βασική οφειλή του, δηλαδή να πληρώσει έστω και καθυστερημένα το ενοίκιο.

Όμως εγώ καθόμουν στο ‘Bliss’ και έπινα τα δυνατά μοχίτο της Μαρίας. Με την αγκοστούρα ανακάτευε το αίσθημα, με τα παγάκια δρόσιζε τη διάθεση. Κάθε φορά με ρωτούσε αν μου αρέσει το ποτό, κάθε φορά της απαντούσα με ένα χαμόγελο και παράγγελνα το επόμενο. Μόνη ενόχληση στο μπαρ, εκείνος ο τύπος δίπλα μου. Μιλούσε ακατάπαυστα για αρχαίες Ελλάδες, Δίες και Ευρώπες , χίλιες δυο μαλακίες.  Ήθελε να την γοητέψει, σίγουρα, μα δεν είχε καμία ελπίδα μαζί της. Καταλάβαινα ότι η Μαρία απλώς τον ανεχόταν.

Σε μένα φερόταν διαφορετικά, ναι, θελκτικά μπορώ να πω. Έβγαινε από το μπαρ, περνούσε από πίσω μου διαγράφοντας μια τυχαία επαφή του στήθους της σε όλο το φάρδος της πλάτης μου, κάθε φορά την ίδια τυχαία επαφή, σερβίριζε τα ποτά στις παρέες των τραπεζιών λέγοντας στην υγειά σας και επέστρεφε, δίχως όμως να με κοιτά, πίσω απ’ το μπαρ όπου και συνέχιζε την εργασία της.

Είχα το αίσθημα. Μα δίχως προοπτικές, υπενθύμιζα στον εαυτό μου πως δεν υπήρχε κανένα νόημα στο να παραμένω πεισματικά κολλημένος στο σκαμπό. Θα ήθελα να παραγγείλω άλλο ένα μοχίτο μόνο και μόνο για να μιλήσω στη Μαρία, να τη ρωτήσω αν κανόνισε κάτι για το ρεπό της και αν όχι, να της προτείνω να μου αφιερώσει λίγο χρόνο για να πάμε κάπου μαζί, οπουδήποτε, αρκεί να είμαστε μαζί, μα αυτό φαινόταν τελείως γελοίο σαν ιδέα, δηλαδή το να της προτείνω ένα ραντεβού ενώ η Μαρία ουδέποτε είχε δείξει απτώς κάτι το ερωτικό απέναντί μου και γι αυτό περιοριζόμουν σε τυπικές ερωτήσεις, όπως το αν μπορεί να μου φτιάξει άλλο ένα μοχίτο, πράγμα αυτονόητο αφού έστεκε πίσω από το μπαρ για να φτιάχνει ποτά και όχι για αυτό που εγώ είχα συνέχεια στο νου μου και που θα ήθελα πολύ να κάνω μαζί της, έστω πληρώνοντας, μα που ποτέ δεν θα μπορούσε να ισχύει κάτι τέτοιο για το ποιόν της, τουλάχιστον έτσι έδειχνε, και αυτό το αδιέξοδο με ωθούσε στο να παραγγέλνω το επόμενο. Ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω για το αίσθημα που δυστυχώς φούντωνε όλο και περισσότερο λόγο της μέθης και αναπαρήγαγε συνεχώς το αδιέξοδο που με ωθούσε στο να πίνω, βασανιστικά αρκούμενος στις μελιστάλαχτες ερωτήσεις της αν μου αρέσει το ποτό, μόνο και μόνο για να της απαντώ με ένα χαμόγελο και να παραγγέλνω άλλο ένα, μα δεν είχα πια άλλα χρήματα, που σήμαινε πως δεν μπορούσα να συνεχίσω και ζητούσα και σήμερα το λογαριασμό ξέροντας ότι ο λογαριασμός είναι περίπου όλα τα λεφτά που είχα στην τσέπη μου, για να επαληθεύσει με τη σειρά της τους υπολογισμούς μου με τον αριθμό που σχημάτιζε τόσο χαριτωμένα με τα χείλη της, τον αριθμό τριανταπέντε, όσα είχα πάνω μου, τριανταπέντε ευρώ,  να τα βγάζω από την τσέπη και να τα αφήνω στη χουφτίτσα της μόνο και μόνο για να με αγγίξει τυχαία με τα ακροδάχτυλα, όπως κάθε φορά, το ίδιο τυχαίο άγγιγμα με τα ακροδάχτυλά της, να σηκώνομαι από το σκαμπό και να φεύγω παραπατώντας για να φτάσω άφραγκος σε ένα σπίτι στο οποίο καθυστερούσα και πάλι να πληρώσω το νοίκι. Για ακόμη μια φορά, η σκέψη της καθυστέρησης του ενοικίου με έκανε να πιάνω το νόημα και να χάνω το αίσθημα που δυστυχώς για τη συντήρησή του έπρεπε να ξοδεύω όλα μου τα χρήματα...



… και παρήγγειλα άλλη μια βότκα, την τελευταία. Η Μαρία φτιάχνει δυνατά ποτά, σε χαλαρώνουν από τις πρώτες γουλιές. Και εκείνο το βράδυ είχα ανάγκη από λίγη χαλάρωση γιατί η ομορφιά της Μαρίας μου προκαλούσε αμηχανία. Μα γενικά ήθελα να παραμείνω νηφάλιος. Ο άντρας πρέπει να παραμένει νηφάλιος αλλιώς κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο και να εκτεθεί. Επίσης, πρέπει να μιλάει. Ιδίως όταν πρόκειται για γυναίκες σαν τη Μαρία. Η Μαρία βαριέται εύκολα, ντροπαλός σημαίνει ανύπαρκτος για το είδος της. Τη ρώτησα για τις καλοκαιρινές διακοπές της και μου απάντησε πως θα πάει για λίγες ημέρες στην Κρήτη για να παραβρεθεί στο γάμο του ξαδέρφου της, Κίτσου. Κρήτη! αναφώνησα μα προξένησα στη Μαρία μια κάποια απορία. Γινόμουν γελοίος; Για να δικαιολογήσω το θαυμασμό άρχισα να της μιλώ για τη μυθολογία των αρχαίων και συγκεκριμένα για το γάμο του Δία με την πανέμορφη Ευρώπη, εκεί, στην Κρήτη αν δεν απατώμαι, όπου ο Δίας μεταμορφωμένος σε λευκό και ήμερο ταύρο πλάνεψε την Ευρώπη, η οποία τον καβάλησε, μα αυτός άρχισε να τρέχει με σκοπό να την πάρει μαζί του για να την παντρευτεί. Η Μαρία κοίταξε το κινητό της. Συνέχισα το λογύδριο μου λέγοντας πως ο ταύρος χάραξε μια ανεξέλεγκτη πορεία με την Ευρώπη στην πλάτη του. Κατέληξα πως έβρισκα αυτό το μύθο αρκετά εντυπωσιακό. Η Μαρία δεν εντυπωσιάστηκε, απεναντίας, με ρώτησε πως διάολο μου βγήκε αυτός ο συνειρμός, δηλαδή ο γάμος του Δία με το γάμο του ξαδέρφου της, Κίτσου. Αποφεύγοντας εντέχνως να απαντήσω στην ερώτησή της  -αφού δεν είχα τι να απαντήσω - τόνισα ότι το όνομα Ευρώπη είναι ένα σύνθετο όνομα και πως σημαίνει ‘το εύρος της όψης’, δηλαδή υποδηλώνει την ομορφιά της ή το πλατύ της πρόσωπο. Βέβαια, κατέληξα, η δεύτερη εκδοχή έρχεται σε αντίθεση με την πρώτη αφού μια γυναίκα με πλατύ πρόσωπο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί όμορφη εκτός αν ο άντρας έχει ιδιαίτερα γούστα. Αυτό το συμπέρασμα μπέρδεψε ακόμη περισσότερο τη Μαρία. Δυσανασχέτησε και απομακρύνθηκε, όσο της το επέτρεπε το μήκος του μπαρ, για να στηθεί κοντά στον διπλανό μου που φαινόταν αρκετά σουρωμένος απ’ τα πολλά μοχίτο μα δεν μιλούσε καθόλου και έτσι δεν γινόταν γελοίος μπροστά στη Μαρία, τουλάχιστον όχι όσο εγώ που της μιλούσα. Μόνο που στο τέλος μίλησε κι αυτός και ακούστηκε σαν από νεκρανάσταση η φωνή του, ρωτώντας με αν η κατάληξη ώπη σημαίνει τρύπα και όχι όψη αφού η όψη, είπε, γράφεται με όμικρον και όχι με ωμέγα. Η Μαρία, για πρώτη φορά τολμώ να πω, εστίασε πάνω μου την προσοχή της δίνοντάς μου την εντύπωση πως έψαχνε για ένα ψεγάδι στις γλωσσολογικές μου θεωρήσεις. Με είχαν για χαζοβιόλη; Του είπα πως όχι, αποκλείεται η Ευρώπη να είναι μια μεγάλη τρύπα. Τόνισα και στους δυο πως και η οπή γράφεται με όμικρον, όπως και το αρχαίο ρήμα ορώ εντέλει. Έτσι κατατρόπωσα τον σουρωμένο τύπο που κατά τα άλλα έδειχνε να αδιαφορεί για τα επιχειρήματά μου, όπως και η Μαρία, και αυτή αδιαφορούσε. Τον καληνύχτισε ρωτώντας αν του άρεσε το μοχίτο και αυτός την πλήρωσε χαμογελώντας για να σηκωθεί από το σκαμπό και να φύγει από το μαγαζί τρικλίζοντας. Επιτέλους, έμενα μόνος μαζί της. Παρήγγειλα άλλη μια βότκα, την τελευταία, λέγοντας στη Μαρία πως πάντα αισθανόμουν αρκετά ευδαίμων στο μπαρ ‘Bliss’, καθώς σημαίνει ευδαιμονία, και πως η ευδαιμονία είναι ένας θετικός δαίμων, ο ευ-δαίμων, και χαμογέλασα για να της μεταδώσω όλη τη θετικότητά μου. Δεν κατάφερα το παραμικρό, η Μαρία δεν έκανε καν  τον κόπο να απαντήσει, μόνο περιορίστηκε σε μια μισοτελειωμένη φράση του στιλ ‘ ε ξέρω γω τώρα…’ Μου γύρισε πλάτη και άρχισε να ετοιμάζει τη βότκα. Αποφάσισα να μη ξαναμιλήσω. Έτσι κι αλλιώς μου φαινόταν λίγο ανόητη η λέξη Bliss. Δεν ταιριάζει καθόλου για ονομασία μπαρ, ιδίως γι αυτό το μπαρ. Και ζούμε στον εικοστό πρώτο αιώνα παρακαλώ, προτιμώ τις μορφωμένες γυναίκες. Η Μαρία μιλά μόνο για γάμους και πανηγύρια της Κρήτης, στέκει αδιάφορη απέναντι στους αρχαίους και εγώ, δίχως να θέλω, φέρομαι σαν φαφλατάς. Γιατί αδυνατώ να την προσεγγίσω; Μάλλον φταίει το μυαλό της. Είμαι σίγουρος πως τα αναγνώσματά της περιορίζονται στο διάβασμα του καφέ, των ζωδίων και των ονειροκριτών. Αν συνεχίσω να την κοιτώ θα τηλεφωνήσει στη θεία της για να ξεματιαστεί και η θεία της θα σπεύσει την λούσει με προσευχές, λάδια και αλάτια. Με αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι γιατί όλα όσα της λέω είναι τόσο δυσνόητα, τόσο ξένα και μυστήρια για το φτωχό μυαλουδάκι της. Φορά και κομποσκοίνι, τρομάρα της.  Αστόχως αυτό το μπαρ δεν ονομάζεται δεισιδαιμονία...



…άκου εκεί, ευ- δαίμον, ο θετικός δαίμον. Όλο βλακείες μου λεν και έχω πολύ δουλειά σήμερα, μέχρι το πρωί πίσω απ’ το μπαρ θα ‘μαι. Που είναι αυτός ο δαίμονας; Ας έρθει επιτέλους, ας μας ξεκολλήσει από αυτή την παρακμή. Ας μας πάει κάπου αλλού, μακριά, να μείνουμε για πάντα οι δυο μας. Σκέτο βάσανο. Πώς να βρεθώ μαζί της; Κάνω υπομονή, κοιτώ προς το τραπέζι της τάχα μη θέλει να μου παραγγείλει κάτι, παρακολουθώ την κάθε της κίνηση. Ξέρω πως έχει αγόρι, ναι, αυτός με τα μυώνια του, σωστός γορίλας. Κάθεται δίπλα της με όλη την άνεση του επίσημου επιβήτορα και απλώνει τις τριχωτές χερούκλες του πάνω της. Νομίζει πως είναι κτήμα του, η ιδιόκτητη φιλενάδα του. Όμως δεν είναι, κανείς δεν ανήκει σε κανέναν γιατί όλοι ανήκουμε στους πόθους μας και οι πόθοι δεν κουβαλούν κανενός την ταυτότητα…  φιλοσοφίες της δεκάρας. Μα είναι αλήθεια, μόλις προχθές εντόπισα μια πρώτη ένδειξη, μου έριξε μια κλεφτή ματιά, δεν ήταν της φαντασίας. Είχα στρέψει το βλέμμα μου πάνω της, δήθεν τυχαία, και οι ματιές μας συναντήθηκαν για μια μόνο στιγμούλα. Αισθάνθηκε άβολα, το ίδιο και εγώ. Ήταν το πρώτο μας κοίταγμα. Χθες, πάλι το ίδιο. Όμως χθες, σε σύγκριση με προχθές, η ματιά της ήταν πιο ξεθαρρεμένη, πολύ πιο σίγουρη και κέρδιζε το κατιτίς σε διάρκεια. Ξαναφέρνω στο νου μου το χθεσινό κοίταγμα και συνθέτω την εικόνα των ματιών της. Με κοιτά, είναι η τρίτη φορά! Αυτές οι οπτικές στιγμούλες, οι τρεις στιγμούλες μας, ενώνονται και απλώνουν ένα πεδίο χρόνου πάνω στο οποίο μπορώ να ταξιδεύω όλη νύχτα στο μπαρ, να αφήνομαι σε μια ονειροπόληση, να πιστεύω πως αύριο το πρωί, αύριο κιόλας το πρωί θα την έχω πλάι μου. Καλό προαίσθημα. Θα φτιάξω το ποτό της, τζιν πίνει, θα το σερβίρω με χάρη στο τραπέζι τους. Είναι κερασμένο, στην υγειά σου, θα της πω. Τάχα αιφνιδιασμένη μα στο βάθος συντονισμένη στην κρυφή μας επικοινωνία, θα ρωτήσει από ποιόν είναι κερασμένο. Ο γορίλας με τα τριχωτά χέρια θα τσιτώσει. Από το Bliss, θα της απαντήσω με τον πιο γλυκό μου τρόπο.

(σχεδόν ανέκδοτο,σε άλλη μορφή εδώ)

Η φωτό είναι παρμένη από  εδώ

 
**** 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου