Σελίδες

Σελίδες

Σελίδες

Σελίδες

Σελίδες

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ





 Γεννήθηκε το 1924 στη Φιλιππιάδα της Πρέβεζας. Σπούδασε κλασική φιλολογία στην Αθήνα. Υπηρέτησε στη μέση και στην ανώτατη εκπαίδευση. Καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ανέκαθεν υπήρξε ένας αξιόλογος αριστερός διανoούμενος, με ορισμένες παρεμβάσεις στα κοινά θέματα. [2]
Έχει λάβει βραβεύσεις από τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία: Το 1987, το Α΄ Βραβείο κριτικής-δοκιμίου: Γιάννης Δάλλας «Ο ελληνισμός και η θεολογία του Καβάφη». Το 1999 του απονέμεται το κρατικό «Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας» για το σύνολο του έργου του. Επίσης έχει βραβευτεί με το Βραβείο δοκιμίου Ιδρύματος Π. Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών (2009) για το βιβλίο του "Σολωμός και Κάλβος". Μετέχει στα πρώτα «Καβάφεια» της Αλεξάνδρειας, και προσκαλείται για διαλέξεις και παρουσίαση του έργου του σε Πανεπιστήμια εκτός Ελλάδας, όπου λειτουργούν Τμήματα Μεταβυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών (Μιλάνο, Κατάνια, Βενετία, Στρασβούργο, Βουδαπέστη, Μόσχα, Τυφλίδα, κλπ.) Η ποίησή του μεταφράστηκε αποσπασματικά σε ξένες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά, Ιταλικά, Αλβανικά) και πληρέστερα ετοιμάζονται για έκδοση προσεχώς οι δύο τελευταίες συλλογές του στα Ισπανικά από την Isabel Garcia Gálvez και εκτενής επιλογή του ποιητικού έργου του στα Ιταλικά από τον Massimo Cazzulo.
Επίσης εξέδωσε σειρά συγκεντρωτικών μελετημάτων «H δημιουργική δεκαετία στην ποίηση του Βάρναλη» (1988) και «Κωνσταντίνος Θεοτόκης, κριτική σπουδή μιας πεζογραφικής πορείας», φιλολογικές εκδόσεις των πεζών του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (Κορφιάτικες Ιστορίες, Κατάδικος, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους), των συνθετικών συλλογών του K. Βάρναλη («Σκλάβοι πολιορκημένοι», 1990 και «Tο φως που καίει», 2003) και των έργων του A. Κάλβου «Oι Ψαλμοί του Δαβίδ», (1981) «H Ιωνιάς», (1992) «Ωδαί», (1997). Δημοσίευσε ακόμη δύο συνθετικά κριτικά βιβλία γύρω από το θέμα της Ποιητικής (1994) και το θέμα του κλασικισμού του Κάλβου (1999), άλλα τέσσερα για την ποίηση του Καβάφη από τα οποία, τα σημαντικότερα είναι τα: «Καβάφης και ιστορία» (1974) και «Ο Καβάφης και η δεύτερη σοφιστική» (1984) και Σκαπτή ύλη. Από τα Σολωμικά μεταλλεία (2002). Τελευταίες σχετικές εκδόσεις μελετημάτων είναι τα: Σολωμός και Κάλβος. Δύο αντίζυγες ποιητικές (2009) και ολίγο θα τον ξαναγγίξω. Η στρατηγική του εργαστηρίου. Ύστερα Καβαφολογικά (2009). Αρκετά βιβλία δοκιμίων του που αναφέρονται σε θέματα και κείμενα της παλαιότερης, της μεσοπολεμικής και της μεταπολεμικής λογοτεχνίας «Εποπτείες A΄» (1954), «Υπερβατική Συντεχνία» (1958), «Πλάγιος λόγος» (1989), «Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης» (1997), «Ευρυγώνια» (2000), «Μανόλης Αναγνωστάκης-Ποίηση και ιδεολογία» (2000), «Συνεκδοχές» (2010) και «Σύμμεικτα» (2014).
Συστηματική υπήρξε η φιλολογική και μεταφραστική του ενασχόληση με την ποίηση των αρχαίων Λυρικών των αρχαϊκών αιώνων «Ελεγειακοί», «Ιαμβογράφοι», «Μελικοί», «Χορικολυρικοί», (1976-2007) και των Ελληνιστικών επιγραμμάτων, «Ελληνιστικός μικρόκοσμος», «Καλλίμαχος», «Ρουφίνος», «Πλάτωνος τα αποδιδόμενα επιγράμματα», (2008-2009).

Ο ΧΡΟΝΟΣ
τα πένθιμα εμβόλια
Ξημέρωνε μ' ένα φως που γλιστρούσε σαν κρέπι κι άφηνε
ξέσκεπες οροφές και πλατείες
κι ύστερα μ' ένα στρας ουράνιου τόξου που άστραφτε σαν να
δρεπάνιζε ως πέρα τον ορίζοντα
αρχίζοντας απ' τον αυχένα της απέναντι πλαγιάς –
Το φως έπεφτε τώρα κάθετα στην πολιτεία και χαράζοντας
από ψηλά το δέρμα της
ο χρόνος βυρσοδέψης το άφηνε να πέφτει αθόρυβα στα πόδια
μας σε ραβδωτές λωρίδες
Τότε καθένας έσκυβε και παίρνοντας πειθήνια τη ζέβρα του
τη φόραγε κατάσαρκα σαν ισοβίτης
* * * 

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Η ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ






Συγκίνηση έχει προκαλέσει στο πανελλήνιο ο θάνατος της σπουδαίας Ελληνίδας ποιήτριας και πεζογράφου, Κικής Δημουλά, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών. 
Η σπουδαία ποιήτρια είχε υποστή ανακοπή καρδιάς και νοσηλευόταν σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας από τις 2 Φεβρουαρίου.
Η Κική Δημουλά γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1931 στην Αθήνα. Το πατρικό της όνομα ήταν Βασιλική Ράδου.
Το 1952 παντρεύτηκε τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτρη (1956) και την Έλση (1957).
Εργάστηκε σαν υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως και το 1973. Διετέλεσε πρόεδρος του ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη (κοινωφελές Ν.Π.Ι.Δ. υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Αθηνών).
Τιμήθηκε το 1972 με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Ισπανικά, στα Ιταλικά, στα Πολωνικά, στα Βουλγαρικά, στα Γερμανικά και στα Σουηδικά.
Σε μία ομιλία της για την ποίηση η Δημουλά όρισε ως εξής το ποίημα:
«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».
Πράγματι η ποίηση της Δημουλά ανθεί πάνω στο άνυδρο έδαφος της στέρησης, της απώλειας, της συναισθηματικής ματαίωσης και, προκειμένου για τα μετά από τη συλλογή «Χαίρε ποτέ» ποιήματά της, πάνω στο έδαφος της απουσίας του αγαπημένου προσώπου. Αυτή τη στέρηση κι αυτή την απουσία αναπληρώνει επιτυγχάνοντας μέσα στο χώρο της ποίησης την επικοινωνία με ένα εσύ, με τον άλλον που λείπει, επικοινωνία που η πραγματικότητα αρνείται. Και από αυτή την άποψη η ποίηση της Δημουλά, όσο πικρά συναισθηματικά φορτία κι αν κουβαλά, στην ουσία επιτυγχάνει την κάθαρση και τη λύτρωση.
Μέσα στον ποιητικό της χώρο, κατοικεί η ίδια περιστοιχισμένη από τα άψυχα αντικείμενα και από τις αφηρημένες έννοιες. Στις τελευταίες, δίνει υπόσταση υποκειμένων, επιτρέποντάς τους έτσι να κινούνται, να αισθάνονται, να πάσχουν και γενικώς να συμπεριφέρονται ως δρώντα πρόσωπα. Υπάρχει, δηλαδή, κατά κανόνα μία ακινησία του ποιητικού εγώ, του μόνο έμψυχου εγκάτοικου του ποιητικού της κόσμου, και αντιστοίχως μία αέναη κινητικότητα του αφηρημένου. Πρόκειται για ένα από τα πιο ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της ιδιότυπης ποιητικής φωνής της.
Συνεχή και αδιάλειπτα είναι τα σχόλια που αφορούν την απώλεια του χρόνου και τη φθορά, που αυτή η απώλεια συνεπάγεται, και διάχυτη η υπαρξιακή αγωνία.
Χαρακτηριστική είναι η γλωσσική της τόλμη που συχνά την οδηγεί σε μία ιδιαίτερα ευρηματική λεξιπλασία.
Η ποίηση της Δημουλά προσφέρει φιλόξενη στέγη σε καθημερινές πληγές και κοινά ανθρώπινα βιώματα, τολμά να δώσει διάσταση ποιητική και φιλοσοφική σε ποιήματα που αντλούν υλικό από το περιβάλλον του οικιακού βίου, και κατορθώνει να άρει τη γυναικεία καθημερινότητα στη σφαίρα της αυθεντικής ποίησης.
Το 2001, τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρότου Tάγματος της Tιμής από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.
Από το 2002 έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην οποία κατέλαβε την έδρα των γραμμάτων που είχε μείνει κενή μετά τον θάνατο του Νικηφόρου Βρεττάκου — η τρίτη γυναίκα στην ιστορία της Ακαδημίας (μετά τις Γαλάτεια Σαράντη και Αγγελική Λαΐου).
Το 2009 τιμήθηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (Prix Européen de Littérature), για το σύνολο του έργου της, ενώ το 2010 τιμήθηκε και με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.
Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά και ο χρόνος.
Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά, τα γερμανικά και τα σουηδικά. Αποσπάσματα του έργου της έχουν συμπεριληφθεί στα σχολικά διδακτικά βιβλία
ΠΗΓΗ www.cnn.gr/news


Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Aσημίνα Ξηρογιάννη /// “Oρέστης”





Το φονικό είναι μια αρχή
Θα του οπλίσει το χέρι
Πέρα από κάθε δίκαιο ή προσευχή
Θα περιπλανηθεί αλλά
θα φτάσει στην πηγή του χρέους.
Και το νερό θα ‘χει χρώμα κόκκινο
Θα ρέει ακανόνιστα
Μες στη θολούρα του μυαλού
Κόκκινο θα ‘ναι και το χρώμα τ’ ουρανού,
την ώρα που με το μανιασμένο χέρι του
τους δύο εραστές τελειώνει.
Κι η πράξη του θα ΄ναι ιερή,
έτσι το δικαστήριο των ανθρώπων θ’ αποφανθεί.
Θα υπάρχει χώρος για εκδίκηση,
χρόνος για τη φυγή.

Ήρωας μονάχος,
θ’ αθωωθεί.
Τα δάκρυα της Ηλέκτρας του θα πιει
Σ’ αυτά όλη τη δύναμη θα βρει.
Οι θεοί παραμερίζουν
Μπρος του ανθρώπου τη βουλή.

Ασημίνα Ξηρογιάννη /// Ποίηση: “Δηιάνειρα Ι & ΙΙ”






ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ Ι
Ψήνεται στον πυρετό υποφέρει
την ασθένειά του αυτή
η γυναίκα του την ξέρει.
Όχι, δεν τον κατηγορώ,
που δεν δαμάζει την ορμή του
Εν γνώσει μου πολλές γυναίκες

μπήκαν στη ζωή του.

Και την Ιόλη τώρα συμπονώ,
ούτε κι αυτήν κατηγορώ.
Όπως και την Ελένη
Tης ήτανε γραφτό να καταστραφεί
από την ομορφιά της -
πράγμα καθόλου ζηλευτό.

ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ ΙΙ

Εκείνη ανθίζει, μαραίνομαι εγώ
Σύζυγος για μένα είναι
ο εραστής της αλληνής,
ο γενναίος Ηρακλής.
Συλλέγω με περίσκεψη τα δάκρυα της ψυχής
και της πληγής το σκοτωμένο αίμα
και του τα δίνω δώρο-
φονικό.
Δεν διαθέτω, βλέπεις, άλλο μαγικό
για να τον φέρω πίσω.


* Εμπνευσμένο από το έργο «Τραχίνιες» του Σοφοκλή

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ /// ΜΑΡΤΥΣ ΜΟΥ Ο ΘΕΟΣ του ΜΑΚΗ ΤΣΙΤΑ από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ










Μάκης Τσίτας
Μάρτυς μου ο Θεός
Σελίδες: 280, Τιμή: 15,50 €, ISBN: 978-618-03-2296-5
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο η νέα έκδοση του μυθιστορήματος «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα, που έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014.
Το βιβλίο κυκλοφορεί σε 12 γλώσσες, μεταφέρθηκε στο θέατρο και παίχτηκε για 5 χρόνια σε όλη την Ελλάδα.

Τον λένε Χρυσοβαλάντη και σ’ αυτό το βιβλίο μάς αφηγείται, με πολύ χιούμορ και σουρεαλιστικές πινελιές, την πονεμένη ιστορία του. Είναι πενήντα ετών, αγαθός και θεοσεβούμενος, και ζει στην Αθήνα λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από εργοδότες, κληρικούς, γυναίκες, ακόμα και από την ίδια του την οικογένεια. Είναι άνεργος κι αυτό κάνει το δράμα του διπλό, καθώς όλοι γύρω του έχουν δουλειές και μάλιστα καλοπληρωμένες – βρισκόμαστε στην εποχή της επίπλαστης ευμάρειας. Λατρεύει τις γυναίκες κι ας μιλάει με απόλυτο τρόπο γι’ αυτές, αγαπάει τους συνανθρώπους του κι ας καταφέρεται διαρκώς εναντίον των ξένων… 

Ο Μάκης Τσίτας γράφει σε πρώτο πρόσωπο για τη ζωή ενός ανθρώπου που παραπαίει ανάμεσα στο μεγαλείο και την κατάντια, στην αγάπη και το μίσος, με μεγάλη διορατικότητα για την κρίση που ενέσκηψε κατόπιν στην Ελλάδα.


Βιογραφικό:
Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Πήρε πτυχίο δημοσιογραφίας και συνεργάστηκε με ραδιοφωνικούς σταθμούς στη Θεσσαλονίκη. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα και εργάζεται στον χώρο των εκδόσεων. Ήταν αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού Περίπλους (1994-2005) και συνεκδότης και διευθυντής του περιοδικού για το βιβλίο Index (2006-2011). Από το 2012 διευθύνει το μεγαλύτερο ενημερωτικό site για το βιβλίο και τον πολιτισμό Diastixo.gr.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Λογοτεχνικά κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες κι έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Έργα του σκηνοθέτησαν η Ρούλα Πατεράκη (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά), η Σοφία Καραγιάννη (Θέατρο «Vault», Αθήνα), ο Προμηθέας Αλιφερόπουλος (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά), η Έρση Βασιλικιώτη («Θέατρο των Καιρών», Αθήνα), η Taru Makela (Christine and Goran Schildt Foundation, Φινλανδία), ο Alexandru Mazgareanu (Θέατρο «Nottara», Ρουμανία).
Στίχους του μελοποίησαν ο Γιώργος Σταυριανός, ο Τάκης Σούκας, η Τατιάνα Ζωγράφου και ο Νίκος Βασιλείου.
Έχει εκδώσει 24 βιβλία για παιδιά και 4 για ενήλικες.
Για το μυθιστόρημά του Μάρτυς μου ο Θεός, το οποίο κυκλοφορεί σε 12 ευρωπαϊκές γλώσσες,
έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 (European Union Prize for Literature) και τιμήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων, τον Δήμο Πέλλας, τον Δήμο Έδεσσας, τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Έδεσσας και την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.
Περισσότερες πληροφορίες για τον συγγραφέα και τη δουλειά του μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του: makistsitas.com.

Έγραψαν για το βιβλίο:
 «Ένιωσα ότι διάβασα ένα σπουδαίο βιβλίο και ένα μεγάλο μυθιστόρημα, που πιστεύω ότι θα γίνει κλασικό».
Νίκος Βατόπουλος, εφ. Η Καθημερινή



  Ξεκινώντας να μιλώ για το βιβλίο του Μάκη Τσίτα ''ΜΑΡΤΥΣ ΜΟΥ Ο ΘΕΟΣ" μια σκέψη μου επιτίθεται."Τι να πεις για ένα βιβλίο που μιλάει από μόνο του;".Oπότε δεν θα πω πολλά.
Βασικά ,ο ήρωας  Χρυσοβαλάντης,ο ευφράδης και χειμαρώδης αυτός τύπος είναι που τα λέει όλα.Είναι πλασμένος με περίσσια τέχνη,γι 'αυτό είναι αυθεντικός.Και είναι ο μονόλογός του τόσο μεγαλειώδης ,τόσο μεστός , αληθινός και παραστατικός συνάμα που σε βάζει απολύτως μέσα στον κόσμο του

Ασημίνα Ξηρογιάννη
 http://varelaki.blogspot.com/2014/03/notaiones-ma-2014.htm

 
«Το ιδιοφυές βιβλίο Μάρτυς μου ο Θεός καθρεφτίζει τον Έλληνα που όλοι “αγαπήσαμε” με τον αυτοσαρκασμό του απόλυτου βιβλιο-troll. Ο Χρυσοβαλάντης είναι ο πιο αξιομνημόνευτος ήρωας ελληνικού λογοτεχνικού έργου τα τελευταία χρόνια».
Φοίβος Δεληβοριάς, popaganda.gr

«Το καλύτερο βιβλίο που διάβασα το 2014 είναι το Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα. Ο ήρωας του βιβλίου είναι τραγικός και ξεκαρδιστικός. Μπορεί το θέμα του να είναι στενόχωρο, ωστόσο ο αναγνώστης απολαμβάνει πολύ κάθε σελίδα που διαβάζει».
Χρήστος Χωμενίδης, thetoc.gr

«Σοφός αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, αριστοτεχνικά δομημένο σενάριο, το οποίο προϋποθέτει πολύμοχθη σπουδή στα γράμματα και καλοχτισμένη υποδομή του δημιουργού».
Θωμάς Κοροβίνης, περ. Εντευκτήριο

«Το βιβλίο δεν εντυπωσιάζει μόνο για την πρωτοτυπία του θέματος, την ανάπτυξη της πλοκής και τη διάπλαση του κεντρικού χαρακτήρα, μα κυρίως για τη λογοτεχνικότητα του κειμένου».
Φίλιππος Φιλίππου, περ. Οδός Πανός, Απρίλιος-Ιούνιος 2014

«Η ισορροπία του συγγραφέα ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό ύφος είναι θαυμαστή, γέρνοντας τον φτωχό ήρωά του πότε απ’ τη μια πότε απ’ την άλλη πλευρά του νήματος».
Έλενα Μαρούτσου, literature.gr

«Ένα αριστούργημα ύφους κι ένας αξέχαστος ήρωας: πενηντάρης, loser, χοντρός, θεούσος, άνεργος, καταπιεσμένος, με προβλήματα προς τις γυναίκες, ποιητής εκ του προχείρου – κι ωστόσο χιουμορίστας, είρων και στοχαστικά σχολιαστικός μέσα στην απλότητά του, ο Χρυσοβαλάντης περιπλανιέται στην Αθήνα μέχρι την πλήρη έκπτωσή του».
Δημήτρης Φύσσας, 9,84.gr

«Το πιο αριστοτεχνικά γραμμένο και αστείο ελληνικό μυθιστόρημα των τελευταίων χρόνων».
Βύρων Κριτζάς, popaganda.gr

«Ο Χρυσοβαλάντης μοιάζει να είναι φτιαγμένος από αυτή τη λογοτεχνική συνταγή του ήρωα που θα μείνει στην ιστορία».
Τούλα Ρεπαπή, diavasame.gr

«Με δυο λόγια, ένα σπαρταριστό μυθιστόρημα, άψογο τεχνικά και μυθοποιητικά, ικανό να προσελκύσει αναγνωστικό κοινό, ικανό να προκαλέσει κόντρες και συζητήσεις».
Χρίστος Παπαγεωργίου, περ. Φρέαρ

«Αυτό που κατάφερε ο Τσίτας με αυτό το μυθιστόρημα είναι να συστήσει έναν ήρωα μοναδικό και συγχρόνως αντιπροσωπευτικό του μέσου ταλαιπωρημένου ανθρώπου των τελευταίων χρόνων».
Κώστας Αγοραστός, bookpress.gr

«Ο Μάκης Τσίτας υπογράφει έναν συγκλονιστικό μονόλογο ενός άνεργου πενηντάρη, τυπικού αντιήρωα της καθημερινότητας, που συνδυάζει τη σπαρταριστή προφορικότητα με την ευρηματική λεξιπλασία».
Αριστοτέλης Σαΐνης, Εφημερίδα των Συντακτών

«Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως ο Χρυσοβαλάντης είναι στα καθ’ ημάς, ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς του Νικολάι Γκόγκολ, ένας ταπεινός γραφιάς, αυτός με το περίφημο "παλτό" του, ο οποίος μέσα από την ιλαροτραγωδία του χτυπάει το γραφειοκρατικό κατεστημένο και, ευρύτερα, την κοινωνική αδικία στη Ρωσία. Μόνο που ο Χρυσοβαλάντης δεν την χτυπάει απλώς, αλλά και την καταδεικνύει και με το δάχτυλο την ξεμπροστιάζει, ρίχνοντας καταγής όλα τα προσωπεία της».
Ανθούλα Δανιήλ, περ. The books' Journal

«Διότι ο Τσίτας δεν έπλασε μόνον έναν καινούργιο λογοτεχνικό τύπο, τουλάχιστον για τα λογοτεχνικά μας δεδομένα των τελευταίων είκοσι χρόνων, δεν μπόρεσε μόνον να αφουγκραστεί τους παλμούς της "βαθιάς" Ελλάδας, αυτής δηλαδή που άγεται και φέρεται από τα πιο συντηρητικά, παλαιότατης κοπής, σκοτεινά στερεότυπα, αλλά κατάφερε να υιοθετήσει την απόλυτη λεκτική κοινοτοπία της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, την ίδια στιγμή να την ανατρέπει, να την γελοιοποιεί, να την μετατρέπει σε μαύρο χιούμορ».
Έλενα Χουζούρη, oanagnostis.gr

«Πρόκειται για ένα ακριβέστατο ψυχογράφημα του Νεοέλληνα, με ό,τι αποτελεί τη βάση της φιλοσοφίας του, το οποίο ο Τσίτας συνθέτει μέσα από ποικίλες εκφάνσεις της γύρω μας πραγματικότητας, αποφορτίζοντας με χιούμορ τις ζοφερές συνθήκες».
Ένας ήρωας (ή αντιήρωας;) που δεν ξεχνιέται».
Μαρία Στασινοπούλου, Εφημερίδα των Συντακτών

«Η οικονομία του λόγου, το ισορροπημένο ζύγισμα της πρότασης, ο ρυθμός της φράσης, η θεατρικότητα, στοιχεία που χαρακτήριζαν τη γραφή του Μάκη Τσίτα στα πρώτα του πεζά, παρουσιάζονται εδώ δουλεμένα και κατακτημένα».
Λαμπρινή Κουζέλη, εφ. Το Βήμα

«Η σπειροειδής-πρωτοπρόσωπη αφήγηση ξεχωρίζει ως το δυνατότερο στοιχείο του κειμένου. Ο συγγραφέας περνά χωρίς διακριτικά από το παρόν στο εγγύς παρελθόν και από εκεί στην παιδική ηλικία του ήρωα, αναδεικνύοντας τη ρίζα του προβλήματος, που άπτεται της ψυχοπαθολογίας».
Γιάννης Στάμος, εφ. Ελευθεροτυπία

«Οι περιγραφές του ήρωα, οι ερμηνείες και οι αξιολογήσεις του, ειδικά με τις λεκτικές του επιλογές και συνάψεις και τους νεολογισμούς του, προκαλούν από μειδίαμα ως γέλια ακράτητα».
Τιτίκα Δημητρούλια, εφ. Η Καθημερινή

«Το μυθιστόρημα Μάρτυς μου ο Θεός ελκύει σαν μαγνήτης τον αναγνώστη, το διαβάζει μονορούφι από την πρώτη πρόταση μέχρι το τέλος. Χαίρεσαι τη γνήσια λογοτεχνία που μιλάει και εισχωρεί βαθιά στην καρδιά φωτίζοντας σκοτεινές πτυχές, αβυσσαλέες επιθυμίες, τρικυμιώδεις σχέσεις. Τα πάντα συναρπαστικά –αν και τόσο δραματικά–, καλοζυγιασμένα στην πλοκή, την αφηγηματική ροή, σε κάθε λεπτομέρεια, σε κάθε λέξη».
Αλεξάνδρα Μπακονίκα, περ. Μανδραγόρας

«Το πρώτο μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα θεωρείται το καλύτερο της χρονιάς».
εφ. Το Βήμα

«Ο Μάκης Τσίτας έρχεται να μας εκπλήξει με την πεζογραφική του δεινότητα και να κατακτήσει μια μόνιμη θέση στον αστερισμό των συγχρόνων νεοελλήνων λογοτεχνών».
Κωνσταντίνος Μπούρας, grafei.wordpress

«Χτισμένο σαν ατέρμονος εσωτερικός μονόλογος που κλιμακώνεται σταδιακά καθώς προστίθενται συνεχώς νέες ψηφίδες στην εικόνα του αφηγητή-αντιήρωα, το αφήγημα του Τσίτα θυμίζει μουσική σύνθεση που δεν εμφανίζει μεν διατονικές ή χρωματικές μετατροπίες αλλά οδηγείται, μέσα από τα υπνωτιστικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα της, σ? ένα υποβλητικό και άκρως δραματικό κρεσέντο για να κορυφωθεί σε μια βίαιη τελευταία κραυγή – κραυγή υπαρξιακής εξουθένωσης».
Κατερίνα Σχινά, περ. The BooksJournal

«Ο Χρυσοβαλάντης του Τσίτα έρχεται να προστεθεί στους σημαντικούς αντιήρωες, στην ιδιόρρυθμη παρέα των τραγικών φυσιογνωμιών τόσο της ποίησης όσο και της πεζογραφίας, δίπλα στον Μαριάμπα του Χαλκιδαίου αιρετικού και πρωτοπόρου Γιάννη Σκαρίμπα αλλά και τους εξίσου γοητευτικούς ήρωες του Κνουτ Χάμσουν, τον Γιόχαν Νάγκελ και τον τρελό Πεταχτούλη».
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, literature.gr

«Έργο-αποκάλυψη για την ελληνική μυθιστοριογραφία».
Γιάννης Βασιλακάκος, εφ. Νέος Κόσμος

«Λίγοι μυθιστορηματικοί ήρωες μου έδωσαν αυτή τη συγκλονιστική αίσθηση της συντριβής του αθώου την ώρα που τίποτα δεν μπορεί να τον σώσει. Σαν ντοστογεφσκικό πρόσωπο ο Χρυσοβαλάντης του Μάκη Τσίτα γίνεται η συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου για όσα δεν μπόρεσε, γίνεται η ένοχη συνείδηση της αντιηρωικής εποχής μας που συνθλίβει τα πλάσματά της αβοήθητα».
Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου, fractalart.gr

«Η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα είναι μια απολαυστική εμπειρία. Ένας υπέροχος μονόλογος, σαρκαστικός, δραματικός, πλαισιωμένος από αστείρευτο χιούμορ που αφήνει τις σκέψεις να ακροβατούν μεταξύ του δραματικού και του κωμικού με μοναδική επιτυχία».
Βασίλης Μόσχης, εφ. Θάρρος

«Οπωσδήποτε ο ευφυής συγγραφέας πίσω από την εικόνα του άβουλου και δειλού Χρυσοβαλάντη και στην προέκταση του ψυχικού τοπίου του ήρωα βλέπει πιστή την εικόνα και δίνει την ψυχογραφία της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας και ευρύτερα της ελληνικής κοινωνίας».
Ελένη Χωρεάνθη, blog.public.gr

«Ένα βιβλίο όπου το συλλογικό συμπλέκεται αξεχώριστα με το ατομικό για να ανασύρει στην επιφάνεια μια μακροχρόνια παθολογία: μια παθολογία ριζωμένη στα βαθύτερα στρώματα της καθημερινής μας ζωής».
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, oanagnostis.gr

«Ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη αποτελεί το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα. Πρόκειται για έναν χειμαρρώδη μονόλογο, μια εκ βαθέων ανασκόπηση της ζωής ενός ανώνυμου ανθρώπου, ο οποίος προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί μέσα απ’ τα κοινωνικά του αδιέξοδα… Ο συγγραφέας χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του ήρωά του, έτσι ώστε στο τέλος να τον αθωώνει μέσα απ’ το χιούμορ και τον παιγνιώδη αφηγηματικό του λόγο».
Κατερίνα Καριζώνη, culturenow.gr

«Χωρίς ωραιοπάθεια και στόμφο, ο γλωσσικός ζήλος του μας προσφέρει ένα μεστοδουλεμένο σύνολο, χάρμα ακρίβειας και βάθους, χωρίς εκζήτηση και εκφραστικούς ακκισμούς. Σωστός λεξιμαγνήτης έλκει, φαιδρύνοντας τον αναγνώστη, στο τρικούβερτο γλωσσικό γλέντι, ξεφάντωμα, πανηγύρι πραγματικό με τις αστείες λέξεις γεμάτες ευθυμία και χαρά και με τις άλλες, γεμάτες συναίσθηση και γραμματολογική μνήμη».
Μάγδα Τσιρογιάννη, εφ. Θεσσαλία

«Κυκλοφόρησε το 2013 κερδίζοντας κοινό και κριτικούς και συνεχίζει την πορεία του ως ένα από τα καλύτερα και πιο εύστοχα ελληνικά βιβλία των τελευταίων ετών».
joytv.gr, 16/05/14

«Κείμενο πρωτίστως κοινωνικοπολιτικό, εφιαλτικού ρεαλισμού, φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που μάταια τόσο καιρό απέφευγε να αντικρίσει βρίσκοντας καταφύγιο στον προσωπικό του μικρόκοσμο».
Γιάννης Καλογερόπουλος, περ. Eξώστης

«Ο ευφάνταστος αυτός κωμικοτραγικός μονόλογος –αξιοζήλευτη η χρήση των εκφραστικών μέσων– ήρθε να προσθέσει στη λογοτεχνία μας έναν από τους πιο ζωντανούς και ενδιαφέροντες ήρωες».
Γιάννης Αντάμης, doctv.gr

«Κοντολογίς, το Μάρτυς μου ο Θεός αξίζει τα λεφτά του, αλλά και το Βραβείο του, όπως θα ισχυριζόταν χωρίς κανέναν ενδοιασμό ο ίδιος ο Χρυσοβαλάντης».
Γιώργος Βέης, εφ. Η Αυγή

«Ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα, με πρωταγωνιστή έναν τυπικό αντιήρωα της εποχής μας σε έναν αλλότριο κόσμο».
Τίνα Μανδηλαρά, περ. People